Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως των Associaçãο dos Refinadores de Açúcar Portugueses (ARAP), Alcântara Refinarias - Açúcares SA et RAR - Refinarias de Açúcar Reunidas SA (στο εξής: από κοινού ARAP κ.λπ.). Ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 17ης Ιουνίου 1999 . Οι άλλοι διάδικοι είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - προσφεύγουσα πρωτοδίκως - καθώς και η ορτογαλική Δημοκρατία και η DAI - Sociedade de Desenvolvimento Agro-industrial SA, παρεμβαίνουσες υπέρ της Επιτροπής. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης με το υπόμνημά της απαντήσεως να αναιρεθεί - εν μέρει - η εν λόγω απόφαση.
2. Η υπόθεση αυτή αφορά τη χορήγηση επενδυτικής ενισχύσεως εκ μέρους της ορτογαλίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την κατασκευή εργοστασίου επεξεργασίας ζάχαρης στην Corruche, στην κοιλάδα του Τάγου και του Sorraia. ρόκειται για τη σωρευτική εφαρμογή τριών εθνικών ρυθμίσεων παροχής ενισχύσεως και μιας - σημαντικής - κοινοτικής συνδρομής βάσει της πολιτικής για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Κάθε ένα από τα εθνικά μέτρα θεωρείται ότι εκ πρώτης όψεως πληροί τις προϋποθέσεις που έθεσε η Επιτροπή για την εφαρμογή των ρυθμίσεων στις οποίες στηρίζονται. Η κοινοτική συνδρομή ανταποκρίνεται επίσης στις προϋποθέσεις της εν προκειμένω εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας.
Το ερώτημα που καταρχήν τίθεται εν προκειμένω είναι αν η σωρευτική εφαρμογή των διαφόρων μέτρων ενισχύσεων - ανέρχονται συνολικώς σε πλέον του 75 % των επενδύσεων που λαμβάνονται υπόψη για την ενίσχυση - απαιτεί ειδική και ρητώς αιτιολογημένη κρίση εκ μέρους της Επιτροπής, ως προς τις συνέπειές τους για τις συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά ζάχαρης.
Ι - Το οικονομικό και νομικό πλαίσιο
A - Το οικονομικό πλαίσιο
3. Η παγκόσμια αγορά ζάχαρης χαρακτηρίζεται από ικανότητα παραγωγής υπερβαίνουσα τη ζήτηση. Στη δεκαετία 1989-1990 έως 1999/2000, τα αποθέματα διπλασιάστηκαν από 31 εκατομμύρια τόνων έως κατ' εκτίμηση ποσότητα 62 εκατομμυρίων τόνων. Η παγκόσμια παραγωγή ζάχαρης το 1999/2000 ανερχόταν σε περίπου 135 εκατομμύρια τόνων και η κατανάλωση σε περίπου 127 εκατομμύρια τόνων. Εν προκειμένω, πρέπει να τονισθεί ότι η σχέση παραγωγής - καταναλώσεως στην παγκόσμια αγορά υπόκειται σε έντονες συγκυριακές διακυμάνσεις.
4. Στην Κοινότητα, επίσης, η παραγωγή υπερβαίνει αισθητά τη ζήτηση. Το 1998/1999, παρήχθησαν εντός της Κοινότητας 18,1 εκατομμύρια τόνοι ζάχαρης, από τους οποίους 14,2 εκατομμύρια εντός της ποσοστώσεως παραγωγής, 2,2 εκατομμύρια εκτός αυτής και 1,7 εκατομμύρια μεταποιημένης ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο προτιμησιακών εισαγωγών. Το ίδιο έτος, η κατανάλωση ανήλθε σε 12,7 εκατομμύρια τόνων. Το απομένον πλεόνασμα δεν είχε εντούτοις καμία επίδραση στις τιμές εντός της Κοινότητας χάρη στον μηχανισμό τηρήσεως τιμών και το εκτελεστικό πρόγραμμα της εκτιθέμενης κατωτέρω της οργανώσεως αγοράς.
5. Η κοινή οργάνωση αγοράς προσπορίζει στους καλλιεργητές ζαχαρότευτλων καλή απόδοση ανά εκτάριο που προφανώς είναι μεγαλύτερη απ' αυτήν άλλων καλλιεργειών. Σταθεροποιεί το επίπεδο τιμών και διασφαλίζει τον εφοδιασμό με ζάχαρη. Τα χαρακτηριστικά αυτά καθιστούν εξαιρετικά ελκυστική - τόσο για τους καλλιεργητές ζαχαρότευτλων όσο και για τους παραγωγούς ζάχαρης - την παραγωγή ζάχαρης στο πλαίσιο της χορηγούμενης ποσοστώσεως.
6. Οι παραγωγοί ζάχαρης μπορούν να αγοράζουν το βασικό προϊόν τους (ζαχαρότευτλα) σε σταθερή τιμή και να πωλούν το τελικό τους προϊόν εντός της χορηγηθείσας ποσοστώσεως (άσπρη ζάχαρη) σε εγγυημένη τιμή. Εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η βιομηχανία ζάχαρης παρουσιάζει έντονο συγκεντρωτισμό. Σε δέκα από τα δεκατέσσερα κράτη μέλη παραγωγής ζάχαρης το σύνολο της εθνικής ποσοστώσεως βρίσκεται στα χέρια μόλις μιας ή δύο επιχειρήσεων, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό παραμένουν στις εγχώριες αγορές. Χάρη στις ποσοστώσεις, το σύστημα τιμών και ένα ήπιο κλίμα ανταγωνισμού, οι παραγωγοί έχουν εξασφαλισμένη σταθερότητα και εγγυημένο εισόδημα .
7. Η εγχώρια ζήτηση ζάχαρης στην ορτογαλία ανέρχεται σε περίπου 300 000 τόνους. Τη ζήτηση αυτή κάλυπταν πλήρως από την προσχώρηση της ορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες οι Alcântara Refinarias - Açúcares SA και η RAR - Refinarias de Açúcar Reunidas SA. Οι επιχειρήσεις αυτές μεταποιούν εισαγόμενη από τρίτες χώρες ακατέργαστη ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο σε λευκή ζάχαρη. Μόνο στις Açores παράγεται μια μικρή ποσότητα (περίπου 10 000 τόνων) ζάχαρης από τεύτλα.
B - Το νομικό πλαίσιο
8. Το νομικό πλαίσιο στην παρούσα υπόθεση συνίσταται κυρίως σε τρεις κατηγορίες κοινοτικών ρυθμίσεων:
α) η ρύθμιση που αφορά την προσχώρηση της ορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και η αφορώσα την κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης·
β) η ρύθμιση που αφορά κρατικές ενισχύσεις, γενικώς, και, ειδικότερα, τον τομέα παραγωγής ζάχαρης·
γ) η ρύθμιση που αφορά κοινοτικές ενισχύσεις από το τμήμα ροσανατολισμού του ΕΓΤΕ.
1. Η προσχώρηση της ορτογαλίας και η κοινή οργάνωση αγοράς ζάχαρης
9. Κατά την προσχώρηση της ορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες το 1986, η κοινή οργάνωση αγοράς ζάχαρης ρυθμιζόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης . Η οργάνωση αυτή αγοράς έχει τα ακόλουθα βασικά χαρακτηριστικά:
α) μια ρύθμιση ποσοστώσεως παραγωγής που ισχύει για το τελικό προϊόν (λευκή ζάχαρη) αντί για τα γεωργικά προϊόντα αναφοράς (ζαχαρότευτλα και ζάχαρη από ζαχαροκάλαμα). Η σημαντικότερη ποσόστωση είναι η αποκαλούμενη ποσόστωση A. αράλληλα υφίσταται μια ποσόστωση B, για την οποία ισχύει η κατώτερη τιμή αναφοράς. Το Συμβούλιο καθορίζει την ποσόστωση κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής για χρονικό διάστημα πέντε έως επτά ετών·
β) ένα σύστημα τιμών όπου το Συμβούλιο καθορίζει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, κάθε χρόνο την τιμή των ζαχαρότευτλων και μια τιμή παρεμβάσεως για την άσπρη ζάχαρη·
γ) ένα πρόγραμμα εξαγωγών που προβλέπει ότι οι ποσοστώσεις και η μεταποιημένη προτιμησιακή ζάχαρη από ζαχαροκάλαμα, που δεν πωλούνται στην αγορά της ΕΕ, εξάγονται με επιστροφές λόγω εξαγωγών. Ως προς το πρόγραμμα αυτό, η Επιτροπή καθορίζει κάθε εβδομάδα τα ποσά των επιστροφών βάσει των προσφορών των εμπόρων ζάχαρης·
δ) ένα πρόγραμμα εισαγωγών ζάχαρης από ζαχαροκάλαμα με προτιμησιακές τιμές·
ε) εισφορές παραγωγής για την αντιστάθμιση των δαπανών των επιστροφών λόγω εξαγωγής στη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης (μειωμένες κατά ποσό ίσο προς την προτιμησιακή εισαγωγή ζάχαρης) και εισφορές αποθεματοποιήσεως για την απόδοση των ποσών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις που αποθεματοποιούν ζάχαρη.
10. Κατά τις διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση, η ορτογαλία, η οποία ουσιαστικά εξηρτάτο, ως προς τον εφοδιασμό της, πλήρως από την εισαγόμενη ακατέργαστη ζάχαρη από ζαχαροκάλαμα, ζήτησε επίμονα να της χορηγηθεί ποσόστωση παραγωγής ζάχαρης ζαχαρότευτλων προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να επωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα που παρείχε η κοινή οργάνωση αγοράς ζάχαρης. Κατά το άρθρο 26 και το παράρτημα Ι, κεφάλαιο XIV, στοιχείο γ_, τη πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών (στο εξής: πράξη προσχωρήσεως), χορηγήθηκε στην ορτογαλία ποσόστωση 70 000 τόνων ζάχαρης ζαχαρότευτλων . Από την ποσόστωση αυτή 10 000 τόνοι προορίζονταν για τις Αζόρες και 60 000 τόνοι για την ηπειρωτική περιοχή της ορτογαλίας. Οι σχετικές διατάξεις της ράξεως ροσχωρήσεως συνεπάγονταν τροποποίηση του κανονισμού 1785/81. Μια από τις συνέπειες αυτής της αποφάσεως στην ράξη ροσχωρήσεως ήταν ότι το ήδη υφιστάμενο το 1986 πλεόνασμα παραγωγής ζάχαρης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο.
11. Όπως προκύπτει από την ράξη ροσχωρήσεως, η ποσόστωση των 60 000 τόνων για το ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας προοριζόταν για εγκατεστημένες σ' αυτό επιχειρήσεις προκειμένου να αρχίσουν την παραγωγή ζάχαρης. Με τον κανονισμό (ΕΚ) 1599/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης , η ποσόστωση αυτή αυξήθηκε από 60 000 τόνους σε 70 000 τόνους.
12. Η χορηγηθείσα με την ράξη ροσχωρήσεως στην ορτογαλία ποσόστωση ζάχαρης παρέμεινε επί αρκετό χρονικό διάστημα αχρησιμοποίητη λόγω της ελλείψεως ικανότητας μεταποιήσεως στη χώρα αυτή. Τα ζαχαρότευτλα δεν μπορούν να μεταφέρονται σε μεγάλη απόσταση. Για τον λόγο αυτό, τα εργοστάσια παραγωγής ζάχαρης από τεύτλα πρέπει κατά προτίμηση να βρίσκονται εντός ή εγγύς των περιοχών παραγωγής. Από τη δικογραφία μπορεί να συναχθεί ότι οι προσπάθειες των πορτογαλικών αρχών για να ενθαρρυνθούν οι δύο εγκατεστημένες στη ορτογαλία μονάδες μεταποιήσεως ζάχαρης, για να κατασκευάσουν ένα εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης από τεύτλα, παρέμειναν τελικά χωρίς αποτέλεσμα.
2. Κρατική ενίσχυση και ο τομέας παραγωγής ζάχαρης
13. Κατά το άρθρο 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 36 ΕΚ), οι γενικοί κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο. Κατά το άρθρο 44 του κανονισμού 1785/81, τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 87 έως 89 ΕΚ), εφαρμόζονται στην παραγωγή και το εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, μεταξύ των οποίων της ζάχαρης και των ζαχαρότευτλων.
14. Η διάταξη αυτή διατυπώνεται αναλυτικότερα στο άρθρο 46 του κανονισμού. Κατά το άρθρο αυτό, η Ιταλία και η Γαλλία εξουσιοδοτούνται να χορηγούν ενισχύσεις προσαρμογής στον τομέα της ζάχαρης υπό επακριβώς οριζόμενες προϋποθέσεις. Η χορήγηση ενισχύσεως για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στην ορτογαλία δεν αναφέρεται σ' αυτό το άρθρο.
15. Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων σχετικά με επενδύσεις στον τομέα της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων της 2ας Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: νομοθετικό πλαίσιο) , αποκλείεται οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση για επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης, με εξαίρεση, μεταξύ άλλων, επενδύσεις για τη χρησιμοποίηση της χορηγηθείσας στην ορτογαλία βάσει της ράξεως ροσχωρήσεως ποσοστώσεως ζάχαρης. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο αντιστοιχεί προς την παρατιθέμενη κατωτέρω, στα σημεία 21 έως 24, απόφαση 94/173/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1994, για την κατάρτιση κριτηρίων επιλογής που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τις επενδύσεις όσον αφορά τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και προϊόντων δασοκομίας και για την κατάργηση της απόφασης 90/342/ΕΟΚ .
16. Με κοινοποιηθείσα στην ορτογαλική Κυβέρνηση απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 , η Επιτροπή ενέκρινε το νομοθετικό διάταγμα 95/90 περί τροποποιήσεως του «Estatuto dos Beneficios Fiscais» (καθεστώς φοροαπαλλαγών). Το νομοθετικό αυτό διάταγμα προβλέπει ειδικές φοροαπαλλαγές, που περιορίζονται σε χρονικό διάστημα δέκα ετών, υπέρ των εταιριών που πραγματοποιούν επενδύσεις άνω των 10 εκατομμυρίων πορτογαλικών εσκούδων (PTE). Η ενίσχυση μπορεί να φθάσει το καθαρό 10 % των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το 20 %.
17. Η Επιτροπή εξάρτησε την έγκρισή της από την προϋπόθεση ότι οι ατομικές ενισχύσεις τηρούν «τις κανονιστικές ρυθμίσεις και τα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου που αφορούν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας, της γεωργίας και της αλιείας». Επιπλέον, η ορτογαλική Κυβέρνηση οφείλει, σύμφωνα με την απόφαση περί εγκρίσεως, να κοινοποιεί όλα τα σχέδια που τυγχάνουν απαλλαγής μεταξύ 10 και 20 %, καθώς και όλα τα σχέδια που εμπίπτουν σε ευαίσθητους τομείς.
18. Με κοινοποιηθείσα στην ορτογαλική Κυβέρνηση στις 30 Μα_ου 1996 απόφαση, η Επιτροπή ενέκρινε την παράταση του καθεστώτος φοροαπαλλαγών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις μέχρι το 1999. άντως, δεν αναφέρεται πλέον η υποχρέωση κοινοποιήσεως των σχεδίων που εμπίπτουν σε ευαίσθητους τομείς.
3. Η ρύθμιση που αφορά κοινοτικές ενισχύσεις από το τμήμα ροσανατολισμού του ΕΓΤΕ
19. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων , περιγράφει του στόχους και την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων. Στην παρούσα υπόθεση σημασία έχουν ιδίως:
«[...]
1) προώθηση της ανάπτυξης και διαρθρωτικής προσαρμογής των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών (στο εξής: στόχος αριθ. 1)·
[...]
5) με την προοπτική της αναμόρφωση της κοινής γεωργικής πολιτικής·
α) επιτάχυνση της προσαρμογής των γεωργικών διαρθρώσεων και,
β) προώθηση της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών (στο εξής: στόχοι αριθ. 5α) και αριθ. 5β).»
Σύμφωνα με το παράρτημα αυτό του κανονισμού, η ορτογαλία θεωρείται στο σύνολό της ως περιφέρεια που εμπίπτει στον στόχο 1.
20. Στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2052/88, περιγράφεται λεπτομερέστερα η αποστολή του ΕΓΤΕ - τμήμα ροσανατολισμού. Μια από τις πτυχές αυτής της αποστολής περιλαμβάνει την ενίσχυση και την αναδιοργάνωση των γεωργικών διαρθρώσεων, «συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας και της μεταποιήσεως των γεωργικών προϊόντων» [άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α_]. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού, «Οι ειδικές διατάξεις όσον αφορά τη δράση κάθε διαρθρωτικού ταμείου, καθορίζονται από τις εκτελεστικές αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 130 Ε της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 162 ΕΚ) [...]». Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, «Οι ενέργειες που αποτελούν αντικείμενο χρηματοδότησης από τα διαρθρωτικά ταμεία, από την ΕΤΕ ή από άλλο υφιστάμενο χρηματοδοτικό όργανο πρέπει να συμφωνούν με τις διατάξεις των συνθηκών και των πράξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτών, καθώς και με τις κοινοτικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού, τη ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και την προστασία του περιβάλλοντος.»
21. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4256/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα ροσανατολισμού , καθορίζει τα κριτήρια τα οποία πρέπει να τηρεί το ΕΓΤΕ κατά τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στους στόχους 1 και 5, στοιχεία α_, και β_, του κανονισμού 2052/88. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 4256/88, το Συμβούλιο πρέπει να καθορίσει τον τρόπο και τις προϋποθέσεις της συμβολής του ΕΓΤΕ στα μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών εμπορίας και μεταποιήσεως, μεταξύ άλλων, γεωργικών προϊόντων.
Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2085/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 . Στον τελευταίο αυτόν κανονισμό ορίζονται λεπτομερέστερα τα κριτήρια χρηματοδοτήσεως για τις δράσεις του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, κυρίως ενόψει της αναθεωρήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής που πραγματοποιήθηκε το 1992.
22. Βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 4256/88, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 866/90, της 29ης Μαρτίου 1990, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων . Στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού περιγράφονται κριτήρια κατά τα οποία το ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, μπορεί να συμμετέχει στη χρηματοδότηση επενδύσεων για να ευνοηθεί η βελτίωση και ορθολογική οργάνωση της επεξεργασίας, της μεταποιήσεως και της εμπορίας γεωργικών προϊόντων. Οι επενδύσεις αυτές πρέπει κατά την εν λόγω διάταξη να:
«α) συμβάλλουν στον προσανατολισμό της παραγωγής ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης που επικρατεί στις αγορές ή οδηγούν στη δημιουργία νέων δυνατοτήτων διάθεσης για τη γεωργική παραγωγή, ιδίως με την παραγωγή νέων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που προέρχονται από την καλούμενη βιολογική γεωργία·
β) οδηγούν σε μείωση της χρησιμοποίησης των μηχανισμών παρέμβασης των κοινών οργανώσεων αγοράς εφόσον ανταποκρίνονται στην ανάγκη βελτίωσης και διαρθρώσεων μακροπρόθεσμα·
γ) πραγματοποιούνται σε περιφέρειες που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες δυσκολίες προσαρμογής στις οικονομικές επιπτώσεις λόγω των εξελίξεων της κατάστασης που επικρατεί στις αγορές ή ωφελούν τις εν λόγω περιφέρειες·
δ) συμβάλλουν στη βελτίωση ή στην ορθολογική οργάνωση των δικτύων εμπορίας ή της διαδικασίας μεταποίησης των προϊόντων της γεωργίας·
ε) συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας, της παρουσίασης και της συσκευασίας των προϊόντων ή συμβάλλουν στην καλύτερη χρήση των υποπροϊόντων, ιδίως μέσω της ανακύκλωσης των καταλοίπων.»
23. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 866/90, η Επιτροπή πρέπει να καθορίσει λεπτομερέστερα κριτήρια για την επιλογή των επενδύσεων που τυγχάνουν της κοινοτικής χρηματοδότησης (στο εξής: κριτήρια επιλογής). Βάσει των κριτηρίων επιλογής, καθορίζονται προτεραιότητες και υποδεικνύονται οι επενδύσεις που δεν μπορούν να τύχουν κοινοτικής χρηματοδοτήσεως (άρθρο 8, παράγραφος 1, τελευταία φράση). Τα κριτήρια επιλογής, περαιτέρω, καθορίζονται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις των κοινοτικών πολιτικών και ιδίως της κοινής γεωργικής πολιτικής (άρθρο 8, παράγραφος 2). Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/173/ΕΚ, της 22ας Μαρτίου 1994, για την κατάρτιση κριτηρίων επιλογής που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τις επενδύσεις όσον αφορά τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και προϊόντων δασοκομίας και για την κατάργηση της απόφασης 90/342/ΕΟΚ .
24. Σύμφωνα με το προοίμιο της αποφάσεως 94/173, τα κριτήρια επιλογής εκφράζουν τις κατευθύνσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής (έβδομη αιτιολογική σκέψη) και στην εφαρμογή τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ειδικές ανάγκες, δεόντως δικαιολογημένες, ορισμένης τοπικής παραγωγής (πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
Το παράρτημα της απόφασης αυτής αποκλείει όλες τις επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης με εξαίρεση αυτές που αφορούν:
«- [...]
- τη χρησιμοποίηση της ποσόστωσης που προβλέπεται από την πράξη προσχώρησης της ορτογαλίας (60 000 τόνοι ζάχαρης για το ηπειρωτικό τμήμα της χώρας).»
25. Σύμφωνα με το παρατεθέν στο σημείο 15 νομοθετικό πλαίσιο, η Επιτροπή, κατά την εφαρμογή των άρθρων 87 ΕΚ έως 89 ΕΚ, εφαρμόζει αναλογικά τους κατά τομείς περιορισμούς που αφορούν την εκ μέρους της Κοινότητας συγχρηματοδότηση επενδύσεων του είδους αυτού. Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο, αποκλείεται οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση για επενδύσεις που αναφέρονται στο σημείο 1.2 του παραρτήματος της αποφάσεως 94/173, ή στο σημείο 2 του παραρτήματος αυτού, εκτός αν πληρούνται οι συναφώς αναφερόμενες ιδιαίτερες προϋποθέσεις.
26. Από την επισκόπηση αυτή του κανονιστικού συστήματος που διέπει την παρέμβαση του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Οι κανόνες συναρτώνται γενικώς στενά με τις κατευθύνσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής.
- Ειδικά ως προς τον τομέα της ζάχαρης βρίσκονται σε ορισμένη αντιστοιχία προς την ήδη επισημανθείσα ανωτέρω περιοριστική ρύθμιση για κρατικές ενισχύσεις στην κοινή οργάνωση αγοράς της ζάχαρης. Η περιοριστική αυτή ρύθμιση αντανακλάται συγχρόνως στο νομοθετικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων σχετικά με επενδύσεις στον τομέα της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων.
- Ειδικότερα, για την ιδιαίτερη κατάσταση της ορτογαλίας, οι ρυθμίσεις για την κοινοτική συγχρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, συμπίπτουν ως επί το πλείστον με τις ρυθμίσεις για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ζάχαρης. Αυτό δεν συμβαίνει ως προς τη ρύθμιση που αφορά την κοινή οργάνωση αγοράς της ζάχαρης. Με τη ρύθμιση αυτή δεν αναγνωρίζεται στην ορτογαλία καμιά ιδιαίτερη κατάσταση όσον αφορά κρατικές ενισχύσεις.
4. Εθνικά μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή των κανονισμών 2052/88 και 866/90: λειτουργικά προγράμματα, προγράμματα και εκτελεστικές ρυθμίσεις
27. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή προγράμματα περιφερειακής αναπτύξεως. Τα προγράμματα αυτά πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχουν περιγραφή των βασικών αξόνων που έχουν επιλεγεί για την περιφερειακή ανάπτυξη και των αντίστοιχων ενεργειών καθώς και ενδείξεις ως προς τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των συνδρομών των διαρθρωτικών ταμείων, της ΕΤΕ και των άλλων χρηματοδοτικών μέσων για την υλοποίηση των σχεδίων.
28. Στις 9 Ιουλίου 1993, οι πορτογαλικές αρχές υπέβαλαν το πρόγραμμά τους περιφερειακής αναπτύξεως. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή καθόρισε το κοινοτικό πλαίσιο διαρθρωτικής αρωγής προς την ορτογαλία για το χρονικό διάστημα 1994 έως 1999, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του παρατεθέντος κανονισμού. Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1994 , το κοινοτικό αυτό πλαίσιο περιελάμβανε επίσης τις προτεραιότητες αναπτύξεως και τον γεωργικό τομέα.
29. Το απαιτούμενο για τη συγκεκριμένη διαρθρωτική παρέμβαση λειτουργικό πρόγραμμα ως προς την ορτογαλία εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 4 Μαρτίου 1994. Το σκέλος αυτό του λειτουργικού προγράμματος που αφορά τη γεωργία προβλέπει ρητώς τη δημιουργία εργοστασίου για τη μεταποίηση ζαχαρότευτλων προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η χορηγηθείσα στην ορτογαλία ποσόστωση ζάχαρης.
30. Οι πορτογαλικές αρχές υπέβαλαν στη συνέχεια, στις 2 Μα_ου 1994, στην Επιτροπή ένα επιπλέον ειδικό εκτελεστικό πρόγραμμα για τη διαρθρωτική βελτίωση της μεταποιήσεως και της εμπορίας γεωργικών και δασικών προϊόντων. Στο πρόγραμμα αυτό αναφέρεται ρητώς η κατασκευή εργοστασίου για τη μεταποίηση ζαχαρότευτλων. Το λειτουργικό πρόγραμμα και το ως άνω εκτελεστικό πρόγραμμα συνιστούν από κοινού το προβλεπόμενο από το άρθρο 2 του κανονισμού 866/90 τομεακό σχέδιο.
31. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 866/90, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη «λαμβάνουν την υποχρέωση να συμβάλλουν στη χρηματοδότηση των επενδύσεων που εκδίδονται από την Επιτροπή για τις παρεμβάσεις του ΕΓΤΕ, με ποσοστό τουλάχιστον 5 % των επιλέξιμων δαπανών». Στις 25 Σεπτεμβρίου 1995, οι πορτογαλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τα μέτρα τους για την εκτέλεση, μεταξύ άλλων, της διατάξεως. Αναφέρθηκαν συναφώς στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ). Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά θα αποτελούσαν το νομοθετικό έρεισμα για τις εθνικές εισφορές υπέρ των επενδυτικών σχεδίων θα μπορούσαν να τύχουν συγχρηματοδοτήσεως από την Κοινότητα - εν προκειμένω το τμήμα ροσανατολισμού του ΕΓΤΕ - και επομένως δεν αποτελούσαν αυτοτελές έρεισμα για κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν περιείχαν στοιχεία κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 87 και 88 ΕΚ). Ενημέρωσε συναφώς τις πορτογαλικές αρχές.
32. Οι πορτογαλικές αρχές, προκειμένου να μπορέσουν να παράσχουν και εθνική συνδρομή σε επενδυτικό σχέδιο για τη μεταποίηση ζαχαρότευτλων, αποφάσισαν να προσαρμόσουν το νομοθετικό έρεισμα σ' αυτές τις συνδρομές. Στη συνέχεια, κοινοποίησαν την τροποποίηση αυτή στην Επιτροπή. Η Επιτροπή, σε αντιστοιχία προς την προηγούμενη απόφασή της, που περιέχεται στο έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 1995, αποφάσισε ότι και το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1996, ενημέρωσε τις πορτογαλικές αρχές για την απόφασή της της 20ής Δεκεμβρίου 1995.
33. Από τα εν λόγω προγράμματα, λειτουργικά προγράμματα και από τις άλλες διατάξεις που θέσπισαν οι πορτογαλικές αρχές και η Επιτροπή, για την εφαρμογή των διατάξεων των κανονισμών 2052/88 και 866/90, μπορεί να συναχθεί ότι η επένδυση στην ανέγερση εργοστασίου για τη μεταποίηση ζαχαρότευτλων τυγχάνει προδήλως προτεραιότητας. Κατ' αυτόν τον τρόπο δόθηκε στην ορτογαλία η ευχέρεια να χρησιμοποιήσει την ποσόστωση ζάχαρης που της χορηγήθηκε κατά την προσχώρηση. Στο σχέδιο αυτό αποδίδεται προδήλως μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών της ορτογαλίας.
5. Το σχέδιο επενδύσεως
34. Όταν οι διαπραγματεύσεις με την Alcântara Refinarias - Açúcares SA και τη RAR - Refinarias de Açúcar Reunidas SA, για τη δημιουργία εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης από τεύτλα, κατέληξαν σε αποτυχία, η ορτογαλική Κυβέρνηση άρχισε συνομιλίες με άλλον ενδεχόμενο υποψήφιο, την DAI - Sociedade de Desenvolvimento Agro-industrial SA (στο εξής: DAI).
35. ροκειμένου να χορηγηθεί χρηματοδοτική ενίσχυση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο εριφερειακής Αναπτύξεως (στο εξής: ΕΤΑ) και δεδομένου ότι η επένδυση θα υπερέβαινε τα 15 εκατομμύρια ECU, τα αρχικά προγράμματα κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή. Στο έγγραφο κοινοποιήσεως, οι συνολικές δαπάνες των σχεδιαζόμενων επενδύσεων εκτιμήθηκαν σε 16 125 000 000 PTE (περίπου 81 740 000 ευρώ). Οι δαπάνες που θα καλύπτονταν από τη χορήγηση ενισχύσεως θα ανέρχονταν σε 12 752 900 000 PTE (περίπου 64 643 000 ευρώ). Οι πορτογαλικές αρχές πρότειναν να χορηγηθούν για την επένδυση αυτή συνολικώς 9 560 290 000 PTE (περίπου 48 461 000 ευρώ) ως χρηματοδοτική ενίσχυση, εν μέρει από κοινοτικές και εν μέρει από εθνικές πηγές.
36. Η ορτογαλική Κυβέρνηση μετέβαλε στη συνέχεια το αίτημά της για κοινοτική συγχρηματοδότηση από το ΕΤΑ σε αίτημα συγχρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΕ. Αυτό είχε επίσης συνέπειες για τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις βάσει των οποίων θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν οι εθνικές συνεισφορές στη σκοπούμενη επένδυση. Για τον λόγο αυτό, η ορτογαλική Κυβέρνηση τροποποίησε τις νομοθετικές διατάξεις που είχε ανακοινώσει στην Επιτροπή για την, μεταξύ άλλων, εφαρμογή του κανονισμού 866/90, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να υπαχθούν σ' αυτές και ενισχύσεις για επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης . Συμπληρωματική χρηματοδοτική ενίσχυση θα χορηγούνταν, όπως πρότειναν οι πορτογαλικές αρχές, βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 .
37. Τον Δεκέμβριο του 1995, οι πορτογαλικές αρχές αποφάσισαν να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τη σχεδιαζόμενη ενίσχυση προς την DAI, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ.
38. Επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των πορτογαλικών αρχών, κατόπιν της κοινοποιήσεως αυτής, είχαν ως συνέπεια την ακόλουθη διατύπωση του σχεδίου και της κρατικής ενισχύσεως που θα χορηγούνταν γι' αυτό.
Ι. Επενδύσεις
- Συνολικές επενδύσεις 16 125 000 000 PTE
- Επενδύσεις 12 752 900 000 PTE (79,09 % των επιδεκτικές ενισχύσεως συνολικών επενδύσεων)
ΙΙ. Ενίσχυση
ηγές οσά οσοστό
1. Ενίσχυση εμπίπτουσα
στον κανονισμό 866/90
α) Κοινότητα 6 375 065 000 PTE 49,97 %
β) Εθνική 1 912 935 000 PTE 15,00 %
Σύνολο ως προς το σημείο (1) 8 285 000 000 PTE 64,97 %
2. Δημοσιονομική ενίσχυση 1 275 290 000 PTE 10,00 %
(νομοθετικό διάταγμα 95/90)
Σύνολο (1 και 2) 9 560 290 000 PTE 74,97 %
3. Επαγγελματική κατάρτιση 380 000 000 PTE 2,98 %
Σύνολο 9 940 290 000 PTE 77,95 %
ΙΙ - Η απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996
39. Στην απόφασή της της 11ης Ιανουαρίου 1996 η Επιτροπή εξετάζει:
- την ενίσχυση, υπό τη μορφή φοροαπαλλαγής, βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 ύψους 1 275 290 000 PTE·
- την ενίσχυση για την επαγγελματική κατάρτιση του προσωπικού του υπό ανέγερση εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης, ύψους 380 000 000 PTE·
- την ενίσχυση που απαιτείται κατά τον κανονισμό 866/90 ως εθνική συμβολή στα σχέδια που μπορούν να τύχουν κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, ύψους 1 912 335 000 PTE.
40. Ως προς την ενίσχυση βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν υπερέβαινε το όριο του 10 % και ότι βρισκόταν σε αντιστοιχία προς τους εφαρμοστέους κοινοτικούς κανόνες στον τομέα της γεωργίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η εφαρμογή της επίδικης ευχέρειας φοροαπαλλαγής δεν εξαιρούνται με την απόφαση 94/173, στην οποία περιέχονται τα κριτήρια επιλογής των επενδύσεων που μπορούν να τύχουν συγχρηματοδοτήσεως από το τμήμα προσανατολισμού ΕΓΤΕ. Δεδομένου ότι οι εθνικές διατάξεις στον τομέα αυτό συνάδουν προς τις επιλογές στις οποίες προέβη η Επιτροπή για τη χορήγηση κοινοτικών ενισχύσεων σε επενδύσεις για τη βελτίωση της μεταποιήσεως και της εμπορίας γεωργικών προϊόντων, η Επιτροπή κατέληξε, από την εξέταση αυτή, στο συμπέρασμα ότι η παρούσα ενίσχυση είναι θεμιτή.
41. Ως προς την επαγγελματική κατάρτιση, η Επιτροπή αρκείται στο συμπέρασμα ότι μέτρα αυτού του είδους επιτρέπονται μέχρι το 100 % των σχετικών δαπανών. Δεδομένου ότι εν προκειμένω η ενίσχυση δεν υπερέβαινε το 68 % των δαπανών, η Επιτροπή τη θεώρησε θεμιτή.
42. Ως προς την ενίσχυση που είχε την έννοια εθνικής συμβολής στην κοινοτική χορήγηση ενισχύσεως βάσει του κανονισμού 866/90, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτήν. Η Επιτροπή θα εξέταζε την ενίσχυση αυτή και ως εθνική συγχρηματοδότηση βάσει των διατάξεων του κανονισμού αυτού.
43. Με έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1996, η Επιτροπή πληροφόρησε την ARAP κ.λπ. για την απόφασή της της 11ης Ιανουαρίου 1996 να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά των πορτογαλικών κανόνων ενισχύσεως βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ.
ΙΙΙ - Διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
A - Η διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
44. Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 29 Μα_ου 1996, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-82/96.
45. Στις 8 και 18 Νοεμβρίου 1996, η ορτογαλική Δημοκρατία και η DAI ζήτησαν γραπτώς να τους επιτραπεί η παρέμβαση υπέρ της καθής Επιτροπής. Με απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, αμφότερα τα αιτήματα έγιναν δεκτά.
46. Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το ρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την προσφυγή και καταδίκασε τις προσφεύγουσες στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και στα έξοδα παρεμβάσεως της Επιτροπής και της DAI.
B - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
47. Το ρωτοδικείο εξέτασε καταρχάς το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως.
48. Η προσφυγή, καθόσον αφορούσε την «απόφαση» της 19ης Μαρτίου 1996, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Το ρωτοδικείο έκρινε στις σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το απευθυνθέν στην ARAP κ.λπ. έγγραφο ήταν αμιγώς πληροφορικής φύσεως και, επομένως, δεν συνιστούσε νομική πράξη δυνάμενη να προσβληθεί υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 230 ΕΚ).
49. Η Επιτροπή προέβαλε το απαράδεκτο της προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 1996, καθόσον η προσφυγή στρεφόταν κατά τους σκέλους της αποφάσεως που αφορούσε ενίσχυση υπό τη μορφή φοροαπαλλαγών βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν κανένα συμφέρον να επιτύχουν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 1996, διότι, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, οι σχετικές φοροαπαλλαγές θα εξακολουθούσαν να υφίστανται, δεδομένου ότι οι απαλλαγές αυτές χορηγήθηκαν δυνάμει εγκριθείσας με απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 γενικής ρυθμίσεως περί ενισχύσεων, ήσαν «υφιστάμενα» μέτρα ενισχύσεως, που οι πορτογαλικές αρχές μπορούσαν ακόμη να λάβουν ανά πάσα στιγμή. Το ρωτοδικείο έκρινε συναφώς, στις σκέψεις 35 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ακύρωνε την προσβαλλομένη απόφαση, για τον λόγο ότι οι χορηγηθείσες στην DAI φοροαπαλλαγές ήσαν ασυμβίβαστες προς τους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής ή ότι η εγκριτική απόφαση θα περιείχε παρατυπίες, οι συνέπειες μιας τέτοιας κρίσεως για τις προσφεύγουσες θα μπορούσαν να ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Επομένως, θα μπορούσαν πράγματι, όπως έκρινε το ρωτοδικείο, να έχουν κάλλιστα έννομο συμφέρον. άντως, στο ζήτημα αν αυτό πράγματι συνέβαινε θα έπρεπε να δοθεί απάντηση κατόπιν εκτιμήσεως του βασίμου του υπό κρίση αιτήματος ακυρώσεως.
50. Τελικά, το ρωτοδικείο απέρριψε τον προταθέντα από την ορτογαλική Κυβέρνηση δεύτερο ισχυρισμό περί απαραδέκτου του αιτήματος, καθόσον στρεφόταν κατά του μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούσε το πορτογαλικό γενικό καθεστώς περί φοροαπαλλαγών. Κατά τον ισχυρισμό αυτό, οι προσφεύγουσες δεν είχαν κανένα άμεσο και ατομικό συμφέρον. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι, όταν η Επιτροπή αποφασίσει να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 92, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επιτύχουν την τήρηση των παρεχομένων από τη διάταξη αυτή διαδικαστικών εγγυήσεων μόνον εφόσον έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν την απόφαση αυτή ενώπιον του ρωτοδικείου. Επιπλέον, όπως και να έχει το πράγμα, οι προσφεύγουσες μπορούσαν μόνο μετά την έκδοση αυτής της αποφάσεως να κρίνουν κατά πόσο θίγονταν τα συμφέροντά τους.
51. Επί της ουσίας το ρωτοδικείο εξέτασε ένα προς ένα τους λόγους που προέβαλαν οι προσφεύγουσες κατά των τριών διαφορετικών μέτρων ενισχύσεως, ήτοι: των φοροαπαλλαγών, της ενισχύσεως επαγγελματικής καταρτίσεως και της επενδυτικής ενισχύσεως βάσει του κανονισμού 866/90.
52. Οι προσφεύγουσες προέβαλαν κατά της φοροαπαλλαγής τρεις λόγους. ρώτον, εκθέτουν, επικαλούμενες το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 241 ΕΚ), τον μη σύννομο χαρακτήρα της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1991. Δεύτερον, ισχυρίζονται ότι οι απαλλαγές αυτές συνιστούν εν πάση περιπτώσει νέα ενίσχυση, την οποία η ορτογαλική Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να κοινοποιήσει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ. Τρίτον, το μέτρο αυτό είναι αντίθετο προς την κοινή γεωργική πολιτική.
53. Κατά την Επιτροπή και τις παρεμβαίνουσες, οι προσφεύγουσες έπρεπε να είχαν ασκήσει προσφυγή κατά των φοροαπαλλαγών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι επρόκειτο για την εφαρμογή μιας - εγκριθείσας - εθνικής ενισχύσεως. Θα έπρεπε τότε, επικαλούμενες το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΚ, να ασκήσουν προσφυγή για να εμποδίσουν την εφαρμογή της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1991. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος των προσφευγουσών κατά των φοροαπαλλαγών είναι απαράδεκτος.
54. Στις σκέψεις 46 έως 50, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η ένσταση αυτή της Επιτροπής δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Εκτίμησε ότι το συμφέρον αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων των προσφευγουσών θα διασφαλιζόταν μόνον αν είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν το παράτυπο αυτής της αποφάσεως περί εγκρίσεως με ένσταση, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με την ατομική ενίσχυση. Μόνον ένα τέτοιο μέτρο τους παρείχε τη δυνατότητα να καθορίσουν με ακρίβεια σε ποιο μέτρο θίγονταν τα συμφέροντά τους.
55. Στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, οι προσφεύγουσες εξέθεσαν ότι ένα γενικό καθεστώς ενισχύσεων μπορεί να εγκριθεί μόνον όταν υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι η εφαρμογή του στον γεωργικό τομέα θα αποτελεί πάντοτε το αντικείμενο προηγούμενης κοινοποιήσεως στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ. Στις σκέψεις 55 έως 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο απέρριψε το σκέλος αυτό. Έκρινε ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι δεν διασφαλιζόταν η τήρηση των εφαρμοστέων στον τομέα της ζάχαρης κανόνων με τις προϋποθέσεις που όριζε η απόφαση περί εγκρίσεως. Επιπλέον, τα μέτρα ενισχύσεως υπέρ του τομέα της ζάχαρης μέσω της εφαρμογής ενός γενικού συστήματος φοροαπαλλαγών δεν διαφεύγει εν προκειμένω τον έλεγχο της Επιτροπής, δεδομένου ότι αυτή μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξετάσει το συμβατό ενός ατομικού μέτρου ενισχύσεως με την εγκριτική απόφαση και, ειδικότερα, με τους εφαρμοστέους κανόνες στον τομέα της ζάχαρης.
56. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, οι προσφεύγουσες προσήψαν στην Επιτροπή ότι εξέδωσε την εγκριτική απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, χωρίς να κινήσει την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού διαδικασία, η οποία είναι η μόνη που κατοχυρώνει το δικαίωμα ακροάσεως των ενδιαφερομένων. Κατά αυτόν τον τρόπο, παραμένουν απροστάτευτα τα έννομα συμφέροντα τρίτων. Το σκέλος αυτό απορρίφθηκε από το ρωτοδικείο στη σκέψη 61 έως 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι η αφορώσα την κοινοποίηση έλλειψη δημοσιότητας από το εν λόγω κράτος μέλος και η εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής ενισχύσεως βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ που συνδυάστηκε με την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να εξομοιωθούν με έλλειψη διαφάνειας, στο σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Η συνοπτική εξέταση κρατικής ενισχύσεως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής φάσεως, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, δικαιολογείται πλήρως για λόγους ταχύτητας, όταν προδήλως το κοινοποιηθέν από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μέτρο, ή το μέτρο που έχει καταγγελθεί από τρίτον, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση ή συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Η λύση αυτή, όπως εξέθεσε περαιτέρω το ρωτοδικείο, συνδυάζεται εντούτοις με επαρκείς εγγυήσεις, διότι η προστασία τρίτων διασφαλίζεται με τη δυνατότητα που τους αναγνωρίζεται να προσβάλουν ενδεχομένως την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ.
57. Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου απορρίφθηκε ομοίως από το ρωτοδικείο στις σκέψεις 66 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στο σκέλος αυτό εκτέθηκε ότι η εσωτερική διαδικασία κατά τη λήψη της αποφάσεως ήταν παράτυπη. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως περί εγκρίσεως.
58. Με τον δεύτερο λόγο τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρέλειψε τον, κατά τη γνώμη τους, υποχρεωτικό έλεγχο των ατομικών φοροαπαλλαγών προς την DAI με βάση τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ. Στις σκέψεις 72 έως 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το ρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτό. Αναφέρεται συναφώς στην απόφαση «Italgrani» , όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον ένα γενικό καθεστώς ενισχύσεων έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, τα ατομικά μέτρα εκτελέσεως δεν πρέπει να της κοινοποιούνται, εκτός αν έχουν εκφρασθεί συναφώς επιφυλάξεις στην απόφαση περί εγκρίσεως. ράγματι, η εξέταση κάθε ατομικής ενισχύσεως, σε άμεση σχέση με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ, θα επέτρεπε στην Επιτροπή να αναθεωρεί την απόφαση περί εγκρίσεως και θα αντέβαινε στις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Υπό το φως αυτής της αρχής, το ρωτοδικείο έκρινε στη συνέχεια ότι μια ατομική ενίσχυση που έχει χορηγηθεί σε εκτέλεση ενός γενικού καθεστώτος ενισχύσεων δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρείται ως μη προβλέψιμη εφαρμογή του καθεστώτος αυτού. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο έκρινε τελικά ότι η απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 δεν προβλέπει καμία υποχρέωση κοινοποιήσεως των χορηγηθεισών στον τομέα της ζάχαρης ατομικών ενισχύσεων. Επομένως, η Επιτροπή δεν δικαιούνταν να εξετάσει τις χορηγηθείσες στην DAI φοροαπαλλαγές σε άμεση σχέση προς το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ, εφόσον οι φοροαπαλλαγές αυτές πληρούσαν τις δύο εκτεθείσες προϋποθέσεις ότι δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 10 % των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων και ότι πρέπει να συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο που τυγχάνει εφαρμογής στον οικείο γεωργικό τομέα, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
59. Ο αφορών τις φοροαπαλλαγές τρίτος λόγος, ο οποίος στηρίζεται στο προβληθέν ασυμβίβαστο αυτών των απαλλαγών προς την κοινή γεωργική πολιτική, απορρίφθηκε από το ρωτοδικείο στις σκέψεις 84 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το ρωτοδικείο εκκινεί υπενθυμίζοντας ότι με την προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή μπορούσε και έπρεπε να εξετάσει μόνον την κανονικότητα των χορηγηθεισών εν προκειμένω στην DAI φοροαπαλλαγών ενόψει των προϋποθέσεων που αυτή είχε επιβάλει με την απόφασή της περί εγκρίσεως και, ειδικότερα, ενόψει των εφαρμοστέων στον τομέα της ζάχαρης κανόνων. Το ρωτοδικείο εξέτασε στη συνέχεια το αν οι φοροαπαλλαγές, που σκοπούν να διευκολύνουν την ανάπτυξη των διαφόρων οικονομικών περιοχών σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚ, συμβιβάζονται με τους στόχους που επιδιώκει η εφαρμοστέα στον τομέα παραγωγής και μεταποιήσεως της ζάχαρης κανονιστική ρύθμιση.
60. Κατόπιν αναλύσεως αυτής της ρυθμίσεως, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι φοροαπαλλαγές, που προορίζονταν να διευκολύνουν τη δημιουργία μονάδας επεξεργασίας ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στην ηπειρωτική ορτογαλία, συνάδουν με τους επιδιωκόμενους στόχους και τους θεσπισθέντες από τον κανονισμό 1785/81 κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. εραιτέρω, διαπίστωσε ότι οι απαλλαγές αυτές συνάδουν με την κοινοτική πολιτική στον τομέα κρατικών μέτρων για τη βελτίωση των γεωργικών διαρθρώσεων. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο κατέληξε ότι τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με την επιδείνωση της υπερπαραγωγής ζάχαρης στην Κοινότητα και της επιβαρύνσεως του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμβατό των ενισχύσεων υπέρ της δημιουργίας μονάδας επεξεργασίας ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στην ορτογαλία με την κοινή γεωργική πολιτική στον τομέα της ζάχαρης.
61. Τέλος, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι στη δικογραφία δεν περιλαμβάνεται καμία σοβαρή ένδειξη που να μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της μονάδας επεξεργασίας ζάχαρης από ζαχαρότευτλα, δικαιούχου της επίδικης ενισχύσεως.
62. Κατά της ενισχύσεως για την επαγγελματική κατάρτιση, οι προσφεύγουσες προέβαλαν ενώπιον του ρωτοδικείου ένα μόνο λόγο, ήτοι παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, της Συνθήκης ΕΚ. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το ρωτοδικείο στις σκέψεις 98 έως 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ευθύς εξαρχής ότι κάθε μία από τις τρεις αυτές κατηγορίες ενισχύσεων, που εξετάστηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, εμπίπτουν σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστούν χωριστά ενόψει των αντιστοίχων καθεστώτων τους και των στόχων που επιδιώκουν. Στη συνέχεια, το ρωτοδικείο υπενθύμισε την πάγια νομολογία κατά την οποία ο κοινοτικός δικαστής οφείλει, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, να περιορίζεται στο να εξετάζει μήπως η Επιτροπή υπερέβη τα σύμφυτα προς την εξουσία της εκτιμήσεως όρια αλλοιώνοντας ή εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά ή ενεργώντας κατά κατάχρηση εξουσίας ή διαδικασίας. Το ρωτοδικείο έκρινε τελικά ότι οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν κανένα σοβαρό επιχείρημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την εκ μέρους της Επιτροπής κρίση της ενισχύσεως για την επαγγελματική κατάρτιση. Η ενίσχυση αυτή σκοπεί στη διευκόλυνση της αναπτύξεως της παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στην ορτογαλία, χωρίς να παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά τρόπο ώστε να θίγεται το γενικό συμφέρον.
63. Κατά του μέρους αυτού της προσβαλλομένης αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 1996, που αναφέρεται στην ενίσχυση επενδύσεως βάσει του κανονισμού 866/90, οι προσφεύγουσες προέβαλαν δύο λόγους. Με τον πρώτο λόγο, υποστηρίζουν ότι οι κρατικές ενισχύσεις που πληρούν τις θεσπιζόμενες με τον κανονισμό αυτόν προϋποθέσεις, για να τύχουν κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, πρέπει τουλάχιστον να υπάγονται στην εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ. Με τον δεύτερο λόγο, οι προσφεύγουσες εκθέτουν ότι ο απαιτούμενος συνδυασμός της κοινοτικής παρεμβάσεως βάσει του κανονισμού 866/90 με την κοινή γεωργική πολιτική δεν επιτρέπει τη συγχρηματοδότηση της ενισχύσεως προς τον πορτογαλικό τομέα της ζάχαρης από ζαχαρότευτλα.
64. Στις σκέψεις 111 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το ρωτοδικείο απέρριψε τους λόγους αυτούς. Ο λόγος αυτός, όπως έκρινε το ρωτοδικείο, στηρίζεται κατ' ουσίαν στο «άρθρο 44 του κανονισμού 1785/81, που προβλέπει, βάσει του άρθρου 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 36 ΕΚ), ότι τα άρθρα 92 έω 94 της Συνθήκης ΕΚ εφαρμόζονται στην παραγωγή και την εμπορία των γεωργικών προϊόντων μόνο στο καθοριζόμενο από το Συμβούλιο μέτρο». Το ρωτοδικείο εκκινεί με τη διαπίστωση ότι οι διαρθρωτικές δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1785/81, αλλά σ' αυτό του κανονισμού 866/90, ο οποίος στηρίζεται στα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρα 36 και 37 ΕΚ). Από την έλλειψη διατάξεως του κανονισμού 866/90 που να προβλέπει ρητά την εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις για τη συγχρηματοδότηση της Κοινότητας βάσει του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού συνήγαγε ότι οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να εκτιμώνται στο καθαυτό πλαίσιο της κοινής δράσεως που αναλαμβάνεται κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ.
65. Το ρωτοδικείο εξέθεσε περαιτέρω ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 44 του κανονισμού 1785/81 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει κατά συγκεκριμένο τρόπο την εφαρμογή των άρθρων 92 και 94 της Συνθήκης ΕΚ σε κάθε μέτρο ενισχύσεως σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία της ζάχαρης, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, των οποίων η προτεραιότητα επί της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού κατοχυρώνεται από την ίδια τη Συνθήκη στο άρθρο 42 αυτής. Η εφαρμογή πάντως των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης στις επιλέξιμες δαπάνες για συγχρηματοδότηση από την Κοινότητα στο πλαίσιο του κανονισμού 866/90 μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία την επιδίωξη ορισμένων στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής μέσω μιας συγκεκριμένης διαρθρωτικής δράσεως που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα θεσπισθέντα στην απόφαση 94/173 κριτήρια, που καθορίζουν τις προτεραιότητες για τη συγχρηματοδότηση των επενδύσεων που εμπίπτουν στον κανονισμό αυτόν. Συναφώς, το ρωτοδικείο επισημαίνει ότι ο κανονισμός 866/90 διασφαλίζει ο ίδιος τη συνοχή των ενισχύσεων επενδύσεων, που συγχρηματοδοτούνται από την Κοινότητα και το οικείο κράτος μέλος κατ' εφαρμογήν του κανονισμού αυτού, με την κοινή γεωργική πολιτική. Το ρωτοδικείο καταλήγει ότι η εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις επενδύσεων που είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση από την Κοινότητα βάσει του κανονισμού 866/90 δεν συμβιβάζεται με την προτεραιότητα που χορηγεί η Συνθήκη στην κοινή γεωργική πολιτική έναντι της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού. Βάσει αυτών των σκέψεων, το ρωτοδικείο έκρινε ότι τέτοιου είδους ενισχύσεις δεν εξαρτώνται από την εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ.
66. Τέλος, το ρωτοδικείο, στη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισήμανε ως προς τον δεύτερο λόγο των προσφευγουσών ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται, κατ' ουσίαν, στο επιχείρημα ότι η ενίσχυση για την επίδικη επένδυση αποκλείεται από τον κανονισμό 866/90, διότι είναι ασυμβίβαστη με την κοινή γεωργική πολιτική και δεν μπορεί να στηρίζεται στην απόφαση 94/173, καθόσον η απόφαση είναι καθαυτή ασυμβίβαστη με την πολιτική αυτή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το ρωτοδικείο περιορίστηκε να υπενθυμίσει ότι οι ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί για τη χρησιμοποίηση της χορηγηθείσας στην ηπειρωτική ορτογαλία ποσόστωση δεν είναι ασυμβίβαστες με τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επομένως, ούτε ο λόγος αυτός μπορεί να γίνει δεκτός.
67. Το ρωτοδικείο κατέληξε ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της.
IV - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
68. Στις 27 Αυγούστου 1999, οι προσφεύγουσες άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου μέσω καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου.
69. Ζητούν:
- να κηρυχθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως·
- να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
- να ακυρωθεί η απευθυνθείσα στην ορτογαλική Κυβέρνηση απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996 ή να αναπεφθεί η υπόθεση στο ρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 54 του κανονισμού του Δικαστηρίου (ΕΟΚ)·
- να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
70. Η Επιτροπή ζητεί:
- να αναιρεθούν οι σκέψεις 35 έως 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και να αναγνωρισθεί ότι η πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή ήταν απαράδεκτη, καθόσον στρεφόταν κατά του τμήματος του εγγράφου της Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 1996 στο μέτρο που αυτό αφορούσε τις φοροαπαλλαγές·
- επικουρικώς, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τις σκέψεις της 35 έως 41 και 46 έως 50, επικυρουμένης κατά τα λοιπά της αποφάσεως·
- όλως επικουρικώς, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την έκφραση «in their view» που περιέχεται στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και ως προς τα λοιπά σημεία της αποφάσεως αυτής που το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο και να αποφανθεί επί των ισχυρισμών περί απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, αλλά απέρριψε το ρωτοδικείο·
και
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη και/ή προδήλως αβάσιμη, χωρίς προφορική διαδικασία και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα·
ή
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
71. Η ορτογαλική Δημοκρατία ζητεί:
- να επικυρωθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
- να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
72. Η DAI ζητεί:
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, καθόσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου, τον τέταρτο και τον έκτο λόγο·
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά·
- να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας,
ή, εναλλακτικώς,
- να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως αβάσιμη·
- να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
V - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων και η εκτίμησή τους
A - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Το οικονομικό πλαίσιο
73. Κατά την ανάλυση και την κρίση των προεκτεθέντων ισχυρισμών της ARAP κ.λπ. και της Επιτροπής πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το πλέγμα των περιστατικών που αφορούν χαρακτηρίζεται από μια πρόδηλη εσωτερική αλληλουχία.
74. Κατ' ουσίαν πρόκειται για την επένδυση σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης, που προοριζόταν για την παραγωγή ποσοστώσεως 70 000 τόνων ζάχαρης από ζαχαρότευτλα η οποία είχε χορηγηθεί στην ηπειρωτική ορτογαλία σε δύο φάσεις αντιστοίχως 60 000 τόνων (με την ράξη ροσχωρήσεως) και 10 000 τόνων (με τον κανονισμό 1599/96). Η επένδυση αυτή χρηματοδοτείται μέχρι ύψους περίπου 75 % των σχετικών επενδύσεων με δημόσιους πόρους, οι οποίοι προέρχονται εν μέρει από την Κοινότητα υπό τη μορφή επενδυτικής συνεισφοράς από ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, και εν μέρει συνίστανται σε δέσμη εθνικών ενισχύσεων (βλ., λεπτομερέστερα, ανωτέρω στο σημείο 38).
75. Η διαφοροποίηση των δημοσίων χρηματοδοτικών πηγών, που διέπονται από διαφορετικές κοινοτικές και εθνικές νομοθετικές διατάξεις, δεν αναιρεί το ότι από επιχειρηματικής και μικροοικονομικής απόψεως είναι η συνισταμένη αυτών των νομικώς ετερογενών παρεμβάσεων: το γεγονός αν το εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης είναι βιώσιμο εξαρτάται συγχρόνως από το συνολικό ύψος της επενδυτικής ενισχύσεως, το δε γεγονός αν οι δημόσιες ενισχύσεις νοθεύουν ή όχι αθεμίτως τις συνθήκες ανταγωνισμού μπορεί να κριθεί αποκλειστικά βάσει του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως.
76. Όπως παρατηρήθηκε ανωτέρω, ο κοινοτικός νομοθέτης γνώριζε κάλλιστα αυτήν την οικονομική αλληλουχία. Η εν λόγω αλληλουχία απαντά στον δις τροποποιηθέντα - αρχικά κατά την προσχώρηση της ορτογαλίας και κατόπιν το 1996 - κανονισμό 1785/81. ροκύπτει επίσης από το σύστημα κανόνων που διέπουν την παρέμβαση του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής (άρθρα 130A έως 130E της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρα 158 έως 162 ΕΚ) και από το ψευδονομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο κρατικών ενισχύσεων σχετικά με επενδύσεις στον τομέα της μεταποιήσεως και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, όπως εκτίθενται ανωτέρω στα σημεία 19 έως 25.
2. Το διάγραμμα της αναλύσεως
77. ροκειμένου κατά την ανάλυση και την κρίση των επί μέρους λόγων να μην εξαφανισθεί η νομική και η ουσιαστική οικονομική αλληλουχία που είναι τόσο χαρακτηριστικές για την παρούσα υπόθεση, θα εξετάσω από κοινού τους διαφόρους λόγους και ισχυρισμούς.
78. Οι τρεις πρώτοι λόγοι της ARAP κ.λπ. περιέχουν νομικά ζητήματα που αφορούν την εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση του πορτογαλικού νόμου του πορτογαλικού νομοθετικού διατάγματος 95/90 με απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 καθώς και την εφαρμογή του νομοθετικού αυτού διατάγματος κατά τη χορήγηση επενδυτικής ενισχύσεως για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στην ορτογαλία.
79. Ο πέμπτος και ο έκτος λόγος της ARAP κ.λπ. περιέχουν νομικά ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανονισμού 866/90.
80. Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου της ARAP κ.λπ. τίθεται το περιγραφέν ανωτέρω στο σημείο 2 βασικό ζήτημα αν κατά τη συνδυασμένη εφαρμογή διαφόρων ήδη εγκριθεισών εθνικών ενισχύσεων για ένα σχέδιο για το οποίο έχει επίσης χορηγηθεί κοινοτική συνεισφορά, το σωρευτικό αποτέλεσμα αυτών των μέτρων πρέπει να ελεγχθεί χωριστά και αιτιολογημένα. Κατά την ανάλυση και την κρίση αυτού του νομικού ζητήματος μπορεί να προκύψουν σημαντικά στοιχεία που συνάγονται από την κρίση των άλλων λόγων της ARAP κ.λπ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος θα εξετασθεί τελευταίος.
81. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Επιτροπή κατά επιμέρους σημείων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία κρίθηκε πρωτοδίκως το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής της ARAP κ.λπ. θα εξετασθούν μετά τους λόγους της ARAP κ.λπ. Οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται κυρίως στο ότι τα επί μέρους σημεία του εγγράφου της 11ης Ιανουαρίου 1996, που αφορούν τις φοροαπαλλαγές βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90, έχουν απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν σκοπούν στην παραγωγή οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Δεδομένου ότι το ζήτημα για τον νομικό χαρακτήρα των εν λόγω επί μέρους σημείων του εγγράφου τίθεται και στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της ARAP κ.λπ., οι ισχυρισμοί της Επιτροπής μπορούν καλύτερα να κριθούν υπό το φώς προηγούμενης εκτιμήσεως αυτού του λόγου.
B - Το ζήτημα του παραδεκτού της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως
82. Η Επιτροπή και η DAI ζήτησαν από το Δικαστήριο να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη στο σύνολό της. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν καθορίζουν συγκεκριμένα τα βαλλόμενα σημεία της αποφάσεως, ούτε τα νομικά επιχειρήματα στα οποία αυτοί στηρίζονται. Στην πραγματικότητα, επαναλαμβάνουν απλώς τους πρωτοδίκως εκτεθέντες νομικούς ισχυρισμούς και σκοπούν σε επανεξέταση του ενώπιον του ρωτοδικείου δικογράφου της προσφυγής.
83. Η άποψη της Επιτροπής στηρίζεται σε αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, όταν περιορίζεται «[...] στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό· πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που, [...] δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου» .
84. Όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Salzgitter AG κατά Επιτροπής , η διατύπωση αυτή πρέπει να τυγχάνει προσεκτικής εφαρμογής. Από τη νομολογία προκύπτει περαιτέρω ότι σκοπείται απλώς να διασφαλισθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι ορθώς διατυπωμένη και δεν αποβλέπει στην πραγματικότητα σε νέα εξέταση της υποθέσεως. Η επανάληψη διαφόρων επιχειρημάτων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν πρωτοδίκως, δεν συνεπάγεται καθεαυτή ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Αυτό ισχύει ειδικότερα σε υποθέσεις όπως η παρούσα, όπου το ρωτοδικείο διασώζει αποφάσεις ενός κοινοτικού οργάνου βάσει της ίδιας ή παρόμοιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου όπως του καθού οργάνου. Αν ο αναιρεσείων δεν θα μπορούσε τότε να κάνει χρήση επιχειρημάτων που χρησιμοποίησε ήδη βάλλοντας την αρχική απόφαση, τότε η αίτηση αναιρέσεως θα έχανε τη σημασία της. Με τα σημεία 42 έως 44 της αποφάσεως στην προπαρατεθείσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ανωτέρω αντίληψη του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
85. Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση το δικόγραφο της αναιρέσεως περιγράφει σαφώς ποιες πτυχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βάλλονται και σε ποια νομικά επιχειρήματα στηρίζεται η προσφυγή, η παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή στο σύνολό της.
Γ - Η περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991
86. Στο πλαίσιο των τριών πρώτων λόγων πρωτεύουσα θέση κατέχει η περί εγκρίσεως απόφαση της Επιτροπής της 3ης Ιουλίου 1991. Στον πρώτο λόγο περιέχεται το ερώτημα αν η περί εγκρίσεως απόφαση έπρεπε πράγματι να εκδοθεί με αυτή τη μορφή. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι το ρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι η γενική, συνδεόμενη με την απόφαση αυτή, προϋπόθεση, δηλαδή ότι η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 πρέπει να τηρεί τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που αφορούν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας, της γεωργίας και της αλιείας, διασφαλίζει επίσης αποτελεσματικά τους εφαρμοστέους στον τομέα της ζάχαρης κανόνες. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αφορά ορισμένες συνέπειες τις οποίες το ρωτοδικείο συνέδεσε με την κρίση του ότι ήταν αρκετή η επιβολή μιας γενικής προϋπόθεσεως.
87. Εντούτοις, πριν καταλήξω σε ενιαία εκτίμηση των τριών αυτών λόγων και των σχετικών επιχειρημάτων των διαδίκων και των παρεμβαινουσών, επιθυμώ να κάνω μια προκαταρκτική παρατήρηση για την οποία αφορμή παρέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η ενώπιον του ρωτοδικείου δικογραφία.
88. Στη σκέψη 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι προϋποθέσεις που συνδέονται με την επίδικη απόφαση περί εγκρίσεως εκτίθενται ως ακολούθως:
«Το θεσπισθέν με το νομοθετικό διάταγμα 95/90 καθεστώς εγκρίθηκε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 της Συνθήκης [ΕΚ], με την απόφαση της Επιτροπής της 3ης Ιουλίου 1991 [...] με την προϋπόθεση ότι οι ατομικές ενισχύσεις τηρούν "τις κανονιστικές ρυθμίσεις και τα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου που αφορούν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας, της γεωργίας και της αλιείας". [...] Εξάλλου, η απόφαση περί εγκρίσεως επιβάλλει στην ορτογαλική Κυβέρνηση να κοινοποιεί "όλα τα σχέδια που τυγχάνουν απαλλαγών μεταξύ 10 και 20 % (ESL) καθώς και όλα τα σχέδια που εμπίπτουν στους ευαίσθητους τομείς" . Το γενικό αυτό καθεστώς ενισχύσεων ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Με απόφαση κοινοποιηθείσα στην ορτογαλική Κυβέρνηση στις 30 Μα_ου 1996, η Επιτροπή ενέκρινε την παράταση του καθεστώτος αυτού υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, μέχρι το 1999, αίροντας πάντως την υποχρέωση κοινοποιήσεως των σχεδίων που εμπίπτουν στους ευαίσθητους τομείς, πράγμα το οποίο δεν αναφερόταν πλέον».
89. Από την ενώπιον του ρωτοδικείου δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέδωσε στις 20 Δεκεμβρίου 1995 την κοινοποιηθείσα, στις 11 Ιανουαρίου 1996, στην ορτογαλική Κυβέρνηση απόφασή της, με την οποία, μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε η ενίσχυση στην DAI βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90. Από αυτό συνάγω ότι η εν λόγω απόφαση περί της εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 95/90 εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της περί εγκρίσεως αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1991 και πρέπει να εξετασθεί βάσει των προϋποθέσεων που συνδέονται με την απόφαση αυτή.
90. Ούτε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε από τα δικόγραφα που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας προκύπτει ότι οι διάδικοι απέδωσαν την παραμικρή σημασία στη συνδεόμενη με την περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 ειδική προϋπόθεση, που περιείχε την υποχρέωση κοινοποιήσεως κάθε προτάσεως για τη χορήγηση ενισχύσεως βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 σε ευαίσθητους τομείς.
Το ρωτοδικείο επίσης παραβλέπει κατά την εκ μέρους του ανάλυση και κρίση των προβληθέντων πρωτοδίκως λόγων της ARAP κ.λπ. την ιδιαίτερη αυτή προϋπόθεση.
91. Από τα προεκτεθέντα, στα σημεία 4 έως 7, χαρακτηριστικά του τομέα της ζάχαρης μπορεί βασίμως να συναχθεί ότι ο τομέας αυτός είναι ένας κατ' εξοχήν ευαίσθητος τομέας· η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τον κανονισμό 1785/81, άρθρα 44 και 46, απ' όπου προκύπτει ότι η Κοινότητα εφαρμόζει ως προς τον τομέα της ζάχαρης ένα πολύ περιοριστικό καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο καταρχήν δεν επιτρέπει καμία άλλη ενίσχυση στη μεταποίηση ζαχαροτεύτλων ή ζαχαροκαλάμων απ' αυτό που επιτρέπεται βάσει του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού. Στη διάταξη αυτή ουδόλως αναφέρεται η χορήγηση ενισχύσεως για την κατασκευή ενός εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στην ορτογαλία.
92. Εξ όλων των ανωτέρω μπορεί βάσιμα να συναχθεί ότι οι πορτογαλικές αρχές, ενεργώντας υπό τη δέσμευση της περί εγκρίσεως αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1991, όφειλαν σε κάθε περίπτωση να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τη χορήγηση ενισχύσεων βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 για τη δημιουργία ενός εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης.
93. Από τις σκέψεις 55 και 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ρωτοδικείο αντελήφθη και ερμήνευσε την περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 σαν να μην περιεχόταν σ' αυτήν ιδιαίτερη προϋπόθεση ότι ενισχύσεις σε ευαίσθητους τομείς πρέπει πάντοτε να κοινοποιούνται. Η παράλειψη αυτή προκαλεί ακόμη περισσότερο έκπληξη καθόσον στη σκέψη 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρατίθεται πράγματι πλήρως η απόφαση περί εγκρίσεως.
94. Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο δεν παρέχει με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καμία διευκρίνιση γιατί αντελήφθη και ερμήνευσε την περί εγκρίσεως απόφαση σαν να μην περιείχετο σ' αυτήν η εν λόγω ιδιαίτερη προϋπόθεση, τα τμήματα της αποφάσεως του ρωτοδικείου τα οποία αφορούν την περί εγκρίσεως απόφαση είναι ανεπαρκώς ή ασαφώς αιτιολογημένα.
95. Μολονότι και οι διάδικοι πρωτοδίκως παρέβλεψαν στο πλαίσιο των λόγων και επιχειρημάτων που προέβαλαν την εν λόγω ιδιαίτερη προϋπόθεση, το ρωτοδικείο όφειλε αυτεπαγγέλτως να την προσέξει. Αυτή η συνδεόμενη με την περί εγκρίσεως απόφαση προϋπόθεση αναφέρεται πράγματι στις αρμοδιότητες που ασκεί η Επιτροπή βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ.
96. Καθόσον τα ατομικά μέτρα εφαρμογής βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 πληρούν τις σχετικές με αυτά γενικές προϋποθέσεις της περί εγκρίσεως αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθούν ως «καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται» κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ. Η εν προκειμένω άποψη της Επιτροπής περιορίζεται σε έναν - μη συστηματικό - έλεγχο περί του αν, κατά την εφαρμογή στην πράξη του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, τηρούνται οι γενικές αυτές υποθέσεις. άντως, τα ατομικά εκτελεστικά μέτρα που δεν πληρούν τις γενικές προϋποθέσεις - προτάσεις ενισχύσεως στις οποίες οι φοροαπαλλαγές υπερβαίνουν το 10 % των επενδύσεων και προτάσεις ενισχύσεως σε ευαίσθητους τομείς - οφείλουν να κοινοποιούνται στην Επιτροπή. Η υποχρέωση κοινοποιήσεως τους προσδίδει τον χαρακτηρισμό ως «νέων ενισχύσεων» για τις οποίες ισχύουν οι εξουσίες που αρύεται η Επιτροπή από το άρθρο 93, παράγραφοι 2 και 3 .
97. Όπως και πάλι πρόσφατα έκρινε το Δικαστήριο με την ήδη παρατεθείσα απόφαση Salzgitter κατά Επιτροπής, η διαπίστωση περί αρμοδιότητας της Επιτροπής πρέπει να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή, παρόλο που κανείς από τους διαδίκους δεν το ζήτησε .
98. άντως, το περιεχόμενο και η έννοια της διατάξεως, καθώς και οι περιστάσεις της περιπτώσεως συνηγορούν υπέρ του αυτεπάγγελτου ελέγχου.
- ράγματι, πρόκειται για μια διάταξη που από τη φύση της σκοπεί στην εξυπηρέτηση ενός ουσιώδους σκοπού της Κοινότητας, δηλαδή την εξασφάλιση αρμονικών συνθηκών ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Ο σκοπός αυτός είναι κατ' εξοχήν ευπρόσβλητος από τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε ευαίσθητους τομείς.
- Η διάταξη σκοπεί παράλληλα στην προστασία των συμφερόντων τρίτων. Τα συμφέροντα αυτά επηρεάζονται πάντοτε στην περίπτωση ενισχύσεων σε ευαίσθητους τομείς.
- Η μη τήρηση της διατάξεως είναι πρόδηλη. Τόσον ο κοινοτικός δικαστής όσο και τρίτοι μπορούν εύκολα να διαπιστώσουν την παράβαση αυτή.
99. Από τα ανωτέρω προκύπτει περαιτέρω ότι, εφόσον το ρωτοδικείο δεν το έπραξε, πρέπει στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως το νομικό ζήτημα αν συνεπεία της συνδεόμενης με την απόφαση περί φοροαπαλλαγών διατάξεως η ορτογαλική Κυβέρνηση όφειλε να ανακοινώσει την πρόθεσή της να εφαρμόσει το νομοθετικό διάταγμα 95/90 κατά τη χορήγηση ενισχύσεως στην DAI. Αναφέρομαι συναφώς στις ήδη παρατεθείσες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής, σημεία 141 έως 143 και, κυρίως, 148: «Μια από τις κύριες λειτουργίες της διαδικασίας αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται μόνο σε νομικά ζητήματα, είναι ακριβώς να εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής της νομιμότητας.»
100. Θα εξετάσω κατωτέρω λεπτομερέστερα, κατά την εκτίμηση του δεύτερου λόγου, τα ζητήματα που αφορούν το πώς πρέπει να ερμηνευθεί εν προκειμένω η εν λόγω διάταξη της περί εγκρίσεως αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1996 και ποιες συνέπειες συνδέονται με τη μη τήρησή της.
Δ - Οι πρώτοι τρεις λόγοι της ARAP κ.λπ.
1. ρώτος λόγος
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
101. Με τον πρώτο τους λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι υπήρξε εσφαλμένη νομικώς η κρίση του ρωτοδικείου ότι η περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 εξασφαλίζει πλήρως την τήρηση των εφαρμοστέων στον τομέα της ζάχαρης κανόνων. Η γενική προϋπόθεση της αποφάσεως αυτής ότι η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 πρέπει να τηρεί τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που αφορούν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας, της γεωργίας και της αλιείας είναι υπερβολικά ασαφείς και υπερβολικά γενικοί προκειμένου να μπορεί να παρέχει κατάλληλη προστασία στα συμφέροντα της κοινής γεωργικής πολιτικής και ευαίσθητων τομέων, όπως του τομέα της ζάχαρης.
102. Βάλλουν κατά της κρίσεως του ρωτοδικείου στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για το συμβατό της εφαρμογής της εγκριθείσας γενικής ενισχύσεως με τους εφαρμοστέους στον τομέα της ζάχαρης κανόνες. Οι αρμοδιότητες που αντλεί η Επιτροπή από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλο υποκατάστατο των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ. Το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ δεν παρέχει τη δυνατότητα αναστολής της εφαρμογής ενός γενικού καθεστώτος ενισχύσεων. Επιπλέον, σε σύγκριση με τη θέση των τρίτων ενδιαφερομένων στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ, οι εν λόγω τρίτοι είναι σημαντικά ασθενέστεροι στην περίπτωση του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ όπου η Επιτροπή «εξετάζει διαρκώς».
103. Η Επιτροπή συμφωνεί με τις σκέψεις 55 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Φρονεί ότι είναι αρμ8όδια να εγκρίνει εθνικά καθεστώτα ενισχύσεων γενικής εφαρμογής. Το ιδιάζον χαρακτηριστικό ενός τέτοιου καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής είναι ότι οι ατομικές ενισχύσεις μπορούν να χορηγούνται από τα κράτη μέλη χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ.
β) Εκτίμηση
104. Είναι βέβαιον ότι η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ενισχύσεις γενικής εφαρμογής στο πλαίσιο του ελέγχου που οφείλει να ασκεί βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ επί της χορηγήσεως ενισχύσεων από τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο παγίας διοικητικής πρακτικής, έχει ελέγξει και εγκρίνει κατά την πάροδο των ετών πολυάριθμα τέτοια καθεστώτα ενισχύσεων γενικής εφαρμογής. Οι νομικές συνέπειες μιας τέτοιας εγκρίσεως αποτέλεσαν κατ' επανάληψη αντικείμενο της νομολογίας του Δικαστηρίου . Στη νομολογία αυτή επιβεβαιώνεται παγίως η αρμοδιότητα της Επιτροπής να κρίνει το συμβατό εθνικών ενισχύσεων γενικής εφαρμογής προς τη Συνθήκη.
105. Ομοίως αναμφίβολο είναι ότι η Επιτροπή, όταν εγκρίνει εθνικές ενισχύσεις γενικής εφαρμογής, μπορεί να συνδέει με αυτές γενικές ή ειδικότερες προϋποθέσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η ατομική εφαρμογή των σχετικών ενισχύσεων συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο και την κοινοτική πολιτική στον οικείο τομέα ή στο οικείο πεδίο της πολιτικής αυτής. Κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται ότι η κοινοτική πολιτική βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ παραμένει ουσιαστικώς σύμφωνη με την πολιτική που η Κοινότητα ασκεί σε άλλους τομείς.
106. Η Επιτροπή έχει κάποιο πεδίο διακριτικής ευχέρειας κατά τη διατύπωση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτά την έγκριση ενός εθνικού καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής. Εντούτοις, το πεδίο αυτό περιορίζεται από τις επιταγές που απορρέουν από την ανάγκη διασφαλίσεως της αναγκαίας εσωτερικής συνοχής της κοινοτικής πολιτικής.
107. Σημειώνω συναφώς ότι η προστασία ευπρόσβλητων συμφερόντων ή ευαίσθητων τομέων δεν απαιτεί καθεαυτή το να εξαρτάται η έγκριση ενός καθεστώτος γενικής εφαρμογής από ειδικές, αφορώσες τα συμφέροντα τομέων, προϋποθέσεις. Όταν η Επιτροπή προς τον σκοπό αυτόν θεωρεί επαρκή την επιβολή μιας ή περισσότερων γενικών προϋποθέσεων, θα πρέπει να μεριμνά ώστε οι τιθέμενες προϋποθέσεις να τηρούνται κατά τρόπο ώστε να μη βλάπτονται από τους κοινοτικούς κανόνες, οι οποίοι αναφέρονται στις γενικές προϋποθέσεις, προστατευόμενα ευπρόσβλητα συμφέροντα ή ευαίσθητοι τομείς .
108. Φυσικά, η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά την έγκρισή της για μια εθνική ενίσχυση γενικής εφαρμογής και από ειδικές προϋποθέσεις που σκοπούν στην προστασία τέτοιων ευπρόσβλητων συμφερόντων ή ευαίσθητων τομέων. Τέτοιες προϋποθέσεις μπορούν να περιέχουν την υποχρέωση κοινοποιήσεως κάθε ατομικής ενισχύσεως βάσει της εγκριθείσας γενικής ενισχύσεως, που αφορά το οικείο ευπρόσβλητο πεδίο πολιτικής ή τους ευαίσθητους τομείς, η οποία στη συνέχεια θα πρέπει να εκτιμάται βάσει του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ.
109. Κατά την επιλογή μιας από τις περιγραφόμενες εδώ μεθόδους ελέγχου της εκτελέσεως εγκριθέντων εθνικών καθεστώτων ενισχύσεως γενικής εφαρμογής μπορούν να έχουν σημασία εκτιμήσεις από απόψεως οικονομίας της νομοθετικής διαδικασίας - όπως τονίζει η ορτογαλική Κυβέρνηση - ή αποτελεσματικής εκτελέσεως. άντως, καθόσον γίνεται δεκτό ότι ο επιλεγείς τρόπος διασφαλίζει επαρκώς το ότι οι ατομικές ενισχύσεις συνάδουν προς τους κοινοτικούς κανόνες για την προστασία ευπρόσβλητων συμφερόντων, όπως των αναγκών του περιβάλλοντος, ή ευαίσθητων τομέων, όπως εν προκειμένω του τομέα της ζάχαρης, δεν αντιβαίνει προς τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
110. Επομένως, η περιλαμβανόμενη στη σκέψη 55 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομική κρίση ότι η τήρηση των ισχυόντων στον τομέα της ζάχαρης κανόνων μπορεί να διασφαλίζεται μέσω της συνδεόμενης με την περί εγκρίσεως απόφαση γενική προϋπόθεση ότι οι ατομικές ενισχύσεις πρέπει να συνάδουν προς του κοινοτικούς κανόνες που αφορούν ιδίως τον γεωργικό τομέα, δεν αντιβαίνει καθεαυτή προς το κοινοτικό δίκαιο.
111. Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται από το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι μια τέτοια γενική προϋπόθεση θα είχε ως συνέπεια ότι, στην περίπτωση αυτή, η νομική θέση τρίτων ενδιαφερομένων θα ήταν ασθενέστερη κατά την ατομική εφαρμογή της εγκριθείσας ενισχύσεως απ' ό,τι αν ορισμένες περιπτώσεις τομεακών ενισχύσεων θα έπρεπε πάντοτε να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.
112. ράγματι, οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι μπορούν στην περίπτωση υποχρεωτικής κοινοποιήσεως ατομικών περιπτώσεων εφαρμογής ενός συγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεως γενικής εφαρμογής να καταστήσουν γνωστές τις αντιρρήσεις τους πριν από την ουσιαστική εφαρμογή αυτού του μέτρου, ενώ δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή, όταν η έγκριση ενός καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής εξαρτάται αποκλειστικά από τη γενική προϋπόθεση του συμβατού με τους ισχύοντες τομεακούς κοινοτικούς κανόνες. αρα ταύτα, και τότε μπορούν να προασπίσουν τα συμφέροντά τους. Μπορούν να υποβάλουν στην Επιτροπή καταγγελίες κατά της εφαρμογής ενός εγκριθέντος εθνικού καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο, κατά την άποψή τους, αντιβαίνει προς τους κοινοτικούς κανόνες στους οποίους αναφέρεται η γενική προϋπόθεση. εραιτέρω, μπορούν να προσβάλουν μια τέτοια εφαρμογή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων υποστηρίζοντας ότι οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται προς τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις.
113. Η μεταβολή αυτή στην από διαδικαστικής απόψεως θέση ενδεχομένως τρίτων ενδιαφερομένων εμπίπτει σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή αποφασίζει την έγκριση ενός καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής. Αυτή καθεαυτή δεν αποτελεί κανένα εμπόδιο για την από τις αρχές της δεκαετίας του '70 υφιστάμενη πολιτική της Επιτροπής να χορηγεί έγκριση σε γενικώς καθορισμένες μορφές εθνικών ενισχύσεων με τη συνέπεια ότι, για την ατομική εφαρμογή του εγκεκριμένου καθεστώτος, δεν είναι πλέον αναγκαία καμία προηγούμενη κοινοποίηση για έγκριση από την Επιτροπή. Το γεγονός ότι κατά την ατομική εφαρμογή ενός εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής τρίτοι ενδιαφερόμενοι έχουν ενδεχομένως ένα ιδιαίτερο συμφέρον δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να λαμβάνει αυτό υπόψη εκ των προτέρων κατά τη διατύπωση της περί εγκρίσεως αποφάσεώς της. Μια τέτοια απαίτηση θα συνεπήγετο δυσανάλογη επιβάρυνση μιας ήδη από μακρού χρόνου υφιστάμενης στην πράξη, γενικώς αποδεκτής, πολιτικής.
114. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο πρώτος λόγος των αναιρεσειουσών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
115. αραπέμποντας στις απόψεις που διατυπώνω στα σημεία 86 έως 100, παρατηρώ ακόμη ότι ο λόγος αυτός διατυπώνεται πράγματι ατόπως, διότι επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι με την περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 συνδεόταν μόνον η επίδικη γενική προϋπόθεση. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
2. Ο δεύτερος λόγος
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
116. Με τον δεύτερο λόγο τους, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, με τις σκέψεις 72 έως 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίθηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε πλέον εξουσία να ελέγξει την ατομική εφαρμογή του εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, η ορτογαλική Κυβέρνηση φέρεται να ήταν υποχρεωμένη να κοινοποιήσει την εν λόγω ενίσχυση και η Επιτροπή να ελέγξει αυτό το μέτρο βάσει της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ.
117. Στηρίζουν αυτόν τον λόγο στον ισχυρισμό ότι το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την υποχρέωση κοινοποιήσεως που απορρέει από την απόφαση Italgrani . Κατά την άποψή της, η εξαίρεση, την οποία κάνει η απόφαση αυτή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά υπό την έννοια ότι μόνον οι ατομικές εφαρμογές εγκριθέντος καθεστώτος ενισχύσεων διαφεύγουν της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον πρόκειται για σαφείς και δυνάμενες να προβλεφθούν περιπτώσεις εφαρμογές αυτού του καθεστώτος. Εντούτοις, όταν πρόκειται για ατομικές ενισχύσεις που πρέπει να εκτιμώνται επίσης υπό το φως άλλων στοιχείων, πλην του ίδιου του καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής, ή όταν μπορούν να ενισχύουν υφιστάμενες περιπτώσεις ελλείψεως ισορροπίας στις συνθήκες της αγοράς, όπως την ύπαρξη πλεονάζουσας ικανότητας, εξακολουθεί να ισχύει, όπως φρονούν οι αναιρεσείουσες, η υποχρέωση κοινοποιήσεως τέτοιου είδους ενισχύσεων.
118. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι, εν προκειμένω, η ατομική εφαρμογή του εγκριθέντος καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής κατά τη χορήγηση ενισχύσεως στην DAI πληροί τα κριτήρια που καθιστούν αναγκαία την προηγούμενη κοινοποίησή της. Το ρωτοδικείο παρέβη επομένως το κοινοτικό δίκαιο μη αποδεχόμενο αυτήν την ερμηνεία της αποφάσεως «Italgrani» .
119. Η Επιτροπή αντικρούει την υποστηριζόμενη από τις αναιρεσείουσες ερμηνεία της αποφάσεως «Italgrani». Η Επιτροπή, αφού ενέκρινε ένα καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής, δεν μπορεί πλέον να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ κατά μιας ατομικής ενισχύσεως που παρέχεται βάσει του εγκριθέντος καθεστώτος παρά μόνον αν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, διαπιστώσει ότι η εν λόγω ατομική ενίσχυση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που συνδέονται με το εγκριθέν καθεστώς γενικής εφαρμογής.
β) Εκτίμηση
120. Νομίζω ότι ο δεύτερος αυτός λόγος είναι πράγματι βάσιμος, έστω βάσει άλλων επιχειρημάτων απ' αυτά που παραθέτουν οι αναιρεσείουσες.
121. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι από την απόφαση «Italgrani» , η οποία επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση Siemens κατά Επιτροπής , προκύπτει ότι ατομικές περιπτώσεις εφαρμογής ενός εγκριθέντος καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής δεν υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, όταν πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται με την εν λόγω εγκριτική απόφαση.
122. Οι προσπάθειες των αναιρεσειουσών προκειμένου να περιορισθεί η έκταση εφαρμογής του τεθέντος με την απόφαση «Italgrani» κανόνα δεν με πείθουν. Τα περιοριστικά κριτήρια που προτείνουν, όπως οι κατά την έγκριση δυνάμενες να προβλεφθούν ατομικές περιπτώσεις εφαρμογής και/ή περιπτώσεις όπου πρέπει να γίνεται εκτίμηση βάσει άλλων συμφερόντων και πτυχών από τα συμφέροντα και τις πτυχές που ελήφθησαν υπόψη κατά την εγκριτική απόφαση, δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να γίνουν δεκτά. Δεδομένου ότι είναι αόριστα, ανεπαρκώς αντικειμενικά και κατά την εφαρμογή τους μη δυνάμενα πλήρως να προβλεφθούν, υποσκάπτουν τον λόγο υπάρξεως της απορρέουσας από την απόφαση «Italgrani» νομολογίας, δηλαδή την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη που μπορούν να αντλούν οι ενδιαφερόμενοι από την εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση ενός καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής.
123. αρά ταύτα, φρονώ ότι στην παρούσα περίπτωση η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 για τη χορήγηση φορολογικής ενισχύσεως στην DAI βάσει της εγκριτικής αποφάσεως έπρεπε εν πάση περιπτώσει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
124. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω στα σημεία 86 έως 100, η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 στο εν προκειμένω σχέδιο έπρεπε εν πάση περιπτώσει να κοινοποιηθεί, εφόσον γίνει δεκτό ότι πρόκειται για επένδυση σε ευαίσθητο τομέα. Τόσον η ευρωπαϊκή αγορά ζάχαρης όσο και αυτή της επί μέρους πορτογαλικής αγοράς παρουσιάζουν τα αντικειμενικά οικονομικά χαρακτηριστικά κατ' εξοχήν ευαίσθητων έναντι κρατικών ενισχύσεων αγορών. Αυτό ασφαλώς συμβαίνει ως προς τις κρατικές ενισχύσεις που σκοπούν στην αύξηση της ικανότητας παραγωγής ζάχαρης στην ευρωπαϊκή αγορά και στην εθνική επί μέρους αγορά.
125. Η ευαισθησία αυτή έναντι διαταραχών απεικονίζεται επίσης στη σχετική κοινοτική νομοθεσία για την αγορά ζάχαρης. Συναφώς, αναφέρθηκα ήδη (σημείο 26) στα άρθρα 44 και 46 του κανονισμού 1785/81 και στην εξαιρετικά περιοριστική πολιτική την οποία η Επιτροπή εφάρμοσε με συνέπεια έναντι κρατικών ενισχύσεων στην παραγωγή ζάχαρης. Το ότι πρόκειται για κατ' εξοχήν ευαίσθητο έναντι διαταραχών τομέα προκύπτει επίσης από την απόφαση 94/173, η οποία περιορίζει την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέτρων για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στον τομέα της ζάχαρης σε δύο περιγραφόμενες στο παράρτημα 2, 8 περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων οι εν προκειμένω επενδύσεις στην ορτογαλία.
126. Η λογική ερμηνεία των συνδεομένων με την περί εγκρίσεως απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 συνεπάγεται για τον τομέα της ζάχαρης ότι από τη γενική προϋπόθεση, κατά την οποία οι ενισχύσεις πρέπει να συνάδουν προς τις «τις κανονιστικές ρυθμίσεις και τα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου που αφορούν [...] της γεωργίας [...]», προκύπτει ότι καταρχήν δεν επιτράπηκε καμία ενίσχυση για επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης. Αν όμως η ορτογαλική Κυβέρνηση ήθελε να χρησιμοποιήσει προς τον σκοπό αυτό το νομοθετικό διάταγμα 95/90 θα έπρεπε να ανακοινώσει τη σχετική της πρόθεση καθόσον αφορούσε έναν «ευαίσθητο» τομέα.
127. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από τις εξαιρέσεις που έγιναν με την απόφαση 94/173 και στο νομοθετικό πλαίσιο του 1996 για επενδύσεις στον πορτογαλικό τομέα ζάχαρης. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να το λάβει αυτό υπόψη κατά την έκδοση της εγκριτικής αποφάσεως. Επιπλέον, οι αποφάσεις αυτές ορίζουν τα πάντα ως προς τη δυνατότητα θεμιτής δημόσιας ενισχύσεως για την εν λόγω επένδυση, πλην όμως δεν ανευρίσκεται σ' αυτές καμία απολύτως εξαίρεση από τη συνδεομένη με την εγκριτική απόφαση υποχρέωση κοινοποιήσεως.
128. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της εγκριτικής αποφάσεως, κρίνοντας ότι η πρόθεση εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 95/90 δεν έχρηζε κοινοποιήσεως.
129. Επικουρικώς, επισημαίνω ότι η διαπίστωση του ρωτοδικείου στην τελευταία φράση της σκέψεως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι φοροαπαλλαγές «πληρούσαν τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις», είναι εσφαλμένη.
130. Όπως προκύπτει από τις συνδεόμενες με την εγκριτική απόφαση γενικές προϋποθέσεις, πρέπει πάντοτε να κοινοποιούνται περιπτώσεις κατά τις οποίες παρέχεται βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 φοροαπαλλαγή μεταξύ 10 και 20 % Εν προκειμένω, χορηγήθηκε στην DAI βάσει του νομοθετικού διατάγματος ενίσχυση φοροαπαλλαγής 10 %. Επομένως, εκ πρώτης όψεως, δεν ήταν εν προκειμένω αναγκαία καμία κοινοποίηση.
131. Εντούτοις, από την ανωτέρω στο σημείο 38 επισκόπηση της συνολικής, κοινοτικής και εθνικής προελεύσεως, δημοσίας ενισχύσεως προκύπτει ότι η συνολική εθνική πορτογαλική ενίσχυση για την επένδυση της DAI ανέρχεται σε περίπου 25 % των σχετικών επενδύσεων, έστω και αν 15 % του συνόλου αυτού χορηγήθηκε βάσει άλλης εθνικής ρυθμίσεως από το νομοθετικό διάταγμα 95/90.
132. Θα υφίστατο αντίθεση προς τη ratio της προϋποθέσεως που καθιστά υποχρεωτική την κοινοποίηση όλων των περιπτώσεων κατά τις οποίες βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 χορηγείται φοροαπαλλαγή μεγαλύτερη του 10 %, αν περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμογή του νομοθετικού αυτού διατάγματος συντρέχει με τη χορήγηση απαλλαγής βάσει άλλης εθνικής ρυθμίσεως για πολύ - σαφώς - υψηλότερο ποσοστό από το 10 % δεν θα ενέπιπταν στην υποχρέωση κοινοποιήσεως.
133. Μια τέτοια περιοριστική ερμηνεία είναι από οικονομικής απόψεως δύσκολο να υποστηριχθεί. ράγματι, τα οικονομικά αποτελέσματα μιας επενδυτικής ενισχύσεως 20 % βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 είναι ακριβώς τα ίδια όπως μιας όμοιας επενδυτικής ενισχύσεως η οποία χορηγείται ως προς το 10 % βάσει του νομοθετικού διατάγματος και ως προς το υπόλοιπο 10 % βάσει άλλης εθνικής ρυθμίσεως. Μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε επιπλέον να αποτελέσει πρόσκληση για τη διάσπαση - υπερβολικά - υψηλών ποσών κρατικών ενισχύσεων μέσω διαφόρων εθνικών καθεστώτων ενισχύσεων προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να καταστεί δυνατή η διαφυγή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως και, περαιτέρω, να καταστεί ενδεχομένως δυσχερέστερος ο έλεγχος της Επιτροπής για την τήρηση εγκριθέντων εθνικών καθεστώτων ενισχύσεων.
134. Τέλος, φρονώ ότι η συνδυασμένη εφαρμογή εθνικών καθεστώτων ενισχύσεων που συνεπάγεται ότι η χορηγηθείσα σε μια μεμονωμένη περίπτωση ενίσχυση υπερβαίνει το μέγιστο όριο που μπορεί να δοθεί βάσει μιας εγκριθείσας γενικής ενισχύσεως χωρίς κοινοποίηση, αντιβαίνει προς το πνεύμα της αποφάσεως «Italgrani» . Βάσει αυτής της αποφάσεως, περιπτώσεις ατομικών ενισχύσεων που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων προηγουμένως εγκριθέντων καθεστώτων ενισχύσεων γενικής εφαρμογής δεν υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 92, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ. άντως, η προστασία της ασφάλειας δικαίου και της εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων για την άνευ τροποποιήσεων εφαρμογή της εγκριθείσας ρυθμίσεως δεν μπορεί να φθάνει μέχρι του σημείου ατομικές περιπτώσεις κρατικής ενισχύσεως, όπου το συνολικό ύψος της ανά περίπτωση εγκριθείσας ενισχύσεως υπερβαίνει - κατά πολύ - τα όρια αυτής της ρυθμίσεως, να έχουν την εξασφάλιση ότι δεν θα υποστούν λεπτομερέστερη εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής.
135. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο έπρεπε να κρίνει ότι, δεδομένου ότι το νομοθετικό διάταγμα 95/90 εφαρμόστηκε σε συνδυασμό με άλλες ενισχύσεις και το συνολικό ύψος της χορηγηθείσας στην DAI επενδυτικής ενισχύσεως υπερέβει το καθοριστικό για κοινοποίηση όριο του 10 %, υφίστατο για την εφαρμογή αυτή υποχρέωση κοινοποιήσεως.
136. Ως εκ περισσού, επισημαίνω επίσης τα ακόλουθα. Η ορτογαλική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 κατά τη χορήγηση επενδυτικών ενισχύσεων στην DAI πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά μέτρα ενισχύσεως «των οποίων οι προϋποθέσεις ή οι όροι χορηγήσεως αποκλίνουν από τους προβλεπόμενους στον παρόντα κανονισμό ή των οποίων τα ποσά υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα ανώτατα όρια» κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 866/90. Βάσει αυτού του άρθρου, τα κράτη μέλη είναι δυνατό να λαμβάνουν τα μέτρα αυτά ενισχύσεως με την επιφύλαξη ότι τα εν λόγω μέτρα συμφωνούν με τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ. ροκειμένου να αφήσει εν προκειμένω την Επιτροπή να αποφασίσει, γνωστοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεση εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 95/90.
137. Στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού 866/90 ρυθμίζεται το ύψος της κοινοτικής συμβολής και ο τρόπος χορηγήσεώς της για τα προς συγχρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, επιλέξιμα σχέδια. Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν, μεταξύ άλλων, τα μέγιστα όρια της κοινοτικής συμβολής, την ελάχιστη έκταση της εθνικής συγχρηματοδοτήσεως, την ελάχιστη συμμετοχή των δικαιούχων και τη μορφή υπό την οποία παρέχονται οι εισφορές ή επιδοτήσεις. Η διάταξη του άρθρου 16, παράγραφος 5, αποτελεί το συμπλήρωμα αυτών των διατάξεων.
138. Από την οικονομία του άρθρου 16 πρέπει να συναχθεί ότι κρατική ενίσχυση που χορηγείται ανά περίπτωση κατά παρέκκλιση από τις περιγραφόμενες στις πρώτες τέσσερις παραγράφους αυτού του άρθρου συνεισφορές ή προς συμπλήρωσή τους πρέπει να ελέγχεται βάσει των άρθρων 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ. Είναι αυτονόητο ότι ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται σε συνάρτηση με τις ήδη κατά το πλείστον ευρύτατες κοινοτικές και εθνικές συνεισφορές, οι οποίες χορηγούνται κατά το άρθρο 16, παράγραφοι 1 έως 4. Μόνον τότε μπορούν τα ενδεχόμενα αποτελέσματα της συμπληρωματικής κρατικής ενισχύσεως να κριθούν τόσο βάσει των επιδιωκόμενων με τον κανονισμό 866/90 σκοπό όσο και της λειτουργίας της κοινής αγοράς στον οικείο τομέα. Το άρθρο 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 866/90 θα έχανε σε μεγάλη έκταση το επιδιωκόμενο αποτέλεσμά του αν δεν είχε εφαρμογή στην ενίσχυση η οποία, βάσει ήδη προηγουμένως εγκριθέντων καθεστώτων ενισχύσεως γενικής εφαρμογής, παρέχεται προς συμπλήρωση των ενισχύσεων που χορηγούνται βάσει του άρθρου 16, παράγραφοι 1 έως 4.
139. Από αυτό συνάγεται ότι, και στην περίπτωση παροχής συμπληρωματικής εθνικής ενίσχυσης βάσει ήδη εγκριθέντος καθεστώτος ενισχύσεων γενικής εφαρμογής, πρέπει πάντοτε να πραγματοποιείται κοινοποίηση, όταν στην περίπτωση αυτή η εν λόγω ενίσχυση συνδυάζεται με εθνικές ή κοινοτικές συνεισφορές ή επιδοτήσεις στο πλαίσιο της πολιτικής ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στην Κοινότητα. Για τον λόγο αυτό, η ορτογαλική Κυβέρνηση ορθώς έλαβε την απόφαση να κοινοποιήσει στην Επιτροπή την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 υπέρ της επενδυτικής ενισχύσεως προς την DAI, διότι αυτή συνδυαζόταν με κοινοτικές και εθνικές συνεισφορές βάσει του κανονισμού 866/90.
140. Από τα ανωτέρω προκύπτει περαιτέρω ότι το ρωτοδικείο, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε, κατά παράβαση των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ότι η Επιτροπή δεν δικαιούνταν να εξετάσει τις χορηγηθείσες στην DAI φοροαπαλλαγές βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 σε άμεση σχέση ως προς το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ.
141. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος είναι βάσιμος.
3. Ο τρίτος λόγος
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
142. Με τον τρίτο τους λόγο, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά της κρίσεως του ρωτοδικείου στις σκέψεις 84 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ατομική εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 στη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης δεν είναι ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής.
143. Στηρίζουν τον λόγο αυτό στα ακόλουθα επιχειρήματα:
α) Αντίθετα προς την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας , η ράξη ροσχωρήσεως της ορτογαλικής Δημοκρατίας δεν περιείχε καμία διάταξη περί εξαιρέσεως βάσει της οποίας η ορτογαλία θα μπορούσε να παράσχει ενίσχυση στη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης. Ενόψει της ελλείψεως μιας τέτοιας εξαιρετικής εξουσιοδοτήσεως στην ράξη ροσχωρήσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην πορτογαλική βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού για την αγορά ζάχαρης, όπως διατυπώνονται στον κανονισμό 1785/81. Οι διατάξεις αυτές περιέχουν απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων για τη μεταποίηση των ζαχαρότευτλων και ζαχαροκάλαμων, καθόσον ο εν λόγω κανονισμός δεν το επιτρέπει ρητώς στο άρθρο 46.
β) Κατά τις αναιρεσείουσες, είναι πρόδηλον ότι η παρούσα χορήγηση ενισχύσεως βάσει του νομοθετικού διατάγματος 95/90 συνιστά παράβαση της κοινοτικής αγοράς ζάχαρης και του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ. Η ενίσχυση αυτή συντελεί στη δημιουργία ενός τελείως τεχνητού παραγωγού ζάχαρης, στη νόθευση των συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά ζάχαρης και στην αύξηση της πλεονάζουσας παραγωγής στην κοινοτική αγορά ζάχαρης. Ειδικότερα, το ρωτοδικείο, στις σκέψεις 89 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κακώς έκρινε ότι η χορήγηση ποσοστώσεως ζάχαρης θα εξουσιοδοτούσε την ορτογαλία στην παροχή κρατικής ενισχύσεως για τη δημιουργία ενός εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας.
γ) Η παραπομπή στην οποία το ρωτοδικείο προβαίνει, με τη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στον κανονισμό 866/90 και στην απόφαση 94/173 δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση αγοράς ζάχαρης. Οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι η απόφαση 94/173 είναι παράνομη, καθόσον επιτρέπει την κοινοτική συγχρηματοδότηση επενδύσεων στην πορτογαλική βιομηχανία ζάχαρης από ζαχαρότευτλα. Όπως φρονούν οι αναιρεσείουσες, κακώς η Επιτροπή συνέδεσε με την απόφαση αυτή τη χορήγηση ποσοστώσεως ζάχαρης στην ορτογαλία 60 000 τόνων, αργότερα 70 000 τόνων, με τη δυνατότητα κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως της αναγκαίας προς τον σκοπό αυτόν ικανότητας μεταποιήσεως. Το σφάλμα αυτό εξακολούθησε με το νομοθετικό πλαίσιο της Επιτροπής των κρατικών ενισχύσεων σχετικά με επενδύσεις στον τομέα της μεταποιήσεως και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, όπου επιτρέπεται η καταρχήν εθνική ενίσχυση για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας.
144. Με βάση αυτά τα επιχειρήματα οι αναιρεσείουσες σχηματίζουν την πεποίθηση ότι το ρωτοδικείο, στις εν λόγω σκέψεις, δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις της Συνθήκης περί γεωργίας [άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 33 ΕΚ)], χορηγήσεως ενισχύσεων [άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ)] και του κανονισμού 1785/81.
145. Η Επιτροπή αντικρούει το πρώτο επιχείρημα των αναιρεσειουσών με τον ισχυρισμό ότι εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν από τις διαφορές μεταξύ, αφενός, της ράξεως ροσχωρήσεως της ορτογαλίας και, αφετέρου, της ράξεως ροσχωρήσεως της Φινλανδίας και της Αυστρίας να συναχθεί οποιοδήποτε επιχείρημα κατά της εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 95/90 στη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης. Η νομική βάση για τη δυνατότητα εφαρμογής αυτού του νομοθετικού διατάγματος εν προκειμένω είναι η εγκριτική απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, η οποία εξάλλου στηρίζεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της Συνθήκης ΕΚ.
146. Κατά του δεύτερου και του τρίτου επιχειρήματος των αναιρεσειουσών η Επιτροπή θέτει επί τάπητος ότι ο κανονισμός 866/90 και η απόφαση 94/173 αποτελούν, και οι δύο, μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 1785/81 - ο οποίος προβλέπει ένα πολύ περιορισμένο καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεων στον τομέα της ζάχαρης - πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με αυτόν τον κανονισμό και αυτήν την απόφαση. εραιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κανονισμός 866/90 και η απόφαση 94/173 επιδιώκουν ισορροπία μεταξύ της περιοριστικής τομεακής πολιτικής που ισχύει για τη χορήγηση ενισχύσεων στον τομέα της ζάχαρης και των σκοπών περιφερειακής πολιτικής οι οποίες επιδιώκονται από κοινού με αυτόν τον κανονισμό και αυτήν την απόφαση. Βάσει της αφορώσας την ισορροπία αυτή σταθμίσεως, ευλόγως μπορούσε η ορτογαλία να εξουσιοδοτηθεί να παράσχει ενίσχυση για τη δημιουργία εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης για τη μεταποίηση της ποσοστώσεως ζάχαρης που χορηγήθηκε με την ράξη ροσχωρήσεως.
β) Εκτίμηση
147. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι οι περιοριστικές διατάξεις του κανονισμού 1785/81 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης συνεπάγονται ότι κάθε εθνική ενίσχυση αντιβαίνει προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στον τομέα της ζάχαρης, έστω και αν δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω, του κανονισμού 866/90 και της αποφάσεως 94/173 επιτρέπεται εντούτοις ρητώς.
148. Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες προς στήριξη αυτού του λόγου είναι προφανώς εσφαλμένο. Από το γεγονός ότι με την ράξη ροσχωρήσεως δεν εξουσιοδοτείται η ορτογαλία να χορηγεί ενισχύσεις στη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης δεν μπορεί να συναχθεί κανένα επιχείρημα ως προς το γιατί μετά την προσχώρηση δεν μπορεί να δοθεί καμία συναίνεση σ' αυτό το κράτος μέλος για να χορηγήσει επενδυτική ενίσχυση στην κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης, όταν αυτό συνάδει προς τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τη συναφή κοινοτική πολιτική.
149. Ομοίως δεν ευσταθεί το δεύτερο και το τρίτο επιχείρημα ότι η κατά τον κανονισμο 1785/81 οργάνωση αγοράς ζάχαρης απαγορεύει σε κάθε περίπτωση την εθνική χορήγηση ενισχύσεως για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στην ορτογαλία.
150. ράγματι τα χαρακτηριστικά της κοινής αγοράς ζάχαρης δικαιολογούν το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ακολουθεί μια πολύ διστακτική πολιτική όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ζάχαρης. άντως, ούτε από το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΚ ούτε από τον κανονισμό 1785/81 μπορεί να συναχθεί ότι κάθε χορήγηση ενισχύσεως είναι καθεαυτή ανεπίτρεπτη σε περιπτώσεις εκτός των περιγραφόμενων στο άρθρο 46 του κανονισμού αυτού. Ομοίως, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί κανένα επιχείρημα κατά της νομιμότητας λεπτομερέστερων κοινοτικών ρυθμίσεων, όπου σε περιοριστικώς περιγραφόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η παρούσα, θεωρείται επιτρεπτή η χορήγηση επενδυτικής ενισχύσεως.
151. Η αντίθετη άποψη δεν λαμβάνει υπόψη ότι με την κοινή γεωργική πολιτική επιδιώκονται περισσότεροι σκοποί από την επίτευξη και διατήρηση της ισορροπίας στις οικείες αγορές προϊόντων. Το άρθρο 39, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 33, παράγραφος 2, ΕΚ) ορίζει πράγματι ότι στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής λαμβάνεται υπόψη ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της γεωργικής δραστηριότητας που, μεταξύ άλλων, απορρέει από τις διαρθρωτικές και φυσικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων γεωργικών περιοχών.
152. Η άποψη των αναιρεσειουσών αντιβαίνει, επιπλέον, προς το γράμμα και στο πνεύμα των άρθρων 130 A και 130 B της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 158 και 159 ΕΚ). Το άρθρο 130 A, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών, «συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών». Κατά το άρθρο 130 B της Συνθήκης ΕΚ, η Κοινότητα πρέπει κατά τη διαμόρφωση και την υλοποίηση των πολιτικών της, καθώς και κατά την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς πρέπει, να λαμβάνει υπόψη τους στόχους του άρθρου 130 A.
153. Σε αντιστοιχία προς τις διατάξεις αυτές, κατέστη δυνατόν να ορισθεί με τον κανονισμό 866/90, που στηρίζεται στα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΚ και συγχρόνως αποτελεί τμήμα του συστήματος των κοινοτικών ρυθμίσεων για την υλοποίηση της πολιτικής ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, ότι για σχέδια ενισχύσεως της γεωργικής διαρθρώσεως, στα οποία περιλαμβάνονται σχέδια για την βελτίωση της μεταποιήσεως και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, μπορεί να χορηγείται δημόσια - κοινοτική και εθνική - ενίσχυση. Ούτε εν προκειμένω η στάθμιση που πρέπει να γίνεται μεταξύ τομεακών και περιφερειακών συμφερόντων, όπως διατυπώνεται στην απόφαση 94/173, αντιβαίνει προς τις ισχύουσες στον τομέα της ζάχαρης διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
154. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 σε επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης δεν είναι καθεαυτή ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με τις εφαρμοστέες κοινοτικές ρυθμίσεις.
E - Ο πέμπτος και ο έκτος λόγος
155. Ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αφορούν την κατά τις αναιρεσείουσες εσφαλμένη ερμηνεία από το ρωτοδικείο του κανονισμού 866/90 και τον εσφαλμένο έλεγχο των πορτογαλικών ενισχύσεων βάσει αυτού του κανονισμού στις διαδοχικές σκέψεις 111 έως 120 και 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
1. Ο πέμπτος λόγος
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
156. Με τον πέμπτο τους λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο εμφανίζεται να έχει εσφαλμένη νομική άποψη κρίνοντας ότι η κρατική ενίσχυση που μπορεί να τύχει κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ.
157. Κατά τις αναιρεσείουσες, η συγχρηματοδότηση από την Κοινότητα επενδύσεων στον τομέα της γεωργίας μπορεί να γίνει δεκτή μόνον όταν η οικεία εθνική ενίσχυση δεν αντιβαίνει προς την κοινή γεωργική πολιτική, δεν ανατρέπει τους στόχους της πολιτικής αυτής και μπορεί να τύχει εξαιρέσεως από την απαγόρευση του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.
158. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν συναφώς ότι ουδόλως είναι βέβαιον αν μια εθνική απόφαση για τη χορήγηση ενισχύσεως σε σχέδιο, το οποίο ενδεχομένως μπορεί να τύχει συγχρηματοδοτήσεως, ακολουθείται από απόφαση της Επιτροπής περί του ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Οι αναιρεσείουσες ερωτούν ποια θα ήταν η νομική κατάσταση καθόσον χρόνο εκκρεμεί η απόφαση της Επιτροπής επί του αιτήματος συγχρηματοδοτήσεως.
159. εραιτέρω, οι αναιρεσείουσες εμμένουν στην άποψη ότι καμία απολύτως διάταξη του κανονισμού 1785/81 ή του κανονισμού 866/90 δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ, που προβλεπόταν ρητώς στον κανονισμό 1785/81, εξαλείφθηκε με τον κανονισμό 866/90. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτώς ότι ο κανονισμός 866/90 αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ σε κρατική ενίσχυση που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα. Ελλείψει σαφούς εν προκειμένω απόψεως του Συμβουλίου, το οποίο ρητώς προέβλεψε στον κανονισμό 1785/81 τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ στον τομέα της ζάχαρης, η εξ αντιδιαστολής αιτιολογία του ρωτοδικείου στις σκέψεις 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρεται στο άρθρο 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 866/90, στερείται λογικής. Μια απόφαση τέτοιου περιεχομένου και τέτοιας σημασίας απαιτεί ρητή τοποθέτηση εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη.
160. Η Επιτροπή εμμένει στην άποψη ότι στο ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ σε κρατικές ενισχύσεις που μπορούν να τύχουν κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το φως οικονομίας της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Επισημαίνει ότι αμφότεροι οι κανονισμοί 1785/81 και 866/90 στηρίζονται στα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΚ. Επομένως, πρέπει να ερμηνευθούν σε συνδυασμό μεταξύ τους. Από τον συνδυασμό μεταξύ των άρθρων 44 του κανονισμού 1785/81 και 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 866/90 η Επιτροπή καταλήγει ότι το Συμβούλιο όρισε ότι οι περί κρατικών ενισχύσεων διατάξεις της Συνθήκης εφαρμόζονται σαφώς σε κρατικές ενισχύσεις που εξέρχονται του οριοθετηθέντος από τον κανονισμό 866/90 πλαισίου, όχι όμως στα μέτρα που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός 866/90. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού 866/90 δεν χρήζουν καμίας αποφάσεως όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 και 93.
β) Εκτίμηση
161. Ο λόγος αυτός επικεντρώνεται στο νομικό ζήτημα αν ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωξε ή όχι να εξαιρέσει τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ζάχαρης, που μπορούν να τύχουν κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως, από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ .
162. Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, το ρωτοδικείο, στις σκέψεις 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προσέφυγε σε μια κατά την οικονομία του νόμου ερμηνεία. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι τόσο ο κανονισμός 1785/81 όσο και ο κανονισμός 866/90 έχουν ως νομικό έρεισμα τα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΚ. Από το άρθρο 42 της Συνθήκης ΕΚ προκύπτει ότι τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ έχουν εφαρμογή στον τομέα της γεωργίας μόνο στο μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο. Δεδομένου ότι με τον - μεταγενέστερο - κανονισμό 866/90 δηλώθηκε ότι τα άρθρα 92 έως 94 έχουν εφαρμογή στις περιγραφόμενες στο άρθρο 16, παράγραφος 5, αυτού του κανονισμού ενισχύσεις, πρέπει, κατά το ρωτοδικείο, να θεωρηθεί ότι τα άρθρα της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή στις περιγραφόμενες στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 έως 3, ενισχύσεις του ΕΓΤΕ και στις συναφείς συμπληρωματικές εθνικές συνεισφορές.
163. Τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών κατά της συλλογιστικής αυτής του ρωτοδικείου εν μέρει αντλούνται από τις χαρακτηριζόμενες από πλεονάζουσα ικανότητα οικονομικές συνθήκες στην αγορά ζάχαρης και εν μέρει στηρίζονται στις περιοριστικές για τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεις των άρθρων 44 και 46 του κανονισμού 1785/81 και στην περιοριστική πολιτική που ασκεί παγίως η Επιτροπή έναντι κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της ζάχαρης.
164. Όπως παρατηρήθηκε ανωτέρω κατά την εκτίμηση του τρίτου λόγου, η άποψη των προσφευγουσών δεν λαμβάνει υπόψη ότι ο κανονισμός 866/90 έχει πράγματι ως νομικό έρεισμα τα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΚ, πλην όμως λειτουργικώς αποτελεί μέρος του πλέγματος των ρυθμίσεων που σκοπούν στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Η πολιτική αυτή σκοπεί, μεταξύ άλλων, μέσω ενισχύσεως από τα διαρθρωτικά ταμεία, να περιορίσει τις γεωγραφικές διαφορές ευημερίας εντός της Κοινότητας. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής πρέπει να γίνεται στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων της πολιτικής που αφορά επιμέρους τομείς, όπως αυτής του τομέα της ζάχαρης, και των συμφερόντων της περιφερειακής, οικονομικής πολιτικής.
165. Η εν λόγω στάθμιση του κοινοτικού νομοθέτη εκφράζεται στον κανονισμό 866/90 και στην στηριζόμενη σ' αυτόν απόφαση 94/173. Η στάθμιση αυτή συνεπάγεται για τον τομέα της ζάχαρης ότι, με την επιφύλαξη ορισμένων περιοριστικώς απαριθμούμενων στο σημείο 2.8 του παραρτήματος της αποφάσεως 173/94 εξαιρέσεων, επενδύσεις στον τομέα της ζάχαρης δεν μπορούν να τύχουν ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρο 16, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 866/90. Για τις επενδύσεις αυτές εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 5, αυτού του κανονισμού, το «σύνηθες» εν προκειμένω εξαιρετικά περιοριστικό καθεστώς ενισχύσεων.
166. Δεδομένου ότι εδώ πρόκειται για γεωργικά προϊόντα, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε τη δυνατότητα να εκφράσει ορθώς από απόψεως οικονομίας του συστήματος την πραγματοποιηθείσα από αυτό στάθμιση ορίζοντας στον κανονισμό 866/90 ότι τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ έχουν εφαρμογή μόνο στις περιγραφόμενες στο άρθρο 16, παράγραφος 5 ενισχύσεις.
167. Ουσιαστικώς, από τον συνδυασμό του κανονισμού 1785/81 με τον κανονισμό 866/90 προκύπτει ότι το καθεστώς ενισχύσεων για τον τομέα της ζάχαρης παραμένει περιοριστικό στο ακέραιο. Το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε, βάσει αυτού του καθεστώτος, τη δυνατότητα να κάνει μια εξαίρεση ως προς τις ενισχύσεις για την επένδυση σε εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας δύσκολα, υπό το φως του πνεύματος του κανονισμού 866/90, της από απόψεως ευημερίας ή υστερήσεως της ορτογαλίας και του γεγονότος ότι η χώρα αυτή διέθετε μια ακόμα αχρησιμοποίητη ποσόστωση ζάχαρης, επιδέχεται αμφισβήτηση. Η συναφής στάθμιση μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτει εν προκειμένω ο κοινοτικός νομοθέτης.
168. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Ο έκτος λόγος
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
169. Με τον έκτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι, στις σκέψεις 121 έως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέθεσε ελλιπώς τα εκτεθέντα από αυτές πρωτοδίκως επιχειρήματα, ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν πληροί εν προκειμένω τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς όρους του κανονισμού 866/90 και δεν τα εξέτασε στο πλαίσιο της αιτιολογίας του.
170. Από τη δικογραφία ενώπιον του ρωτοδικείου προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες με τα, μεταξύ άλλων, πέντε ακόλουθα επιχειρήματα ισχυρίστηκαν ότι η ενίσχυση δεν συνάδει προς τον κανονισμό 866/90:
- Το εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης για το οποίο πρόκειται δεν περιελήφθη στο κοινοτικό χρηματοδοτικό πλαίσιο κατά το χρονικό διάστημα 1993 έως 1999, πράγμα που απαιτείται από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 866/90.
- Η σχετική επένδυση δεν πληροί τους όρους που θέτει το άρθρο 11 του παρατεθέντος κανονισμού για επενδύσεις που μπορούν να τύχουν κοινοτικής συνδρομής.
- Δεν πληρούνται οι όροι που απορρέουν από το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού, από τα οποία προκύπτει ότι «οι επενδύσεις πρέπει να παρέχουν ικανοποιητικές εγγυήσεις ως προς την αποδοτικότητά τους» και «πρέπει να εξασφαλίζουν, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα κάθε τομέα, ικανοποιητική και σταθερή συμμετοχή των παραγωγών των βασικών προϊόντων στα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν».
- To άρθρο 13 του κανονισμού 866/90 εξαιρεί επενδύσεις στη μεταποίηση προϊόντων από τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων ζαχαροκαλάμων που εισάγονται στην ορτογαλία. Αυτό συνεπάγεται ότι η κοινοτική συγχρηματοδότηση σε εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στην ορτογαλία καθιστά ακόμη δυσμενέστερες τις ήδη υπάρχουσες συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για τη βιομηχανία παραγωγής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμα στην ορτογαλία.
- Η χορήγηση ποσόστωσης ζάχαρης στην ορτογαλία με την ράξη ροσχωρήσεως δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι οι κρατικές ενισχύσεις για τη μεταποίηση ζάχαρης από ζαχαρότευτλα συνάδουν για τον λόγο αυτό με τον κανονισμό 866/90. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να πληρούνται οι ιδιαίτεροι όροι που θέτει ο κανονισμός αυτός για τη χορήγηση κοινοτικών συνεισφορών και κρατικών ενισχύσεων.
171. Κατά την Επιτροπή, τα σημεία που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον λόγο αυτό αποτελούν ως επί το πλείστον διαφοροποιήσεις της γενικής απόψεως ότι η επίμαχη χορήγηση ενισχύσεως αντιβαίνει προς την κοινή γεωργική πολιτική. Η άποψη αυτή απορρίφθηκε από το ρωτοδικείο στις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο με τη σκέψη 124 της αποφάσεώς του αναφέρεται στα σημεία αυτά, μπορεί, κατά την Επιτροπή, να θεωρηθεί ότι το ρωτοδικείο απέρριψε, τουλάχιστον εμμέσως, και τα ειδικά επιχειρήματα που αντλούν οι αναιρεσείουσες από τον κανονισμό 866/90.
β) Εκτίμηση
172. Από την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε στην απόρριψη ενός από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως προς στήριξη του ασυμβιβάστου της εν λόγω ενισχύσεως προς τον κανονισμό 866/90, δηλαδή ότι η εν λόγω επενδυτική ενίσχυση δεν μπορούσε να στηριχθεί στην απόφαση 94/173. Η απόφαση αυτή ήταν παράτυπη, δεδομένου ότι δεν παραμένει εντός των ορίων των προϋποθέσεων για συγχρηματοδότηση, τα οποία τίθενται με τον κανονισμό 866/90. Οι προϋποθέσεις αυτές εμποδίζουν τη συγχρηματοδότηση ενισχύσεων που δεν συνάδουν προς την κοινή γεωργική πολιτική.
173. Τα ανωτέρω στο σημείο 170 παρατεθέντα επιχειρήματα δεν περιέχονται ρητώς στις σχετικές σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Καθόσον πρόκειται για επιχειρήματα τα οποία απορρίφθηκαν σιωπηρώς ή ρητώς σε προηγούμενα μέρη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. ολλώ μάλλον, δεν χρειάζεται να εξετάσει ο δικαστής ρητώς ισχυρισμούς που στερούνται οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος .
174. Το ρωτοδικείο δεν εξέτασε ευθέως στην αναιρεσιβαλόμενη απόφαση το πρώτο από τα πέντε συνοψισθέντα επιχειρήματα.
Αυτό υποκρύπτει δύο ειδικά νομικά ζητήματα:
- ρέπει οι υπό συγχρηματοδότηση από την Κοινότητα επενδύσεις υπό τη μορφή σχεδίου να περιγράφονται στα κοινοτικά πλαίσια και,
- σε καταφατική περίπτωση, έχει η παράλειψη στο σχετικό κοινοτικό πλαίσιο ενός συγχρηματοδοτούμενου από την Κοινότητα σχεδίου συνέπειες για τη νομιμότητα αυτής της χρηματοδοτήσεως;
Για την απάντηση σ' αυτά τα ζητήματα είναι αναγκαία λεπτομερέστερη ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 , σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 7 του κανονισμού 866/90.
175. Το ρωτοδικείο δεν αναφέρθηκε στα νομικά αυτά ζητήματα με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση ούτε εμμέσως ούτε ευθέως. Δεδομένου ότι η απάντηση στα ζητήματα αυτά μπορούσε ενδεχομένως να έχει σημασία για το ζήτημα αν η συγχρηματοδότηση του εν λόγω σχεδίου από την Κοινότητα διεξήχθη νομοτύπως, το ρωτοδικείο έπρεπε να αναφερθεί σ' αυτά ρητώς. Κατά τούτο, η αιτιολογία των σκέψεων 121 έως 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής και επομένως πλημμελής.
176. άντως, επισημαίνω συναφώς ότι το επιχείρημα των αναιρεσειουσών είναι εσφαλμένο. Από το άρθρο 8 του κανονισμού 4253/88, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 7 του κανονισμού 866/90, προκύπτει ότι τα κοινοτικά πλαίσια χρηματοδοτήσεως δεν χρειάζονται να είναι εξειδικευμένα στο επίπεδο του σχεδίου. Τα κοινοτικά χρηματοδοτικά πλαίσια αποτελούν το χρηματοδοτικό συμπλήρωμα των λειτουργικών και των τομεακών προγραμμάτων. εριέχουν, μεταξύ άλλων, περιγραφή των προτεραιοτήτων που επιλέγονται για την κοινοτική συνδρομή, το συνολικό ποσό της οικονομικής συνδρομής που μπορεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, και, ενδεικτικώς, το ποσό της ενισχύσεως που προβλέπεται για τη συμμετοχή αυτού του Ταμείου. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 866/90, αφορούν «τα τομεακά σχέδια».
Δεδομένου ότι η εν λόγω επένδυση κοινοποιήθηκε τόσο με το λειτουργικό πρόγραμμα για την ορτογαλία όσο και με το σχετικό τομεακό πρόγραμμα (βλ. ανωτέρω τα σημεία 28 έως 30), πρέπει να θεωρηθεί ότι η σχετική κοινοτική συνδρομή διεξήχθη εν προκειμένω ορθώς από διαδικαστικής απόψεως.
177. Το δεύτερο επιχείρημα δεν παρέχει την παραμικρή διευκρίνιση ως προς το ότι η ενίσχυση σε επένδυση για εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας θα μπορούσε να αντιβαίνει προς το άρθρο 11 του κανονισμού 866/90. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση συνδρομής «οι επενδύσεις [...] που αποσκοπούν στη [...] μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων [...]». Ένας ισχυρισμός του οποίου η στήριξη είναι τόσο προδήλως εσφαλμένη δεν χρειάζεται να απορριφθεί ρητώς από το δικαστήριο.
178. Το τρίτο επιχείρημα καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο του σχεδίου σε σχέση με το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 866/90. Όσον αφορά τον έλεγχο περί του αν πληρούνταν εν προκειμένω ο όρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών είναι προφανώς τόσο αβάσιμος ώστε το ρωτοδικείο τον αντιπαρήλθε σιωπηρώς. Η οικονομία της οργανώσεως αγοράς ζάχαρης συνεπάγεται, όπως όφειλαν να γνωρίζουν οι αναιρεσείουσες, ότι οι - εν δυνάμει - παραγωγοί ζαχαρότευτλων επωφελούνται σχεδόν αυτομάτως από το γεγονός ότι δημιουργείται διαθέσιμη ικανότητα μεταποιήσεως των ζαχαρότευτλων που θα μεταποιήσουν. Στο επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι εν προκειμένω δεν πληρούνταν η προϋπόθεση αποδοτικότητας κατά το άρθρο 12, παράγραφος 3, το ρωτοδικείο απάντησε εμμέσως, στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «στον φάκελο της υποθέσεως δεν περιλαμβάνεται καμία σοβαρή ένδειξη που να μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της μονάδας επεξεργασίας ζάχαρης από ζαχαρότευτλα, δικαιούχου της επίδικης ενισχύσεως». Από το χωρίο αυτό μπορεί να συναχθεί ότι το ρωτοδικείο έκρινε, διαφορετικά από τις αναιρεσείουσες, ότι πληρούται η προϋπόθεση περί αποδοτικότητας, όταν η δικαιούχος επιχείρηση έχει εύλογη προοπτική συνέχειας μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως. Η ερμηνεία αυτή συμβαδίζει με το πνεύμα του κανονισμού 866/90, που σκοπεί στην ενθάρρυνση οικονομικών δραστηριοτήτων οι οποίες δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς δημόσια στήριξη.
179. Το τέταρτο επιχείρημα αφορά το άρθρο 13 του κανονισμού 866/90, το οποίο αποκλείει επενδύσεις στη μεταποίηση καταγομένων από τρίτες χώρες προϊόντων από την κοινοτική συνδρομή. Το πέμπτο επιχείρημα αποτελεί, με κάπως διαφορετική διατύπωση, επανάληψη των τριών πρώτων επιχειρημάτων, δηλαδή ότι η επίδικη χορήγηση ενισχύσεως δεν επιτρέπεται να αντιβαίνει προς τον κανονισμό 866/90 και προς την κοινή γεωργική πολιτική.
Και τα δύο επιχειρήματα θέτουν και πάλι υπό αμφισβήτηση τη στάθμιση στην οποία προέβη ο κοινοτικός νομοθέτης μεταξύ των επιμέρους συμφερόντων του κοινοτικού τομέα ζάχαρης και των περιφερειακών-οικονομικών συμφερόντων στο πλαίσιο της πολιτικής ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Το ρωτοδικείο εξέτασε διεξοδικώς τη στάθμιση αυτή στις σκέψεις 84 έως 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών ότι το ρωτοδικείο αντιπαρήλθε το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.
180. Μολονότι το ρωτοδικείο κακώς παρέλειψε να εξετάσει ρητώς το πρώτο από τα διαλαμβανόμενα στον λόγο αυτό επιχειρήματα, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό συνεπάγεται αναίρεση της εν προκειμένω κρίσεως της αποφάσεως, δεδομένου ότι η περιεχόμενη στη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση σημαίνει απλώς ότι η εν λόγω επενδυτική ενίσχυση δεν είναι ασυμβίβαστη με την κοινή γεωργική πολιτική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί επίσης με τον κανονισμό 866/90 .
ΣΤ - Ο τέταρτος λόγος
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
181. Με τον λόγο αυτό, οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι το ρωτοδικείο, στις σκέψεις 98 έως 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι, κρίνοντας τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 1996 και τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έκανε χρήση της διακριτικής της ευχέρειας, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα συνολικά αποτελέσματα των από κοινού ενισχύσεων.
182. ρος στήριξη αυτού του λόγου, οι αναιρεσείουσες επισημαίνουν ότι οι διάφορες ενισχύσεις, οι οποίες εξετάστηκαν με την επίδικη απόφαση και από το ρωτοδικείο, καλύπτονταν από διάφορες κατηγορίες κανόνων και, επομένως, έπρεπε να κριθούν χωριστά υπό το φως αυτών των κανόνων και των επιδιωκομένων με αυτές σκοπών.
Εντούτοις, προκειμένου να κριθούν τα αποτελέσματα αυτών των ενισχύσεων επί της καταστάσεως του δικαιούχου (εν προκειμένω της DAI) και κατά πόσον επηρεάζουν τις συνθήκες ανταγωνισμού και, κατά συνέπεια, την ανταγωνιστική θέση των αναιρεσειουσών, είναι αναγκαίο να εξεταστούν και να κριθούν τα συνδυασμένα μέτρα των σωρευτικών ενισχύσεων.
183. Μπορεί να είναι ορθό, καθαυτό, το ότι η εξετασθείσα στις παρατεθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενίσχυση για την επαγγελματική κατάρτιση δεν επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά τρόπο ώστε να βλάπτεται το γενικό συμφέρον, αλλά σε συνδυασμό με τα λοιπά καθεστώτα ενισχύσεως χορηγήθηκε εν προκειμένω στην DAI μια συνολική ενίσχυση η οποία ανέρχεται σε πλέον του 60 % των συνολικών ενισχύσεων και σε πλέον του 75 % των επενδύσεων που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Είναι, όπως φρονούν οι αναιρεσείουσες, αυτονόητο ότι μια τέτοια ενίσχυση επηρεάζει σαφώς στο σύνολό της σοβαρά τις συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά ζάχαρης.
184. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι αναιρεσείουσες λαμβάνουν με τον λόγο αυτό ως βάση την εσφαλμένη αρχή ότι είναι αρμοδιότητα του ρωτοδικείου να λαμβάνει υπόψη «τα συνδυασμένα αποτελέσματα» των διαφόρων ενισχύσεων ή το ζήτημα «αν οι όροι του εμπορίου καθορίστηκαν σύμφωνα με το κοινοτικό συμφέρον». Η κρίση αυτών των πτυχών εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. ρος τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Μόνον αν το ρωτοδικείο κρίνει ότι η απόφαση της Επιτροπής περιέχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, θα πρέπει να την ακυρώσει. Η Επιτροπή αναφέρεται στο από 11 Ιανουαρίου 1996 έγγραφό της, στο οποίο συνόψισε τα τρία διάφορα μέτρα. Εξέδωσε την απόφαση εφαρμόζοντας τις διάφορες εν προκειμένω σχετικές διατάξεις. Είχε συνείδηση, όπως εκθέτει στο σημείο 67 του υπομνήματός της απαντήσεως, των συνδυασμένων αποτελεσμάτων των διαφόρων μέτρων.
2. Εκτίμηση
185. Από τις τέσσερις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει ο λόγος αυτός, οι σκέψεις 98 και 99 περιέχουν τον πυρήνα της συλλογιστικής που ακολούθησε το ρωτοδικείο. αραθέτω πλήρως τις σκέψεις αυτές:
«98. Οι εξετασθείσες με την προσβαλλομένη απόφαση τρεις κατηγορίες ενισχύσεων, ήτοι οι φοροαπαλλαγές, η ενίσχυση για την επαγγελματική κατάρτιση και η ενίσχυση επενδύσεως βάσει του κανονισμού 866/90, εμπίπτουν σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστούν ατομικά ενόψει των αντιστοίχων καθεστώτων τους και των στόχων που επιδιώκουν, με την επιφύλαξη του ενδεχομένου ελέγχου του συμβατού τους προς τη συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση που είναι εφαρμοστέα στον τομέα μεταποιήσεως και εμπορίας της ζάχαρης. Επομένως, η ενίσχυση για την επαγγελματική κατάρτιση πρέπει να εκτιμηθεί χωριστά ως προς το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚ.
99. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, για την εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου νομιμότητας, το Δικαστήριο οφείλει, επομένως, να περιορίζεται στο να εξετάζει μήπως η Επιτροπή υπερέβη τα σύμφυτα προς την εξουσία εκτιμήσεως όρια αλλοιώνοντας ή εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά ή ενεργώντας κατά κατάχρηση εξουσίας ή διαδικασίας (προαναφερθείσα απόφαση Matra κατά Επιτροπής, [C-225/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-3203], σκέψεις 24 και 25).»
186. Για την εκτίμηση αυτού του λόγου, υπενθυμίζω αυτό που ήδη επισήμανα ανωτέρω στα σημεία 75 και 76 αυτών των προτάσεων, δηλαδή ότι οι από οικονομικοεπιχειρηματικής και μικροοικονομικής απόψεως συνέπειες ενός συστήματος ενισχύσεων εξαρτώνται από το σύνολο αυτών των ενισχύσεων. Ακόμη και αν οι ενισχύσεις πληρούν κάθε μία χωριστά τους εφαρμοστέους σ' αυτές ειδικούς όρους, ο νομικός έλεγχος που αρκείται σ' αυτό είναι εξ ορισμού ελλιπής. αραβλέπει ότι τα συμφέροντα και οι επιδιωκόμενοι σκοποί που προστατεύονται από τη Συνθήκη και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο δεν ανέχονται μια αποσπασματική εκτίμηση παρεμβάσεων, τα αποτελέσματα των οποίων εξαρτώνται από τον αριθμό τους. Διαφορετική αντίληψη θα μπορούσε να έχει συνέπειες αντίθετες προς τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου - εν προκειμένω τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης καθώς και τους κανονισμούς 2052/88 και 1785/81.
187. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή, κατά πάγια πολιτική, όταν ελέγχει εθνικές ενισχύσεις με βάση τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ, εφαρμόζει σταθερώς ανώτατα όρια τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν οι εθνικές ενισχύσεις. Όσον αφορά περιπτώσεις συνδυασμένων εθνικών ενισχύσεων κατά τις οποίες η σωρευτική στήριξη υπερβαίνει τα ορισθέντα όρια, επεμβαίνει συνήθως αυστηρά, ακόμη και όταν επιμέρους ενισχύσεις θεωρούνται, μία προς μία, ότι πληρούν πράγματι τους εφαρμοστέους σ' αυτές όρους . Τη νομική και οικονομική ratio αυτής της πάγιας πολιτικής διευκρίνισα ήδη λεπτομερέστερα κατά την εκτίμηση του δεύτερου λόγου, ανωτέρω, στα σημεία 132 έως 134 .
188. Επισημαίνω επίσης συμπληρωματικώς ότι η προσήκουσα διασφάλιση του προστατευομένου από τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ νομικού συμφέροντος - μιας κοινής αγοράς με ανόθευτες συνθήκες ανταγωνισμού - απαιτεί έλεγχο των συνολικών αποτελεσμάτων από την εφαρμογή ενός συστήματος ενισχύσεων. Χωρίς αυτό, δεν είναι εύκολο στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαπιστωθεί αν και κατά πόσον από ένα τέτοιο σύστημα ενισχύσεων επηρεάζονται οι συνθήκες ανταγωνισμού.
189. Κατ' αναλογία προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Eco Swiss China Time Ltd και Benetton International NV , πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο ζ_, της της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, ΕΚ), το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ αποτελεί θεμελιώδη διάταξη η οποία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση των αποστολών που ανατέθηκαν στην Κοινότητα και, ειδικότερα, για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η σπουδαιότητα αυτής της διατάξεως ώθησε τους συντάκτες της Συνθήκης να προβλέψουν ρητώς στο άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΚ ότι οι νέες ενισχύσεις πρέπει πάντοτε να κοινοποιούνται προκειμένου να κρίνονται από την Επιτροπή οι συνέπειές τους για το ενιαίο και τη λειτουργία της κοινής αγοράς και οι υφιστάμενες ενισχύσεις να υπόκεινται σε συνεχή εξέταση από την Επιτροπή.
190. Βεβαίως, η Επιτροπή έχει ήδη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της που της παρέχουν τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης μια - ενίοτε ευρεία - ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην όμως αυτή πρέπει να παραμένει εντός των ορίων τα οποία, μεταξύ άλλων, τίθενται από το προστατευόμενο από τα άρθρα αυτά νομικό συμφέρον. Δεδομένου ότι οι συνέπειες ενός συστήματος ενισχύσεων για τις συνθήκες ανταγωνισμού στην κοινή αγορά - το προστατευόμενο νομικό συμφέρον - εξαρτώνται από τη συνολική στη συγκεκριμένη περίπτωση χορηγούμενη ενίσχυση, η Επιτροπή οφείλει πάντοτε να στρέφει την προσοχή της σ' αυτές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της παρέχονται και να διατυπώνει συναφώς ρητή και αιτιολογημένη κρίση.
191. Βάσει αυτών των σκέψεων, η συλλογιστική του ρωτοδικείου στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τη γνώμη μου, ευσταθεί κατ' αρχήν, διότι συνεπάγεται ότι οι εγγυήσεις που παρέχει το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ για τις συνθήκες ανταγωνισμού στην κοινή αγορά μπορούν να διακυβευθούν.
192. Θεωρώ ομοίως ότι δεν πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αμυντικοί ισχυρισμοί της Επιτροπής. Κατά πάγια νομολογία , η Επιτροπή διαθέτει κατά την εκτίμηση εθνικών ενισχύσεων ευρεία διακριτική ευχέρεια, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως . Δεδομένου ότι πρόκειται για μια περίπλοκη οικονομική στάθμιση, όπως η εξέταση του συμβατού ενισχύσεως με την κοινή αγορά, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει, όταν ελέγχει τις πράξεις της Επιτροπής, να περιορίζεται στην εξέταση του αν τηρούνται οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία και την αιτιολογία, του αν υφίστανται τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η επίδικη απόφαση και του αν η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της ευχέρειάς της εκτιμήσεως συνεπεία πρόδηλου σφάλματος εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας .
193. Ομοίως, κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ) αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του εκδόντος την επίδικη πράξη κοινοτικού οργάνου κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Από τη νομολογία αυτή απορρέει περαιτέρω ότι η αιτιολογία αυτή δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία προκειμένου να πληρούνται οι επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ. Το ζήτημα αν η αιτιολογία πληροί τις επιταγές αυτές πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου της αποφάσεως καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Η επιταγή αιτιολογίας πρέπει περαιτέρω να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που ενδέχεται να έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά . Η προϋπόθεση που έθεσε το Δικαστήριο με πρόσφατη απόφαση, δηλαδή ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να στηρίζεται στις καθοριστικές κατευθυντήριες γραμμές, έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως .
194. Η άποψη της Επιτροπής ότι, όταν πρόκειται για την εκτίμηση ενδεχομένων αποτελεσμάτων ενός συστήματος ενισχύσεων, διαθέτει αυτοτελές πεδίο εκτιμήσεως είναι, ενόψει των ανωτέρω, ορθή. άντως, η χρησιμοποίηση αυτού του πεδίου εκτιμήσεως και η αιτιολογία της αποφάσεως που αποτελεί το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως πρέπει σαφώς να προκύπτει από την οικεία πράξη. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος της νομιμότητας από τα δικαστήρια θα καθίστατο εκ των προτέρων αδύνατος. Όμως, στην επίδικη απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο για το ότι η Επιτροπή εκτίμησε χωριστά τα συνολικά αποτελέσματα των ενισχύσεων που εφαρμόστηκαν σωρευτικώς, πολλώ δε μάλλον ότι αιτιολόγησε την κρίση αυτή. Ως εκ τούτου, η εν λόγω απόφαση δεν πληροί τους όρους που απορρέουν από τη συνοψισθείσα ανωτέρω νομολογία. Η δήλωση της Επιτροπής στο υπόμνημα απαντήσεως ότι εξέδωσε την απόφαση αυτή «με πλήρη επίγνωση των συνδεδεμένων αποτελεσμάτων των διαφόρων ενισχύσεων» δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση και, επιπλέον, δεν περιέχει καθεαυτή μια επιδεκτική ελέγχου αιτιολογία. Επομένως, η δήλωση αυτή διατυπώνεται όλως καθυστερημένα και ακατάλληλα και είναι ουσιαστικώς ανεπαρκής.
195. Η αναγκαιότητα κρίσεως των αποτελεσμάτων ορισμένων σωρευτικών ενισχύσεων στο σύνολό τους και με χωριστή αιτιολογία δεν επηρεάζεται από το ότι εν προκειμένω η επένδυση προβλεπόταν για εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας με καταρτισθέν δυνάμει του κανονισμού 866/90 τομεακό πρόγραμμα και από το ότι η κοινοτική συγχρηματοδότηση με συναφώς συμπληρωματική κρατική ενίσχυση επιτράπηκε ρητώς στο παράρτημα της αποφάσεως 94/173. Το γεγονός ότι αυτό αποτελεί κοινοτική συμβολή, που σωρεύεται με μία ή περισσότερες εθνικές ενισχύσεις, που δεν περιλαμβάνονται στις κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 866/90 συμβολές των κρατών μελών, αφήνει άθικτη την υποχρέωση της Επιτροπής να κρίνει ρητώς κατά τον έλεγχο των εθνικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ τα αποτελέσματα της συνολικής ενισχύσεως επί των συνθηκών του ανταγωνισμού. ράγματι, για τα αποτελέσματα αυτά δεν έχει σημασία από ποια πηγή προέρχεται η ενίσχυση. Άλλως, ο προβλεπόμενος ρητώς στο άρθρο 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 866/90 έλεγχος μη περιλαμβανομένων στις κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, εθνικών συμβολών θα έχανε ως επί το πλείστον την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Αναφέρομαι εν προκειμένω στην εκτίμηση στην οποία προέβην ως προς τον δεύτερο λόγο στα σημεία 136 έως 139 αυτών των προτάσεων.
196. Ως εκ περισσού εξετάζω το ζήτημα αν, κατά την έγκριση μιας κοινοτικής συμβολής με συναφή συμπληρωματική εθνική ενίσχυση βάσει των κοινοτικών κανόνων για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, εξακολουθεί να απαιτείται ρητή αιτιολογία του ύψους της εγκριθείσας σε δεδομένη περίπτωση ενισχύσεως. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό δεν είναι - κατ' αυστηρή θεώρηση - αναγκαία για την εκτίμηση της αιτιολογίας του ρωτοδικείου στις σκέψεις 98 έως 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 1996. Συναφώς, πρόκειται για σώρευση συμβολών βάσει της πολιτικής ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής με «άλλες» εθνικές ενισχύσεις. αρά ταύτα, η απάντηση στο ζήτημα αυτό, επί του οποίου δεν υφίσταται ακόμη νομολογία, δεν στερείται σημασίας για την εν λόγω κοινοτική πολιτική.
197. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 , οι ενέργειες των διαρθρωτικών ταμείων, επομένως και το ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, πρέπει να συμφωνούν «με τις κοινοτικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τους κανόνες του ανταγωνισμού». Κατά τη λεπτομερέστερη διαμόρφωση της ρυθμίσεως που διέπει την παρέμβαση των διαρθρωτικών ταμείων, ο κοινοτικός νομοθέτης έπρεπε να λάβει υπόψη την αρχή αυτή. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 16 του κανονισμού 866/90, όπου καθορίστηκαν μέγιστα όρια για τη συνολική δημόσια ενίσχυση της Κοινότητας και των κρατών μελών και όπου ορίστηκε μια ελάχιστη συμμετοχή των δικαιούχων παραγωγών. Η αρχή αυτή ισχύει επίσης και στο πλαίσιο της καταρτίσεως των σχετικών τομεακών σχεδίων, όπως, μεταξύ άλλων, προκύπτει από το άρθρο 4 του κανονισμού 866/90. Βάσει αυτής της διατάξεως, τα τομεακά σχέδια πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν στοιχεία όσον αφορά την κατάσταση του τομέα και ιδίως «τις υπάρχουσες δυνατότητες των σχετικών επιχειρήσεων».
198. Με το άρθρο 16 του κανονισμού 866/90 τίθενται μέγιστα όρια στη συνολική χορήγηση ενισχύσεως από την Κοινότητα και από τα κράτη μέλη. Από αυτό συνάγεται ότι η συνολική ενίσχυση για ένα σχέδιο μπορεί τελικά να είναι μικρότερη από αυτή για την οποία συντρέχει λόγος να χορηγηθεί.
199. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η συνολική δημόσια ενίσχυση, τόσο υπό απόλυτη όσο και υπό σχετική έννοια, είναι εξαιρετικά ευρεία και αφορά δραστηριότητες σε έναν ευαίσθητο τομέα, όπου υφίσταται πλεονάζουσα ικανότητα και επιπλέον οι συνθήκες ανταγωνισμού είναι ευπρόσβλητες από διαταραχές, πρέπει να παρέχεται, είτε στα τομεακά προγράμματα είτε στις αποφάσεις με τις οποίες χορηγείται η οικεία ενίσχυση, αιτιολογία ως προς το ύψος της χορηγούμενης ενισχύσεως. ράγματι, ακόμη και αν τα σχετικά σχέδια μπορούν ευλόγως να τύχουν συνδρομών από τα διαρθρωτικά ταμεία με τη συναφώς συμπληρωματική εθνική ενίσχυση, αυτό δεν συνεπάγεται, αφεαυτού, ότι για τα σχέδια αυτά μπορεί να χορηγηθεί η μέγιστη επιτρεπτή ενίσχυση. Η παρατήρηση της Επιτροπής ως προς τον έκτο λόγο των αναιρεσειουσών, ότι διασφαλιζόταν πράγματι εντός των ορίων της ποσοστώσεως με σταθερές τιμές εγγυήσεως και εγγυημένη δυνατότητα διαθέσεως η αποδοτικότητα της σχετικής επενδύσεως, θέτει άμεσα το ζήτημα γιατί τότε η επένδυση έπρεπε να στηριχθεί τόσο μαζικά. Ενόψει του πραγματικού κινδύνου σοβαρής διαταραχής του ανταγωνισμού, δεν θα ήταν εν προκειμένω περιττή μια ρητή αιτιολογία.
200. Σε διαφορετική περίπτωση, οι παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων, που εξάλλου συνάδουν πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα του κοινοτικού δικαίου για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, μπορεί παραταύτα να αποδειχθούν ότι αντιβαίνουν προς τη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού-πλαισίου 2052/88 . Με τη διάταξη αυτή, με την οποία τίθεται μια σημαντική αρχή συντονισμού για την κοινοτική πολιτική, είναι ασυμβίβαστη μια μηχανική εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφοι 1 έως 4, στις ανωτέρω εκτεθείσες περιπτώσεις. Χωρίς να θέλω από καμία άποψη να περιορίσω το πεδίο της εκτιμήσεως, φρονώ ότι η Επιτροπή οφείλει στις περιπτώσεις αυτές να αιτιολογεί ρητώς γιατί μια δημόσια ενίσχυση είναι αναγκαία και δικαιολογημένη σε ορισμένη σχετική και απόλυτη έκταση.
201. Από την άποψη αυτή, θεωρώ ανεπαρκή την αιτιολογία που περιέχεται στο έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1996 όσον αφορά την κοινοτική συμβολή και τη συναφή με αυτή συμπληρωματική εθνική συμβολή, διότι ουδόλως προκύπτει από αυτή γιατί, κατά την Επιτροπή, συμβολή περίπου 65 % των συνολικών επιλέξιμων επενδύσεων είναι εν προκειμένω αναγκαία και δικαιολογημένη. Η παράλειψη αυτή καθίσταται πολλώ μάλλον εμφανής, καθόσον η Επιτροπή ακριβώς στον τομέα της ζάχαρης επεμβαίνει, πάντοτε με συνέπεια, κατά των διαταραχών των ευπρόσβλητων συνθηκών ανταγωνισμού σε αυτόν τον τομέα, είτε με κρατικές ενισχύσεις είτε με περιοριστική του ανταγωνισμού συμπεριφορά παραγωγών ζάχαρης .
Ζ - Το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
202. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τις σκέψεις 35 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι στις σκέψεις αυτές διαφαίνεται μια εσφαλμένη νομική αντίληψη, καθόσον το ρωτοδικείο συνάγει με τις σκέψεις αυτές ότι ένα έγγραφο της Επιτροπής, στο οποίο εκτίθεται ότι ατομική ενίσχυση υπάγεται σε υφιστάμενο και ήδη εγκριθέν από την Επιτροπή καθεστώς ενισχύσεων, συνιστά πάντοτε νομική πράξη που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 230 ΕΚ). Η άποψη της Επιτροπής έγκειται στο ότι οι προσφεύγουσες πρωτοδίκως δεν μπορούσαν να έχουν το παραμικρό έννομο συμφέρον προς ακύρωση του εν λόγω εγγράφου της 11ης Ιανουαρίου 1996, καθόσον αυτό αφορά την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 από την ορτογαλική Κυβέρνηση κατά τη χορήγηση ενισχύσεως στην DAI. Δεδομένου ότι το έγγραφο δεν είχε, έναντι της εν λόγω εφαρμογής, καμία απολύτως νομική συνέπεια, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως απόφαση.
203. Η Επιτροπή παραθέτει έξι επιχειρήματα κατά της κρίσεως του ρωτοδικείου στις σκέψεις 35 έως 37.
204. Το πρώτο επιχείρημα περιέχει τον ισχυρισμό ότι οι σκέψεις 35 και 36 είναι ελλιπώς αιτιολογημένες, διότι το ρωτοδικείο εκθέτει στη σκέψη 35 ότι ο λόγος που διατύπωσε η Επιτροπή περί απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτός, ενώ στη σκέψη 36 εκθέτει ότι το ζήτημα του παραδεκτού δεν μπορεί να εξετασθεί σ' αυτό το στάδιο της αποφάσεως.
205. Τα επιχειρήματα από το δεύτερο έως το έκτο αναλύουν λεπτομερέστερα την ήδη προεκτεθείσα βασική άποψη της Επιτροπής, ότι το έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1996 έχει τον χαρακτήρα όχι ατομικής αποφάσεως, αλλ' αντιθέτως ουσιαστικής ανακοινώσεως, καθόσον αφορά την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 στη χορήγηση ενισχύσεως για την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης στο ηπειρωτικό έδαφος της ορτογαλίας. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου μπορεί, κατά την Επιτροπή, να έχει ως συνέπεια ότι τρίτοι ενδιαφερόμενοι μπορούν πάντοτε να προκαλέσουν στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός ήδη εγκριθέντος γενικού καθεστώτος ενισχύσεων την έκδοση «ατομικής αποφάσεως». Αν οι προσφεύγουσες μπορούν στη συνέχεια να στραφούν κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του ρωτοδικείου, αυτό θα ήταν σαν να τους προσφερόταν ένα «τραμπολίνο» προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν την εγκριτική απόφαση στην οποία στηρίζεται η ατομική αυτή απόφαση. Ο τρόπος αυτός ενέργειας, όπως φρονεί η Επιτροπή, δεν συμβιβάζεται με την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι μπορούν να αντλήσουν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, από την έγκριση ενός γενικού καθεστώτος ενισχύσεων .
206. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η σκέψη αυτή στηρίζεται στη φράση «in their view» . Φρονεί ότι αυτό υποδηλώνει εσφαλμένη νομική άποψη περί του ότι προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ρωτοδικείου είναι παραδεκτή απλώς και μόνο βάσει μιας προβαλλόμενης απόψεως ενός προσφεύγοντος διαδίκου.
207. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι στο βαλλόμενο από την Επιτροπή χωρίο της αποφάσεως δεν διαφαίνεται εσφαλμένη νομική θέση. Κατά τη γνώμη τους, η απάντηση ακριβώς στο ερώτημα αν η εν προκειμένω εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 καλυπτόταν από την εγκριτική απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991 είναι καθοριστική για την κρίση του παραδεκτού της κατ' αυτής προσφυγής.
208. Ως προς το επικουρικό αίτημα της Επιτροπής, οι αναιρεσείουσες τονίζουν ότι δεν πιστεύουν ότι το ρωτοδικείο είχε την πρόθεση να πει ότι απλώς και μόνον η άποψη ενός προσφεύγοντος μπορεί να στηρίξει το παραδεκτό του αιτήματος.
2. Εκτίμηση
209. Το πρώτο επιχείρημα της Επιτροπής στηρίζεται σε ανακριβή αντίληψη των σχετικών χωρίων των σκέψεων 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 35, το ρωτοδικείο απορρίπτει τον γενικό ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά των τμημάτων της ατομικής αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 1996 που αφορούν την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90. Στο τέλος της σκέψεως 36, το ρωτοδικείο εξετάζει τον ειδικότερο ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως περί εγκρίσεως είναι απαράδεκτη. Συναφώς, το ρωτοδικείο κρίνει ότι η ένσταση αυτή συνδέεται με το βάσιμο του αιτήματος ακυρώσεως και «θα εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό». ράγματι, περαιτέρω, στις σκέψεις 44 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξετάζεται χωριστά το ειδικό αυτό ζήτημα περί του παραδεκτού. Επομένως, δεν υφίσταται η προβαλλόμενη από την Επιτροπή αντιφατικότητα αυτή αιτιολογία. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
210. Κοινό έρεισμα του δεύτερου έως και του έκτου επιχειρήματος αποτελεί η υποθέση ότι η εν προκειμένω εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις σχετικές προϋποθέσεις που έθεσε η εγκριτική απόφαση.
211. Στη περίπτωση αυτή, από την απόφαση Italgrani προκύπτει ότι η εφαρμογή ενός εγκεκριμένου γενικού καθεστώτος ενισχύσεων, απολύτως συμφώνου με τις συνδεόμενες με αυτό προϋποθέσεις, δεν απαιτεί καμία κοινοποίηση προς την Επιτροπή ούτε ρητή απόφαση εκ μέρους της . Επομένως, ούτε ένα έγγραφο της Επιτροπής, στο οποίο κατά κάποιο τρόπο καταγράφεται η εφαρμογή του οικείου γενικού καθεστώτος ενισχύσεων από τις εθνικές αρχές, συνιστά νομική πράξη προς τον σκοπό παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων, κατά της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου.
212. άντως, αν η υπόθεση από την οποία εκκινεί η Επιτροπή είναι εσφαλμένη ή αν υφίσταται συναφώς εύλογη αμφιβολία, η συλλογιστική δεν ευσταθεί. Αν προέκυπτε ότι η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του νομοθετικού διατάγματος 95/90 έπρεπε σαφώς να κοινοποιηθεί ή αν υφίστατο συναφώς σημαντική ασάφεια μπορεί κάλλιστα μια ανακοίνωση εκ μέρους της Επιτροπής για την εν λόγω εφαρμογή να έχει έννομες συνέπειες. Η ανακοίνωση αυτή μπορεί τότε να εκφράζει σιωπηρά έγκριση της υποκείμενης εξάλλου σε κοινοποίηση ατομικής ενισχύσεως ή σιωπηρά κρίση του ζητήματος αν η ενίσχυση αυτή υπόκειται ή όχι σε κοινοποίηση, σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες έχει εγκριθεί το γενικό καθεστώς ενισχύσεως την εφαρμογή του οποίου συνιστά η ενίσχυση αυτή.
213. Όπως ήδη προείδαμε κατά την εκτίμηση του δεύτερου λόγου των αναιρεσειουσών , είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν, για την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90 κατά τη χορήγηση επενδυντικής ενισχύσεως στην DAI, υφίστατο ή όχι υποχρέωση κοινοποιήσεως και αν έπρεπε ή όχι να αποτελέσει αφορμή για άμεσο έλεγχο βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό επιβάλλει κατ' ουσίαν εκτίμηση των λόγων των αναιρεσειουσών που στρέφονται κατά τμημάτων του εγγράφου της 11ης Ιανουαρίου 1996, τα οποία αφορούν την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος 95/90.
214. Συναφώς, συμμερίζομαι την αντίληψη του ρωτοδικείου, στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «ο πρώτος λόγος περί απαραδέκτου που αντλείται από τη φερόμενη έλλειψη εννόμου συμφέροντος των προσφευγουσών να επιτύχουν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο οποίος στηρίζεται στο επιχείρημα ότι, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, οι επίδικες φοροαπαλλαγές θα διατηρηθούν διότι συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.»
215. άντως, η αιτιολογία του ρωτοδικείου στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να δημιουργήσει παρανοήσεις. Σε αντίθεση προς τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του ρωτοδικείου, φρονώ ότι αποφασιστική σημασία για το απαράδεκτο της προσφυγής δεν έχει καθεαυτό το συμφέρον των αναιρεσειουσών να επιτύχουν ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για τις φοροαπαλλαγές που χορηγήθηκαν στην DAI. Συναφώς, προηγείται το ζήτημα αν πρόκειται ή όχι για την εφαρμογή ενός εγκριθέντος γενικού καθεστώτος ενισχύσεων σύμφωνα με τις συνδεόμενες με αυτό προϋποθέσεις. Το βασικό ζήτημα που πρέπει να ερευνηθεί ως προς το απαράδεκτο είναι επομένως αν η Επιτροπή μπορούσε να κρίνει ότι η εν λόγω ατομική ενίσχυση πληρούσε τις κατά την εγκριτική απόφαση σχετικές προϋποθέσεις, πράγμα που απαιτούσε εξέταση κατ' ουσίαν των λόγων που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες. Ως εκ τούτου, ο προβληθείς από την Επιτροπή λόγος απαραδέκτου έπρεπε να απορριφθεί.
216. Μολονότι - για λόγους διαφορετικούς από της Επιτροπής - θεωρώ όχι απολύτως ορθή την αιτιολογία των σκέψεων 33 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έλλειψη αυτή δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, τέτοιας φύσεως ώστε αυτό να πρέπει να έχει ως συνέπεια ότι το εν προκειμένω τμήμα της αποφάσεως πρέπει να αναιρεθεί. Η απόφαση του ρωτοδικείου να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου συνεπάγεται πράγματι τον εν προκειμένω έλεγχο της εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 95/90 για τη χορήγηση ενισχύσεως στην DAI βάσει των προϋποθέσεων της εγκριτικής αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 1990, από τις οποίες εξαρτώνταν η εν λόγω εφαρμογή.
217. Ως προς τον επικουρικό ισχυρισμό της Επιτροπής, μπορώ να είμαι σύντομος. Στο σχετικό χωρίο της σκέψεως 36, όπου περιέχονται οι επίμαχες λέξεις «in their view», το ρωτοδικείο αναφέρεται στη δυνατότητα να μην εμπίπτουν στην εγκριτική απόφαση οι ενισχύσεις προς την DAI, διότι «δεν συμβιβάζονται με τους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής». Στη γαλλική και ολλανδική μετάφραση χρησιμοποιείται για την εκδοχή αυτή η υποθετική διατύπωση (conditionnel), η οποία σύμφωνα με την έννοια του ισχυρισμού τονίζει τον θεωρητικό της χαρακτήρα. Για τη χρησιμοποίηση των λέξεων «in their view» στην αγγλική γλώσσα διαδικασίας δόθηκε κάποια διαφορετική έμφαση, καθόσον φαίνεται να τονίστηκε η υποκειμενική άποψη ή η εν προκειμένω θέση των αναιρεσειουσών. Αν η εντύπωση αυτή είναι ορθή, συμμερίζομαι τη σχετική αιτίαση της Επιτροπής, διότι η απάντηση στο παραδεκτό ενός αιτήματος ενώπιον δικαστηρίου δεν μπορεί να εξαρτάται από τις υποκειμενικές αντιλήψεις του προσφεύγοντος ως προς τη φερόμενη αντίθεση μιας ενισχύσεως προς τους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, οι λέξεις «in their view» στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να διαγραφούν. Και χωρίς αυτές τις λέξεις εκφράζεται πλήρως ο υποθετικός χαρακτήρας του εν λόγω χωρίου και στη γλώσσα της διαδικασίας.
VI - ρόταση
218. Συνοψίζοντας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος των αναιρεσειουσών είναι βάσιμοι. Τον έκτο λόγο θεωρώ εν μέρει βάσιμο.
Από τους λόγους που διατύπωσε η Επιτροπή κατά των σκέψεων 35 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως θεωρώ βάσιμο τον όλως επικουρικώς προβληθέντα λόγο.
219. Η αναγνώριση του βασίμου του δεύτερου και του τέταρτου λόγος επιβάλλει επανεξέταση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 1996. ρος τούτο, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο ρωτοδικείο.
Κατά το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέλκει η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων.
Με βάση τα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση·
- να αναπέμψει την υπόθεση στο ρωτοδικείο·
- να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy