Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν μετέφερε πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές (στο εξής: οδηγία 93/13) . Από τις τέσσερις αρχικώς προβληθείσες αιτιάσεις, η Επιτροπή, μετά τη μερική παραίτηση από την προσφυγή, εμμένει μόνο σε μία. Η αιτίαση αυτή αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13. Το ζήτημα που ανακύπτει συναφώς είναι κατά πόσο το ιταλικό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα των ενώσεων να ασκήσουν αγωγή όχι μόνον κατά της χρησιμοποιήσεως αλλά και κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
1) Οδηγία 93/13
2. Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
2. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν καταρτιστεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση, έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών.
3. Τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας, οι προσφυγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να ασκούνται, κατά πλειόνων επαγγελματιών, χωριστά ή από κοινού, του αυτού επαγγελματικού τομέα ή κατά των ενώσεών τους που χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των αυτών ή παρόμοιων γενικών συμβατικών ρητρών.»
3. Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994.
2) Το ιταλικό δίκαιο
4. Η οδηγία 93/13 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με τον νόμο 52, της 6ης Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: νόμος 52/96) . Με τον νόμο αυτόν προστέθηκαν τα άρθρα 1469 bis έως 1469 sexies στον ιταλικό αστικό κώδικα, τον Codice civile (στο εξής: αστικός κώδικας). Το άρθρο 7 της οδηγίας 93/13 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα. Κατά τη διάταξη αυτή, οι αντιπροσωπευτικές ενώσεις των καταναλωτών και των επαγγελματιών, καθώς και τα εμπορικά, βιομηχανικά, βιοτεχνικά και αγροτικά επιμελητήρια μπορούν να ασκήσουν αγωγή κατά των επαγγελματιών και των επαγγελματικών ενώσεων που χρησιμοποιούν στις συμβάσεις γενικούς όρους και να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαστήριο να απαγορεύσει τη χρήση καταχρηστικών ρητρών των οποίων έχει διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου .
5. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το άρθρο 7 της οδηγίας μεταφέρθηκε επίσης στο ιταλικό δίκαιο με το άρθρο 3 του νόμου 281, της 30ής Ιουλίου 1998 (στο εξής: νόμος 281/98) . Η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι ενώσεις καταναλωτών και χρηστών που περιλαμβάνονται στον πίνακα του άρθρου 5 του νόμου 281/98 νομιμοποιούνται να επιδιώκουν δικαστικώς την προστασία συλλογικών συμφερόντων. Ειδικότερα, μπορούν να ζητούν από το Δικαστήριο να απαγορεύει τις πράξεις και τις πρακτικές που θίγουν τα συμφέροντα των καταναλωτών .
6. Το άρθρο 5 του νόμου 281/98 ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ενώσεις καταναλωτών προκειμένου να περιληφθούν στον πίνακα που μνημονεύεται στο άρθρο 3. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από τον Υπουργό Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας.
ΙΙΙ - Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
7. Στα πλαίσια της νομότυπης διαδικασίας που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής, η Επιτροπή απηύθυνε στις 18 Δεκεμβρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη στην Ιταλική Κυβέρνηση. Αφού θεώρησε την από 15 Μαρτίου 1999 απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως μη ικανοποιητική, η Επιτροπή άσκησε στις 6 Οκτωβρίου 1999 προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας. Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 19 Μα_ου 2000, η Επιτροπή παραιτήθηκε από τρεις από τις αρχικές αιτιάσεις. Η Επιτροπή ζητεί εφεξής από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
8. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV - Ισχυρισμοί των διαδίκων
1) Η Επιτροπή
9. Η Επιτροπή προβάλλει την ελλιπή μεταφορά του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 στο ιταλικό δίκαιο. Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής αποσκοπεί στο να παύσει η χρησιμοποίηση καταχρηστικών ρητρών. ρος τον σκοπό αυτόν προβλέφθηκε, κατά την Επιτροπή, και προληπτική δικαστική προστασία, που παρέχει τη δυνατότητα κινήσεως διαδικασίας κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως ρήτρας. Ο προληπτικός έλεγχος είναι ιδιαιτέρως χρήσιμος για τους καταναλωτές, διότι με τον τρόπο αυτόν είναι δυνατόν να παρεμποδιστεί οριστικά η χρησιμοποίηση καταχρηστικής ρήτρας. ρος στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή επικαλείται τη φράση «συμβατικές ρήτρες, που έχουν καταρτιστεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση», η οποία περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2 της διατάξεως. Από τη φράση αυτή προκύπτει ότι η αντίστοιχη ρήτρα δεν πρέπει να έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί. εραιτέρω, η Επιτροπή παραπέμπει στην παράγραφο 3 της διατάξεως, η οποία προβλέπει ρητώς ένδικο βοήθημα κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών. Ο προληπτικός χαρακτήρας του άρθρου 7 προκύπτει επιπλέον από τη συστηματική σχέση της διατάξεως με το άρθρο 6 της οδηγίας. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει τις έννομες συνέπειες της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας, δηλαδή τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα της. ρόσφορα και αποτελεσματικά μέσα για να παύσει η χρήση καταχρηστικών ρητρών υπάρχουν μόνον εφόσον προβλέπονται προληπτικά ιδίως μέτρα τα οποία στρέφονται ήδη κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως των ρητρών αυτών. Τέλος, η Επιτροπή επικαλείται το ιστορικό της εκδόσεως της οδηγίας 93/13 και παραθέτει τις αιτιολογικές σκέψεις για την τροποποιηθείσα πρότασή της, κατά την οποία θα έπρεπε να επιτρέπονται ρητώς καθαρώς προληπτικές διαδικασίες. Κατά την Επιτροπή, το Συμβούλιο δέχθηκε τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, στο μέτρο που υιοθέτησε ως προς το σημείο αυτό την πρόταση της Επιτροπής χωρίς τροπολογία.
10. Κατά την Επιτροπή, ο προληπτικός αυτός έλεγχος δεν εξασφαλίζεται στο ιταλικό δίκαιο. Κατά το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα, είναι δυνατό να ανακινηθεί διαδικασία μόνον κατά της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών, όχι όμως κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεώς τους. Το ίδιο ισχύει για το άρθρο 3 του νόμου 281/98, το οποίο παρέχει ομοίως νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής μόνον κατά της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών.
11. Στον ισχυρισμό ότι η σύσταση δεν μπορεί, λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα της, να προσβάλει τα δικαιώματα κανενός και, κατά συνέπεια, να θεμελιώσει νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, στην πράξη, οι συστάσεις ακολουθούνται και, κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης συνειδητά προέβλεψε το εν λόγω προληπτικό ένδικο βοήθημα. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν τις επιταγές της εσωτερικής έννομης τάξεώς τους, για να μην εκπληρώσουν την υποχρέωση που υπέχουν να μεταφέρουν τις οδηγίες στο εσωτερικό δίκαιο.
12. Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 3 του νόμου 281/98 ουδόλως έχει εφαρμογή για λόγους που ανάγονται στη λογική του συστήματος των κανόνων δικαίου. ρόκειται για γενικό κανόνα ο οποίος, σύμφωνα με την αρχή ότι ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού, τίθεται εκ ποδών από τον ειδικό κανόνα του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα.
13. Για την περίπτωση κατά την οποία θα ήταν δυνατό να συναχθεί από το άρθρο 3 προληπτική έννομη προστασία, η Επιτροπή προβάλλει παραβίαση των αρχών της ασφάλειας και της σαφήνειας του δικαίου. Η αναγνώριση στηριζομένης στο άρθρο 3 νομιμοποιήσεως προς άσκηση αγωγής κατά των συστάσεων είναι απολύτως αντίθετη προς τη ρύθμιση του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, η οποία δεν προβλέπει τέτοια νομιμοποίηση, και προς το άρθρο 100 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (codice procedura civile· στο εξής: Κ.ολ.Δ.), το οποίο συνδέει το παραδεκτό της προσφυγής προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο όμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Κυβερνήσεως, δεν υφίσταται στην περίπτωση αγωγών κατά συστάσεων, ελλείψει δεσμευτικού χαρακτήρα των συστάσεων αυτών.
14. Εξάλλου, το άρθρο 3 του νόμου 281/98 συνεπάγεται ανεπίτρεπτο περιορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Η Ιταλική Δημοκρατία έκανε χρήση της εξουσίας που της παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, να καθορίσει τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής με τη θέσπιση του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα. Ο κύκλος των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής κατά τη διάταξη αυτή είναι ευρύτερος του κύκλου που καθορίζει το άρθρο 3 του νόμου 281/98. Ο καθορισμός ενός διαφορετικού κύκλου προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής ανάλογα με το αν η αγωγή ασκείται κατά της χρησιμοποιήσεως μιας ρήτρας - στην περίπτωση αυτή ο ευρύτερος κύκλος κατά το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα - ή κατά της συστάσεως της χρησιμοποιήσεως μιας ρήτρας - στην περίπτωση αυτή ο στενότερος κύκλος του άρθρου 3 του νόμου 281/98 - είναι αντίθετος προς το πνεύμα του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13.
2) Η Ιταλική Κυβέρνηση
15. Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη παραβάσεως της Συνθήκης. Φρονεί ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 έχουν μεταφερθεί πλήρως στο ιταλικό δίκαιο.
16. Επιβάλλεται, καταρχάς, η διαπίστωση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 απαιτεί από το εθνικό δίκαιο να προβλέπει κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, τούτο υποδηλώνει ότι οι ρήτρες πρέπει πράγματι να χρησιμοποιούνται σε συμβάσεις. Η πραγματική και όχι η απλώς ενδεχόμενη χρησιμοποίηση των ρητρών αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την παροχή της δυνατότητας ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος.
17. Δεν μπορεί, καταρχήν, να υφίσταται ένδικο βοήθημα κατά συστάσεως. Η σύσταση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσβάλει τα δικαιώματα κανενός. Επομένως, ουδείς έχει ανάγκη έννομης προστασίας κατά συστάσεως, η οποία, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κ.ολ.Δ., είναι, καταρχήν, αναγκαία για το παραδεκτό της αγωγής.
18. Στο μέτρο όμως που αποδεικνύεται ότι μια συμπεριφορά η οποία τοποθετείται σε στάδιο προγενέστερο της χρησιμοποιήσεως μιας ρήτρας έχει ως συνέπεια να θίγει τα συμφέροντα των καταναλωτών, ο δικαστής μπορεί, βάσει του άρθρου 3 του νόμου 281/98, να απαγορεύει και τα μέτρα αυτά. Στα μέτρα αυτά είναι δυνατό να εμπίπτουν και συστάσεις. Η έννομη προστασία που παρέχει το άρθρο 3 του νόμου 281/98 στρέφεται κατά των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για τη συμπεριφορά που προκαλεί ζημία στα συμφέροντα των καταναλωτών. Είναι δυνατό να πρόκειται και για τα πρόσωπα τα οποία συνιστούν τη χρησιμοποίηση καταχρηστικής ρήτρας.
19. Όσον αφορά τον καθορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής, η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπει στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13. Η διάταξη αυτή παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να καθορίσουν τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Ο καθορισμός από την Ιταλία του κύκλου των προσώπων αυτών στο άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα και στο άρθρο 3 του νόμου 281/98 αντιστοιχεί απλώς στην άσκηση της αρμοδιότητας που παρέχει το άρθρο 7 της οδηγίας και δεν μπορεί να είναι αντίθετος προς το πνεύμα της διατάξεως αυτής.
20. Η παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων δεν αποκλείεται δυνάμει του κανόνα του ειδικού νόμου. ρόκειται για δικονομικές διατάξεις και όχι για κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
V - Νομική εκτίμηση
1) Ο καθορισμός της εκτάσεως της υποχρεώσεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13
21. Καταρχάς, πρέπει να καθορισθεί η έκταση της υποχρεώσεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, την οποία πρέπει να εκπληρώσει η Ιταλία βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13. ράγματι, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το περιεχόμενο του σκοπού προληπτικής προστασίας του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας. Επικαλούμενοι το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο πρέπει να παύσει η «χρησιμοποίηση» των καταχρηστικών ρητρών, η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτεί να χρησιμοποιηθεί επίσης πράγματι η καταχρηστική ρήτρα κατά της οποίας ασκείται το ένδικο βοήθημα και όχι να υφίσταται απλώς η δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς της. Μόνο στην περίπτωση αυτή θίγονται τα συμφέροντα των καταναλωτών και υφίσταται δικαίωμα ασκήσεως αγωγής. Τούτο συνάδει προς το άρθρο 100 του Κ.ολ.Δ., το οποίο εξαρτά το παραδεκτό της αγωγής από την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, προϋπόθεση η οποία συντρέχει, καταρχήν, μόνο σε περίπτωση προσβολής των συμφερόντων των καταναλωτών λόγω της πραγματικής χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας.
22. Η Επιτροπή, αντιθέτως, επικαλούμενη το γράμμα του άρθρου 7, τη συστηματική σχέση του άρθρου αυτού με το άρθρο 6 καθώς και το ιστορικό της εκδόσεως της οδηγίας 93/13, υποστηρίζει την άποψη ότι η οδηγία έχει προληπτικό χαρακτήρα. Αυτός δεν λαμβάνεται αρκούντως υπόψη όταν δεν υφίσταται ένδικο βοήθημα κατά της απλής συστάσεως της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών, έστω και αν δεν πρόκειται για πραγματική χρησιμοποίηση. Η αγωγή κατά της συστάσεως αποτελεί ένα λίαν αποτελεσματικό μέσο προστασίας των καταναλωτών, δεδομένου ότι διαπιστώνεται ήδη στο πρώιμο αυτό στάδιο άπαξ δια παντός ο καταχρηστικός χαρακτήρας συγκεκριμένης ρήτρας και, κατά συνέπεια, αποκλείεται εκ των προτέρων η χρησιμοποίησή της σε πλειάδα περιπτώσεων.
23. Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 καθώς και του πεδίου προστασίας την οποία παρέχει πρέπει να στηρίζεται στο γράμμα του εν λόγω άρθρου. Το άρθρο αυτό διακρίνει μεταξύ της χρησιμοποιήσεως, αφενός, και της συστάσεως της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας, αφετέρου. Από τη διάκριση αυτή προκύπτει ότι η διάταξη αποσκοπεί στη ρύθμιση δύο διαφορετικών πραγματικών περιπτώσεων. Η άποψη που υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη πτυχή αυτή. Αν σημασία είχε πάντοτε η πραγματική χρησιμοποίηση, διότι μόνο στην περίπτωση αυτή θίγονται τα συμφέροντα των καταναλωτών, δεν θα υφίστατο πλέον η διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών. Αν ο συντάκτης της οδηγίας είχε την πρόθεση αυτή, θα μπορούσε να έχει διευκρινίσει ότι πρέπει να παρέχεται ένδικο βοήθημα όταν χρησιμοποιείται καταχρηστική ρήτρα ή όταν επαπειλείται χρησιμοποίησή της. Τούτο όμως δεν αντιστοιχεί σε καμία γλωσσική απόδοση της οδηγίας 93/13 .
24. Η παραπομπή στις επιταγές του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας καθιστά σαφές ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας απαιτεί την εισαγωγή άτυπης έννομης προστασίας στο δίκαιο των κρατών μελών. ρόκειται για την πρόβλεψη προληπτικής αγωγής υπέρ ενώσεως. Τόσο η προληπτική έννομη προστασία όσο και η έννομη προστασία υπό τη μορφή αγωγής υπέρ ενώσεως χαρακτηρίζονται από το ότι δεν απαιτούν την προσβολή ιδίων δικαιωμάτων του ενάγοντος. Δεν αντιστοιχούν στα κλασικά ένδικα βοηθήματα, το παραδεκτό των οποίων προϋποθέτει, κατά κανόνα, προσβολή των ιδίων εννόμων συμφερόντων του ασκούντος το ένδικο βοήθημα. ρόκειται, συναφώς, για άτυπες μορφές έννομης προστασίας και η αποδοχή τους στις έννομες τάξεις των κρατών μελών - που απαιτούν, καταρχήν, όλες, όπως η ιταλική έννομη τάξη, τη δυνατότητα του ενάγοντος να προβάλει έννομο συμφέρον - είναι άκρως δυσχερής. Η πτυχή αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των επιταγών τις οποίες πρέπει να τηρούν οι εθνικές πράξεις μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, χωρίς να περιορίζεται με τον τρόπο αυτόν η έκταση των δικαιωμάτων που παρέχονται με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13.
25. Η αντίρρηση που αντλεί η Ιταλική Κυβέρνηση από το άρθρο 100 του Κ.ολ.Δ. δεν ευσταθεί. Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική έννομη τάξη του για να δικαιολογήσει την παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο . Έστω και αν το άρθρο 100 του Κ.ολ.Δ. εξαρτά, καταρχήν, το παραδεκτό της αγωγής από την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, τούτο δεν απαλάσσει τον ιταλό νομοθέτη από την υποχρέωσή του να προβλέψει, στο πλαίσιο της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/13, δυνατότητα παροχής έννομης προστασίας κατά των συστάσεων χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις, έστω και αν στις περιπτώσεις αυτές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 100 του Κ.ολ.Δ.
26. Η επίκληση της παραγράφου 1 του άρθρου 7 από την Ιταλική Κυβέρνηση φαίνεται ελάχιστα πειστική όπως ακριβώς και η επίκληση της παραγράφου 2 της διατάξεως από την Επιτροπή. ράγματι, στην παράγραφο 1 γίνεται λόγος για τη «χρησιμοποίηση», ενώ στην παράγραφο 2 γίνεται μνεία των συμβατικών ρητρών οι οποίες «[...] έχουν καταρτιστεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση [...]». Επομένως, η εσωτερική λογική του άρθρου 7 της οδηγίας δεν φαίνεται να παρέχει διευκρινίσεις για το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω.
27. Ούτε η σύγκριση με το άρθρο 6 της οδηγίας στην οποία προβαίνει η Επιτροπή συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει τις έννομες συνέπειες της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας, δηλαδή την έλλειψη δεσμευτικότητας της ρήτρας. Η εν λόγω ρύθμιση του ουσιαστικού δικαίου δεν παρέχει τη δυνατότητα συναγωγής οιουδήποτε συμπεράσματος για το ζήτημα δικονομικού δικαίου κατά πόσον αγωγές κατά της συστάσεως είναι παραδεκτές ή όχι.
28. ρέπει, πάντως, να αναφερθεί η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία έχει ως εξής: «τα άτομα ή οργανισμοί που, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύουν τον καταναλωτή, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά των συμβατικών όρων που συντάσσονται με σκοπό τη γενικευμένη κρίση μέσα στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, και ειδικά κατά των καταχρηστικών ρητρών, είτε ενώπιον δικαστικής αρχής είτε ενώπιον διοικητικού οργάνου που είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τις καταγγελίες ή και να κινεί τις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες. Αυτή η δυνατότητα δεν συνεπάγεται πάντως εκ των προτέρων έλεγχο των γενικών όρων που χρησιμοποιούνται σε δεδεμένο οικονομικό τομέα». Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη, η οποία αναφέρεται στη ρύθμιση του άρθρου 7, είναι βεβαίως αντίθετη, καταρχάς στην τελευταία αυτή φράση, προς τον έλεγχο των συστάσεων, οι οποίες δεν καταλήγουν σε χρησιμοποίηση, διότι αποκλείεται ρητώς ο «εκ των προτέρων έλεγχος».
29. Εν πάση περιπτώσει, ο αποκλεισμός αυτός αφορά μόνον τους «γενικούς όρους» που χρησιμοποιούνται σε δεδομένο οικονομικό τομέα. Η έννοια αυτή δεν διευκρινίζεται περισσότερο στο κείμενο της οδηγίας ούτε στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη ούτε σε άλλες διατάξεις. Επομένως, η σημασία της δεν μπορεί να διευκρινισθεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβητήσεις. άντως, ορισμένα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η έννοια αυτή δεν αφορά τις διεξοδικές συμβατικές ρήτρες. ράγματι, εν εναντία περιπτώσει, θα άρμοζε να χρησιμοποιηθεί η εν λόγω προαναφερθείσα έκφραση, η οποία απαντά και σε άλλα σημεία των αιτιολογικών σκέψεων - παράβαλε, για παράδειγμα, τη δεύτερη, όγδοη και δωδέκαταη αιτιολογική σκέψη - και στο διατακτικό της οδηγίας (πρβλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, και άρθρο 2, στοιχείο α_) και στην προτελευταία αιτιολογική σκέψη. Επιπλέον, ένας «εκ των προτέρων έλεγχος» δεν πρέπει οπωσδήποτε να εξομοιωθεί με το παραδεκτό ενός προληπτικού ενδίκου βοηθήματος, το οποίο βάλλει κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένων ρητρών. Ο εκ των προτέρων έλεγχος θα μπορούσε επίσης να αποτελεί ένα σύστημα προηγούμενης άδειας. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας δεν εμποδίζει την ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας απαιτεί την πρόβλεψη προληπτικών ενδίκων βοηθημάτων. Το συμπέρασμα αυτό αντιστοιχεί στη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφασή του της 27ης Ιουνίου 2000, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-240/98 έως C-244/98 . Δεν έχει σημασία το κατά πόσο γίνεται πράγματι χρήση της καταχρηστικής ρήτρας.
2) Η σχέση του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα προς το άρθρο 3 του νόμου 281/98
30. Κατά συνέπεια, εφόσον είναι βέβαιον ότι η Ιταλική Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, να προβλέψει ένδικο βοήθημα κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον εκπληρώθηκε η υποχρέωση αυτή. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς ένδικο βοήθημα κατά της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών. Η ιταλική νομολογία καθώς και η κρατούσα γνώμη στην ιταλική θεωρία ερμηνεύουν, εντούτοις, ευρέως την έννοια της «χρησιμοποιήσεως», οπότε αυτή περιλαμβάνει και τη σύσταση χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών. ρέπει ακόμη να εξετασθεί αν η εν λόγω ερμηνεία της διατάξεως από τη νομολογία και τη θεωρία τηρεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τις επιταγές της σαφήνειας του δικαίου.
31. άντως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν συμμερίζεται την ερμηνεία αυτή. Κατά τους ισχυρισμούς της, η προσωρινή έννομη προστασία μπορεί να στηριχθεί πρωτίστως στο άρθρο 3 του νόμου 281/98. Στα πλαίσια της εξετάσεως του ζητήματος σε ποιο βαθμό το άρθρο 3 του νόμου 281/98 προβλέπει ένδικο βοήθημα κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας, ανακύπτει καταρχάς το ερώτημα αν η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί παράλληλα προς το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα. Η Επιτροπή αμφισβητεί τη δυνατότητα της εφαρμογής αυτής, επικαλούμενη τον γενικό χαρακτήρα του νόμου 281/98. Κατά τον κανόνα του lex specialis, υπερισχύει το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα ως ειδικότερος κανόνας.
32. Όπως διαπιστώθηκε ήδη, το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα δεν παρέχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με το γράμμα του, ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της συστάσεως της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας. Αντιθέτως, το γράμμα του άρθρου 3 του νόμου 281/98, το οποίο αναφέρεται σε πράξεις και πρακτικές, προβλέπει ένδικο βοήθημα και κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή βαίνει, τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό, πέραν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα.
33. Η απάντηση στο ερώτημα αν μια διάταξη εκτοπίζεται από άλλη, σύμφωνα με την αρχή ότι ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού, δεν εξαρτάται μόνον από τις προϋποθέσεις των δύο κανόνων, αλλά πρωτίστως από τις έννομες συνέπειές τους. Μόνον όταν οι έννομες συνέπειες του ενός αποκλείουν τις έννομες συνέπειες του άλλου η λογική σχέση της ειδικότητας καταλήγει στην εκτόπιση του γενικότερου κανόνα . Οι διατάξεις του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98 ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου βοηθήματος. Σύμφωνα με το γράμμα του, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 είναι ευρύτερο από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα. Η διάταξη αυτή αφορά ρητώς μόνον τη χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών, ενώ η διάταξη του άρθρου 3 εκτείνεται σε όλες τις πράξεις και πρακτικές που θίγουν τα συμφέροντα των καταναλωτών και των χρηστών. Οι δύο κανόνες ορίζουν επίσης διαφορετικό κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Ο κύκλος των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής κατά το άρθρο 3 είναι στενότερος και καλύπτει μόνον τις ενώσεις που περιλαμβάνονται στον πίνακα του άρθρου 5 του νόμου 281/98. Αντιθέτως, το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα περιέχει αφηρημένο ορισμό, τον οποίο πρέπει να εφαρμόσει ο δικαστής στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις. Αν ληφθούν υπόψη οι προϋποθέσεις των δύο διατάξεων γεννώνται αμφιβολίες κατά πόσον υφίσταται σχέση ειδικότητας μεταξύ τους, δεδομένου ότι αυτές επικαλύπτονται μόνον εν μέρει. Ορισμένες περιπτώσεις εμπίπτουν στο άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα (αγωγές ενώσεων που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα του άρθρου 5 του νόμου 281/98), ορισμένες εμπίπτουν στο άρθρο 3 του νόμου 281/98 (αγωγές κατά συστάσεων) και ορισμένες εμπίπτουν σε αμφότερες τις διατάξεις (αγωγές ενώσεων που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατά της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών). Επιπλέον, η μία διάταξη δεν αποκλείει την άλλη ούτε όσον αφορά τις έννομες συνέπειές τους, δηλαδή το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος που προβλέπει εκάστη εξ αυτών. Ούτε η Ιταλική Κυβέρνηση ούτε η Επιτροπή προέβαλαν κάποιον ισχυρισμό από τον οποίο να προκύπτει ότι μια απαράδεκτη κατά το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα αγωγή δεν μπορεί να κριθεί παραδεκτή κατά το άρθρο 3 του νόμου 281/98 εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, και αντιστρόφως. Είναι, συναφώς, απολύτως αμφίβολο αν μπορεί να εφαρμοσθεί η αρχή κατά την οποία ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού.
34. Άλλωστε, διαφορετικό συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το πνεύμα και τον σκοπό των διατάξεων καθώς και από τη βούληση του νομοθέτη, στο μέτρο που αυτή εκφράσθηκε στο κείμενο του νόμου. Η οδηγία 93/13 μεταφέρθηκε βεβαίως στο ιταλικό δίκαιο με τον νόμο 52/96, με τον οποίο εισήχθη το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς των διαδίκων που συμφωνούν μεταξύ τους. To άρθρο 1, παράγραφος 1, του μεταγενέστερου νόμου 281/98, όμως, αναφέρεται ρητώς στο κοινοτικό δίκαιο και το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ε_, του νόμου αυτού αναφέρεται στην εντιμότητα, τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις συμβατικές σχέσεις. Κανένα στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι με τον νόμο αυτόν δεν διευρύνθηκαν τα δικαιώματα των καταναλωτών σε σχέση με το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα.
35. Εν πάση περιπτώσει, η αρχή κατά την οποία ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού θα έπρεπε να εφαρμοσθεί υπέρ του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, αν γινόταν δεκτό ότι ο Ιταλός νομοθέτης, με τη θέσπιση του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, θέλησε συνειδητά να αποκλείσει τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως ρήτρας. Υπό την έννοια αυτή, θα μπορούσαν να ερμηνευθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν είναι, καταρχήν, δυνατή η άσκηση αγωγής κατά συστάσεως, επειδή η σύσταση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσβάλει τα δικαιώματα του καταναλωτή. Για τον λόγο αυτόν, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, το οποίο όμως αποτελεί, καταρχήν, αναγκαία προϋπόθεση, κατά το άρθρο 100 Κ.ολ.Δ., για το παραδεκτό της αγωγής.
36. Εντούτοις, το γεγονός ότι, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το ιταλικό δίκαιο προβλέπει ένδικο βοήθημα κατά των συστάσεων, και μάλιστα στο άρθρο 3 του νόμου 281/98, αποκλείει την ως άνω ερμηνεία των ισχυρισμών της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Η Επιτροπή, η οποία αμφισβητεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο, δεν προβάλλει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο Ιταλός νομοθέτης απέκλεισε συνειδητά, στο άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα, κάθε ένδικο βοήθημα κατά των συστάσεων.
37. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται περαιτέρω η διαπίστωση ότι οι δύο διατάξεις έχουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής. Το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου 281/98.
3) Η πρόβλεψη της δυνατότητας έννομης προστασίας κατά των συστάσεων
38. Επομένως, εφόσον είναι βέβαιον ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 απαιτεί την πρόβλεψη προληπτικού ενδίκου βοηθήματος κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας και ότι το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου 281/98, πρέπει στο εξής να εξετασθεί αν η Ιταλική Δημοκρατία εκπλήρωσε, με την εισαγωγή του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98, την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
39. Όπως διαπιστώθηκε ήδη, το άρθρο 3 του νόμου 281/98 προβλέπει, όπως προκύπτει από το γράμμα του, ένα ένδικο βοήθημα κατά πράξεων και πρακτικών που θίγουν τα συμφέροντα των καταναλωτών και των χρηστών . Στις έννοιες αυτές είναι δυνατόν να υπαχθούν και συστάσεις περί χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένης καταχρηστικής ρήτρας σε γενικούς όρους συναλλαγών. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του νόμου 281/98 μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13.
40. Η ανάλυση της ιταλικής νομολογίας επιβεβαιώνει ότι, στην Ιταλία, θεωρούνται παραδεκτές οι αγωγές που ασκούνται κατά συστάσεων χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 281/98 .
41. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 3 του νόμου δεν τηρεί τις επιταγές μιας νομότυπης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο για δύο λόγους. Αφενός, το άρθρο 3 του νόμου 281/98 περιορίζει απαραδέκτους τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Αφετέρου, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η διάταξη δεν τηρεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τις επιταγές της σαφήνειας του δικαίου.
α) εριορισμός, στο άρθρο 3 του νόμου 281/98, του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής
42. Επί της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι ο ιταλικός νομοθέτης έκανε ήδη χρήση, με την εισαγωγή του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, του δικαιώματός του να ορίσει τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Αμυνόμενη, η Ιταλική Δημοκρατία παραπέμπει απλώς στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, το οποίο περιέχει, όσον αφορά τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής, επιφύλαξη υπέρ του εθνικού δικαίου.
43. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 εξαρτά ρητώς τη νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής κατά συστάσεων χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών από την επιφύλαξη της «τηρήσεως της εθνικής νομοθεσίας». Ομοίως, η παράγραφος 2 της διατάξεως, στην οποία παραπέμπει η παράγραφος 3, παρέχει στις έννομες τάξεις των κρατών μελών τη δυνατότητα να ορίσουν τα άτομα και τους οργανισμούς που έχουν έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών και, κατά συνέπεια, νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή. Η οδηγία δεν περιέχει κανένα στοιχείο όσον αφορά την έκταση του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή. Επομένως, η Ιταλική Δημοκρατία είναι, καταρχήν, ελεύθερη να καθορίσει τον κύκλο αυτόν.
44. Το επιχείρημα της Επιτροπής συνίσταται στο ότι η Ιταλική Δημοκρατία έκανε χρήση της εξουσίας της με την εισαγωγή του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και όρισε τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής ήδη το 1996. Ο κύκλος των προσώπων αυτών δεν μπορεί να περιοριστεί μεταγενέστερα, ιδίως με την εισαγωγή του άρθρου 3 του νόμου 281/98. Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της οδηγίας. Μετά τον καθορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επιφέρουν αλλαγές στον κύκλο αυτόν. Επομένως, έστω και αν η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε ήδη την αρμοδιότητά της να ορίσει τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή με την εισαγωγή του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα, τίποτε δεν της απαγορεύει, καταρχήν, να τροποποιήσει τον κύκλο αυτόν με την έκδοση του νόμου 281/98.
45. Επειδή οι δύο διατάξεις του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98, όπως εκτέθηκε ήδη ανωτέρω, έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, δεν είναι δυνατόν, καταρχήν, να διατυπωθούν επικρίσεις ως προς το ότι εκάστη των διατάξεων αυτών ορίζει διαφορετικό αριθμό προσώπων που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής. Η οδηγία δεν περιέχει καμία ένδειξη περί του ότι ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ασκήσουν αγωγή κατά της χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας δεν μπορεί να είναι ευρύτερος από τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να στραφούν κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικής ρήτρας. Οι υπό ορισμένες μάλιστα συνθήκες η διαφοροποίηση αυτή θα μπορούσε να είναι ενδεδειγμένη. Όπως επιβεβαιώνει η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η χρησιμοποίηση καταχρηστικών ρητρών θίγει πάντοτε τα συμφέροντα των προστατευομένων καταναλωτών. Κατά συνέπεια, το σύνολο αυτών των στοιχείων αντιστοιχεί μάλλον στην κλασική περίπτωση κατά την οποία τα ένδικα βοηθήματα κρίνονται παραδεκτά. Αντιθέτως, η απλή σύσταση χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών δεν θίγει ακόμη τα έννομα συμφέροντα των καταναλωτών, αλλ' απλώς τα απειλεί. Σε περίπτωση σταθμίσεως των αντικρουομένων συμφερόντων όσων χρησιμοποιούν τις ρήτρες αυτές και των καταναλωτών, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή η εκ των προτέρων έννομη προστασία θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση συγκεκριμένου, ειδικά καθορισμένου κύκλου προσώπων και οργανώσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση δικαιώματος. Η λύση αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να εμποδίσει τη διεξαγωγή περιττών δικών. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
β) αραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και των επιταγών της σαφήνειας του δικαίου
46. Στα πλαίσια της δεύτερης αιτιάσεως σχετικά με την ασφάλεια δικαίου και τη σαφήνεια του δικαίου, η Επιτροπή εκθέτει ότι η ερμηνεία του άρθρου 3 του νόμου 281/98 υπό την έννοια ότι παρέχει ένδικο βοήθημα κατά συστάσεων είναι απολύτως αντίθετη προς το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα και το άρθρο 100 του Κ.ολ.Δ. Κατά συνέπεια, τα άτομα και οι οργανώσεις που νομιμοποιούνται προς άσκηση αγωγής δεν γνωρίζουν επακριβώς τα δικαιώματά τους και κατά πόσον μπορούν ενδεχομένως να τα επικαλεσθούν ενώπιον Δικαστηρίου.
47. Σύμφωνα με το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ), η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλ' αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Κατά συνέπεια, η νομολογία δεν απαιτεί να επαναλαμβάνονται οι διατάξεις μιας οδηγίας ρητώς και κατά λέξη στον εθνικό νόμο. Ανάλογα με το περιεχόμενο της οδηγίας, είναι δυνατόν να αρκεί η δημιουργία ενός γενικού νομικού πλαισίου. Ειδικότερα, η ύπαρξη γενικών αρχών του συνταγματικού ή του διοικητικού δικαίου ενδέχεται να καθιστά περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ιδιαίτερες νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις. Εν πάση περιπτώσει, η νομική κατάσταση που προκύπτει από τις αρχές αυτές, κυρίως στο μέτρο που η οδηγία θεμελιώνει δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, πρέπει να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής. ρέπει να παρέχει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να λαμβάνουν γνώση του συνόλου των δικαιωμάτων τους και να τα επικαλούνται, ενδεχομένως, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ο σκοπός της οδηγίας έγκειται στην παροχή δικαιωμάτων τους υπηκόους άλλων κρατών μελών, διότι οι υπήκοοι αυτοί δεν γνωρίζουν, κατά κανόνα, τις αρχές αυτές .
48. Κατά την ανωτέρω νομολογία, δεν έχει, καταρχήν, σημασία το γεγονός ότι το γράμμα του άρθρου 3 του νόμου 281/98 δεν αναφέρεται ρητώς σε ένδικα βοηθήματα κατά «συστάσεων». ροσθέτει ότι εντεύθεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κύκλος των κατά το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 93/13 δικαιούχων αποτελείται από αποδέκτες που έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες. Τα άτομα και οι οργανώσεις που νομιμοποιούνται, κατά τη διάταξη αυτή, προς άσκηση αγωγής είναι ενώσεις συμφερόντων, αντικείμενο της δραστηριότητας των οποίων είναι η προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών. Κατά παγία νομολογία, αυτό που έχει σημασία, όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου και την επιταγή σαφήνειας του δικαίου που είναι αναγκαίες, είναι το πως εμφανίζεται η νομική κατάσταση από την πλευρά των ενδιαφερομένων . Στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση C-145/99 η γενική εισαγγελέας Stix-Hackl τόνισε ότι, σε περίπτωση κύκλου αποδεκτών με ιδιαίτερες ιδιότητες, πρέπει οπωσδήποτε να ορίζονται αυστηρότερες προϋποθέσεις απ' ό,τι συνηθίζεται κατά κανόνα . Ομοίως, για να καθοριστεί εν προκειμένω ο βαθμός της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας του δικαίου που είναι αναγκαίες, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι οι αποδέκτες είναι ειδικευμένοι στον τομέα τους και ότι δεν πρόκειται για τον τελικό καταναλωτή ο οποίος προστατεύεται άλλωστε από την οδηγία 93/13. Επομένως, για να τηρηθούν οι επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, δεν αρμόζει να τεθούν υπερβολικές απαιτήσεις όσον αφορά τη σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομοθεσία περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
49. Για τους λόγους αυτούς, δεν ενδείκνυται να επαληθευθεί στην παρούσα διαδικασία η αιτιολογία της αποφάσεως στην υπόθεση C-144/99. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας, τα οποία απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αποδέκτες κανόνων οι οποίοι έχουν ιδιαίτερες ιδιότητες. Από τους αποδέκτες αυτούς πρέπει να αναμένεται ότι γνωρίζουν τη νομολογία σχετικά με το παραδεκτό των αγωγών που ασκούνται κατά συστάσεων καθώς και σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98.
50. Όπως προκύπτει από την έκθεση της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2000, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 93/13 η Επιτροπή άσκησε προσφυγές λόγω παραβάσεως κατά του συνόλου των κρατών μελών, εξαιτίας της πλημμελούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/13 . Αξίζει να σημειωθεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι σε πολλά κράτη μέλη η νομική κατάσταση είναι παρεμφερής προς αυτήν της Ιταλίας. Φαίνεται, πάντως, ότι σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή δεν έφθασε, μέχρι σήμερα, σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως όπως στην περίπτωση της Ιταλίας .
51. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την έκθεσή της, εξετάζει διεξοδικά ένα άλλο πρόβλημα μεταφοράς του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13 στο ιταλικό δίκαιο, δηλαδή κατά πόσον, στα πλαίσια των επειγουσών διαδικασιών, η έννοια των «σοβαρών λόγων επείγοντος χαρακτήρα» καταλήγει σε επαρκή έννομη προστασία , ενώ δεν ασχολείται με το χρήσιμο εν προκειμένω ζήτημα του παραδεκτού των αγωγών κατά συστάσεων. εραιτέρω, εξετάζεται η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως που κινήθηκε κατά των Κάτω Χωρών, στην υπόθεση C-144/99, η οποία αφορούσε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας .
52. Η Επιτροπή διαβίβασε την αιτιολογημένη γνώμη της σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ) τον Δεκέμβριο του 1998. Κατά τον χρόνο εκείνο, η νομολογία των ιταλικών δικαστηρίων παρείχε έννομη προστασία κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών. ρος τούτο, τα δικαστήρια στηρίζονταν είτε στο άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα, είτε στο άρθρο 3 του νόμου 281/98. Τη λύση αυτή ακολουθεί και η κρατούσα γνώμη στη θεωρία. Θα μπορούσε, συναφώς, να προβληθεί το επιχείρημα ότι επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την οδηγία σκοπός της παροχής έννομης προστασίας κατά της συστάσεως χρησιμοποιήσεως καταχρηστικών ρητρών. Η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη να παράσχει την έννομη προστασία με τη θέσπιση δύο κανόνων, των οποίων τα πεδία εφαρμογής επικαλύπτονται εν μέρει, καλύπτεται από την ελευθερία επιλογής των μέσων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την οποία του παρέχει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ). Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, είναι αμφίβολο αν στην παρούσα περίπτωση είναι δυνατόν να διαπιστωθεί παραβίαση της Συνθήκης.
53. ρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι νομολογία εθνικών δικαστηρίων ερμηνεύουσα διατάξεις εσωτερικού δικαίου κατά τρόπον θεωρούμενο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο δεν αρκεί, καταρχήν, προκειμένου να προσδώσει στις διατάξεις αυτές τον χαρακτήρα μέτρων μεταφοράς οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη . Με την απόφασή του στην υπόθεση C-144/99, το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με την οδηγία 93/13, ότι η σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία των εθνικών διατάξεων από τα εθνικά δικαστήρια δεν αρκεί για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. ράγματι, η νομολογία αυτή δεν μπορεί να εμφανίζει τη σαφήνεια και την ακρίβεια που απαιτούνται προς πλήρωση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου. Τούτο ισχύει ειδικότερα στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών . Συμφωνώ με τις σκέψεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Tizzano στις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη, ότι δηλαδή η εφαρμογή της αρχής της σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας από τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν μπορεί να αντικαταστήσει την υποχρέωση του νομοθέτη του οικείου κράτους μέλους να προβεί στην ακριβή και αδιαμφισβήτητη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο . Την υποχρέωση επιτεύξεως του σκοπού που τάσσει μια οδηγία υπέχουν όλοι οι φορείς δημόσιας νομιμοποιήσεως . Στα πλαίσια της υποχρεώσεώς τους μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, το οποίο καθιστά την εθνική έννομη τάξη σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας . Κατά συνέπεια, η απαίτηση ασφάλειας δικαίου και σαφήνειας του δικαίου βαρύνει - και ίσως μάλιστα πρωτίστως - τον νομοθέτη. Ο ίδιος ο κανόνας περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, ώστε να μπορεί να αποτελέσει επαρκή μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
54. Ως προς το σημείο αυτό, η διαμάχη μεταξύ της Επιτροπής και της Ιταλικής Δημοκρατίας καταδεικνύει κατά εντυπωσιακό τρόπο ότι η σχέση μεταξύ του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98 είναι κάθε άλλο παρά σαφής και μονοσήμαντη. Τα ιταλικά δικαστήρια, ακόμη και αν μερικές φορές θεωρούν το άρθρο 1469 sexies του αστικού κώδικα ως lex specialis σε σχέση προς το άρθρο 3 του νόμου 281/98, παρέχουν, εν πάση περιπτώσει, βάσει της πρώτης διατάξεως έννομη προστασία κατά των συστάσεων και, επομένως, ερμηνεύουν τον κανόνα αυτό σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο . Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από τα πρόσωπα και τις οργανώσεις που νομιμοποιούνται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας, προς άσκηση αγωγής να θεωρούν ότι η νομική κατάσταση είναι αρκούντως ακριβής και σαφής και ότι είναι σε θέση να λάβουν γνώση των δικαιωμάτων τους και να τα προβάλουν ενδεχομένως ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.
55. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μεταφορά του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας στο ιταλικό δίκαιο με την εισαγωγή του άρθρου 1469 sexies του αστικού κώδικα και του άρθρου 3 του νόμου 281/98 δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη την αρχή της ασφαλείας δικαίου και τις επιταγές της σαφήνειας. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό δίκαιο.
VI - Τα δικαστικά έξοδα
56. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα, πρέπει η Ιταλική Δημοκρατία να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VII - ρόταση
57. Για τους λόγους που προανέφερα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13/EOK του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy