Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση, το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 , προκειμένου να μπορέσει να ελέγξει αν η απόφαση της κυβερνήσεως και του Υπουργού εριβάλλοντος και Μεταφορών του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, σχετική με τη διαχείριση ορισμένων προς διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως και του οργανισμού για τα ειδικά απόβλητα , της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 , συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο.
2. Η απόφαση αυτή θεσπίζει υποχρεωτικό μηχανισμό για την επεξεργασία ορισμένων αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση. Κατ' ουσίαν, υποχρεώνει τους παραγωγούς και κατόχους επικινδύνων αποβλήτων που είναι εγκατεστημένοι στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης να τα αποστείλουν, προκειμένου να καούν, σε κέντρο επεξεργασίας εξαρτώμενο από το εν λόγω ομόσπονδο κράτος. Επομένως, οι επιχειρηματίες αυτοί στερούνται της δυνατότητας να εξαγάγουν απόβλητα αυτού του είδους σε άλλο κράτος μέλος για να τύχουν επεξεργασίας.
3. Εκτιμώντας ότι δεν είvaι σε θέση να βεβαιώσει κατηγορηματικά ότι η επίδικη απόφαση είναι απολύτως σύμφωνη κατ' αρχήν με το κοινοτικό δίκαιο και, ιδίως, με το άρθρο 29 ΕΚ, ο αιτών δικαστής ερωτά το Δικαστήριο επί του συμβιβαστού της απαγορεύσεως που επιβάλλει η απόφαση με το κοινοτικό δίκαιο.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
Α - Οι κοινοτικές διατάξεις
Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ
4. Η οδηγία αποσκοπεί να εναρμονίσει τις εθνικές νομοθεσίες στο θέμα της διαθέσεως των αποβλήτων. Εκδόθηκε βάσει των άρθρων 100 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρων 94 ΕΚ και 308 ΕΚ). Οι διατάξεις της οδηγίας αυτής τροποποιήθηκαν ιδίως με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 , εκδοθείσα βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 175 ΕΚ).
5. Κατά τα άρθρα 3, 4 και 5, η οδηγία σκοπεί, πρώτον, στην πρόληψη, τη μείωση, την αξιοποίηση και τη χρήση των αποβλήτων· δεύτερον, στην προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος κατά την επεξεργασία των αποβλήτων, είτε αυτά προορίζονται για διάθεση είτε για αξιοποίηση, και, τέλος, στη δημιουργία, σε κοινοτικό και, ει δυνατόν, σε εθνικό επίπεδο, ενός ολοκληρωμένου δικτύου διαθέσεως αποβλήτων.
6. Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο ή σκόπιμο, ώστε να δημιουργηθεί ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, που θα λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει στην Κοινότητα ως σύνολο να καταστεί αυτάρκης στον τομέα της διάθεσης των αποβλήτων και στα κράτη μέλη να τείνουν χωριστά προς τον στόχο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών συνθηκών ή της ανάγκης ειδικών εγκαταστάσεων για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων.
2. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει ακόμη τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, με χρησιμοποίηση των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνολογιών για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.»
7. Το άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως των αποβλήτων για να επιτευχθούν οι στόχοι των άρθρων 3, 4 και 5 και για να καταστεί δυνατή η λήψη μέτρων απαγορευτικών των κινήσεων αποβλήτων που δεν είναι σύμφωνες προς τα εν λόγω σχέδια.
Ο κανονισμός
8. Ο κανονισμός οργανώνει την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών. Εκδοθείς βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης, καταργεί και αντικαθιστά την οδηγία 84/631/ΕΟΚ .
9. Ο τίλος ΙΙ του κανονισμού, «Μεταφορά αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών», περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο Α σχετικό με την εφαρμοστέα διαδικασία για τη μεταφορά των προς διάθεση αποβλήτων. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κεφαλαίου Α ορίζει τα εξής:
«ροκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποίησης και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα, σύμφωνα με τη Συνθήκη, για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις για τις εν λόγω μεταφορές. Τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή που ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη».
B - Οι εθνικές διατάξεις
Οι συναφείς εθνικές διατάξεις
10. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του ομοσπονδιακού νόμου της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 ορίζει τα απόβλητα που προορίζονται για διάθεση και που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως ως «[τ]α απόβλητα των βιομηχανιών ή άλλων οικονομικών επιχειρήσεως ή δημοσίων οργανισμών, τα οποία, λόγω της φύσεως, των ιδιοτήτων ή της ποσότητάς τους, είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνα για την υγεία, τον αέρα ή τα ύδατα, είναι εκρηκτικά ή εύφλεκτα ή τα οποία περιέχουν ή μπορούν να δημιουργήσουν παθογόνους παράγοντες μεταδοτικών ασθενειών».
11. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Gesetz über die Vermeidung und Entsorgung von Abfällen une die Behandlung von Altlasten in Baden-Württemberg (Landesabfallgesetz ), ως είχε στις 15 Οκτωβρίου 1996 , τροποποιηθείς για τελευταία φορά από το άρθρο 4 του νόμου της 16ης Ιουλίου 1998 , ορίζει ότι οι αρχές του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, με τη συνεργασία των παραγωγών και των κατόχων αποβλήτων, δημιουργούν κέντρα επεξεργασίας για τα απόβλητα που προορίζονται για διάθεση και που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως.
12. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του LAbfG επιτρέπει στην κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους να αποφασίζει, με κανονιστική πράξη, ότι οι παραγωγοί και οι κάτοχοι αποβλήτων του είδους αυτού πρέπει να τα προσφέρουν στους υπεύθυνους των κέντρων επεξεργασίας ή στον οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 28 bis, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου.
13. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτη περίοδος, του LAbfG, τα απόβλητα που δεν μπορούν να τύχουν επεξεργασίας στα κέντρα επεξεργασίας κατευθύνονται προς την εγκατάσταση επεξεργασίας που υποδεικνύει ο παραγωγός ή ο κάτοχος των αποβλήτων.
Οι συναφείς διατάξεις της αποφάσεως
14. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του LAbfG, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης εξέδωσε την απόφαση, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1998 .
15. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως διευκρινίζει ότι αρμόδιος φορέας για τις κεντρικές εγκαταστάσεις διαχειρίσεως των προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως είναι η εταιρία SBW Sonderabfallentsorgung Baden-Württemberg GmbH , η οποία ιδρύθηκε το 1973 και το κεφάλαιο της οποίας κατέχει κατά το μεγαλύτερο μέρος το ομόσπονδο κράτος.
16. Ελλείψει κέντρου καύσεως για τα ειδικά απόβλητα στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το ομόσπονδο αυτό κράτος άρχισε να συνεργάζεται με το ομόσπονδο κράτος του Αμβούργου.
17. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως, κέντρα επεξεργασίας είναι, για τα προοριζόμενα για απόθεση απόβλητα, η εγκατάσταση αποθέσεως επικίνδυνων αποβλήτων του Billigheim και, για τα προοριζόμενα για καύση απόβλητα, η εγκατάσταση καύσεως επικίνδυνων αποβλήτων της εταιρίας Abfall-Verwertungsgesellschaft mbH στο Αμβούργο, «στο πλαίσιο των υφισταμένων υποχρεώσεων παραδόσεως» .
18. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως, οι παραγωγοί και οι κάτοχοι προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως, τα οποία παράγονται στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης ή που πρέπει να τύχουν επεξεργασίας, να αποθηκευτούν ή να αποτεθούν εκεί, πρέπει να τα προσφέρουν στον οργανισμό, ο οποίος τα αποστέλλει σε κέντρο επεξεργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως.
19. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως προβλέπει, εντούτοις, εξαιρέσεις στην υποχρέωση αυτή, ιδίως όταν η ποσότητα των προς επεξεργασία αποβλήτων είναι κατώτερη από ορισμένα όρια ή όταν τα απόβλητα διατίθενται υπό ορισμένες συνθήκες στις εγκαταστάσεις των παραγωγών ή των κατόχων αποβλήτων.
20. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«Ο αρμόδιος για τα επικίνδυνα απόβλητα οργανισμός παραδίδει τα προσφερόμενα απόβλητα στην SBW Sonderabfallentsorgung Baden-Württemberg GmbH, προκειμένου να τύχουν διαχειρίσεως στις κεντρικές εγκαταστάσεις, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, εφόσον τα απόβλητα μπορούν να τύχουν διαχειρίσεως στις εγκαταστάσεις αυτές· όσον αφορά την εγκατάσταση καύσεως επικίνδυνων αποβλήτων της Abfall-Verwertungsgesellschaft mbΗ στο Αμβούργο, πρέπει να τηρείται η υποχρέωση παραδόσεως 20 000 τόνων ετησίως. Η εν λόγω εταιρία κατευθύνει τα απόβλητα που της παραδίδονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στις κεντρικές της εγκαταστάσεις.»
21. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως ορίζει ότι τα προσφερόμενα απόβλητα που δεν κατευθύνονται προς ένα από τα δύο προαναφερθέντα κέντρα επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, αποστέλλονται από τον οργανισμό στην εγκατάσταση που υποδεικνύει ο παραγωγός ή ο κάτοχος των αποβλήτων, υπό τον όρο ότι αυτά μπορούν να τύχουν της κατάλληλης επεξεργασίας σύμφωνα με το γερμανικό περιβαλλοντικό δίκαιο.
22. Η υποχρέωση παραδόσεως που μνημονεύεται στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως, συνολικού ετήσιου όγκου 20 000 τόνων στο ειδικό κέντρο καύσεως του Αμβούργου, προκύπτει από τη σύμβαση που συνάφθηκε στις 5 Μα_ου 1994, για δεκαπέντε έτη, μεταξύ των εταιριών SBW και AVG .
Η σύμβαση
23. Κατά το προοίμιο της συμβάσεως αυτής, το ομόσπονδο κράτος του Αμβούργου, στο πλαίσιο συνεργασίας με το ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης, θέτει [στη διάθεση του δευτέρου] μέρος της ικανότητάς του καύσεως για τη διάθεση των ειδικών αποβλήτων που προσφέρει η εταιρία SBW, αντί 1 200 γερμανικών μάρκων (DEM) ανά τόνο καμμένων αποβλήτων. Η καύση πραγματοποιείται στο κέντρο επεξεργασίας της εταιρίας AVG στο Αμβούργο.
24. Η σύμβαση διευκρινίζει ότι ο όγκος των ειδικών αποβλήτων που προσφέρει η εταιρία SBW στην εταιρία AVG προς καύση είναι το πολύ 30 000 τόνοι ετησίως . Η εταιρία SBW δεσμεύεται να παραδίδει στην εταιρία AVG το λιγότερο 20 000 τόνους ετησίως. Η σύμβαση διευκρινίζει, επιπλέον, ότι οι μη παραδοθείσες ποσότητες θα χρεώνονται επίσης κατά το ίδιο τιμολόγιο. ροβλέπεται, εντούτοις, ότι μπορεί να απαιτηθεί η καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στο κόστος της επεξεργασίας της εγγυημένης ελάχιστης ποσότητας . Το ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης οφείλει να παράσχει εγγύηση ύψους 180 εκατομμυρίων DEM για την κάλυψη των ζημιών της [εταιρίας AVG].
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
25. Η εταιρία DaimlerChrysler AG έβαλε κατά της νομιμότητας της αποφάσεως και ζήτησε την ακύρωσή της ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (Γερμανία) με προσφυγή που ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1996.
26. Ισχυρίστηκε, ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ότι η υποχρέωση προσφοράς των ειδικών αποβλήτων, που παράγονται από τα εργοστάσιά της στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης, σε κέντρο καύσεως στο Αμβούργο της στερεί τη δυνατότητα να εξαγάγει τα απόβλητα αυτά προς το Βέλγιο, για να τα διαθέσει με λιγότερο κόστος. Συναφώς, διευκρινίζει ότι η μεταφορά των αποβλήτων μέχρι την εγκατάσταση του Αμβούργου, δηλαδή απόσταση μεταξύ 600 και 800 χιλιομέτρων, συνεπάγεται ετησίως γι' αυτήν πρόσθετο κόστος ύψους 2,2 εκατομμυρίων DEM.
27. ρος στήριξη των αιτημάτων της, η DaimlerChrysler ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση προσφοράς των αποβλήτων στο κέντρο καύσεως της εταιρίας AVG στο Αμβούργο ισοδυναμεί με ποσοτικό περιορισμό των εξαγωγών απαγορευόμενη από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 29 ΕΚ), καθώς και από τις διατάξεις της οδηγίας και του κανονισμού.
28. Το Verwaltungsgerichtshof έκρινε την αίτηση ακυρώσεως αβάσιμη και την απέρριψε με απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1997.
29. Το Bundesverwaltungsgericht, ύστερα από αναίρεση που άσκησε η DaimlerChrysler, επέτρεψε, με απόφαση της 14ης Μα_ου 1998, τη διαδικασία αναιρέσεως λόγω του νομικού ενδιαφέροντος της υποθέσεως.
30. Το Bundesverwaltungsgericht, λόγω αμφιβολιών ως προς το συμβιβαστό της αποφάσεως με το κοινοτικό δίκαιο, αποφάσισε, με απόφαση της 24ης Ιουνίου 1999, να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει η έκφραση "σύμφωνα με τη Συνθήκη" στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 την έννοια ότι, σε περίπτωση που ισχύει γενική απαγόρευση εξαγωγών των προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως, η οποία δικαιολογείται από τις αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποιήσεως και της αυτάρκειας όσον αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων, πρέπει επιπροσθέτως να ελέγχεται αν η απαγόρευση εξαγωγών συνάδει προς το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ιδίως δε προς την απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, που απορρέει από τα άρθρα 28 επ. της Συνθήκης ΕΚ;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αρκεί, εφόσον η απαγόρευση εξαγωγών επιβάλλεται από τον νόμο και αφορά περιορισμένες ποσότητες, ο έλεγχος της νομοθετικής ρυθμίσεως, αυτής καθαυτής, ή πρέπει ο έλεγχος αυτός να διενεργείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία μια σκοπούμενη εξαγωγή απαγορεύεται κατ' εφαρμογήν της νομοθετικής ρυθμίσεως; Εντός του πλαισίου αυτού, επιτρέπεται να "θεσπίζεται", διά της επιβολής υποχρεώσεως προσφοράς σε ημεδαπή εγκατάσταση των προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως, απαγόρευση εξαγωγών ισχύουσα για περίοδο δεκαπέντε ετών, εάν, κατά τον χρόνο της επιβολής της υποχρεώσεως αυτής, η επιδιωκόμενη ασφάλεια όσον αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την ανάληψη από τον υπεύθυνο για τη διαχείριση της εν λόγω εγκαταστάσεως συμβατικής δεσμεύσεως καλύπτουσας την ίδια περίοδο;
3) Επιτρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 στα κράτη μέλη τη θέσπιση ρυθμίσεως η οποία, στο πλαίσιο των εν λόγω υποχρεώσεων προσφοράς των προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως, εξαρτά τη μεταφορά τους προς άλλα κράτη μέλη από την προϋπόθεση να πληροί η σκοπούμενη διάθεση τις απαιτήσεις του δικαίου περιβάλλοντος του κράτους αποστολής;
4) Επιτρέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3 επ. του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 σε κράτος μέλος να επιβάλλει, σε περίπτωση που σκοπείται η διασυνοριακή μεταφορά των προοριζομένων για διάθεση αποβλήτων που χρήζουν ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως, τη διεξαγωγή, πριν από τη διαδικασία κοινοποιήσεως, μιας ειδικής διαδικασίας όσον αφορά την προσφορά και την ανάθεση της διαχειρίσεως των αποβλήτων αυτών;»
ΙΙΙ - Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
31. ριν απαντηθεί το πρώτο ερώτημα, εκτιμώ χρήσιμο να παραθέσω, ώστε να μην επανέλθω, τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που παραθέτει ο αιτών δικαστής, τα οποία δεσμεύουν το Δικαστήριο και επί των οποίων στηρίζεται η συλλογιστική μου. Στη συνέχεια θα διευκρινίσω τη φύση των προβληματισμών του εθνικού δικαστή και τα νομικά προβλήματα επί των οποίων ζητεί να διαφωτισθεί.
Τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που παραθέτει ο αιτών δικαστής
32. ρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν υποδεικνύει το ακριβές είδος των αποβλήτων που παράγει η DaimlerChrysler και για τα οποία πρόκειται εν προκειμένω. Διευκρινίζεται μόνον ότι πρόκειται για «προοριζόμενα για διάθεση απόβλητα χρήζοντα ιδιαιτέρας παρακολουθήσεως». Κατά το άρθρο 41, παράγραφος 1, του ομοσπονδιακού νόμου της 27ης Σεπτεμβρίου 1994, ορίζονται ως τέτοια «τα απόβλητα, τα οποία, λόγω της φύσεως, των ιδιοτήτων ή της ποσότητάς τους, είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνα για την υγεία, τον αέρα ή τα ύδατα, είναι εκρηκτικά ή εύφλεκτα ή τα οποία περιέχουν ή μπορούν να δημιουργήσουν παθογόνους παράγοντες μεταδοτικών ασθενειών». Τα απόβλητα αυτά πρέπει λοιπόν να θεωρηθούν ως επικίνδυνα απόβλητα προς διάθεση, υπό την έννοια της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων , το οποίο, κατά τα λοιπά, δεν αμφισβητείται.
33. Δεύτερον, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, αμφισβητείται η αρχή της απαγορεύσεως εξαγωγής των αποβλήτων αυτών προς κράτη μέλη ή τρίτα κράτη για τη διάθεσή τους. Το άρθρο 9 του LAbfG επιβάλλει, συγκεκριμένα, στους παραγωγούς και στους κατόχους αποβλήτων που είναι εγκατεστημένοι στο ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης να διαθέτουν τα απόβλητα αυτά εντός του εδάφους του ομόσπονδου κράτους. Συναφώς, η απόφαση παραπομπής διευκρινίζει ότι η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης εξέδωσε την απόφαση κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής του LAbfG. Η διατύπωση της αποφάσεως, καθώς και ο σκοπός της, που επιβεβαιώνεται από το ιστορικό πλαίσιο, είναι απαλλαγμένοι αμφισημίας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η υποχρέωση διαθέσεως στα κέντρα επεξεργασίας της Γερμανίας των επικινδύνων αποβλήτων που παράγονται εντός του ομόσπονδου κράτους στοχεύει «να αποφύγει, ή, τουλάχιστον, να περιορίσει την καύση σε εγκαταστάσεις της αλλοδαπής» .
34. Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο σκοπός της απαγορεύσεως που θέτει τόσο η απόφαση όσο και η σύμβαση είναι ουσιαστικά περιβαλλοντικής φύσεως.
Με την απόφασή του περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει, συγκεκριμένα, ότι η εν λόγω απόφαση επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού . Επιπλέον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η αιτούσα, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν με την απόφαση όχι μόνο δικαιολογούνται από εκτιμήσεις οικολογικής φύσεως, αλλά είναι και αναλογικά .
Επίσης, ο αιτών δικαστής διευκρινίζει ότι η σύναψη της συμβάσεως αποσκοπεί, αφενός, στο να «διευκολύνει [...] την επίλυση του καθισταμένου συνεχώς πιεστικότερου προβλήματος της ορθής διαθέσεως των αποβλήτων που παράγονται εντός του ομόσπονδου κράτους» και, αφετέρου, να αντιμετωπίσει το οικονομικό πλαίσιο της εποχής που δεν επέτρεπε τη δημιουργία, σε όλα τα ομόσπονδα κράτη, νέων κέντρων επεξεργασίας και καύσεως υπό περιβαλλοντικώς ορθές και οικονομικώς βιώσιμες συνθήκες .
35. Η εκτίμηση και ο χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών , αφενός, και η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα πραγματικά περιστατικά εν προκειμένω , αφετέρου, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου. Θεωρώ, επομένως, τα στοιχεία αυτά ως δεδομένα.
Η έννοια και το περιεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος
36. Το Bundesverwaltungsgericht εκτιμά ότι η απαγόρευση εξαγωγής των επικίνδυνων αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση, που θέσπισε η επίδικη απόφαση, πρέπει να νοηθεί ως «επιτακτική ανάγκη συνδεόμενη με την προστασία του περιβάλλοντος», υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου . Καταλήγει ότι δεν αντίκειται στα άρθρα 28 ΕΚ επ.
37. Εντούτοις, θεωρεί ότι δεν μπορεί να το βεβαιώσει κατηγορηματικώς . Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι υπάρχει αμφιβολία εφόσον τα μέτρα που υποχρεούνται να λάβουν τα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού, πρέπει να είναι «σύμφωνα με τη Συνθήκη». Ο αιτών δικαστής, επομένως, διερωτάται ως προς την ακριβή έννοια και τη σημασία της φράσεως «σύμφωνα με τη Συνθήκη» στην προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού. Διερωτάται αν η φράση αυτή έχει την έννοια ότι ένα μέτρο που δικαιολογείται από τις αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποιήσεως και της αυτάρκειας πρέπει, επιπλέον, να είναι συμβιβαστό με την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών, όπως την ορίζουν τα άρθρα 28 ΕΚ επ. . Με άλλα λόγια, ο αιτών δικαστής διερωτάται αν, αφού έλεγξε τη συμμόρφωση της επίδικης αποφάσεως με τις αρχές του κοινοτικού περιβαλλοντικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού, και την αναλογικότητα του μέτρου αυτού, πρέπει επιπροσθέτως να επαληθεύσει αν τηρήθηκαν επίσης οι διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ επ.
Απάντηση
38. Η απάντηση στο πρώτο αυτό ερώτημα εξαρτάται από το αν ο κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένο σύστημα μεταφοράς αποβλήτων σε κοινοτικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο στόχος της κοινοτικής κανονιστικής δράσεως, η οποία αποσκοπεί στην προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών έγκειται ακριβώς στο να διασφαλισθεί η δημιουργία και η λειτουργία της κοινής αγοράς. Επομένως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αν η εναρμόνιση πραγματοποιείται με κείμενο παραγώγου δικαίου, το θέμα του συμβιβαστού του λαμβανομένου κατ' εφαρμογή του κειμένου αυτού εθνικού μέτρου προς το άρθρο 28 ΕΚ δεν τίθεται πλέον.
39. Έτσι, η απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993, C-37/92, Vanacker και Lesage , ερεύνησε αν το συμβιβαστό με το κοινοτικό δίκαιο γαλλικού μέτρου, λαμβανομένου κατ' εφαρμογή της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων , έπρεπε να κριθεί μόνον υπό το φως των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας ή έπρεπε, επιπλέον, να κριθεί υπό το φως των σχετικών με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεων της Συνθήκης.
40. Το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι, «εφόσον το ζήτημα της συγκεντρώσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο εναρμονισμένο στο κοινοτικό επίπεδο από την οδηγία, κάθε σχετικό εθνικό μέτρο πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας αυτής και όχι των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης» .
41. Το ερώτημα αν ο κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένο σύστημα μεταφοράς των αποβλήτων σε κοινοτικό επίπεδο τέθηκε με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, στην υπόθεση C-187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου .
42. Στην υπόθεση αυτή, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να κρίνει την επιλογή νομικής βάσεως [κανονισμού] από το Συμβούλιο. Το Κοινοβούλιο ισχυρίστηκε ότι το αντικείμενο και ο σκοπός του κανονισμού αφορούσαν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας και το εξωτερικό εμπόριο αποβλήτων μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών. Συνεπώς, ο κανονισμός έπρεπε να είχε εκδοθεί βάσει των άρθρων 100 Α και 113 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 95 ΕΚ και 133 ΕΚ) και όχι βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης.
43. Μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση του περιεχομένου του κανονισμού και των σκοπών του, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκεινται οι μεταφορές αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών και τις διαδικασίες με τις οποίες χορηγούνται οι άδειες για τις μεταφορές αυτές προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία του περιβάλλοντος και λαμβανομένων υπόψη ορισμένων στόχων που ανάγονται στην πολιτική περιβάλλοντος . Η επιλογή του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης ήταν επομένως βάσιμη .
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, σκοπός του κανονισμού είναι, συγκεκριμένα, η θέσπιση «ενός εναρμονισμένου συστήματος διαδικασιών με τις οποίες μπορεί να περιοριστεί η κυκλοφορία των αποβλήτων, προς τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος» .
44. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση πρέπει να εκτιμηθεί μόνον υπό το φως των διατάξεων του κανονισμού και όχι των άρθρων 28 ΕΚ επ.
45. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού καθιστά δυνατή τη λήψη μέτρων από τα κράτη για την απαγόρευση της μεταφοράς αποβλήτων προκειμένου να εφαρμοσθούν οι αρχές της εγγύτητας και της αυτάρκειας.
46. Η φράση «σύμφωνα με τη Συνθήκη» στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού πρέπει να νοηθεί, κατ' εμέ, ως σημαίνουσα «χωρίς να μπορεί να προσαφθεί στα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που τους παρέχεται ότι παραβαίνουν τη Συνθήκη».
47. Τα προς διάθεση απόβλητα είναι πράγματι εμπορεύματα . Επομένως, πρέπει, κατ' αρχήν, να κυκλοφορούν ελεύθερα. Εντούτοις, μέτρα περιοριστικά ή απαγορευτικά της κυκλοφορίας τους μπορούν να δικαιολογηθούν από την εφαρμογή των αρχών του άρθρου 174, παράγραφος 2, ΕΚ .
48. Οι αρχές της αυτάρκειας και της εγγύτητας αποτελούν εξ ορισμού αρχές που δύσκολα συμφιλιώνονται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, καθόρισε το περιεχόμενο των αρχών αυτών ως εξής: «η αρχή της αποφυγής βλαβών σε βάρος του περιβάλλοντος, με ενέργειες με τις οποίες επιδιώκεται κατά προτεραιότητα η αντιμετώπιση του σχετικού προβλήματος στη βάση του, αρχή η οποία θεσπίζεται όσον αφορά τη δράση της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος με το άρθρο 130 , παράγραφος 2, της Συνθήκης, συνεπάγεται ότι εναπόκειται σε κάθε περιφέρεια, κοινότητα ή άλλη τοπική οντότητα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αποδοχή, την επεξεργασία και τη διάθεση των δικών τους αποβλήτων [αρχή της αυτάρκειας]· επομένως, τα απόβλητα αυτά πρέπει να διατίθενται σε τόπο όσο το δυνατό πλησιέστερο προς τον τόπο της παραγωγής τους, ώστε να περιορίζεται κατά το δυνατό η μεταφορά τους [αρχή της εγγύτητας] ».
49. Η επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως σεβασμού της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όταν λαμβάνουν μέτρα κατ' εφαρμογή κανόνων παραγώγου δικαίου βασιζομένων στις αρχές αυτές, δεν έχει, ως εκ τούτου, κανένα νόημα, εφόσον τα μέτρα αυτά τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
50. Με τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού και την επιλογή της φράσεως «σύμφωνα με τη Συνθήκη», ο κοινοτικός νομοθέτης εκδηλώνει τη βούλησή του να ενισχύσει την προστασία του περιβάλλοντος, την οποία το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «επιτακτική ανάγκη, συνδεόμενη με την προστασία του περιβάλλοντος» , κατ' εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων .
51. Η ερμηνεία που προτείνω για τη φράση «σύμφωνα με τη Συνθήκη», του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου .
52. Ο αιτών δικαστής, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, εκτίμησε το περιεχόμενο του εθνικού μέτρου, το πλαίσιο στο οποίο ελήφθη, τους σκοπούς που επιδιώκει, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του. Κατέληξε ότι η επίδικη απόφαση, θεσπίζοντας την αρχή της διαθέσεως των επικίνδυνων αποβλήτων εντός του εδάφους του κράτους, αφομοίωσε στην εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις του κανονισμού. Κατέληξε επίσης ότι η επίδικη διάταξη σέβεται την αρχή της αναλογικότητας . Δεδομένου ότι το συμβιβαστό του εθνικού μέτρου με τον κανονισμό έχει ήδη ερευνηθεί, δεν χωρεί, επομένως, η έρευνα του συμβιβαστού με τα άρθρα 28 ΕΚ επ.
53. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κράτος μέλος που λαμβάνει εθνικό μέτρο, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η εξαγωγή των προς διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων, προκειμένου να τηρηθούν, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού, οι αρχές της αυτάρκειας και της εγγύτητας, παραμένει εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχει ο κανονισμός.
54. Ορισμένοι διάδικοι έθεσαν το ερώτημα του συμβιβαστού της επίδικης αποφάσεως με το άρθρο 176 ΕΚ.
55. Το άρθρο 176 ΕΚ επιτρέπει, συγκεκριμένα, στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα περισσότερο προστατευτικά του περιβάλλοντος από εκείνα του κοινοτικού δικαίου. Με την απόφαση της 25ης Ιουνίου 1998, C-203/96, Dusseldorp κ.λπ. , το Δικαστήριο διευκρίνισε, εντούτοις, ότι τα κράτη μέλη, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 176 ΕΚ, πρέπει να τηρούν τις διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ επ.
56. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι αρμόδιες γερμανικές αρχές άσκησαν απλώς το δικαίωμα που τους παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί, επομένως, μέτρο ενισχυμένης προστασίας του άρθρου 176 ΕΚ. Η έρευνα του συμβιβαστού της επίδικης αποφάσεως με το άρθρο 176 ΕΚ είναι, επομένως, άνευ αντικειμένου.
57. Συμπερασματικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστή ότι η νομιμότητα εθνικού μέτρου λαμβανομένου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού πρέπει να εκτιμάται μόνον υπό το φώς των διατάξεων του κανονισμού και όχι των άρθρων 28 ΕΚ επ. Η φράση «σύμφωνα με τη Συνθήκη» του άρθρου 4 πρέπει να ερμηνεύεται ως επιτρέπουσα ρητώς και κατά τρόπο συνάδοντα προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα εθνικά μέτρα που στηρίζονται στις αρχές της εγγύτητας και της αυτάρκειας, μέτρα αναγόμενα στην προστασία του περιβάλλοντος.
IV - Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
58. Το δεύτερο ερώτημα τίθεται επικουρικώς, μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Δεδομένης της απαντήσεως που δίδεται στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.
V - Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
59. Με το τρίτο ερώτημα, ο αιτών δικαστής ερωτά αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται ως επιτρέπον στα κράτη μέλη τη λήψη εθνικών μέτρων που εξαρτούν τη μεταφορά επικίνδυνων προς διάθεση αποβλήτων προς άλλα κράτη μέλη από την προϋπόθεση η σκοπούμενη διάθεση εντός του κράτους μέλους προορισμού να τηρεί τα κριτήρια του κράτους μέλους αποστολής σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος.
60. Ο αιτών δικαστής διευκρινίζει ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία καθιστά δυνατό στον οργανισμό να απαγορεύει τη μεταφορά αποβλήτων προς κέντρο επεξεργασίας ευρισκόμενο εντός άλλου κράτους μέλους ακόμα και όταν:
- το κέντρο αυτό πληροί τα κριτήρια που θέτει το εθνικό περιβαλλοντικό δίκαιο του κράτους μέλους προορισμού και αυτά του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, όταν υπάρχουν, και
- ο οργανισμός δεν είναι σε θέση να κατευθύνει τα απόβλητα αυτά προς ένα από τα κέντρα που βρίσκονται στη Γερμανία,
εφόσον τα κριτήρια που πληροί το κράτος μέλος προορισμού σχετικά με την επεξεργασία των αποβλήτων δεν είναι αυτά του γερμανικού κράτους.
61. ροκειμένου να προτείνω μια απάντηση χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, θα εξετάσω το ερώτημα που τέθηκε εντός του προαναφερθέντος πλαισίου.
Απάντηση
62. Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να περιορίζουν ή να απαγορεύουν τη μεταφορά αποβλήτων εντός της Κοινότητας είναι εναρμονισμένες. Συνεπώς, η μεταφορά αποβλήτων εντός της Κοινότητας μπορεί να απαγορευθεί ή να περιορισθεί μόνο για τους λόγους που μνημονεύονται ρητώς στον κανονισμό.
63. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία β_ και γ_, του κανονισμού, οι εναντιώσεις στη σκοπούμενη μεταφορά βασίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.
64. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής μπορούν να εναντιωθούν στη σκοπούμενη μεταφορά:
- προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποιήσεως και της αυτάρκειας ·
- σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εγκατάσταση πρέπει να διαθέσει απόβλητα από πλησιέστερη πηγή και η αρμόδια αρχή έχει δώσει προτεραιότητα στα απόβλητα αυτά ·
- προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι μεταφορές είναι σύμφωνες με τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων ·
- αν η σκοπούμενη μεταφορά αντίκειται προς τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές υποχρεώσεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας ή αν αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν συναφθεί από το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ·
- αν ο κοινοποιών ή ο παραλήπτης έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για παράνομη διακίνηση· στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να αρνηθεί όλες τις μεταφορές στις οποίες είναι αναμεμειγμένο το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία .
65. Τόσο από τη διατύπωση των συναφών διατάξεων του κανονισμού όσο και από την οικονομία του και τον σκοπό του, προκύπτει ότι οι εναντιώσεις στη μεταφορά αποβλήτων εντός της Κοινότητας σκοπεύουν κατ' ουσία να καταστήσουν δυνατό στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τη μεταφορά και τη διάθεση των αποβλήτων κατά τρόπο υγιή και ασφαλή για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον .
66. Από την αιτιολογία της απαγορεύσεως της σκοπούμενης μεταφοράς, όπως είναι αυτή της επίδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται. Το εθνικό αυτό μέτρο απαγορεύει τη σκοπούμενη μεταφορά ακόμα και αν η μεταφορά ή οι προϋποθέσεις διαθέσεως των αποβλήτων συνάδουν με τις συναφείς κοινοτικές διατάξεις. Το επίδικο εθνικό νομοθέτημα καθιστά επίσης δυνατό στον οργανισμό να εναντιώνεται στη μεταφορά, ενώ αδυνατεί να κατευθύνει τα οικεία απόβλητα σε ένα από τα κέντρα επεξεργασίας εντός γερμανικού εδάφους και ενώ δεν προσάπτει στην εγκατάσταση του κράτους μέλους προορισμού ότι διαθέτει τα επικίνδυνα απόβλητα κατά τρόπο επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή επιβλαβή για το περιβάλλον.
67. Επιπλέον, αδυνατώ να θεωρήσω την εν λόγω εθνική διάταξη ως ενισχυμένη προστατευτική ρήτρα του άρθρου 176 ΕΚ . Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης μπορεί να κάνει χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο αυτό μόνον εφόσον τηρεί τις επιταγές του νομοθετήματος αυτού. Τούτο προϋποθέτει, όπως είδαμε , ότι τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ επ. και η αρχή της αναλογικότητας. Εν προκειμένω, αυτό προδήλως δεν συντρέχει, αφού η επίδικη απόφαση απαγορεύει κατ' αρχήν την εξαγωγή των προς διάθεση αποβλήτων προς τα κράτη μέλη.
68. Συμπερασματικώς, βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο ερώτημα την ακόλουθη απάντηση: το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται ως απαγορεύον εθνικό μέτρο που εξαρτά τη μεταφορά αποβλήτων προς άλλα κράτη μέλη από την προϋπόθεση η διάθεσή τους να λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τα κριτήρια του κράτους αποστολής σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος όταν τα κριτήρια που θεσπίζει η συναφής νομοθεσία των κρατών μελών προορισμού δεν δημιουργούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον.
VI - Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
69. Το ερώτημα αυτό του αιτούντος δικαστή αφορά την ερμηνεία των άρθρων 3 επ. του κανονισμού. Ζητεί πολύ συγκεκριμένα από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν τα άρθρα αυτά επιτρέπουν σε κράτος μέλος να εφαρμόσει, πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας κοινοποιήσεως του κανονισμού, ιδία διαδικασία, σχετική με την προσφορά και τον προορισμό των αποβλήτων, στη μεταφορά μεταξύ κρατών μελών αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση.
70. Σύμφωνα με τον αιτούντα δικαστή, η διαδικασία που θεσπίζει η απόφαση δεν εντάσσεται στην κοινοτική διαδικασία κοινοποιήσεως. Κατ' αυτόν, η απόφαση θεσπίζει μια διαδικασία που υποχρεώνει τον επιχειρηματία που επιθυμεί να μεταφέρει απόβλητα για να τα διαθέσει σε άλλο κράτος μέλος να ακολουθήσει την εθνική διαδικασία που θεσπίζει η απόφαση. Μόνον αν δεν χωρεί αποστολή προς τις σχετικές εθνικές εγκαταστάσεις μπορεί ο επιχειρηματίας να ακολουθήσει τη διαδικασία κοινοποιήσεως των άρθρων 3 επ. του κανονισμού.
Απάντηση
71. Όπως ήδη ανέφερα, το πλαίσιο εν προκειμένω είναι αίτηση μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων προοριζομένων για διάθεση προς άλλο κράτος μέλος.
72. Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός ρυθμίζει εξαντλητικώς την εφαρμοστέα στις ενδοκοινοτικές μεταφορές αποβλήτων διαδικασία.
73. Τα άρθρα 3 έως 5 του κανονισμού καθορίζουν τις διαφορετικές διατυπώσεις που πρέπει να τηρηθούν από τον αιτούντα και από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να μεταφερθούν απόβλητα που προορίζονται για διάθεση προς ένα κράτος μέλος.
74. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού, ο κοινοποιών πρέπει πρώτα να απευθυνθεί στην αρχή του κράτους προορισμού και να ενημερώσει σχετικώς την αρχή του κράτους αποστολής· πρέπει να παράσχει σειρά πληροφοριών σχετικών με τη φύση των αποβλήτων, το ακολουθητέο δρομολόγιο, τη μεταφορά αυτή καθ' αυτήν, τον παραλήπτη των αποβλήτων, τις ενέργειες διαθέσεως και τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του παραλήπτη σύμβαση .
75. Το άρθρο 4 του κανονισμού καθορίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατό στις αρμόδιες αρχές του κράτους προορισμού ή αποστολής να εναντιωθούν στη σκοπούμενη μεταφορά.
76. Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού διευκρινίζει ότι «[η] μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον αφού ο κοινοποιών λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή προορισμού».
77. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε ένα ολοκληρωμένο και εναρμονισμένο σύστημα όσον αφορά τόσο τις πληρωτέες προϋποθέσεις όσο και την ακολουθητέα διαδικασία για τη μεταφορά αποβλήτων προς τα κράτη μέλη. Η πρόθεσή του είναι, επομένως, να μη θεσπίσουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών αποστολής και προορισμού παράλληλες διαδικασίες ή να μην επιβάλουν πρόσθετες προϋποθέσεις.
78. Από την οικονομία και τη διατύπωση των διατάξεων αυτών εμφαίνεται εξάλλου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε να θέσει την αρχή του δικαιώματος προς μεταφορά σε συνδυασμό με την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων. Η εναντίωση στη μεταφορά νοείται ως εξαίρεση από τον κανόνα αυτό.
79. Όμως, η επίδικη απόφαση θεσπίζει αντίστροφο μηχανισμό. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις αυτές, ο επιχειρηματίας που επιθυμεί να μεταφέρει τα απόβλητα που παράγει για να τα διαθέσει σε άλλο κράτος μέλος πρέπει, προηγουμένως, να απευθυνθεί σε αρχή του κράτους αποστολής προκειμένου να αποστείλει τα απόβλητα αυτά σε εθνική εγκατάσταση. Μόνον αν δεν επιτραπεί η αποστολή αυτή, μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του προς μεταφορά.
80. Τέτοιος μηχανισμός είναι προδήλως ασύμβατος με την εναρμονισμένη κοινοτική διαδικασία.
81. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο ερώτημα την απάντηση ότι τα άρθρα 3 επ. του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύονται ως απαγορεύοντα εθνικό μέτρο που εξαρτά τη διαδικασία κοινοποιήσεως που θεσπίζει ο κανονισμός, για τη μεταφορά αποβλήτων προς κράτη μέλη, από προηγούμενη ιδία εθνική διαδικασία, σχετική με την προσφορά και τον προορισμό των αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση.
ρόταση
82. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε το Bundesverwaltungsgericht:
«1) Η νομιμότητα εθνικού μέτρου λαμβανομένου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους πρέπει να εκτιμάται μόνον υπό το φως των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού και όχι των άρθρων 28 ΕΚ. Η φράση "σύμφωνα με τη Συνθήκη" του προαναφερθέντος άρθρου 4 πρέπει να ερμηνεύεται ως επιτρέπουσα ρητώς και κατά τρόπο συνάδοντα προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα εθνικά μέτρα που στηρίζονται στις αρχές της εγγύτητας και της αυτάρκειας.
2) Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 259/93 πρέπει να ερμηνεύεται ως απαγορεύον εθνικό μέτρο που εξαρτά τη μεταφορά αποβλήτων προς άλλα κράτη μέλη από την προϋπόθεση η διάθεσή τους να λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τα κριτήρια του κράτους αποστολής σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος όταν τα κριτήρια που θεσπίζει η συναφής νομοθεσία των κρατών μελών προορισμού δεν δημιουργούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον.
3) Τα άρθρα 3 επ. του κανονισμού 259/93 πρέπει να ερμηνεύονται ως απαγορεύοντα εθνικό μέτρο που εξαρτά τη διαδικασία κοινοποιήσεως που θεσπίζει ο κανονισμός για τη μεταφορά αποβλήτων προς κράτη μέλη από προηγούμενη ιδία εθνική διαδικασία, σχετική με την προσφορά και τον προορισμό των αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση.»
Full & Egal Universal Law Academy