Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Βάσει της συμφωνίας για τη γεωργία που συνήφθη στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, η Κοινότητα μπορεί να απαιτήσει την καταβολή συμπληρωματικών δασμών για την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων για τα οποία παραιτήθηκε από κάθε περιορισμό άλλο πλην του δασμού και ειδικότερα από τους ποσοτικούς περιορισμούς.
Οι συμπληρωματικοί αυτοί δασμοί πρέπει να καταβάλλονται οσάκις η τιμή του εισαγομένου εμπορεύματος είναι κατώτερη ενός ορίου ενεργοποιήσεως.
Η παρούσα υπόθεση αφορά το κύρος των διατυπώσεων που θέσπισε η Επιτροπή για να κρίνει, σε κάθε περίπτωση εισαγωγής τέτοιων προϊόντων, αν πρέπει να επιβληθούν συμπληρωματικοί δασμοί, δηλαδή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η τιμή της συγκεκριμένης αποστολής είναι ή όχι κατώτερη της τιμής ενεργοποιήσεως. Επιπλέον, εν προκειμένω ανακύπτουν ορισμένα ζητήματα ερμηνείας ήσσονος σημασίας σχετικά με τις περιστάσεις της κύριας υπόθεσης.
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης
2. Στο πλαίσιο των προτάσεών μου τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
3. Στο τέλος του 1995, η ολλανδική εταιρία Kloosterboer Rotterdam BV (στο εξής: Kloosterboer), επιχείρηση εκτελωνισμού, εισήγαγε, για λογαριασμό ορισμένων πελατών, διάφορες παρτίδες κατεψυγμένου φιλέτου στήθους πουλερικών καταγωγής Βραζιλίας. Αρχικά οι τελωνειακές αρχές θεώρησαν ότι δεν οφείλεται συμπληρωματικός δασμός δεδομένου η τιμή που καταβλήθηκε πράγματι για το εμπόρευμα (τιμή εισαγωγής cif) , όπως αναγραφόταν στο τιμολόγιο ήταν ανώτερη του ορίου εφαρμογής της ειδικής ρήτρας προστασίας (τιμή ενεργοποιήσεως) που ανερχόταν 714 ολλανδικά φιορίνια (NLG) ανά 100 kg καθαρού βάρους κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
4. Ωστόσο, στις 18 Απριλίου και στις 9 Αυγούστου του επομένου έτους ο επιθεωρητής τελωνείων της περιφέρειας Ρότερνταμ ζήτησε από την Kloosterboer να καταβάλει συμπληρωματικούς δασμούς για το εισαχθέν εμπόρευμα. Θεώρησε ότι η Kloosterboer όφειλε τους δασμούς αυτούς διότι είχε παραλείψει να ζητήσει να καθοριστεί ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός, βάσει της τιμής εισαγωγής cif των εν λόγω παρτίδων, όπως επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 . Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, ο επιθεωρητής υπολόγισε τους οφειλομένους συμπληρωματικούς δασμούς βάσει της μέσης τιμής που διαπιστώθηκε στην παγκόσμια αγορά (αντιπροσωπευτική τιμή) γι' αυτό το προϊόν, η οποία ήταν τότε 466,14 NLG ανά 100 kg.
5. Δεδομένου ότι τα εμπορεύματα είχαν ήδη παραληφθεί, η όψιμη υποβολή της αιτήσεως με αναδρομικό αποτέλεσμα δεν ήταν δυνατή, οπότε η οφειλή έπρεπε να θεωρηθεί ως εκ των υστέρων βεβαιωθείσα χωρίς η Kloosterboer να μπορεί να επικαλεστεί σφάλμα των τελωνειακών αρχών, διότι ως επαγγελματίας στον τομέα του εκτελωνισμού όφειλε λογικά να αντιληφθεί το σφάλμα.
6. Η Kloosterboer προσέβαλε τις πράξεις επιβολής δασμού αμφισβητώντας αφενός το κύρος της υποχρεώσεως υποβολής αιτήσεως για την εφαρμογή της τιμής cif, που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95, και επικαλούμενη, επικουρικώς, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη γνώμη που είχαν δώσει οι τελωνειακές υπηρεσίες όσον αφορά την εκ των υστέρων αποδοχή της σχετικής αιτήσεως.
Η κοινοτική νομοθεσία
Ως προς την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως εφαρμογής της τιμής εισαγωγής cif
7. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 όριζε ότι «ο εισαγωγέας μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να ζητήσει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού η τιμή cif κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής, εφόσον η τελευταία αυτή είναι ανώτερη από την εφαρμοζόμενη αντιπροσωπευτική τιμή». Εξάλλου, η αίτηση εφαρμογής της τιμής εισαγωγής cif έπρεπε να συνοδεύεται από ορισμένα έγγραφα (συμβάσεις αγοράς, ασφαλίσεως και μεταφοράς ή φορτωτική, τιμολόγιο, πιστοποιητικό προελεύσεως) και ο σκοπός ήταν να εξακριβωθεί αν η δηλωθείσα τιμή ήταν η πραγματική (άρθρο 3, παράγραφος 2). Ο εισαγωγέας όφειλε επίσης να συστήσει εγγύηση για το ποσό των συμπληρωματικών δασμών τους οποίους θα πλήρωνε αν είχαν υπολογιστεί με βάση την εφαρμοζόμενη για το προϊόν αντιπροσωπευτική τιμή: η εγγύηση αυτή επιστρεφόταν στον εισαγωγέα αν αυτός αποδείκνυε ότι διέθεσε τα προϊόντα υπό συνθήκες που επιβεβαιώνουν ότι οι δηλωθείσες τιμές ήταν οι πραγμτικές.
Αν δεν υποβληθεί αίτηση με τις διατυπώσεις αυτές, η τιμή εισαγωγής που λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή συμπληρωματικού δασμού είναι η αντιπροσωπευτική τιμή (άρθρο 3, παράγραφος 3).
8. Ο κανονισμός 1484/95 εκδόθηκε από την Επιτροπή για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2777/75 του Συμβουλίου , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 .
Ωστόσο, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού αυτού κανονισμού ορίζει απλώς ότι οι τιμές που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή συμπληρωματικού δασμού «καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif της εν λόγω αποστολής». Η ίδια διάταξη προβλέπει επιπλέον ότι οι δηλωθείσες τιμές cif επαληθεύονται βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών του συγκεκριμένου προϊόντος.
9. Η παρούσα έκδοση του άρθρου 5 του κανονισμού 2777/75 εντάσσεται στην επιχείρηση προσαρμογής της κοινοτικής ρύθμισης στις διατάξεις της συμφωνίας για τη γεωργία που προήλθε από τις πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (στο εξής: συμφωνία για τη γεωργία), η οποία συνήφθη από την Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 300 ΕΚ).
10. Στο πλαίσιο μιας ειδικής ρήτρας προστασίας, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της συμφωνίας για τη γεωργία ορίζει ότι κάθε μέλος του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΟΕ) μπορεί να επιβάλλει συμπληρωματικούς δασμούς για την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων αν η τιμή με την οποία τα προϊόντα αυτά μπορούν να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφός του «όπως καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου εκφραζομένου σε εθνικό νόμισμα είναι κατώτερη της τιμής ενεργοποίησης» .
Ως προς τη δυνατότητα καλύψεως της παράλειψης αρχικής υποβολής αιτήσεως
11. Οι διατάξεις που διέπουν τη διόρθωση των τελωνειακών διασαφήσεων βρίσκονται στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα . Κατά το άρθρο 65, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ_, καμία διόρθωση δεν μπορεί να γίνει όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων.
12. Το άρθρο 220 του ίδιου κώδικα προβλέπει ότι η τελωνειακή οφειλή μπορεί να βεβαιωθεί εκ των υστέρων, το αργότερο εντός δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε ότι το ποσό των δασμών που προκύπτει από την τελωνειακή οφειλή δεν βεβαιώθηκε ή βεβαιώθηκε σε ύψος χαμηλότερο του νομίμως οφειλομένου. Αντιθέτως, η εκ των υστέρων βεβαίωση αποκλείεται όταν το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών δεν καθορίστηκε «από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση» (παράγραφος 2, στοιχείο β_).
Τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Η Kloosterboer προσέβαλε τις πράξεις επιβολής δασμού του επιθεωρητή αρχικά με διοικητική ένσταση και στη συνέχεια με ένδικη προσφυγή.
14. Στο πλαίσιο της προσφυγής, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (δικαστήριο τελευταίου βαθμού σε ορισμένες υποθέσεις φορολογικού δικαίου) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 ΕΚ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Eίναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1484/95 καθόσον με αυτόν θεσπίστηκαν λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2775/75 κατά τις οποίες ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός, κατά την έννοια του άρθρου 5 της συμφωνίας για τη γεωργία, καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της σχετικής αποστολής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο καθορισμός αυτός πραγματοποιείται μόνον όταν ο εισαγωγέας υποβάλει σχετική αίτηση, σε όλες δε τις άλλες περιπτώσεις η τιμή εισαγωγής της σχετικής αποστολής που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιβολή του συμπληρωματικού εισαγωγικού δασμού είναι η αντιπροσωπευτική τιμή κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1484/95;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το ότι, όταν παραλείπεται η υποβολή αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95, η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αν
- η δηλωθείσα με τη διασάφηση τιμή cif της σχετικής αποστολής υπερβαίνει την τιμή ενεργοποιήσεως,
- οι τελωνειακές αρχές ανακοινώνουν στον δηλούντα ότι στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να μην υποβληθεί αίτηση,
- ο εισαγωγέας ενήργησε καλοπίστως έχοντας εμπιστοσύνη στις ανακοινώσεις του τελωνείου και
- ο εισαγωγέας έχει κατά τα λοιπά τηρήσει όλες τις προϋποθέσεις των διατάξεων που αφορούν την τελωνειακή διασάφηση;
3) Είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ομοίως καταφατική αν, εκτός από τις αναφερόμενες στο δεύτερο ερώτημα περιστάσεις, ο συγκεκριμένος εισαγωγέας έλαβε γνώση τις αφορώσες προηγούμενες διασαφήσεις του "γνώμες του ελεγκτή", όπως εκτίθεται στην παράγραφο 2.2, δεύτερη περίπτωση, της παρούσας διατάξεως;
4) Αν στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, απαγορεύουν τότε οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας παραλείπει αρχικώς να υποβάλει αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, κανονισμού (ΕΟΚ) 1484/95 διότι παρέσχε εμπιστοσύνη στις διευκρινίσεις των τελωνειακών αρχών, να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή μετά τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς τις διατάξεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, αρχή και στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 και προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η βεβαίωση εκ των υστέρων κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού όταν συντρέχουν περιπτώσεις όπως οι εκτιθέμενες στο δεύτερο ερώτημα;
6) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα, πρέπει στο ερώτημα αυτό να δοθεί ομοίως αρνητική απάντηση όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που εκτίθενται στο τρίτο ερώτημα;»
Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
15. Τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν, υπό διάφορες σκοπιές, το ζήτημα του κύρους της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95, στην αρχική του μορφή: με το πρώτο, το ζήτημα αυτό τίθεται σε σχέση με τον βασικό κανονισμό, στα δύο άλλα, σε σχέση με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
16. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου όπως διατυπώνονται στο πρώτο ερώτημα είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Κατά την άποψή μου η υποχρέωση υποβολής ρητής αιτήσεως περί εφαρμογής της τιμής cif για να προσδιοριστεί αν οφείλονται ή όχι συμπληρωματικοί εισαγωγικοί δασμοί είναι άκυρη για δύο λόγους.
17. ρώτον, δεν έχει επαρκές έρεισμα στη βασική ρύθμιση που είναι ο κανονισμός 2777/75, όπως τροποποιήθηκε.
18. Δεύτερον, αντιβαίνει επίσης στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τη γεωργία.
19. Τα ερωτήματα από το δεύτερο μέχρι το έκτο θέτουν επίσης, κατά δεύτερο λόγο, ζητήματα κύρους και ερμηνείας που συνδέονται με τις περιστάσεις της υποθέσεως. Η ισχύς των επιχειρημάτων που αποδεικνύουν την έλλειψη κύρους της βασικής επίδικης διάταξης είναι τέτοια που, κατά την άποψή μου, καθιστά περιττή την ανάλυση των ζητημάτων αυτών.
Το κύρος του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 σε σχέση με τη βασική ρύθμιση
20. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3290/94, είναι το ακόλουθο:
«Οι τιμές εισαγωγής που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή πρόσθετου εισαγωγικού δασμού καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif της εν λόγω αποστολής.
Οι τιμές εισαγωγής cif επαληθεύονται για τον σκοπό αυτό βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στην παγκόσμια αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του προϊόντος.»
21. Η διάταξη είναι δηλαδή πολύ απλή: η τιμή που λαμβάνεται υπόψη για να καθοριστεί αν οφείλεται συμπληρωματικός δασμός είναι αυτή που δηλώθηκε ως πράγματι καταβληθείσα για το εισαχθέν εμπόρευμα και όχι μια θεωρητική ή στατιστικού χαρακτήρα τιμή, όπως θα μπορούσε να είναι η μέση τιμή του προϊόντος σε συγκεκριμένη αγορά και δεδομένο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, μάλλον για να αποφύγει την απάτη, το Συμβούλιο πρόβλεψε ότι οι τιμές που δηλώνονται πρέπει να επαληθεύονται σε σχέση με την τιμή της αγοράς.
Με λίγα λόγια, ο βασικός κανονισμός ξεκινά από την αρχή ότι η επιβολή συμπληρωματικών δασμών καθορίζεται βάσει της τιμής cif του εισαγομένου εμπορεύματος, αλλά δεν αποκλείει τη δυνατότητα επαληθεύσεως της τιμής αυτής σε σχέση με την τιμή της αγοράς.
22. Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/75, όπως τροποποιήθηκε, αναθέτει στην Επιτροπή το καθήκον να θεσπίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
23. Όπως διαπιστώνεται όμως, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95, στην αρχική του μορφή, λαμβάνει αντίθετη θέση: «Ο εισαγωγέας μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να ζητήσει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού η τιμή cif κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής» όταν η τιμή αυτή είναι ανώτερη από την εφαρμοζόμενη αντιπροσωπευτική τιμή και υπό τον όρο ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από ορισμένα έγγραφα. Διαφορετικά λαμβάνεται υπόψη η αντιπροσωπευτική τιμή.
αρά την πρώτη εντύπωση, το σύστημα του κανονισμού 1484/95 είναι ότι η αντιπροσωπευτική τιμή ανάγεται σε γενικό κανόνα που έχει εφαρμογή εκτός αν υποβληθεί αίτηση εφαρμογής της τιμής εισαγωγής cif, οπότε η περίπτωση αυτή γίνεται πλέον ειδική περίπτωση.
24. Συναφώς, το προοίμιο του κανονισμού 1484/95 είναι απόλυτα σαφές. Αναφέρει χωρίς περιστροφές ότι «οι τιμές κατά την εισαγωγή, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή ενός συμπληρωματικού εισαγωγικού δασμού, θα πρέπει να ελέγχονται με βάση τις αντιπροσωπευτικές τιμές για το εν λόγω προϊόν στη διεθνή αγορά ή την κοινοτική αγορά εισαγωγής για το προϊόν αυτό» (τρίτη αιτιολογική σκέψη) και ότι «ο εισαγωγέας έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον υπολογισμό του συμπληρωματικού δασμού σε βάση άλλη από αυτήν της αντιπροσωπευτικής τιμής» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη) .
25. Αυτός ο τρόπος αλλοίωσης και παραμόρφωσης των διατάξεων του βασικού κανονισμού αρκεί άνευ ετέρου για να καταστήσει άκυρες τις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού.
26. ρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές το επιχείρημα της Επιτροπής ως προς το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που έχει στην άσκηση της αρμοδιότητάς της περί εφαρμογής των βασικών διατάξεων. ράγματι, η εξουσιοδότηση αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να λάβει όλα τα εκτελεστικά μέτρα που είναι αναγκαία ή χρήσιμα για την εκτέλεση του βασικού κανονισμού, αλλά σε καμία περίπτωση μέτρα που είναι αντίθετα προς αυτόν .
Το κύρος του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 σε σχέση με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τη γεωργία
27. Η ακυρότητα της επίδικης διάταξης είναι ακόμα προφανέστερη αν ληφθούν υπόψη οι διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα στο πλαίσιο των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης και ειδικότερα η συμφωνία για τη γεωργία που προσαρτάται στη συμφωνία για τον ΟΕ.
28. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της οικονομίας τους, οι συμφωνίες ΟΕ δεν είναι καταρχήν από τους κανόνες σε σχέση με τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων .
29. Το πράγμα διαφέρει οσάκις «πρόθεση της Κοινότητας ήταν να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που αναλήφθηκε στο πλαίσιο του ΟΕ ή στην περίπτωση που η κοινοτική πράξη ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών ΟΕ». Εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγχει τη νομιμότητα της σχετικής κοινοτικής πράξεως με βάση τους κανόνες του ΟΕ .
30. Το ίδιο ισχύει και για τις κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3290/94 του Συμβουλίου, με τον οποίο προσαρμόστηκε η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών - του κανονισμού 2777/75 - σύμφωνα με τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, αναφέρει ότι «για να διατηρηθεί ένας ελάχιστος βαθμός προστασίας έναντι των επιζήμιων επιπτώσεων στην αγορά που μπορεί να έχει η [...] δασμολόγηση, η συμφωνία [για τη γεωργία] δέχεται την εφαρμογή συμπληρωματικών δασμών με σαφώς καθορισμένους όρους και μόνο για τα προϊόντα που υπόκεινται στην επιβολή δασμού· ότι για τον λόγο αυτό πρέπει να θεσπισθεί σχετική διάταξη στους εν λόγω βασικούς κανονισμούς» .
31. Ειδικότερα το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3290/94, επιτρέπει και επιβάλλει στην Επιτροπή να θεσπίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής, τονίζοντας ότι «οι λεπτομέρειες [αυτές] αφορούν ιδίως: α) τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικοί εισαγωγικοί δασμοί με το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία· β) τα λοιπά κριτήρια που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή [του ειδικού συστήματος προστασίας] σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω συμφωνίας [για τη γεωργία]» .
32. Η κοινοτική πράξη παραπέμπει δηλαδή ρητά σε συγκεκριμένες διατάξεις του ΟΕ. Επιπλέον, το Συμβούλιο τονίζει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ειδικού συστήματος προστασίας που καθιερώνει η συμφωνία για τη γεωργία. ρόκειται για τον ακριβή καθορισμό των όρων λειτουργίας. Ο καθορισμός αυτός σημαίνει, στο νομικό πλαίσιο που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν «σε βάση αμοιβαιότητας και αμοιβαίων πλεονεκτημάτων» , αυστηρή τήρηση των όρων αυτών.
33. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της συμφωνίας για τη γεωργία, είναι δυνατόν να επιβληθούν συμπληρωματικοί δασμοί επιπλέον των συνήθων δασμών για ορισμένα προϊόντα - μεταξύ των οποίων και το εμπόρευμα της κύριας δίκης - «εάν η τιμή με την οποία οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος δύνανται να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος του μέλους που παρέχει την παραχώρηση, όπως καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου εκφραζόμενη σε εθνικό νόμισμα, είναι κατώτερη της τιμής ενεργοποίησης που ισούται με τη μέση τιμή αναφοράς των ετών 1986 έως 1988 για το υπό εξέταση προϊόν».
34. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τη γεωργία ορίζει ως μόνο κριτήριο για τον καθορισμό ενδεχομένων συμπληρωματικών δασμών την τιμή εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου.
35. Αυτό επιβεβαιώθηκε εξάλλου από το δευτεροβάθμιο όργανο του ΟΕ στην έκθεση της 13ης Ιουλίου 1998 που φέρει τον τίτλο Ευρωπαϊκές Κοινότητες - Μέτρα που επηρεάζουν την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων πουλερικών, που αναφέρεται και στις διατυπώσεις που διέπουν τις εισαγωγές κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών καταγωγής Βραζιλίας.
36. Το νομικό ζήτημα που είχε ανακύψει ενώπιον του οργάνου εκείνου ήταν αν, για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού, ένα μέλος του ΟΕ μπορούσε να δώσει στον εισαγωγέα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ χρησιμοποιήσεως της τιμής cif του φορτίου και μιας άλλης μεθόδου υπολογισμού που αποκλίνει από την αρχή αυτή, όπως ενδεχομένως η μέθοδος της αντιπροσωπευτικής τιμής που προβλέπει ο κανονισμός 1484/95 .
37. Το δευτεροβάθμιο όργανο έκρινε ότι η χρήση διαφορετικής μεθόδου από την τιμή cif του συγκεκριμένου φορτίου για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού δασμού δεν συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία · συναφώς στηρίχθηκε τόσο στην έννοια της διάταξης όσο και στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Σχετικά με το πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι, αφού οι διατάξεις του άρθρου 5 της συμφωνίας για τη γεωργία θεσπίζουν ένα ειδικό μηχανισμό προστασίας αυτόματου χαρακτήρα, δηλαδή που δεν εξαρτάται από την απόδειξη ζημίας, «δεν πρέπει να προβάλλεται παρά μόνο με παράλληλη τήρηση και εντός των ορίων των αυστηρών όρων του άρθρου 5» .
38. Υιοθετώ τη συλλογιστική του δευτεροβάθμιου οργάνου του ΟΕ και προτείνω να κηρυχθεί άκυρο το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95, όπως ισχύει εν προκειμένω, εφόσον, απαιτώντας για την εφαρμογή της τιμής cif ρητή αίτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου ανάγει την αντιπροσωπευτική τιμή σε γενική μέθοδο για τον καθορισμό των συμπληρωματικών δασμών.
39. Για να στηρίξει το νόμιμο της υποχρεώσεως υποβολής της εν λόγω αιτήσεως η Επιτροπή υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου την ανάγκη καταπολεμήσεως της απάτης που δικαιολογεί το να εξαρτάται η εφαρμογή της δηλωθείσας τιμής cif από την υποβολή ορισμένων εγγράφων, βάσει των οποίων επαληθεύεται αυτή, και από τη σύσταση εγγυήσεως.
40. Το συμφέρον της Επιτροπής στην καταπολέμηση της απάτης είναι βεβαίως θεμιτό, πλην όμως η Επιτροπή ούτε καν επιχείρησε να αποδείξει ότι η υποχρέωση υποβολής τέτοιας αιτήσεως είναι το μόνο μέσο - ή το πλέον αποτελεσματικό - για την επίτευξη του στόχου αυτού.
41. Αντιθέτως, μετά την προαναφερθείσα έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου του ΟΕ, η Επιτροπή τροποποίησε τον κανονισμό 1484/95 με τον κανονισμό (ΕΚ) 493/1999 . Στην ήδη ισχύουσα μορφή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95, «ο συμπληρωματικός δασμός καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου». Αν δηλαδή η δηλωθείσα τιμή είναι ανώτερη της αντιπροσωπευτικής τιμής, ο εισαγωγέας εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση να υποβάλει αποδεικτικά και να συστήσει εγγύηση. Δεν απαιτείται, δηλαδή, πλέον να υποβάλει την αίτηση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη, χωρίς ωστόσο να αχρηστευθούν τα μέτρα καταπολεμήσεως της απάτης της παλαιάς ρύθμισης.
42. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα της Επιτροπής είναι αβάσιμα και είναι περιττό να εξεταστεί το ζήτημα αν θα αρκούσαν να καλύψουν τη διπλή έλλειψη κύρους που επισήμανα.
ρόταση
43. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του College van Beroep voor het bedrijfsleven:
«Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης, καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67/ΕΟΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι άκυρο καθόσον επιβάλλει στον εισαγωγέα την υποχρέωση να υποβάλει ρητή αίτηση για να καθοριστεί βάσει της τιμής εισαγωγής cif το ζήτημα αν οφείλεται συμπληρωματικός δασμός.»
Full & Egal Universal Law Academy