Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα, προτείνω, η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
12 Βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
«1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 281, σ. 51.
(2) - ΕΕ L 137, σ. 17.
(3) - Βλ. παράγραφο 6 των προτάσεων.
(4) - Βλ. παράγραφο 3 των προτάσεων.
(5) - Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1998, σ. I-3343, σκέψη 38). Βλ., επιπλέον τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. I-4405, σκέψη 20), και της 3ης Ιουλίου 1997, C-60/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I-3827, σκέψη 15).
(6) - Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 11). Βλ. επίσης την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1982, 148/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1982, σ. 3555, σκέψη 5).
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στις 23 Αυγούστου 1999, η Επιτροπή άσκησε κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ). Με την προσφυγή αυτή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη κοινοποιώντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος , ή μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προς συμμόρφωσή της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή. Η Επιτροπή ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2. Η οδηγία 95/47 (στο εξής: οδηγία) έχει ως αντικείμενο τα πρότυπα σχετικά με τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο εννέα μήνες από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της» και «ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή». Η οδηγία άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι στις 23 Νοεμβρίου 1995. Κατά συνέπεια, η τελική προθεσμία για τη μεταφορά της από τα κράτη μέλη ήταν η 23η Αυγούστου 1996.
3. Σημειωτέον ότι με το άρθρο 7 της οδηγίας καταργήθηκε η οδηγία 92/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Μα_ου 1992, για τη θέσπιση προτύπων για τη δορυφορική μετάδοση τηλεοπτικών σημάτων . Η κατάργηση αυτή άρχισε να ισχύει κατά την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας του 1995 από τα κράτη μέλη.
Η διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως και τα αιτήματα των διαδίκων
4. Επειδή η Επιτροπή ουδεμία πληροφορία έλαβε από τη Γαλλική Κυβέρνηση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας και δεν διέθετε κανένα πληροφοριακό στοιχείο που να της επιτρέπει να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η Γαλλική Δημοκρατία είχε θεσπίσει όλες τις προς τούτο αναγκαίες διατάξεις, απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία, στις 16 Ιανουαρίου 1997, έγγραφη όχληση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), με την οποία την καλούσε, μεταξύ άλλων, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
5. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στην έγγραφη όχληση εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση, στις 14 Οκτωβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη κατά την οποία το εν λόγω κράτος μέλος, μη κοινοποιώντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και τη Συνθήκη ΕΚ. Η Επιτροπή καλούσε επομένως τη Γαλλική Κυβέρνηση να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεως της αιτιολογημένης γνώμης, τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή.
6. Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1998. Με το έγγραφο αυτό, αναγνώριζαν τη σημειωθείσα καθυστέρηση για τη μεταφορά της οδηγίας, αλλά προέβαλλαν το γεγονός ότι στη Γαλλία υπήρξε αλλαγή κυβερνήσεως η οποία επιβράδυνε την κανονική εξέλιξη της νομοθετικής δραστηριότητας και ζητούσαν από την Επιτροπή να τους παραχωρήσει πρόσθετη προθεσμία δύο μηνών για να καθορίσουν ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μεταφοράς. Οι γαλλικές αρχές ζητούσαν επιπλέον συνάντηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής για να παρουσιάσουν τις υπό επεξεργασία διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα που υπέβαλαν τόσο η Επιτροπή όσο και η Γαλλική Δημοκρατία, η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1999.
Στις 8 Ιουνίου 1999, οι γαλλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή δεύτερο έγγραφο, στο οποίο ανέφεραν ιδίως ότι η διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας ήταν σε εξέλιξη και ότι, για να περατωθεί το ταχύτερο δυνατό, η κυβέρνηση είχε υποβάλει τροπολογία στο πλαίσιο της εξετάσεως, σε πρώτη ανάγνωση, του νομοσχεδίου περί οπτικοακουστικών μέσων, τροπολογία η οποία αφορούσε ακριβώς την εφαρμογή της οδηγίας. Οι γαλλικές αρχές διευκρίνιζαν ότι το εν λόγω νομοσχέδιο θα εξεταζόταν από τη Γερουσία το φθινόπωρο του 1999.
7. Η Επιτροπή ουδεμία πληροφορία έλαβε εντούτοις σχετικά με την οριστική έγκριση του εν λόγω νομοσχεδίου. Κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι η μεταφορά της οδηγίας δεν είχε συντελεστεί και αποφάσισε κατά συνέπεια να ασκήσει κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας την παρούσα προσφυγή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. ρος στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προέβαλε ότι, εφόσον κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να καταστήσουν την εθνική τους νομοθεσία συμβατή με τις διατάξεις των οδηγιών εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη μεταφορά των οδηγιών, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει καθόσον, κατά την εκπνοή της ταχθείσας από την οδηγία προθεσμίας, ουδέν μέτρο είχε λάβει ακόμη για την εφαρμογή της.
8. Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τη μη θέσπιση των αναγκαίων για την εφαρμογή της οδηγίας διατάξεων του εσωτερικού δικαίου. εριορίστηκε να επιβεβαιώσει ότι οι διαδικασίες για τη μεταφορά της οδηγίας ήταν υπό εξέλιξη και ότι προβλεπόταν να καταλήξουν στην οριστική θέσπιση των νομοθετικών διατάξεων που περιγράφονταν ήδη στο έγγραφο της 8ης Ιουνίου 1999 , καθώς και στη θέσπιση σειράς πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, η Γαλλική Κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να περατωθεί η μεταφορά της οδηγίας μέχρι τον Ιούνιο του 2000.
Στο ίδιο υπόμνημα, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 της οδηγίας προθεσμία των εννέα μηνών για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών ήταν ιδιαίτερα σύντομη, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι, όπως προβλέπεται στο άρθρο της 7, η οδηγία καταργεί και αντικαθιστά την οδηγία του 1992 . Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η κατάσταση αυτή δεν είναι πολύ απλή από την άποψη της ασφάλειας δικαίου και καθιστά ιδιαίτερα περίπλοκη τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η εν λόγω κυβέρνηση αναγνωρίζει εντούτοις ρητώς ότι η περιορισμένη διάρκεια της ταχθείσας στα κράτη μέλη προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση κατά τη λήψη των αναγκαίων εθνικών μέτρων μεταφοράς.
Επί του υποστατού της παραβάσεως
9. Εκτιμώ ότι η προσφυγή είναι εν προκειμένω βάσιμη. Συγκεκριμένα, είναι αναμφισβήτητο ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και τη Συνθήκη ΕΚ. Όπως αναγνωρίζει η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση, η διαδικασία μεταφοράς δεν έχει ακόμη περατωθεί και, μέχρι σήμερα, η Γαλλική Δημοκρατία δεν έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία. Το γεγονός ότι η διαδικασία για τη λήψη των αναγκαίων εθνικών μέτρων μεταφοράς είναι σε εξέλιξη και ότι οι γαλλικές αρχές καταβάλλουν προσπάθειες ώστε η διαδικασία αυτή να περατωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2000 δεν μπορεί να εξαλείψει, για το παρόν ή το μέλλον, την παράβαση. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει πράγματι σαφώς ότι «[...] η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη» .
10. Αξίζει να προσθέσω ότι η παράβαση της Γαλλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί λόγω της υποτιθέμενης βραχείας προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας για τη μεταφορά της στην έννομη τάξη των κρατών μελών. Και εν προκειμένω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει πράγματι σαφώς ότι «[...] οι κυβερνήσεις των κρατών μελών συμμετέχουν στις προπαρασκευαστικές εργασίες των οδηγιών και οφείλουν συνεπώς να είναι σε θέση να εκπονήσουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας τις αναγκαίες για την εφαρμογή τους νομοθετικές διατάξεις [...]» .
Επί των δικαστικών εξόδων
11. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα, προτείνω, η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ρόταση
12. Βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
«1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy