Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στις 2 Ιουνίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/536/ΕΚ, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ιταλία υπέρ της Seleco SpA (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Η απόφαση αυτή διαπιστώνει την ύπαρξη παράνομων ενισχύσεων ασυμβίβαστων προς την κοινή αγορά, οι οποίες και πρέπει να ανακτηθούν.
2. Η Ιταλική Κυβέρνηση άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C-328/99) κατά της αποφάσεως αυτής. Η SIM 2 Multimedia SpA (στο εξής: SIM 2 Multimedia) άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της ίδιας αποφάσεως (υπόθεση Τ-195/99). Το Πρωτοδικείο απέσχε από την εκδίκαση αυτής της υποθέσεως με διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 2000 και την παρέπεμψε στο Δικαστήριο. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Οκτωβρίου 2000 με τον αριθμό C-399/00. Δεδομένου ότι οι δύο υποθέσεις είναι συναφείς, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, με διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2001, να τις ενώσει.
3. Στις συνεκδικαζόμενες αυτές υποθέσεις, η διαφορά αφορά την ερμηνεία της αρχής του ιδιώτη επενδυτή κατά την εκτίμηση των κρατικών ενισχύσεων και τη δυνατότητα αναζητήσεως των ενισχύσεων έναντι της επιχειρήσεως η οποία συνέχισε εν μέρει, με μέρος των περιουσιακών στοιχείων, τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως που είχε αρχικά λάβει αυτές τις ενισχύσεις.
ΙΙ - Νομικά και πραγματικά περιστατικά
Τα ενδιαφερόμενα μέρη
4. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτής της υποθέσεως είναι η Seleco SpA (στο εξής: Seleco) ως λήπτρια των ενισχύσεων, δύο δημόσιοι οργανισμοί, δηλαδή η Friulia SpA (στο εξής: Friulia) και η Ristrutturazione Elettronica SpA (στο εξής: REL) ως παρέχουσες τις ενισχύσεις, και η SIM 2 Multimedia, η οποία ιδιαιτέρως πλήττεται από την υποχρέωση αναζητήσεως που επιβλήθηκε στην Ιταλική Κυβέρνηση με την προσβαλλόμενη απόφαση.
5. Η Seleco ασκούσε - μέχρι της πτωχεύσεώς της, που κηρύχθηκε στις 7 Απριλίου 1997 - τις δραστηριότητές της στην αγορά ηλεκτρονικών ειδών ευρείας καταναλώσεως, ειδικότερα δε στους τομείς των εγχρώμων τηλεοράσεων, των αποκωδικοποιητών κρυπτογραφημένων προγραμμάτων (τομέας συνδρομητικής τηλεοράσεως) και των προϊόντων επαγγελματικής χρήσεως (μηχανήματα προβολής εικόνων βίντεο και μόνιτορ). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών πριν από την πτώχευσή της, η Seleco ελάμβανε τακτικά κρατικές ενισχύσεις. Η παρούσα υπόθεση αφορά ενισχύσεις του 1994 και του 1996.
6. Η Multimedia συστάθηκε το 1995. Τον Μάρτιο του 1996, οι αποδοτικότερες δραστηριότητες της Seleco (μηχανήματα προβολής εικόνων βίντεο και μόνιτορ) συγκεντρώθηκαν εντός της Multimedia η οποία και κατέστη η Seleco Multimedia Srl. Τότε τις μετοχές κατείχε η Seleco κατά 100 %. Τον Ιούλιο του 1996, το 33,33 % των μετοχών πωλήθηκαν στην Italtel και το 33,33 % στη Friulia. Το απομένον 33,33 % μεταβιβάστηκε σε εταιρία που ανήκε στον όμιλο Seleco. Το πακέτο μετοχών Seleco Multimedia Srl, με το οποίο η Seleco ασκούσε τον έλεγχο μέσω αυτής της εταιρίας, πωλήθηκε σε μια άλλη ιδιωτική επιχείρηση κατά την αναγκαστική εκποίηση που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1997. Η εταιρική επωνυμία αυτής της επιχειρήσεως είναι σήμερα SIM 2 Multimedia.
7. Οι πράξεις που χαρακτηρίζονται από την Επιτροπή ως κρατικές ενισχύσεις διενεργήθηκαν από τη Friulia και τη REL.
8. Η Friulia είναι μια χρηματοδοτική εταιρία εξ ολοκλήρου ελεγχόμενη από την περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, η οποία είναι επιφορτισμένη με την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως αυτής της περιφέρειας.
9. Η REL ελέγχεται από το Υπουργείο Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας. Η δημόσια αυτή εταιρία, που συστάθηκε το 1992, είχε ως αποστολή την αναδιοργάνωση του τομέα ηλεκτρονικών ειδών ευρείας καταναλώσεως μέσω συστάσεως εταιριών, αναλήψεως συμμετοχών και χρηματοδοτήσεων υπέρ των επιχειρήσεων στις οποίες συμμετείχε. Όπως προκύπτει, είχε ζητήσει, επ' ευκαιρία προηγουμένων διαδικασιών στον τομέα των ενισχύσεων, από την Ιταλική Κυβέρνηση να προβεί στην εκκαθάριση της REL. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη δέσμευση των ιταλικών αρχών να εκχωρήσει σε ιδιώτες μετόχους τα συμφέροντα που έχει στις επιχειρήσεις του τομέα πριν από τα τέλη του 1995. Στην απόφαση αυτή της 20ής Μα_ου 1992 (ΕΕ C 166, σ. 6) εκτίθεται συγχρόνως ότι δεν θα δοθεί εφεξής καμία έγκριση για νέες ενισχύσεις.
Αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως
10. Κατά τα τέλη του 1993, οι ζημίες της Seleco είχαν ανέλθει μέχρι τέτοιου σημείου ώστε οι τότε μέτοχοι (η ιδιωτική εταιρία Sofin, η Friulia και η REL που κατείχαν αντιστοίχως 37 %, 3,7 % και 59,3 %) αναγκάστηκαν συνεπεία της ιταλικής νομοθεσίας να επιλέξουν μεταξύ της εκκαθαρίσεως και της μέσω μειώσεώς του ανασυστάσεως του κεφαλαίου της. Πράγματι, το σύνολο των ζημιών υπερέβαινε σημαντικά το εταιρικό κεφάλαιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι μέτοχοι επέλεξαν σε ένα πρώτο στάδιο την εκκαθάριση, κατόπιν δε, ύστερα από παρέμβαση των ιταλικών αρχών που προκλήθηκε από την κοινωνική αναταραχή που δημιούργησε η απόφαση περί εκκαθαρίσεως, επέλεξαν τελικά να προβούν στην ανασύσταση του κεφαλαίου της. Η παρέμβαση των δημοσίων αρχών σκοπούσε στο να καλύψει η REL το σύνολο των ζημιών που υπερέβαιναν το εταιρικό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένου του μέρους που θα έπρεπε να καλυφθεί από τους άλλους μετόχους, και στο να ανασυστήσουν οι μέτοχοι αυτοί το κεφάλαιο της Seleco. Η REL παρέσχε τη συγκατάθεσή της υπό τον όρον ότι οι άλλοι μέτοχοι θα αποκαθιστούσαν το κεφάλαιο. Η συμφωνία που επήλθε μεταξύ της REL και των άλλων μετόχων επισημοποιήθηκε με οδηγία του ιταλικού Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία κοινοποιήθηκε στη συνέχεια στην εταιρία. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η REL εγκατέλειψε εν μέρει τις αξιώσεις που είχε έναντι της Seleco (16,8 δισεκατομμύρια ITL, επί συνόλου 82 δισεκατομμυρίων), η Friulia συνεισέφερε 13 δισεκατομμύρια ITL (7 δισεκατομμύρια νέου κεφαλαίου και μετατροπή δανείου 6 δισεκατομμυρίων ITL σε μετοχές της Seleco), η Sofin συνεισέφερε 19 δισεκατομμύρια ITL, το δε υπόλοιπο ποσό των 10,5 δισεκατομμυρίων καλύφθηκε από ένα όμιλο τραπεζών.
11. Μετά τα μέτρα αυτά, το νέο κεφάλαιο κατανεμόταν ως εξής: για τη Sofin 42,64 %, για τη Friulia 28,89 %, για τις δημόσιες και ιδιωτικές τράπεζες 23,3 % και για τους μισθωτούς 5,13 %.
12. Το 1994 και το 1995, η Seleco εμφάνιζε ακόμη σοβαρές ζημίες που είχαν ως αποτέλεσμα, για άλλη μια φορά, στα τέλη του 1995, να υποχρεωθεί να επιλέξει μεταξύ της εκκαθαρίσεως και της μέσω μειώσεως ανασυστάσεως του κεφαλαίου. Αποφασίστηκε για μια ακόμη φορά να πραγματοποιηθεί ανασύσταση του κεφαλαίου. Ένας νέος μέτοχος, η εταιρία Sorec εισέφερε 28,8 δισεκατομμύρια ITL. Επιπλέον, η REL εγκατέλειψε το εναπομένον χρέος των 65,2 δισεκατομμυρίων αντί ποσού 20 δισεκατομμυρίων ITL. Πάντως, η Seleco, δεδομένου ότι αυτό δεν αρκούσε ακόμη για να σωθεί - από νομικής απόψεως - εξέδωσε ομολογιακό δάνειο (που καλύφθηκε από όμιλο δημοσίων και ιδιωτικών τραπεζών), η Friulia παρέσχε μετατρέψιμο δάνειο 12 δισεκατομμυρίων ITL και, τέλος, τα δύο τρίτα της Multimedia Srl που κατείχε η Seleco πωλήθηκαν αντί ποσού 20 δισεκατομμυρίων ITL.
13. Κατόπιν αυτής της ανασυστάσεως του κεφαλαίου η κατανομή εμφανιζόταν ως ακολούθως: η Sorec 87,91 %, η Sofin 5,22 %, η Friulia 3,49 %, οι τράπεζες 2,82 % και οι μισθωτοί 0,56 %.
14. Η Seleco κηρύχθηκε τελικώς σε πτώχευση στις 17 Απριλίου 1997. Ο σύνδικος της πτωχεύσεως άσκησε αγωγή για την ακύρωση της εκ μέρους της Seleco εξαγοράς του απομένοντος χρέους των 65,2 δισεκατομμυρίων ITL, που αυτή είχε προς τη REL, αντί ποσού 20 δισεκατομμυρίων ITL. Το δικαστήριο ακύρωσε τον προνομιακό χαρακτήρα του χρέους των 13 δισεκατομμυρίων της Seleco προς τη Friulia. Η Friulia έλαβε ως αντιστάθμισμα 1 δισεκατομμύριο ITL χάνοντας το ενέχυρο επί των τεσσάρων βιομηχανικών σημάτων της Seleco που της είχαν δοθεί ως εγγύηση.
Η προσβαλλομένη απόφαση
15. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1994, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Στις 10 Οκτωβρίου 1994, η Επιτροπή πληροφόρησε επισήμως τις ιταλικές αρχές για την κίνηση της διαδικασίας. Αφορμή για την κίνηση της διαδικασίας αυτής ήταν το ότι η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Seleco, η οποία είχε αποτελέσει αρχικώς το αντικείμενο κοινοποιήσεως από την αυτόνομη περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, είχε ήδη εφαρμοστεί και ότι η REL είχε εν μέρει παραιτηθεί από τις απαιτήσεις της έναντι της Seleco συνεπεία συμφωνίας που συνήφθη το 1994 προς τον σκοπό καλύψεως των ζημιών που αφορούν τη χρήση 1993. Η Επιτροπή, μέσω δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της 29ης Δεκεμβρίου 1994, κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή διεύρυνε τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Αφορμή γι' αυτό ήταν το ότι πληροφορήθηκε από τον Τύπο ότι εν τω μεταξύ είχαν ληφθεί νέα μέτρα ενισχύσεων υπέρ της Seleco. Επιπλέον, η Επιτροπή ήθελε να εξετάσει εγγύτερα την ανάληψη μέρους των μετοχών της Seleco Multimedia από τη Friulia και την Italtel. Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1998, η Ιταλική Κυβέρνηση ενημερώθηκε συναφώς. Στην Επίσημη Εφημερίδα της 20ής Μα_ου 1998, οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι κλήθηκαν να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.
16. Η Επιτροπή εξέτασε τα ακόλουθα μέτρα:
- τη μερική παραίτηση της REL από τις απαιτήσεις της έναντι της Seleco (16,8 δισεκατομμύρια ITL επί συνολικώς 82 δισεκατομμυρίων το 1994)·
- τη μετατροπή απαιτήσεων ύψους 6 δισεκατομμυρίων ITL σε μετοχές της Seleco και την εισφορά νέου κεφαλαίου ύψους 7 δισεκατομμυρίων ITL από τη Friulia στο πλαίσιο της ανασυστάσεως του κεφαλαίου που επήλθε το 1994·
- τη συμμετοχή ομίλου τραπεζών στην ανασύσταση του κεφαλαίου της Seleco από το 1994 με 10,5 δισεκατομμύρια ITL·
- την εξαγορά, τον Ιούλιο του 1996, αντί 20 δισεκατομμυρίων ITL του εναπομένοντος χρέους των 66 δισεκατομμυρίων ITL που είχε ακόμη έναντι της REL·
- το μετατρέψιμο δάνειο ύψους 12 δισεκατομμυρίων ITL που χορήγησε τον Απρίλιο του 1996 η Friulia, με εγγύηση τα τέσσερα βιομηχανικά σήματα της Seleco, για περίοδο πέντε ετών με επιτόκιο 7 %·
- το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο ύψους 12 δισεκατομμυρίων ITL που χορήγησε το 1996 ένας όμιλος τραπεζών, κατά το πλείστον ιδιωτικών, για περίοδο τεσσάρων ετών και δέκα μηνών με επιτόκιο 5 %·
- την αγορά από τη Friulia και την Italtel, αντιστοίχως, του ενός τρίτου των μετοχών της εταιρίας Multimedia αντί ποσού 10 δισεκατομμυρίων ITL η κάθε μία.
17. Όσον αφορά τη συμμετοχή του ομίλου των τραπεζών, η Επιτροπή διαπίστωσε, αφενός, ότι επρόκειτο εν μέρει για ιδιωτικές τράπεζες η παρέμβαση των οποίων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και, αφετέρου, ότι η παρέμβασή τους ήταν αναπόφευκτη και σκοπούσε ιδίως στην εξασφάλιση των απαιτήσεών τους και ότι το ίδιο συνέβαινε με τις δημόσιες τράπεζες που είχαν επιβάλει τους ίδιους όρους (μέτρα του 1996) με τις ιδιωτικές τράπεζες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα εν λόγω μέτρα δεν θεωρήθηκαν ενισχύσεις.
18. Η Επιτροπή κατέληξε επίσης ότι οι επενδύσεις της Friulia και της Italtel εντός της Multimedia δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Συναφώς, κάποια επίδραση άσκησε το γεγονός ότι η Italtel (50 % των μετοχών της οποίας κατείχε η Siemens και 50 % η δημόσια επιχείρηση Stet) όφειλε να λάβει τη σύμφωνη γνώμη του ιδιώτη μετόχου της και ότι επρόκειτο για συμμετοχή μιας επιχειρήσεως που δραστηριοποιούνταν σε ένα ιδιαίτερα δυναμικό και πολλά υποσχόμενο τομέα.
19. Όσον αφορά τα άλλα μέτρα που μνημονεύονται ανωτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι συνιστούσαν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
20. Το διατακτικό της αποφάσεως, καθόσον έχει σημασία εν προκειμένω, έχει ως ακολούθως:
«Οι ακόλουθες κρατικές ενισχύσεις που έθεσε σε εφαρμογή η Ιταλία υπέρ της Seleco SpΑ δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:
α) η μερική παραίτηση, εκ μέρους της Ristrutturazione Elettronica SpΑ, από απαιτήσεις 16,8 δισεκατομμυρίων ITL επί συνολικών απαιτήσεων ύψους 82 δισεκατομμυρίων ITL το 1994·
β) η εξαγορά, εκ μέρους της Seleco SpΑ, των υπολειπόμενων απαιτήσεων της Ristrutturazione Elettronica SpΑ ύψους 65,2 δισεκατομμυρίων ITL έναντι καταβολής τιμήματος 20 δισεκατομμυρίων ITL το 1996·
γ) η μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο, εκ μέρους της Friulia SpΑ, δανείου ύψους 6 δισεκατομμυρίων ITL που χορήγησε η εν λόγω εταιρεία το 1992·
δ) η εισφορά νέου κεφαλαίου ύψους 7 δισεκατομμυρίων ITL από τη Friulia SpΑ το 1994·
ε) η χορήγηση το 1996, εκ μέρους της Friulia SpΑ, μετατρέψιμου δανείου ύψους 12 δισεκατομμυρίων ITL με επιτόκιο 7 % επί ενεχύρω τεσσάρων βιομηχανικών σημάτων της Seleco SpΑ.»
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Η Ιταλία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αναζήτηση των αναφερομένων στο άρθρο 1 ενισχύσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν παράνομα στους αποδέκτες, από τη Seleco SpΑ και, δευτερευόντως, για το μέρος των ενισχύσεων που δεν θα καταστεί δυνατό ενδεχομένως να αναζητηθεί από τη Seleco SpA, από την εταιρεία Seleco Multimedia Srl και από κάθε άλλη επιχείρηση υπέρ της οποίας πραγματοποιήθηκαν μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κατά τρόπον ώστε να καταστεί ατελέσφορη η παρούσα απόφαση.»
21. Η Επιτροπή χαρακτήρισε ως ενισχύσεις τα μέτρα που μνημονεύονται στο άρθρο 1 της αποφάσεώς της λόγω του γεγονότος ότι τόσο η παρέμβαση της Friulia όσο και αυτή της REL δεν συνάδουν προς την παρέμβαση ενός συνήθους ιδιώτη επενδυτή. Η Επιτροπή εκτίμησε επίσης τα μέτρα αυτά από πλευράς των κριτηρίων των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων , προκειμένου να κρίνει αν η ενίσχυση μπορούσε να τύχει της εξαιρέσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, ΕΚ και αποφάσισε ότι τα κριτήρια αυτά δεν είχαν τηρηθεί. Επομένως, πρόκειται για ενισχύσεις που δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
22. Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτά τα μέτρα ενισχύσεως ήταν παράνομα και κατά συνέπεια ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά, ζήτησε την επιστροφή των ενισχύσεων. Αποφάσισε επιπλέον ότι, καθόσον η ενίσχυση δεν μπορούσε, ή δεν μπορούσε πλήρως, να επιστραφεί από τη Seleco, θα έπρεπε να επιστραφεί από τη Seleco Multimedia.
23. Όσον αφορά αυτό το μέρος του διατακτικού της αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, προκειμένου να μη χάσει η απόφαση την πρακτική της αποτελεσματικότητα και να μη εξακολουθήσει η στρέβλωση του ανταγωνισμού, μπορεί να θεωρήσει ότι είναι υποχρεωμένη να απαιτήσει η ανάκτηση να μην περιοριστεί στην αρχική επιχείρηση, αλλά να επεκταθεί στην επιχείρηση που συνεχίζει ενδεχομένως τη δραστηριότητα της αρχικής επιχειρήσεως χρησιμοποιώντας μέσα παραγωγής που της έχουν μεταβιβαστεί. Τα σχετικά σημαντικά στοιχεία είναι το αντικείμενο της μεταβιβάσεως (στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού, χρησιμοποίηση του ίδιου εργατικού δυναμικού, δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία), το τίμημα της μεταβιβάσεως, η ταυτότητα των μετόχων ή των ιδιοκτητών της αγοράστριας και της αρχικής επιχειρήσεως, ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση (μετά την έναρξη της έρευνας, την κίνηση της διαδικασίας ή την έκδοση της οριστικής αποφάσεως) ή ακόμη η οικονομική λογική της πράξεως.
24. Στην αλληλουχία αυτή, η Επιτροπή αναφέρεται στην αναδιάρθρωση της Seleco που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1996 και ειδικότερα στην εισφορά περιουσιακών στοιχείων και συναφών δραστηριοτήτων στην εταιρία Multimedia που είχε συσταθεί προηγουμένως. Η εισφορά αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1996, την πράξη αυτή ακολούθησε η πώληση δύο πακέτων μετοχών.
ΙΙΙ - Οι λόγοι της προσφυγής των προσφευγόντων
25. Όπως εκτέθηκε στην εισαγωγή αυτών των προτάσεων, τόσο η Ιταλική Κυβέρνηση όσο και η SIM 2 Multimedia άσκησαν προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως.
26. Στην υπόθεση C-328/99, η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε, κυρίως, να ακυρωθεί η απόφαση και, επικουρικώς, να ακυρωθεί η απόφαση κατά το μέρος που αφορά την παρέμβαση της REL το 1996, όλως δε επικουρικώς να ακυρωθεί η ίδια αυτή απόφαση κατά το μέρος που αφορά την ανάκτηση των ποσών από τη Seleco Multimedia Srl και από κάθε άλλη επιχείρηση στην οποία η Seleco μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία. Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27. Στην υπόθεση C-399/00, η SIM 2 Multimedia ζητεί να ακυρωθεί το άρθρο 2, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση C-328/99 καθώς και την προσφυγή περί μερικής ακυρώσεως στην υπόθεση C-399/00 και να καταδικάσει, αντιστοίχως, την Ιταλική Δημοκρατία και τη SIM 2 Multimedia στα δικαστικά έξοδα.
29. Τα κύρια επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση προς στήριξη των αιτιάσεών της αφορούν την εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, την ανεπάρκεια αιτιολογίας και την παράβαση των διαδικαστικών κανόνων περί της ανακτήσεως της ενισχύσεως.
30. Οι λόγοι που προβάλλει η SIM 2 Multimedia προς στήριξη της προσφυγής της αφορούν την προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας, την εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, την παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ και την εσφαλμένη αιτιολογία.
IV - Ανάλυση
31. Στην παρούσα υπόθεση δύο είναι τα βασικά ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα είναι αν, βάσει της αρχής του ιδιώτη επενδυτή, μπορεί να πρόκειται εδώ για κρατική ενίσχυση. Η Ιταλική Κυβέρνηση το αμφισβητεί και η Επιτροπή έχει αντίθετη άποψη.
Το δεύτερο ζήτημα είναι αν η ανάκτηση παράνομης κρατικής ενισχύσεως μπορεί να εκτείνεται σε νομικό πρόσωπο διαφορετικό από την εταιρία που έτυχε αρχικά της ενισχύσεως.
32. Σ' ένα πρώτο στάδιο, θα εξετάσω κατωτέρω το πρώτο ζήτημα, δηλαδή τον πρώτο λόγο στην υπόθεση C-328/99. Θα εξετάσω το δεύτερο ζήτημα όταν θα πραγματευτώ τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο στην υπόθεση C-328/99 και τους λόγους που προβάλλονται στο πλαίσιο της υποθέσεως C-399/00.
Α - Το κύριο αίτημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως (υπόθεση C-328/99)
33. Η Ιταλική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στις κατευθυντήριες γραμμές για τις συμμετοχές των δημοσίων αρχών στα κεφάλαια των επιχειρήσεων , τόνισε ιδίως ότι οι πράξεις που διενήργησαν η REL και η Friulia συνάδουν προς αυτές του ιδιώτη επενδυτή και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να πρόκειται για κρατική ενίσχυση. Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι οι δύο πράξεις ανασυστάσεως κεφαλαίου του 1994 και 1996 συνδέονται με κάποιο κίνδυνο, πλην όμως, βάσει εκ των προτέρων εκτιμήσεως, υπάρχει εύλογη προοπτική επιτυχίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει ότι το 1994 οι δημόσιες παρεμβάσεις ανέρχονταν σε περίπου 30 δισεκατομμύρια ITL και οι ιδιωτικές παρεμβάσεις σε περίπου 32 δισεκατομμύρια ITL. Το 1996, οι παρεμβάσεις της Friulia ανήλθαν σε 12 δισεκατομμύρια ITL και αυτές της REL σε 45 δισεκατομμύρια ITL, ενώ οι ιδιώτες εισέφεραν 40,8 δισεκατομμύρια ITL. Η σημαντική αυτή εισφορά κεφαλαίου με σχετικώς σημαντικό αριθμό ιδιωτών επενδυτών καθιστά φανερό ότι οι δύο πράξεις που σκοπούσαν την αναζωογόνηση των δραστηριοτήτων της Seleco θεωρούνταν ότι είχαν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας υπό το πρίσμα του ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί υπό συνήθεις συνθήκες οικονομίας αγοράς.
34. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν συμμερίζεται το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι ιδιώτες επενδυτές προσελκύστηκαν να συμπράξουν. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι δημόσιοι φορείς αποφάσισαν να παρέμβουν μόνον καθόσον θα ήσαν πρόθυμοι προς τούτο και οι ιδιώτες επενδυτές.
35. Όσον αφορά την παρέμβαση της REL το 1994, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η απαίτηση των 82 δισεκατομμυρίων ITL δεν συνοδευόταν με καμία εγγύηση και ότι, στην περίπτωση εκκαθαρίσεως της Seleco, η REL δεν θα είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς της, έστω και μερικώς. Επομένως, δεν πρέπει να ξενίζει το ότι η REL, για πέμπτη φορά, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλοι επενδυτές θα αναλάμβαναν το σύνολο της ανασυστάσεως του κεφαλαίου, προέβη σε συνεισφορά υπό τη μορφή μερικής αφέσεως του χρέους. Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, μπόρεσε να αποσυρθεί από το κεφάλαιο της Seleco, ενώ παρέμεινε άθικτη η πιθανότητα ικανοποιήσεως του υπολοίπου των απαιτήσεών της. Ομοίως, για τους ίδιους λόγους, παρέσχε τη συγκατάθεσή της για την εξαγορά του υπολοίπου της απαιτήσεως των 65,2 δισεκατομμυρίων ITL αντί ποσού 20 δισεκατομμυρίων ITL.
36. Όσον αφορά τις παρεμβάσεις της Friulia, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον πρόκειται για την παρέμβαση του 1994, η Friulia θα μπορούσε, σε περίπτωση εκκαθαρίσεως, να εισπράξει το πολύ το 50 % της απαιτήσεώς της των 6 δισεκατομμυρίων ITL. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η χορήγηση το 1996 εκ μέρους της Friulia του μετατρέψιμου δανείου των 12 δισεκατομμυρίων ITL με επιτόκιο 7 %, εγγυημένο με τα τέσσερα σήματα της Seleco, συνιστά πράξη σύμφωνη προς την αγορά, ενόψει του ότι η αξία των σημάτων ήταν προδήλως σημαντική. Το γεγονός ότι, κατά το στάδιο της πτωχεύσεως, τα σήματα εκχωρήθηκαν έναντι ενός μόνο δισεκατομμυρίου ITL οφείλεται στη σημαντική μείωση της αξίας τους μετά την πτώχευση. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή επέτρεψε ένα ομολογιακό δάνειο του ίδιου ποσού που χορηγήθηκε από τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων τραπεζών, παρά το γεγονός ότι το δάνειο αυτό χορηγήθηκε με μικρότερο επιτόκιο και δεν συνοδευόταν από καμία εγγύηση. Σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή στο σημείο 91 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ιταλικός νόμος δεν επέτρεπε, κατά την εκκαθάριση μιας εταιρίας σε πτώχευση, οι απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο να προηγούνται άλλων εγχειρογράφων απαιτήσεων.
37. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων , θεωρεί ότι τα μέτρα υπέρ της Seleco δεν αντιστοιχούν στη λογική του συνήθους ιδιώτη επενδυτή. Κατ' αυτήν, οι χορηγηθείσες στη Seleco ενισχύσεις έχουν ως μοναδικό σκοπό την κατά το δυνατόν καθυστέρηση της καταβαραθρώσεως της Seleco και την αποτροπή κοινωνικών συνεπειών που θα προέκυπταν από ένα πρόγραμμα προοδευτικής μειώσεως προσωπικού.
38. Η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ' ουσίαν την ήδη προ πολλού κρίσιμη χρηματοοικονομική κατάσταση της Seleco και την έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου αξιόπιστης αναδιαρθρώσεως. Το σχέδιο αναδιαρθρώσεως που είχε προταθεί το 1994 δεν συνοδευόταν με κατάλληλα χρηματοοικονομικά μέτρα εξυγιάνσεως ή αναδιοργανώσεως. Η αδυναμία αυτού του σχεδίου επιβεβαιώθηκε εξάλλου από έκθεση που κατάρτισε η KPMG (Peat Marwick Corporate Finance, στο εξής: KPMG). Το ίδιο ισχύει για το σχέδιο αναδιαρθρώσεως που καταρτίστηκε το 1996, το οποίο στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο σχέδιο του 1994, χωρίς οποιαδήποτε αξιόλογη μεταβολή ή προσαρμογή στα νέα δεδομένα.
39. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση να μην εκκαθαριστεί η Seleco, ιδίως το 1994, και για τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών στην ανασύσταση του κεφαλαίου της υπαγορεύθηκε στην πραγματικότητα από τις ιταλικές αρχές και δεν αποτελεί απόφαση που ελήφθη από ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί σύμφωνα με τις συνήθεις αρχές της αγοράς. Το γεγονός ότι οι ιδιώτες επενδυτές συμμετείχαν στις δύο ανασυστάσεις κεφαλαίου δεν μπορεί, κατά την Επιτροπή, να δικαιολογήσει αυτομάτως την παρέμβαση των δημοσίων αρχών. Οι εν λόγω αρχές δεν επιτρέπεται να εμπλέκονται σε αλόγιστες επενδύσεις, στις οποίες κακώς συμμετείχαν και, κακώς ενημερωμένοι, ιδιώτες επενδυτές.
Ανάλυση
40. Στις κατευθυντήριες κοινοτικές γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων , η Επιτροπή καθόρισε τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για να προσδιορίσει αν μια κρατική συμμετοχή πρέπει να θεωρείται ή όχι κρατική ενίσχυση. Οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις ορίζουν ότι δεν πρόκειται για κρατική ενίσχυση όταν γίνεται εισφορά νέου κεφαλαίου σε επιχειρήσεις, όταν η εισφορά αυτή πραγματοποιείται υπό περιστάσεις που θα ήταν αποδεκτές για έναν ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί υπό τις συνήθεις συνθήκες της οικονομίας αγοράς. Αντιθέτως, το σημείο 3.3 αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει ότι όταν αυτό δεν συμβαίνει πρόκειται σαφώς για κρατική ενίσχυση.
41. Το σημείο 3.3 διευκρινίζει στη συνέχεια ότι πρόκειται σαφώς για κρατική ενίσχυση όταν:
«- η χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και ιδίως η διάρθρωση και το ύψος του χρέους είναι τέτοιας μορφής που δεν φαίνεται δικαιολογημένο να αναμένεται μια συνήθης αποδοτικότητα (σε μερίσματα ή σε αξία) των επενδυμένων κεφαλαίων εντός ευλόγου χρόνου·
- η επιχείρηση δεν θα ήταν σε θέση, από το γεγονός και μόνο του μικτού περιθωρίου αυτοχρηματοδοτήσεως, να εξεύρει στην κεφαλαιαγορά τα αναγκαία χρηματοδοτικά μέσα για να πραγματοποιήσει ένα πρόγραμμα επενδύσεων·
- η πράξη συμμετοχής αποτελεί προσωρινή συμμετοχή, της οποίας η διάρκεια και η τιμή μεταβιβάσεως καθορίζονται εκ των προτέρων κατά τέτοιον τρόπο ώστε η αποδοτικότητα που προκύπτει συναφώς για τον εισφέροντα κεφάλαιο είναι σαφώς κατώτερη από την αμοιβή που θα δικαιούνταν να αναμένει από τοποθέτηση παρόμοιας διάρκειας στην κεφαλαιαγορά·
- η δημόσια συμμετοχή αφορά την πλήρη ή εν μέρει εκ νέου έναρξη ή συνέχιση της μη βιώσιμης δραστηριότητας μιας προβληματικής επιχειρήσεως μέσω της δημιουργίας μιας νέας νομικής οντότητας·
- κατά την εισφορά κεφαλαίου των επιχειρήσεων των οποίων το κεφάλαιο μερίζεται μεταξύ μετόχων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, η δημόσια συμμετοχή φθάνει σε αισθητώς ανώτερη αναλογία από αυτή της αρχικής διανομής, η δε σχετική αποδέσμευση των ιδιωτών μετόχων αποδίδεται κυρίως στις κακές προοπτικές αποδοτικότητας της επιχειρήσεως·
- το ποσό της συμμετοχής υπερβαίνει το ποσό της πραγματικής αξίας (καθαρό ενεργητικό, περιλαμβανομένης ενδεχομένως της αξίας goodwill ή know-how) της ευνοούμενης επιχειρήσεως [...]».
42. Οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων περιέχουν ορισμένους όρους που πρέπει να τηρούνται προκειμένου μια ενίσχυση να μπορεί να επιτραπεί. Διευκρινίζεται συγκεκριμένα ότι ο όρος sine qua non για κάθε σχέδιο αναδιαρθρώσεως είναι το σχέδιο αυτό να καθιστά δυνατή εντός ευλόγου χρόνου την αποκατάσταση της βιωσιμότητας και της μακροπρόθεσμης υγιούς καταστάσεως της επιχειρήσεως, αυτό δε βάσει ρεαλιστικών υποθέσεων όσον αφορά τις μελλοντικές συνθήκες εκμεταλλεύσεως. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πρόκειται για λεπτομερές σχέδιο αναδιαρθρώσεως το οποίο, αν η ενίσχυση θα μπορέσει να ληφθεί υπόψη προς έγκριση, πρέπει να υποβληθεί στην Επιτροπή, ότι το σχέδιο αποκαθιστά εντός ευλόγου χρόνου την ανταγωνιστικότητα της επιχειρήσεως και ότι η βελτίωση της βιωσιμότητας προκύπτει κυρίως από συμφυή με αυτό το σχέδιο μέτρα και δεν στηρίζεται σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως μεγαλύτερες τιμές ή άνοδο της ζητήσεως, όταν οι υποθέσεις ως προς την εξέλιξη της αγοράς γίνονται γενικώς αποδεκτές. Επιπλέον, πρέπει να απορρίπτονται δραστηριότητες που συνεπάγονται ζημίες από διαρθρωτικής απόψεως.
43. Αυτά τα στοιχεία αναφοράς συνιστούν κατά κάποιο τρόπο μια κωδικοποίηση της προηγούμενης νομολογίας του Δικαστηρίου. Η πιο πρόσφατη νομολογία τα επιβεβαίωσε. Κατά τη νομολογία αυτή, για να εξεταστεί αν το σχετικό μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες που έχει η ευνοηθείσα από το μέτρο επιχείρηση να αποκτήσει χρηματοοικονομικά μέσα καταφεύγοντας στη φυσιολογική κεφαλαιαγορά. Όταν οι μετοχές κατέχονται κυρίως από τις δημόσιες αρχές, πρέπει να εξετάζεται αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης μέτοχος θα είχε προβεί σε μια τέτοια εισφορά κεφαλαίου βάσει προβλέψεων αποδοτικότητας και ανεξάρτητα από οποιοεσδήποτε εκτιμήσεις κοινωνικής φύσεως ή περιφερειακής ή κλαδικής πολιτικής. Αν αυτό συμβαίνει, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων συνεπάγεται ότι η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση . Όταν αυτό δεν συμβαίνει, πρόκειται για ενίσχυση.
44. Επομένως, ο δημόσιος επενδυτής πρέπει να συγκρίνεται με τον ιδιώτη επενδυτή, ενώ δεν χρειάζεται να συμπεριφέρεται κατ' ανάγκη ως συνήθης επενδυτής που επιθυμεί γρήγορη αποδοτικότητα, πλην όμως ο δημόσιος αυτός επενδυτής πρέπει τουλάχιστον να συμπεριφέρεται ως ιδιωτική εταιρία χαρτοφυλακίου ή ως ιδιωτικός όμιλος επιχειρήσεων που επιδιώκει μια σφαιρική ή κλαδική, διαρθρωτική πολιτική και κατευθύνεται από την προοπτική πιο μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας . Όταν πρόκειται για εισφορά κεφαλαίου που είναι αναγκαία για την επιβίωση επιχειρήσεως που αντιμετωπίζει προσωρινά δυσκολίες, η οποία όμως - εάν χρειάζεται κατόπιν αναδιαρθρώσεως - μπορεί να καταστεί εκ νέου αποδοτική, δεν υφίσταται κατ' ανάγκη ενίσχυση. Πάντως, όταν οι εισφορές κεφαλαίων ενός δημόσιου επενδυτή στερούνται οποιασδήποτε προοπτικής αποδοτικότητας, έστω και μακροπροθέσμως, πρέπει να θεωρούνται ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ .
45. Οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι δεν αμφισβητούν την αρχή του ιδιώτη επενδυτή, όπως αυτή περιέχεται στις διάφορες κοινοτικές ρυθμίσεις. Πάντως, στην παρούσα περίπτωση, ερμηνεύουν διαφορετικά τα σχετικά περιστατικά και τις σχετικές περιστάσεις. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή ευλόγως διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά της REL και της Friulia δεν αντιστοιχούσε προς τη συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβαν τις επενδυτικές τους αποφάσεις.
46. Επιπλέον, η κρίση ως προς το αν πρόκειται για ιδιώτη επενδυτή, με άλλα λόγια αν το κράτος ενήργησε «ως συνήθης επιχειρηματίας» και επομένως αν πρόκειται για κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, απαιτεί μια σε βάθος οικονομική ανάλυση. Η Επιτροπή διαθέτει, προς τούτο, ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως, πράγμα που, κατά το Δικαστήριο, συνεπάγεται ότι ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεως αυτής της ευχέρειας πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο περί του αν τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας και αιτιολογήσεως, αν τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη για την αμφισβητουμένη επιλογή ήσαν ακριβή, αν υφίσταται πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας .
47. Κατ' εμέ, πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη η χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και οι προοπτικές της μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας. Όταν πρόκειται, όπως στην παρούσα περίπτωση, για επιχείρηση που αντιμετωπίζει δυσχέρειες, πρέπει να απαιτείται ένα επαρκώς επεξεργασμένο, αξιόπιστο και πραγματοποιήσιμο σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Ελλείψει ενός τέτοιου σχεδίου, κανένας λογικός επενδυτής δεν θα επιθυμούσε να επενδύσει σε μια τέτοια επιχείρηση.
48. Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η REL και η Friulia ενήργησαν τηρώντας την αρχή του συνήθους ιδιώτη επενδυτή είναι δύσκολο να γίνει δεκτό, ενόψει τόσο της χρηματοοικονομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν η Seleco όσο και των προοπτικών αποκαταστάσεως της αποδοτικότητας σε αποδεκτό επίπεδο. Με εξαίρεση τα έτη 1991 και 1992, κατά τη διάρκεια των οποίων κατέστη δυνατό να καταγραφούν μέτρια κέρδη, η επιχείρηση αυτή συσσώρευσε μόνο ζημίες κατά τη δεκαετία πριν το 1994. Ελάβανε κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος τακτικά κρατικές ενισχύσεις, χωρίς να επέλθουν ουσιώδεις βελτιώσεις. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι στην πραγματικότητα η Seleco εξαρτώνταν πλήρως από τις κρατικές ενισχύσεις. Στα τέλη του 1993, η κατάσταση κατέστη μάλιστα τόσο κρίσιμη - δεδομένου ότι οι συσσωρευθείσες ζημίες ήταν μιάμιση φορά το εταιρικό κεφάλαιο - ώστε η εκκαθάριση φαινόταν κατ' αρχάς να αποτελούσε τη μόνη λογική λύση.
49. Ένας συνήθης ιδιώτης επενδυτής θα προβεί σε εισφορά κεφαλαίου μόνον εφόσον υπάρχει εύλογη πιθανότητα ότι η επενδυόμενη περιουσία του θα καταστεί αποδοτική εντός ευλόγου χρόνου ή, όταν πρόκειται για επιχείρηση που αντιμετωπίζει δυσχέρειες όπως εν προκειμένω, αν υπάρχει εύλογη ελπίδα ότι η επιχείρηση, κατόπιν αναδιαρθρώσεως, θα μπορέσει να καταστεί εκ νέου αποδοτική. Προς τον σκοπό αυτό, είναι ουσιώδες να υφίσταται ένα καλώς επεξεργασμένο, αξιόπιστο και πραγματοποιήσιμο σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπήρχε κανένα σχέδιο που να πληρούσε αυτά τα κριτήρια.
50. Η έκθεση της KPMG - που καταρτίστηκε κατόπιν αιτήσεως της Friulia - η οποία αφορά το σχέδιο αναδιαρθρώσεως 1993-1996 καταλήγει πράγματι στο ότι το σχέδιο αναδιαρθρώσεως ήταν υπερβολικά φιλόδοξο λόγω τόσο της καταστάσεως της επιχειρήσεως όσο και των ενδεχομένων στα οποία στηριζόταν. Ενόψει της καταστάσεως της αγοράς (κορεσμένη αγορά, σκληρός ανταγωνισμός τιμών, ισχυροί αντίπαλοι από την πλευρά της ζητήσεως της αγοράς με μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ), η Επιτροπή κατέστη δυνατό να καταλήξει ότι τα υποθετικά δεδομένα στα οποία στηριζόταν το επιχειρηματικό σχέδιο δεν ήταν ρεαλιστικά και ότι η συμπεριφορά της Friulia δεν ανταποκρινόταν στη συμπεριφορά του ενεργούντος ορθολογικώς ιδιώτη επενδυτή.
51. Με βάση αποκλειστικώς αυτά τα δεδομένα, μπορεί να υποτεθεί ότι ένας ιδιώτης επενδυτής που ενεργεί ορθολογικά δεν θα είχε αποφασίσει να επενδύσει και πάλι στη Seleco.
52. Συμπέρασμα: η Seleco είναι μια επιχείρηση που αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες. Κατά τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές που προπαρατέθηκαν, μια χρηματοοικονομική παρέμβαση εκ μέρους των αρχών συνιστά στην περίπτωση αυτή σχεδόν πάντοτε κρατική ενίσχυση.
53. Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι υπήρχαν επίσης ιδιώτες επενδυτές που συμμετείχαν στα δύο μέτρα ενισχύσεων το 1994 και το 1996 ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι εν προκειμένω επρόκειτο για ενίσχυση. Μνημονεύθηκε ανωτέρω ότι κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε, εκ των προτέρων, επενδύσει κεφάλαιο στην επιχείρηση αυτή. Μπορεί έτσι να θεωρηθεί ότι αυτοί οι ιδιώτες επενδυτές θα ήταν διατεθειμένοι να παρέμβουν μόνο μετά την απόφαση των αρχών να χορηγήσουν νέες ενισχύσεις. Το γεγονός ότι αυτοί οι ιδιώτες επενδυτές είναι στην περίπτωση αυτή διατεθειμένοι να παρέμβουν συγχρόνως δεν έχει πλέον σημασία. Αντιθέτως, το ζήτημα είναι τι θα είχε πράξει ένας ιδιώτης επενδυτής αν η REL και η Friulia δεν ήταν διατεθειμένες να προβούν σε νέες χρηματοοικονομικές ενέσεις. Η απάντηση είναι ότι δεν θα είχαν πράξει τίποτε, πράγμα που κατ' εμέ επιβεβαιώνεται από την αρχική απόφαση να μη γίνει ανασύσταση κεφαλαίου, αλλά να εκκαθαριστεί η επιχείρηση. Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως αναφέρεται σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της ανακοινώσεως των ιταλικών αρχών για την πρόθεσή τους να χορηγήσουν χρηματοοικονομική ενίσχυση. Εντούτοις, η εξέλιξη των γεγονότων εμφανίζεται διαφορετικά.
54. Ως εκ περισσού παρατηρώ ότι δεν μπορεί να συναχθεί άνευ ετέρου από την εμπλοκή ιδιωτών επενδυτών σε πράξη χρηματοδοτήσεως μιας επιχειρήσεως που αντιμετωπίζει προδήλως δυσχέρειες ότι η οικεία δημόσια αρχή ενήργησε σύμφωνα με τα κριτήρια του ιδιώτη επενδυτή.
55. Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά, ανάλογα με το αν πρόκειται για ιδιώτες ή δημόσιους επενδυτές είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμο. Ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι οι πιστώσεις που χορηγήθηκαν από τις οικείες δημόσιες και ιδιωτικές τράπεζες δεν συνιστούν ενισχύσεις, διότι αποφασίστηκαν αφού οι οικείες ιταλικές αρχές είχαν ήδη λάβει την πρωτοβουλία για ένα μέτρο διασώσεως. Αυτό τους έδωσε μια νέα δυνατότητα να διασφαλίσουν προσωρινά τις απαιτήσεις τους τις οποίες θα είχαν χάσει στην περίπτωση άμεσης εκκαθαρίσεως. Οι οικείες δημόσιες και ιδιωτικές τράπεζες χορήγησαν εξάλλου τις συμπληρωματικές πιστώσεις υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
56. Με το επιχείρημά της η Ιταλική Κυβέρνηση επιχειρεί να δείξει ότι υφίσταται διαφορά εκτιμήσεως μεταξύ, αφενός, της θεωρούμενης ως ενισχύσεως πιστώσεως που χορηγήθηκε από τη Friulia το 1996 και, αφετέρου, των πιστώσεων των τραπεζών που δεν θεωρούνται ως ενισχύσεις. Η διαφορά αυτή εκτιμήσεως δικαιολογείται, κατ' εμέ, από το γεγονός ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο η Friulia δεν είχε ακόμη απαιτήσεις έναντι της Seleco και, κατά συνέπεια, παρέχοντάς της αυτήν την πίστωση, ανέλαβε πολύ σοβαρό κίνδυνο, ενώ οι τράπεζες που βρίσκονταν ήδη σε εύθραυστη κατάσταση μπορούσαν να ελπίζουν ότι, παρέχοντας αυτή την πρόσθετη πίστωση, θα μπορούσαν να επιτύχουν την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεών τους. Ενώ η συμπεριφορά των τραπεζών εξηγείται από την επιθυμία τους να διαφυλάξουν όσο το δυνατόν τα συμφέροντά τους, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τη Friulia. Το 1996, η Friulia γνώριζε, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι ουδέποτε θα μπορούσε να επιτύχει ικανοποιητική αποδοτικότητα από το μετατρέψιμο δάνειο των 12 δισεκατομμυρίων ITL, ενόψει της ελεεινής καταστάσεως της Seleco. Επιπλέον, η Friulia ήταν ενήμερη για το ότι το μεγαλύτερο μέρος των αποδοτικών δραστηριοτήτων της Seleco είχε μόλις μεταγγιστεί στη Multimedia. Το γεγονός ότι αρχικά, ως μέτοχος της Seleco, αποφάσισε να προβεί στην εκκαθάρισή της και ότι τελικά, προφανώς υπό την πίεση των ιταλικών αρχών, ανακάλεσε την απόφαση αυτή δεν συνηγορεί υπέρ μιας συμπεριφοράς σύμφωνης προς την αγορά η οποία μπορεί να αναμένεται από ιδιώτη επενδυτή.
57. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή βασίμως συνήγαγε ότι τα οικεία μέτρα των αρχών δεν μπορούσαν να εξομοιωθούν με συμπεριφορά ενός συνήθους ιδιώτη επενδυτή και ότι, κατά συνέπεια, επρόκειτο για κρατική ενίσχυση. Η Επιτροπή απέδειξε επίσης επαρκώς - καίτοι εδώ δεν πρόκειται περί αυτού - ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι δεν τηρεί τις προϋποθέσεις των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις προς διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων και, επομένως, δεν συνήδε προς το άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ.
Β - Επικουρικό αίτημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως (υπόθεση C-328/99)
58. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε από το Δικαστήριο, κυρίως, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος στο οποίο αναφέρεται στην ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη REL το 1996.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η επιβληθείσα στη REL υποχρέωση αποδόσεως του ποσού των 20 δισεκατομμυρίων ITL που είχε λάβει ως αντάλλαγμα για την παραίτηση από την απαίτησή της των 65,2 δισεκατομμυρίων ITL και να αξιώσει περαιτέρω το σύνολο της απαιτήσεώς της στερείται εννοίας. Μια τέτοια απόδοση δεν θα εξυπηρετούσε κανένα εύλογο συμφέρον.
59. Στο σημείο αυτό, μπορώ να είμαι σύντομος. Άπαξ διαπιστώθηκε ότι η ενίσχυση που συνίσταται κυρίως στην παραίτηση της REL από τις εναπομένουσες απαιτήσεις της έναντι της Seleco χορηγήθηκε παρανόμως, η ενίσχυση αυτή πρέπει να καταργηθεί. Κατά πάγια νομολογία , η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της. Δεν υπάρχει κανένας λόγος παρεκκλίσεως από την αρχή αυτή στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας όπου τα συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών φαίνονται να είναι κάπως διαφορετικά.
Γ - Το όλως επικουρικό αίτημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως (υπόθεση C-328/99) και το αίτημα της SIM 2 Multimedia (υπόθεση C-399/00)
60. Σ' αυτό το μέρος των προτάσεών μου θα εξετάσω κατ' αρχάς, αφού υπενθυμίσω με συντομία τα επιχειρήματα των διαδίκων, το ζήτημα αν μια αξίωση επιστροφής μπορεί να καταλάβει και την επιχείρηση που συνέχισε τις δραστηριότητες της αρχικώς ευνοηθείσας επιχειρήσεως. Στη συνέχεια, θα εξετάσω αν η SIM 2 Multimedia μπορεί να θεωρηθεί «διάδοχος» της Seleco Multimedia/Seleco και, τέλος, θα εξετάσω τα λοιπά σημεία, τα οποία είναι κυρίως διαδικαστικά ζητήματα.
Απαίτηση επιστροφής έναντι της Multimedia
61. Η SIM 2 Multimedia και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας λόγω του γεγονότος ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή ουδέποτε άφησε να διαφανεί δυνατότητα απαιτήσεως επιστροφής έναντι της Multimedia. Οι συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών αφορούσαν μόνον τις συμμετοχές της Italtel και της Friulia στη Multimedia. Κατά συνέπεια, η Multimedia ουδέποτε μπορούσε να προβλέψει ότι θα ήταν ο αποδέκτης αιτήματος ανακτήσεως των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στη Seleco. Επιπλέον, αν είχε πραγματοποιηθεί συζήτηση με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί του ζητήματος αυτού, η SIM 2 Multimedia και/ή η Ιταλική Κυβέρνηση θα είχαν μπορέσει να καταδείξουν ότι η τιμή που είχε καταβληθεί για το τμήμα πολυμέσων της Seleco ήταν σύμφωνη προς την αγορά.
62. Η SIM 2 Multimedia προβάλλει περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι χωριστοί τομείς δραστηριοτήτων της Seleco που υπήχθησαν στη Seleco Multimedia έτυχαν ενισχύσεων. Η εις ολόκληρον ευθύνη της Seleco και της Seleco Multimedia θα ήταν μάλιστα αντίθετη προς το πνεύμα των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, δεδομένου του γεγονότος ότι απόδοση παράνομης ενισχύσεως δεν συνιστά κύρωση, αλλά υποχρέωση αστικού δικαίου. Θα ήταν μάλιστα αδύνατο να είχε ωφεληθεί από τις πράξεις που διενεργήθηκαν το 1996, εφόσον η εταιρία Multimedia είχε ήδη συσταθεί πριν από την ημερομηνία της ανασυστάσεως κεφαλαίου το 1996. Ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως που καταρτίστηκε το 1995, το «σχέδιο αναδιαρθρώσεως Σεπτεμβρίου 1995» - για τις δραστηριότητες της Multimedia - θα μπορούσε να αποδείξει ότι το τμήμα πολυμέσων δεν είχε ωφεληθεί από τις ενισχύσεις το 1994. Η SIM 2 Multimedia υπογραμμίζει επιπλέον ότι η Seleco Multimedia δεν μπορεί να θεωρηθεί θυγατρική της Seleco, αλλά μάλλον ως ένα σχέδιο, σ' ένα νέο τμήμα της αγοράς, το οποίο καταρτίστηκε με άλλους δρώντες στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, η SIM 2 Multimedia διευκρίνισε, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι, στις αρχές του 1995, η Seleco είχε επεξεργαστεί ένα νέο βιομηχανικό σχέδιο - προς τον σκοπό αναζωογονήσεως της εταιρίας - που προέβλεπε τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων της στον τομέα «τηλεοράσεις» και τον διαχωρισμό της δραστηριότητας πολυμέσων μέσω της δημιουργίας μιας αυτοτελούς εταιρίας σε συνεργασία με άλλους συνεταίρους. Μια έρευνα για νέους επενδυτές είχε ως αποτέλεσμα μια δήλωση προθέσεων, με χρονολογία 12 Δεκεμβρίου 1995, με την Italtel η οποία διευρύνθηκε αργότερα περιλαμβάνοντας τη Friulia. Στην αλληλουχία αυτή, μια έκτακτη γενική συνέλευση της Seleco Multimedia αποφάσισε να προβεί στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά 30 δισεκατομμύρια ITL. Στις 13 Φεβρουαρίου 1996, το διοικητικό συμβούλιο της Seleco αποφάσισε να προσυπογράψει αυτήν την αύξηση του κεφαλαίου εκχωρώντας το τμήμα της πολυμέσων. Κατόπιν των συμφωνιών που συνήψαν οι ενδιαφερόμενοι για την κατανομή των μετοχών, η Italtel και η Friulia αγόρασαν εκάστη το ένα τρίτο των μετοχών της Seleco Multimedia, ενώ το απομένον ένα τρίτο ανελήφθη από εταιρία ελεγχόμενη από τη Seleco. Στο πλαίσιο αυτών των πράξεων, η Seleco Multimedia μετατράπηκε σε μετοχική εταιρία. Η Seleco, κατόπιν της πτωχεύσεώς της, έλαβε τη σημερινή της επωνυμία, ήτοι SIM 2 Multimedia.
63. Τρίτον, η SIM 2 Multimedia προβάλλει μετ' επιτάσεως ότι καταβλήθηκε τίμημα σύμφωνο προς την αγορά για το τμήμα πολυμέσων, ήτοι 23,415 δισεκατομμύρια ITL, και ότι το τίμημα αυτό καθορίστηκε από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Ακόμα και αν το τμήμα πολυμέσων έτυχε των επίμαχων ενισχύσεων, οι ενισχύσεις αυτές μετακυλίστηκαν στις τιμές των μετοχών της Multimedia και κατ' αυτόν τον τρόπο επανήλθαν στη Seleco.
64. Τέλος, η SIM 2 Multimedia τονίζει ότι το μέτρο της ανακτήσεως είναι δυσανάλογο λόγω του γεγονότος ότι οφείλει να αποδώσει το σύνολο των ληφθεισών ενισχύσεων, ενώ το τμήμα πολυμέσων συνιστά μόνον το 10 % των δραστηριοτήτων του ομίλου Seleco.
65. Όσον αφορά το ζήτημα αν το τμήμα πολυμέσων έτυχε ενισχύσεων, η Επιτροπή προσθέτει ότι, τουλάχιστον μέχρι τις 18 Ιουλίου 1996, το τμήμα αυτό αποτελούσε πλήρως μέρος του ομίλου Seleco. Η Επιτροπή στηρίζει τον ισχυρισμό της αναφερόμενη σε έγγραφο των ενδιαφερομένων μερών της 28ης Ιουνίου 1996 προς την ιταλική αρχή ανταγωνισμού, στο οποίο αναφερόταν ότι η Seleco Multimedia αποτελούσε μέρος - τουλάχιστον ακόμη κατά το χρονικό αυτό σημείο - της Seleco και ήταν εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση Boch ΙΙ (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι αδιάφορο το αν μια επιχείρηση περιλαμβάνει δύο τμήματα, το ένα από τα οποία έχει καλύτερα αποτελέσματα εκμεταλλεύσεως από το άλλο και μπορεί μάλιστα να επιδείξει μέτρια κέρδη για το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκε η επίδικη εισφορά κεφαλαίου. Τα δύο τμήματα αποτελούν μέρος της ίδιας επιχειρήσεως και ο χαρακτήρας της επίδικης εισφοράς πρέπει να εκτιμάται μόνο σε σχέση με την ενιαία αυτή επιχείρηση.
66. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το «σχέδιο αναδιαρθρώσεως Σεπτεμβρίου 1995» ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας, οπότε το παραδεκτό του είναι αμφίβολο. Θεωρεί ότι το σχέδιο αυτό δεν τηρεί ούτε τις απαιτήσεις που είναι εγγενείς σε ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως και δεν περιέχει μέτρα δυνάμενα να εγγυηθούν μια αποδοτική πολιτική στο μέλλον.
67. Η Επιτροπή προβάλλει ότι τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της Seleco μεταβιβάστηκαν στη Seleco Multimedia, ότι αυτά έτυχαν ενισχύσεων το 1994 και το 1996 και ότι μεταβιβάστηκαν με το σύνολο των οφειλών και των απαιτήσεων. Μολονότι, τυπικά, η ενίσχυση χορηγήθηκε στη Seleco, στην πραγματικότητα ωφελήθηκε από αυτή το σύνολο της περιουσίας της επιχειρήσεως. Η Seleco, συνενώνοντας εντός της Multimedia τις πιο αποδοτικές δραστηριότητες (αποκωδικοποιητές, μόνιτορ και μηχανήματα προβολής εικόνων βίντεο), αποξενώθηκε τόσο από το κεφάλαιο όσο και από τα περιουσιακά στοιχεία. Κατά την Επιτροπή, το τμήμα αυτό λειτουργούσε καλώς και είχε αξιοσημείωτες προοπτικές αποδοτικότητας. Λαμβανομένης υπόψη της μεταφοράς στη θυγατρική εταιρία Seleco Multimedia του σημαντικότερου μέρους της περιουσίας της επιχειρήσεως με όλα τα αποκτηθέντα χάρη στη χορήγηση ενισχύσεως πλεονεκτήματα, η εταιρία αυτή θα έπρεπε ασφαλώς να είναι σε θέση να παρέχει από νομικής απόψεως εγγυήσεις για τη μητρική εταιρία Seleco.
68. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας και πριν από το πέρας της. Αν επιτρεπόταν σε αντιμετωπίζουσα δυσχέρειες επιχείρηση που είναι έτοιμη να κυρηχθεί σε πτώχευση να δημιουργεί υποκατάστημα κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, προκειμένου, στη συνέχεια, πριν από το πέρας της διαδικασίας αυτής, να της μεταβιβάσει τα πιο αποδοτικά στοιχεία του ενεργητικού, αυτό θα ισοδυναμούσε με τη δυνατότητα οποιασδήποτε επιχειρήσεως να εξαιρέσει αυτά τα στοιχεία ενεργητικού της περιουσίας της μητρικής εταιρίας κατά την ανάκτηση των ενισχύσεων.
69. Η διάσπαση της επιχειρήσεως μέσω της πωλήσεως των στοιχείων του ενεργητικού θα αφαιρούσε επίσης από τους πιστωτές και/ή τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα εκποιήσεως των μέσων παραγωγής ή την απόκτησή τους για την αποτελεσματικότερη χρησιμοποίησή τους. Επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να επιτραπεί σε μια εταιρία που οφείλει να αποδώσει τις αχρεωστήτως ληφθείσες ενισχύσεις να εξαιρέσει ένα μέρος των στοιχείων του ενεργητικού της δικής της βιομηχανικής περιουσίας προκειμένου να τα μεταβιβάσει σε θυγατρική που ανήκει στον ίδιο όμιλο.
70. Η Επιτροπή υποθέτει στη συνέχεια ότι το τίμημα της μεταβιβάσεως του τμήματος πολυμέσων επηρεάστηκε και υπαγορεύθηκε από τις περιστάσεις. Με άλλα λόγια, κατά τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως και της αξίας των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού, τα μέρη δεν μπορούσαν βεβαίως να αγνοούν τον κίνδυνο μιας διαδικασίας βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και της τότε υποχρεώσεώς τους να αποδώσουν τις χαρακτηρισθείσες ως παράνομες ενισχύσεις. Επρόκειτο για γνωστή και όχι αμελητέα δυνατότητα, της οποίας τα μέρη είχαν συνείδηση ενόψει της κινήσεως της διαδικασίας έρευνας που είχε ανακοινωθεί στην Επίσημη Εφημερίδα (ΕΕ 1994, C 373, σ. 5) και για την οποία η Seleco είχε ήδη προηγουμένως ενημερωθεί.
71. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή τονίζει ότι το ύψος της τιμής πωλήσεως δεν έχει σημασία εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξη που αφορά μετοχές.
72. Όσον αφορά τη φερόμενη δυσαναλογία μεταξύ της απαιτήσεως επιστροφής και της σημασίας του τμήματος πολυμέσων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι τεχνικά αδύνατο, μέσω λεπτομερούς αναλύσεως, να καθοριστεί αριθμητικά και να εξακριβωθεί κατά πόσον οι διάφορες δραστηριότητες μιας επιχειρήσεως που έχει ενιαία διάρθρωση και κοινή διοίκηση έτυχαν ενισχύσεων ως μη όφειλαν. Συναφώς, δεν πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος αφόρητης καθυστερήσεως του διοικητικού έργου της Επιτροπής, διότι αυτή δεν διαθέτει εξουσίες έρευνας έναντι των επιχειρήσεων προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα έγγραφα.
73. Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματος άμυνας, η Επιτροπή παρατηρεί, πρώτον, ότι ούτε οι εθνικές αρχές ούτε οι οικείες επιχειρήσεις εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους περί ειλικρινούς συνεργασίας. Δεύτερον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Multimedia η οποία, από οικονομικής και οργανωτικής απόψεως, ταυτιζόταν με τη Seleco δεν μπορούσε να αγνοεί ότι ήταν, και αυτή επίσης, εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο επιστροφής των ενισχύσεων. Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Multimedia κατονομαζόταν απευθείας στην ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε το 1998 ως προς την επέκταση της διαδικασίας έρευνας που την αφορούσε. Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται ακύρωση μόνον όταν, σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτής της παρατυπίας, η διαδικασία θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Ανάλυση
74. Κατά πάγια νομολογία, η αναζήτηση από την αποδέκτη επιχείρηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παρανόμως σκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση . Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται όταν ο λήπτης της ενισχύσεως την επιστρέψει, αυξημένη με τόκους υπερημερίας. Με την επιστροφή αυτή, ο λαβών χάνει πράγματι το πλεονέκτημα του οποίου έτυχε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του και επανέρχονται τα πράγματα στην προ της καταβολής κατάσταση .
75. Ο σκοπός αυτός, ήτοι η αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, θα μπορούσε επομένως να τεθεί σε κίνδυνο αν μια επιχείρηση που έλαβε αυτές τις ενισχύσεις θέτει «σε ασφάλεια» τα πιο αποδοτικά στοιχεία της περιουσίας της όταν κινείται διοικητική διαδικασία - της οποίας η έκβαση προβλέπεται δυσμενής - ή όταν έχει εκδοθεί αρνητική απόφαση.
76. Το ζήτημα που τίθεται τότε είναι αν, σε καταφατική περίπτωση από ποιον, μπορεί να ανακτηθεί η ενίσχυση όταν η επιχείρηση έχει «αλλοτριωθεί». Διάφορες καταστάσεις μπορούν να παρουσιαστούν.
77. Όταν πρόκειται για πράξη αφορώσα μετοχές, η απάντηση είναι σχετικώς απλή. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι σε περίπτωση πωλήσεως μετοχών η απαίτηση επιστροφής ακολουθεί την «επιχείρηση». Με άλλα λόγια, την επιστροφή της ενισχύσεως πρέπει να απαιτήσει η επιχείρηση η οποία πράγματι την έλαβε . Το γεγονός ποιος κατέχει τις μετοχές δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω. Η λύση αυτή είναι λογική δεδομένου ότι πρόκειται για την ίδια επιχείρηση που έχει απλώς νέους μετόχους, συνεχίζει τις δραστηριότητές της που χρηματοδοτούνται με κρατικές ενισχύσεις και απολαύει πλεονεκτημάτων που συνδέονται με τις παράνομες ενισχύσεις, οπότε εξακολουθεί να υφίσταται στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού.
78. Έχω τη γνώμη ότι, στην περίπτωση πωλήσεως μέσω συναλλαγής που αφορά στοιχεία του ενεργητικού (παθητικού) της επιχειρήσεως, ή μέρους αυτών, ισχύουν τα ακόλουθα.
79. Όταν πρόκειται για όμιλο νομικών προσώπων (εταιρία χαρτοφυλακίου) που αποτελούν οικονομική ενότητα και, επομένως, μια επιχείρηση, τότε οι ενισχύσεις των οποίων έτυχαν μπορούν να ανακτηθούν τόσο κατά αντίστροφη όσο και κατ' ευθεία κατεύθυνση στο πλαίσιο των δεσμών μεταξύ μητρικής και θυγατρικής που υφίστανται εντός της οικονομικής αυτής ενότητας και, επομένως, όχι μόνον από την «ευνοηθείσα» οντότητα εντός αυτού του ομίλου. Το αν υφίσταται αναδιάρθρωση εντός αυτής της οικονομικής ενότητας δεν έχει σημασία εν προκειμένω . Επιπλέον, παρατηρώ ότι όταν, κατά το χρονικό σημείο μιας αναδιαρθρώσεως, ένα μέρος οικονομικής δραστηριότητας τίθεται εντός μιας νέας νομικής οντότητας, ενώ υφίσταται συνέχιση της εκμεταλλεύσεως («going concern»), η οποία στη συνέχεια αποχωρίζεται νομικώς και λειτουργικώς από την αρχική οντότητα, η νέα οντότητα διατηρεί πάρα ταύτα την ιδιότητα του «ευνοηθέντος», ιδίως όταν είναι πιθανό ότι οι δραστηριότητες που επιτελεί έτυχαν προηγουμένως αυτών των ενισχύσεων. Αν ίσχυε κάτι διαφορετικό, θα ήταν εύκολη η αποφυγή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του ελέγχου των ενισχύσεων και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως ληφθεισών κρατικών ενισχύσεων μέσω (κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας ή μετά το πέρας της) αναδιαρθρώσεως εντός του ομίλου.
80. Τέλος, μπορεί επίσης να ανακύψει μια κατάσταση κατά την οποία το σύνολο ή ένα μέρος της ευνοηθείσας επιχειρήσεως εκχωρείται σε τρίτους εκτός του ομίλου.
81. Η πρόσφατη νομολογία έχει δεχθεί ότι, κατ' αρχήν, όταν μια εταιρία δικαιούχος ενισχύσεως πωλείται στην τιμή της αγοράς, η τιμή πωλήσεως αντανακλά τις συνέπειες της προηγούμενης ενισχύσεως και ο πωλητής της εν λόγω εταιρίας διατηρεί το όφελος της ενισχύσεως. Στην περίπτωση αυτή, η αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως πρέπει, πρώτον, να διασφαλιστεί με την επιστροφή της ενισχύσεως εκ μέρους του πωλητή . Αυτή ήταν η θέση και της προηγούμενης νομολογίας στην περίπτωση κατά την οποία αναλαμβάνονται συγκεκριμένα μόνο στοιχεία του ενεργητικού και υπό την προϋπόθεση ότι το τίμημα που καταβάλλεται συνάδει προς την αγορά .
82. Αντιθέτως, μπορούν να ανακύψουν καταστάσεις στις οποίες, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να ζητηθεί από τον αγοραστή να αποδώσει τις ενισχύσεις των οποίων έτυχε. Η κατάσταση αυτή μπορεί να ανακύψει όταν η αλλοτρίωση πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Όταν η επιχείρηση μεταβιβάζεται, ενώ υπάρχει συνέχιση της εκμεταλλεύσεως («going concern»), τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού συνήθως μεταβιβάζονται και ο αποκτών αυτή την επιχείρηση θα πρέπει να ευθύνεται για τις οφειλές και τις υποχρεώσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να δημιουργηθεί υποχρέωση αποδόσεως των ενισχύσεων που είναι παράνομες ή μη σύμφωνες προς την κοινή αγορά και οι οποίες είχαν χορηγηθεί προηγουμένως στην εκχωρηθείσα επιχείρηση. Όταν με τα αναλαμβανόμενα στοιχεία του ενεργητικού συνεχίζονται οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως που είχε αρχικώς τύχει ενισχύσεως, πολλά συνηγορούν υπέρ του ότι και εδώ πρέπει να εφαρμόζεται ένα οικονομικό κριτήριο και να επιχειρείται να ανευρεθεί ένας σύνδεσμος με την οντότητα που συνεχίζει τις οικονομικές δραστηριότητες. Πράγματι, και εδώ επιβάλλεται η διατήρηση των επιχειρήσεων που επιδοτούνται από δημόσιους πόρους, με όλα τα συνεπαγόμενα αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν τα έσοδα από την ανεξαρτητοποίηση περιέρχονται στην επιχείρηση η οποία πιθανολογείται ότι σύντομα θα πτωχεύσει. Σε μια τέτοια κατάσταση, η τιμή πωλήσεως επηρεάζεται από την προοπτική αυτή και ένα μέρος τουλάχιστον των πλεονεκτημάτων, που είναι εγγενή στις ενισχύσεις, διατηρείται υπέρ της επιχειρήσεως που κατέστη αυτοτελής, ενώ ο μεταβιβάσας ιδιοκτήτης δεν αποκομίζει εντεύθεν αντίστοιχο και κατά πάσα πιθανότητα διαρκές όφελος. Σε άλλες περιστάσεις, όπως το χρονικό σημείο κατά το οποίο πραγματοποιείται μια τέτοια συναλλαγή, παραδείγματος χάρη, κατά τη διάρκεια ή όχι μιας διαδικασίας έρευνας, η ταυτότητα των εμπλεκομένων μερών και το αντικείμενο της συναλλαγής, μπορούν επίσης να έχουν εν προκειμένω σημασία.
83. Αν εξετάσω την παρούσα περίπτωση, προκύπτει ότι η Seleco, τουλάχιστον ο κύριος μέτοχός της, ίδρυσε, κατ' αρχάς (τον Ιούλιο του 1995), μια νέα νομική οντότητα. Στη συνέχεια, η Seleco, η οποία στο μεταξύ είχε καταστεί μέτοχος κατά 100 %, μεταβίβασε στην οντότητα αυτή τις πιο αποδοτικές μετοχές της (Φεβρουάριος/Μάρτιος 1996). Οι ζημιογόνες δραστηριότητες, εξάλλου, μεταφέρθηκαν αλλού εντός του ομίλου. Όλ' αυτά έγιναν πάντοτε εντός του ομίλου Seleco. Τέλος, μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1996, πωλήθηκαν δύο πακέτα μετοχών, το ένα στη Friulia (ομοίως μέτοχο της Seleco) και το άλλο στην Italtel. Το πρώτο πακέτο παραμένει στα χέρια της Seleco μέσω μιας θυγατρικής που ελέγχεται από αυτήν. Η δεύτερη αυτή συναλλαγή αφορά μεταβίβαση μετοχών με την οποία η Seleco Multimedia αποχωρίστηκε από τον όμιλο Seleco.
Από αυτή την πραγματική συγκυρία προκύπτει ότι η Seleco, με τη σχεδόν βέβαιη προοπτική πτωχεύσεως, ξεχώρισε τις αποδοτικές δραστηριότητες από τις ζημιογόνες δραστηριότητες, εφαρμόζοντας αυτό που αποκαλείται σχέδιο διασώσεως των υγιών περιουσιακών στοιχείων.
84. Επομένως, τέθηκε κατ' αρχάς σε εφαρμογή ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως εντός του ομίλου το οποίο προέβλεπε ότι τα υγιή αυτού μέρη μεταβιβάζονται σε μια χωριστή νομική οντότητα. Η Επιτροπή προσκόμισε, κατ' εμέ, επαρκή στοιχεία που πιθανολογούν ότι επρόκειτο για μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού και δραστηριοτήτων εντός του ίδιου ομίλου. Οι ίδιες αυτές δραστηριότητες συνεχίστηκαν στις ίδιες εγκαταστάσεις παραγωγής και με τη χρησιμοποίηση των ίδιων μέσων παραγωγής, προσωπικού και διοικήσεως.
Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι, σε αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, όπου αυτοτελή φυσικά και νομικά πρόσωπα που αποτελούν μια οικονομική ενότητα θεωρούνται ως μια και η αυτή επιχείρηση, αυτό δεν συμβαίνει αυτομάτως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Το ζήτημα αυτό, ήτοι αν πρόκειται για μια οικονομική ενότητα, τίθεται ιδίως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων κατά τον καθορισμό του λήπτη των ενισχύσεων. Η Επιτροπή έχει ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως για να καθορίζει αν εταιρίες που μετέχουν σε εταιρία χαρτοφυλακίου πρέπει να θεωρούνται ως μια οικονομική ενότητα ή, αντιθέτως, ως νομικώς και οικονομικώς αυτοτελείς επιχειρήσεις. Στην παρούσα περίπτωση, η Επιτροπή προσκόμισε επαρκή στοιχεία που πιθανολογούν ότι, ακόμη και μετά τη μεταφορά των δραστηριοτήτων σε μια χωριστή εταιρία, εξακολουθούσε σαφώς να πρόκειται για μια και την αυτή επιχείρηση, οπότε και αυτή η εταιρία περιλαμβάνεται κατ' αρχήν στον κύκλο των ευνοηθέντων. Ακόμη και αν το συμπέρασμα ήταν διαφορετικό, εξακολουθεί να ευσταθεί στην παρούσα περίπτωση αυτό που εξέτασα ανωτέρω στο σημείο 79.
85. Στη συνέχεια, λίγο αργότερα, πραγματοποιήθηκε μια δεύτερη συναλλαγή, δηλαδή η μεταβίβαση των μετοχών. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο έλεγχος της εταιρίας μετατέθηκε στους νέους μετόχους.
86. Ενόψει της φύσεως αυτών των πράξεων [μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και των συνεχιζομένων δραστηριοτήτων της εκμεταλλεύσεως («going concern») και επακόλουθες πράξεις τις επιχειρήσεως που αφορούν μετοχές] και των περιστάσεων υπό τις οποίες διενεργήθηκαν, θεωρώ ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η SIM 2 Multimedia πρέπει να επιστρέψει τις ενισχύσεις που έλαβε. Αναφέρομαι εδώ στην προηγούμενη νομολογία, κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο ενός ομίλου πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο ανακτήσεως από το σύνολο του ομίλου και ότι η πώληση των μετοχών δεν έχει καμία επίδραση στις ενισχύσεις που έλαβε η επιχείρηση υπό την ιδιότητα αυτή. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι ότι πρόκειται για την αδιάλειπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων και ότι και οι δύο πράξεις διενεργήθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ήταν σε εξέλιξη επίσημη διαδικασία βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ ως προς τις ενισχύσεις προς τον όμιλο Seleco στο σύνολό του.
87. Η Ιταλική Κυβέρνηση και η SIM 2 Multimedia αναφέρθηκαν στην απόφαση Alfa Romeo . Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο επίσης για μεταβίβαση σε τρίτους, όπου το τίμημα της μεταβιβάσεως είχε προσδιοριστεί από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Η συναλλαγή αφορούσε ένα μικρό μέρος της εταιρίας. Στην υπόθεση εκείνη, οι ενισχύσεις είχαν αποτελέσει το αντικείμενο απαιτήσεως επιστροφής όχι έναντι του αγοραστή, αλλά έναντι του πωλητή. Επομένως, δεν είναι δυνατός ο παραλληλισμός με την παρούσα υπόθεση. Μολονότι αληθεύει ότι, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Finmeccanica, ως εταιρία χαρτοφυλακίου στην οποία συμμετείχε η εταιρία Alfa Romeo κατά το χρονικό σημείο των επίδικων περιστατικών, έπρεπε να θεωρηθεί ως ο λήπτης των επίμαχων ενισχύσεων και επομένως για τον λόγο αυτό όφειλε να αποδώσει τις ενισχύσεις, οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργήθηκαν οι πράξεις αυτές ήταν διαφορετικές. Πρώτον, οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν πολύ πριν η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία, οπότε δεν καταφαινόταν η ύπαρξη «παρακάμψεως». Δεύτερον, η διαδικασία της πωλήσεως πραγματοποιήθηκε με απόλυτη διαφάνεια και καταβλήθηκε εύλογο τίμημα για τα αναληφθέντα στοιχεία του ενεργητικού. Η πώληση της Alfa Romeo είχε αποφέρει επαρκή έσοδα για την πληρωμή των χρεών που απέρρεαν από τις παράνομες ενισχύσεις. Επιπλέον, στην υπόθεση εκείνη, αναλήφθηκαν μόνον ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού, ενώ τα λοιπά στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού παρέμειναν στη Finmeccanica.
88. Επομένως, φρονώ ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η ανάκτηση των ενισχύσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί σε βάρος του προς ον η μεταβίβαση και αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση οσάκις, μέσω ενός σχεδίου διασώσεως των υγιών περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά την έναρξη ή την περάτωση της κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασίας έρευνας, τα πιο αποδοτικά μέρη της επιχειρήσεως ξεχωρίστηκαν προκειμένου στη συνέχεια να μεταβιβασθούν.
89. Στην παρούσα περίπτωση, η Επιτροπή εξέτασε πειστικώς ότι αυτό συμβαίνει.
Τα δικαιώματα άμυνας
90. Οι προσφεύγοντες διάδικοι υποστηρίζουν ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας, διότι δεν έτυχαν ακροάσεως, διότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Multimedia έτυχε πράγματι των ενισχύσεων και διότι η απαίτηση επιστροφής είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
91. Αποτελεί πάγια νομολογία το ότι τα δικαιώματα άμυνας συνιστούν ουσιώδες στοιχείο στις διαδικασίες κρατικών ενισχύσεων . Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν πρωτίστως στο κράτος μέλος, δεδομένου ότι πρόκειται για διαδικασία που υφίσταται μεταξύ της Επιτροπής και αυτού του κράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι άλλοι ενδιαφερόμενοι. Το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ ορίζει ότι η Επιτροπή αποφασίζει «αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους». Κατά πάγια νομολογία, αρκεί η δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα . Δεν συμφωνώ επομένως με τον ισχυρισμό της SIM 2 Multimedia ότι υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων της. Είχε τη δυνατότητα να τύχει ακροάσεως. Κατ' αρχάς, θα μπορούσε να το πράξει επ' ευκαιρία των ανακοινώσεων που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα. Πράγματι, περιλαμβάνεται στον κύκλο των ενδιαφερομένων. Δεύτερον, θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία να προσκομίσει έγγραφα ή να προβεί σε παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Επιτροπή κατά τον σχηματισμό της τελικής της κρίσεως. Δεν έκανε χρήση καμιάς από αυτές τις δυνατότητες.
92. Ο ισχυρισμός της SIM 2 Multimedia, ότι η Επιτροπή όφειλε να της αποστείλει αντίγραφο της αποφάσεως περί επεκτάσεως της διαδικασίας έρευνας, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η SIM 2 Multimedia αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους διαδικαστικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και κατά τους οποίους τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν τις απόψεις τους επί της «ανακοινώσεως των αιτιάσεων». Η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ ορίζει, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ότι η Επιτροπή αποφασίζει σε σχέση με μέτρα ενισχύσεως «αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους». Το άρθρο 88, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει την όχληση των ενδιαφερομένων. Αρκεί η ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα προκειμένου να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι για την κίνηση μιας διαδικασίας. Ο κανονισμός ΕΚ 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ , δεν επέφερε συναφώς καμία τροποποίηση. Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 20 αυτού του κανονισμού ορίζει ότι σε κάθε λήπτη ατομικής ενισχύσεως (ή σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος που έχει υποβάλει παρατηρήσεις) αποστέλλεται αντίγραφο της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή, αυτό αφορά αποκλειστικά την τελική απόφαση («απόφαση που έλαβε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7») και όχι την απόφαση κινήσεως της διαδικασίας. Επομένως, δεν συμμερίζομαι την άποψη της SIM 2 Multimedia ότι η Επιτροπή έπρεπε να την πληροφορήσει χωριστά.
93. Το επιχείρημα ότι δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα όφειλε ενδεχομένως να αποδώσει τις ενισχύσεις δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι γνωστό ότι οι ενισχύσεις που θεωρούνται παράνομες ή ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά μπορούν να αναζητηθούν. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι είχαν πληροφορηθεί εξάλλου ότι μια επίσημη διαδικασία έρευνας ήταν υπό εξέλιξη κατόπιν της χορηγήσεως των ενισχύσεων στη Seleco το 1994. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ιταλική Δημοκρατία, αλλά και για την επιχείρηση που έλαβε τις ενισχύσεις αυτές, δηλαδή τη Seleco, που κατέστη μετέπειτα η Seleco Multimedia (τμήμα του ομίλου Seleco), και τελικά για τη SIM 2 Multimedia, καθώς και για τους μετόχους της SIM 2 Multimedia, για τη Friulia (επίσης μέτοχο της Seleco) και για την Italtel. Αν πάντως η Italtel δεν είχε ενημερωθεί εξ αρχής, μπορεί ασφαλώς να υποτεθεί ότι ενημερώθηκε σχετικώς κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που αφορούσαν το πλαίσιο συνεργασίας των επιχειρήσεων ή ότι αυτό κατέστη φανερό κατά τη διάρκεια της δέουσας («due-diligence») έρευνας που είναι συμφυής με τέτοιες πράξεις. Κάθε μέρος γνώριζε επομένως ότι ήταν δυνατή η έγερση αξιώσεως. Η έρευνα αυτή επεκτάθηκε το 1998 στις ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί το 1996 στη Seleco. Επίσης, προς τούτο δημοσιεύθηκε ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα, στην οποία και πάλι εκτέθηκε ρητώς ότι κάθε παράνομη ενίσχυση μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο απαιτήσεως επιστροφής έναντι της ευνοηθείσας επιχειρήσεως. Εν πάση περιπτώσει, κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υπέβαλε παρατηρήσεις με δική του πρωτοβουλία ούτε ήρθε σε επαφή με τις υπηρεσίες της Επιτροπής ούτε το 1994 ούτε το 1998.
94. Τελικά, όπως τονίζει η Επιτροπή, ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακύρωση μόνον όταν, χωρίς την παρατυπία αυτή, η διαδικασία θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Τα στοιχεία που προσκόμισε και διευκρίνισε η SIM 2 Multimedia δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό.
95. Επομένως, διαπιστώνω ότι ο λόγος που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά την αναλογικότητα
96. Η SIM 2 Multimedia υποστήριξε, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι είχε αποκομίσει όφελος από τις ενισχύσεις και ότι, αφετέρου, ακόμη και στην αντίθετη περίπτωση, είναι άδικο να υποχρεωθεί να αποδώσει το σύνολο των ενισχύσεων που έλαβε η Seleco.
97. Κατ' εμέ, η Επιτροπή εξέθεσε πειστικώς ότι «οι δραστηριότητες Multimedia» αποκόμισαν όφελος από τις πράξεις που συνιστούν ενίσχυση. Πρώτον, και όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η Seleco Multimedia αποτελούσε μέρος της Seleco, τουλάχιστον μέχρι τις 18 Ιουλίου 1996. Επομένως, μέχρι την ημερομηνία αυτή, αποκόμισε πλήρως όφελος από τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη Seleco. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι οφείλει την ύπαρξή της στις ενισχύσεις, διότι, χωρίς την ανασύσταση κεφαλαίου του 1994, θα είχε τεθεί, και αυτή, υπό εκκαθάριση. Το γεγονός ότι τα αριθμητικά στοιχεία αυτής της κατανομής δίνουν μια καλύτερη εικόνα δεν ασκεί επιρροή. Το επιχείρημα της SIM 2 Multimedia ότι δεν είναι λήπτης των ενισχύσεων του 1996, διότι το μετατρέψιμο δάνειο χορηγήθηκε τον Μάιο του 1996, η δε ανασύσταση κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή - χωρίς να αντικρουστεί από τη SIM 2 Multimedia -, αυτά τα μέτρα ενισχύσεως σκοπούσαν την κάλυψη των ζημιών που καταγράφηκαν το 1994 και το 1995. Πρόκειται, επομένως, για εκ των υστέρων ενίσχυση κατά το χρονικό διάστημα που η Seleco δεν είχε ακόμη ανεξαρτητοποιήσει τις δραστηριότητές της πολυμέσων, και όχι για μελλοντική ενίσχυση, όπως θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, να συμβαίνει στην περίπτωση επενδυτικών ενισχύσεων.
98. Η SIM 2 Multimedia υποστηρίζει ότι είναι δυσανάλογο να οφείλει να αποδώσει το σύνολο των ενισχύσεων, διότι το τμήμα πολυμέσων πραγματοποίησε μόνον το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών.
99. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, πρόκειται κατ' ουσίαν για σχέδιο διασώσεως αποδοτικών περιουσιακών στοιχείων, χάρη στο οποίο το μεγαλύτερο μέρος των πιο βιώσιμων στοιχείων διαχωρίζεται από τα μη βιώσιμα προκειμένου αυτά στη συνέχεια, λίγο χρόνο μετά, να παραδώσουν το πνεύμα. Σε μια τέτοια κατάσταση, μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταβιβάζονται όχι μόνον τα στοιχεία του ενεργητικού, αλλά και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του υγιούς τμήματος. Η Επιτροπή το εξέθεσε, και αυτό, επίσης πειστικώς. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις αυτές.
100. Τέλος, το γεγονός, όπως ισχυρίζονται οι διάδικοι, ότι κατέβαλαν εύλογο τίμημα για την απόκτηση των μετοχών αυτής της εταιρίας δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι επρόκειτο για συναλλαγή που αφορούσε μετοχές και όχι για συναλλαγή που αφορούσε στοιχεία του ενεργητικού ή του παθητικού.
Υποχρέωση του ιταλικού κράτους να απαιτήσει την επιστροφή
101. Τέλος, επιθυμώ να εξετάσω το επιχείρημα που διατύπωσε η Ιταλική Κυβέρνηση και η SIM 2 Multimedia ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής να απαιτήσει από την Ιταλική Δημοκρατία να αξιώσει την επιστροφή των ενισχύσεων έναντι της «Seleco Multimedia ή οποιασδήποτε άλλης επιχειρήσεως της οποίας μεταβιβάστηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού». Η Ιταλική Κυβέρνηση εξέθεσε επίσης ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο, δεν διαθέτει κανένα τίτλο που να της παρέχει τη δυνατότητα ανακτήσεως των ποσών τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο των όρων της πωλήσεως. Υποστηρίζει επιπλέον ότι πρόκειται για ενοχική αξίωση αστικού δικαίου.
102. Κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η επιστροφή δεν περιορίζεται στην αρχικώς ευνοηθείσα επιχείρηση, αλλά μπορεί να επεκταθεί στην επιχείρηση που συνέχισε τις δραστηριότητες με τα μεταβιβασθέντα μέσα παραγωγής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, προκειμένου να αποφευχθεί η εκτέλεση της εντολής περί ανακτήσεως, μπορεί να υποχρεώσει το κράτος μέλος να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει τις ενισχύσεις από τον «πρώτο λήπτη» και, αν χρειαστεί, από τον «διάδοχο». Με άλλα λόγια, μπορεί να δώσει οδηγίες στο κράτος μέλος να ενεργήσει όχι μόνον έναντι της Seleco, αλλά έναντι και της επιχειρήσεως που συνέχισε τις δραστηριότητες με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία του ενεργητικού.
103. Στη συνέχεια, το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να προβεί αμέσως στην ανάκτηση των παρανόμων ενισχύσεων. Προς τον σκοπό αυτό, οφείλει να κάνει χρήση όλων των νομικών μέσων που διαθέτει. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από τη νομολογία, αλλά έχει αποτελέσει αντικείμενο κωδικοποιήσεως με τον κανονισμό 659/1999.
Δεν τίθεται επίσης ζήτημα παραβάσεως του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999, όπως υποστηρίζεται από τη SIM 2 Multimedia και την Ιταλική Δημοκρατία. Η Επιτροπή αποφάσισε απλώς ότι έπρεπε να απαιτηθεί η επιστροφή του ποσού και ότι, στο ενδεχόμενο ανεπαρκούς υπολοίπου της Seleco, έπρεπε, επικουρικώς, να απαιτηθεί η επιστροφή από τη Seleco Multimedia Srl (νυν, SIM 2 Multimedia) ή από κάθε άλλη επιχείρηση στην οποία μεταβιβάστηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού και ότι (βλ. τις αιτιολογικές σκέψεις 113 και 115 της προσβαλλομένης αποφάσεως) η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε, προς τον σκοπό αυτό, να παρέμβει άμεσα, όπως ένας προσεκτικός ιδιώτης δανειστής, χρησιμοποιώντας όλα τα δυνατά νομικά μέσα.
104. Όσον αφορά την παρατήρηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το ιταλικό δίκαιο δεν της επιτρέπει να απαιτήσει ποσά έναντι της SIM 2 Multimedia, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ενδεχόμενες διαδικαστικής ή άλλης φύσεως δυσχέρειες, σχετικές με την εκτέλεση της προσβαλλόμενης εντολής ανακτήσεως, δεν μπορούν να έχουν επίδραση επί της νομιμότητάς της . Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί εξάλλου ότι, ακόμη και αν στο ιταλικό δίκαιο δεν είναι δυνατή η ανάκτηση των ποσών που δεν ελήφθησαν υπόψη στους όρους πωλήσεως της επιχειρήσεως, αυτό δεν μπορεί να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, δεν ασκεί επιρροή στην υποχρέωση ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων .
V - Πρόταση
105. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές και να καταδικάσει εις ολόκληρον τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy