Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Με προσφυγή που άσκησε στις 7 Οκτωβρίου 1999, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για τροποποίηση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 [κοινοποιηθείσας υπό τον αριθμό C(1999) 2476 τελικό] (EE L 226, σ. 26, στο εξής: απόφαση 99/596 ή προσβαλλομένη απόφαση).
2. Με αμφότερες τις αποφάσεις, η Επιτροπή επέβαλε ορισμένες δημοσιονομικές διορθώσεις κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών που είχαν υποβάλει τα κράτη μέλη για τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1995 για τους λόγους που εκτίθενται στη συνοπτική έκθεση VI/6462/98, της 12ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (στο εξής: συνοπτική έκθεση 1995), καθώς και στο συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως, της 7ης Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως 1995). Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση ορισμένων αποσπασμάτων της αποφάσεως 99/596 και συγκεκριμένα εκείνων βάσει των οποίων δεν επιβαρύνεται το ΕΓΤΕ με ορισμένα ποσά αφορώντα τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των αροτριαίων καλλιεργειών. Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί επίσης την ακύρωση των δημοσιονομικών διορθώσεων που αφορούν τους τομείς του ελαιολάδου, του βάμβακος και του βοείου κρέατος, διορθώσεων που είχαν, πάντως, ήδη επέλθει με την απόφαση 99/187 και που η επακόλουθη απόφαση 99/596 περιορίστηκε να συμπληρώσει και τροποποιήσει.
3. Εξάλλου, υπενθυμίζω ότι, με διάταξη της 8ης Μαρτίου 2001, το Δικαστήριο απέρριψε ως προδήλως απαράδεκτη την προσφυγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως καθ' ο μέρος αφορά τις δημοσιονομικές διορθώσεις για το ελαιόλαδο, το βαμβάκι και το βόειο κρέας, εκτιμώντας ότι η εκκαθάριση των δαπανών σχετικά με τους ως άνω τομείς είχε ήδη χωρήσει οριστικώς με την απόφαση 99/187 και ότι η προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως καινοτομούσε συναφώς. Κατόπιν αυτού, κρίθηκαν παραδεκτοί μόνον οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν τις δημοσιονομικές διορθώσεις σχετικά με τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των αροτριαίων καλλιεργειών.
4. Οι σχετικές διορθώσεις ανέρχονται, όσον αφορά τα οπωροκηπευτικά, σε 6 276 374 640 δρχ. (εκ των οποίων 278 157 985 δρχ. για τα εσπεριδοειδή και 5 998 216 655 δρχ. για τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια) λόγω παρατυπιών στο σύστημα αναγνωρίσεως και λειτουργίας των οργανώσεων των παραγωγών, καθώς και στο σύστημα των αποσύρσεων από την αγορά, και σε 816 097 399 δρχ. λόγω παρατυπιών κατά τη δωρεάν διανομή των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων.
5. Ως προς τις αροτριαίες καλλιέργειες, οι δημοσιονομικές διορθώσεις ανέρχονται, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, σε 2 281 284 896 δρχ., προϊόν της εφαρμογής κατ' αποκοπήν συντελεστή ύψους 2 % επί των δηλωθεισών από την Ελληνική Δημοκρατία δαπανών λόγω ελλείψεων κατά τη διαχείριση και τους πραγματοποιηθέντες εκ μέρους των ελληνικών αρχών ελέγχους, και σε 2 333 442 867 δρχ., ποσόν αντιστοιχούν στα παρακρατηθέντα από τις ενώσεις των γεωργικών συνεταιρισμών (στο εξής: ΕΓΣ) ποσά κατά τον χρόνο καταβολής των ενισχύσεων στους δικαιούχους.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Γενική κανονιστική ρύθμιση
6. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93, στο εξής: κανονισμός 729/70), το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών.
7. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού:
«Οι δαπάνες διοικητικών εξόδων και προσωπικού, τις οποίες αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι της συνδρομής του Ταμείου, δεν επιβαρύνουν το τελευταίο.»
8. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Χρηματοδοτούνται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
9. Συναφώς, επιβάλλεται ευθύς εξ αρχής η διευκρίνιση ότι, όσον αφορά τις δηλωθείσες από τα κράτη μέλη παρεμβάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεώς τους στα πλαίσια συγκεκριμένου οικονομικού έτους ΕΓΤΕ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 296/96 ορίζει:
«Λαμβάνονται υπόψη για το οικονομικό έτος "n" οι δαπάνες που δηλώνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο από τα κράτη μέλη από τις 16 Οκτωβρίου του έτους "n - 1" έως τις 15 Οκτωβρίου του έτους "n".»
10. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/96 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1287/95):
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απορρίψεως χρηματοδοτήσεως, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντιστοίχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
- από περιστατικά [παρατυπιών] κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2,
- από εθνικές ενισχύσεις ή από παραβάσεις για τις οποίες έχουν κινηθεί οι διαδικασίες των άρθρων 93 και 169 της Συνθήκης.»
11. Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού, προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν [παρατυπίες],
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα προς τον σκοπό αυτό μέτρα και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.»
12. Σε σχέση, ειδικότερα, με το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επιβάλλεται η επικέντρωση της προσοχή επί των μεταγενεστέρων διατάξεων που αφορούν τον ως άνω κανονισμό και ασκούν ευθέως επιρροή στην παρούσα υπόθεση.
13. Αυτό συμβαίνει, συγκεκριμένα, με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1287/95, το οποίο διευκρινίζει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται από το οικονομικό έτος που αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου 1995, ενώ η παράγραφος 2 της ως άνω διατάξεως ορίζει ότι η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες που έχουν δηλωθεί για οικονομικά έτη προγενέστερα της 16ης Οκτωβρίου 1992, χωρίς, πάντως, να θίγονται οι περί εκκαθαρίσεων αποφάσεις σχετικά με οικονομικά έτη πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.
14. Επιπλέον, σημασία έχει, για τους ως άνω σκοπούς, το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1663/95), το οποίο προβλέπει:
«1. Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η ανακοίνωση περιέχει παραπομπή στον παρόντα κανονισμό. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει αναλόγως τη θέση της. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει παράταση της περιόδου για απάντηση.
Μετά [τη λήξη] της προθεσμίας για απάντηση, η Επιτροπή οργανώνει διμερή διάλογο και τα δύο μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Στη συνέχεια η Επιτροπή ανακοινώνει τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας αναφορά στην απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής.
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε έκθεσης του οργάνου [συνδιαλλαγής] σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ.»
15. Δυνάμει του άρθρου 10 αυτού, ο κανονισμός 1663/95 εφαρμόζεται από το οικονομικό έτος που αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου 1995, ήτοι για το οικονομικό έτος 1996.
16. Με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45, στο εξής: απόφαση 94/442), συστάθηκε όργανο συνδιαλλαγής με αποστολή, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως, να επιδιώκει τη σύγκλιση των διισταμένων θέσεων μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους (παράγραφος 1, στοιχείο β_).
17. Ως προς τις δημοσιονομικές συνέπειες στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, σε περίπτωση αμελειών κατά τους διενεργηθέντες από τα κράτη μέλη ελέγχους, διυπηρεσιακή ομάδα της Επιτροπής συνέταξε έγγραφο όπου χαράσσονται οι ακολουθητέες σε παρόμοιες περιπτώσεις κατευθυντήριες γραμμές. ρόκειται για την έκθεση Belle (έγγραφο VI/216/93 της 1ης Ιουνίου 1993, στο εξής: έκθεση Belle), η οποία, μετά την έγκρισή της από την ίδια την Επιτροπή, κοινοποιήθηκε ακολούθως στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως του ΕΓΤΕ όπου και έτυχε ευνοϊκής υποδοχής. Οι περιλαμβανόμενες στην έκθεση Belle κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν προϊόν μακρόχρονης πρακτικής της Επιτροπής. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή ως ορθή την κατ' αποκοπήν εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων τις οποίες και λαμβάνει υπόψη προκειμένου να χωρήσει στη δική του εκτίμηση .
18. έραν των τριών κυρίων μεθόδων υπολογισμού, το παράρτημα 2 της εκθέσεως Belle προβλέπει, όταν πρόκειται για δυσχερείς περιπτώσεις, τρεις κατηγορίες διορθώσεων με την εφαρμογή κατ' αποκοπήν συντελεστή:
«Α. 2 % της δαπάνης, όταν η έλλειψη είναι περιορισμένη σε τμήματα του συστήματος ελέγχου μικρότερης σημασίας ή στην εκτέλεση των ελέγχων που δεν είναι βασικοί για την εξασφάλιση της κανονικότητας των δαπανών, κατά τρόπο που μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος απωλείας για το ΕΓΤΕ ήταν ασήμαντος.
Β. 5 % της δαπάνης, όταν η έλλειψη σχετίζεται με σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή με την εκτέλεση των ελέγχων οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, κατά τρόπο που μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος απωλείας για το ΕΓΤΕ ήταν σημαντικός.
Γ. 10 % της δαπάνης, όταν η έλλειψη σχετίζεται με το σύνολο ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή με την εκτέλεση των ελέγχων που είναι βασικοί για την εξασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, κατά τρόπο που μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε σοβαρός κίνδυνος ευρείας απωλείας για το ΕΓΤΕ.»
19. Επιπλέον, η έκθεση Belle υπενθυμίζει ότι είναι δυνατή η απόρριψη του συνόλου της δαπάνης και ότι, συνακόλουθα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλο υψηλότερο ποσοστό διορθώσεως.
20. Μετά την υιοθέτηση της εκθέσεως Belle, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95 και, όσον αφορά το στοιχείο γ_, αναδιατυπώθηκε όπως παρατίθεται ανωτέρω.
Β - Κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των οπωροκηπευτικών
21. Ο τομέας των οπωροκηπευτικών διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250, στο εξής: κανονισμός 1035/72).
22. Το άρθρο 13 του ως άνω κανονισμού, σύμφωνα με την απόδοση που προκύπτει από τις επελθούσες τροποποιήσεις με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983 (ΕΕ L 325, σ. 1), προβλέπει τη σύσταση, με πρωτοβουλία των ιδίων των παραγωγών οπωροκηπευτικών, οργανώσεων με σκοπό την προώθηση της συγκεντρώσεως της προσφοράς και τη ρύθμιση των τιμών στο στάδιο της παραγωγής για ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα που διαλαμβάνει ο κανονισμός 1035/72 και τη θέση στη διάθεση των παραγωγών που είναι μέλη της οργανώσεως των καταλλήλων τεχνικών μέσων για τη συσκευασία και εμπορία των οικείων προϊόντων.
23. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις οικείες οργανώσεις μόνον εφόσον αυτές παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις ως προς τη διάρκεια και την αποτελεσματικότητα της δράσεώς τους, ειδικότερα όσον αφορά την εκπλήρωση των καθηκόντων για τα οποία έχουν συσταθεί, και εφόσον τηρούν, από την ημερομηνία αναγνωρίσεώς τους, ειδική λογιστική για τις δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο της αναγνωρίσεως. Έπεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αρνούνται ή και να ανακαλούν την αναγνώριση των οργανισμών εκείνων των παραγωγών που, επί παραδείγματι, δεν διαθέτουν τα κατάλληλα τεχνικά μέσα για τη συσκευασία και εμπορία των οικείων προϊόντων.
24. Το άρθρο 15 του κανονισμού 1035/72 ορίζει, ειδικότερα, ότι για να μπορούν να επωφελούνται των μέτρων αποσύρσεως από την αγορά - η οποία συνοδεύεται από την καταβολή αποζημιώσεως στους παραγωγούς εκ μέρους των οργανώσεων των οποίων αυτοί είναι μέλη, αποζημιώσεως που συμψηφίζεται στη συνέχεια από τις αρχές των κρατών μελών με δημοσιονομικά μέτρα καταλογιστέα στο ΕΓΤΕ - τα μη διατιθέμενα προς πώληση προϊόντα πρέπει να ανταποκρίνονται στους ποιοτικούς κανόνες αλλ' όχι στους κανόνες περί εμπορίας. Κατά την παράγραφο 1 της ως άνω διατάξεως, εδάφια 2 έως 4, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1154/78 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 98):
«[...]
Σε περίπτωση εφαρμογής των κανόνων εμπορίας που αποσκοπούν στον περιορισμό του όγκου προσφοράς των προϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, οι οργανώσεις παραγωγών είναι δυνατό να αποφασίζουν να μη διαθέσουν προς πώληση τα προϊόντα τα οποία είναι μεν σύμφωνα με τους κανόνες ποιότητας αλλά δεν ανταποκρίνονται στους προαναφερθέντες κανόνες εμπορίας. Στην περίπτωση αυτή οι οργανώσεις παραγωγών ή, ενδεχομένως, οι ενώσεις των οργανώσεων αυτών, χορηγούν στους παραγωγούς-μέλη, για τις ποσότητες που δεν διατίθενται προς πώληση, μία αποζημίωση η οποία υπολογίζεται σε συνάρτηση με την τιμή αποσύρσεως. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος εδαφίου καθορίζονται, εφόσον είναι ανάγκη, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33.
Ο προορισμός των προϊόντων που αποσύρονται με τον τρόπο αυτό πρέπει να καθορίζεται από την οργάνωση παραγωγών κατά τρόπο ώστε να μη δυσχεραίνεται η κανονική διάθεση της εν λόγω παραγωγής.
Για τη χρηματοδότηση αυτών των μέτρων αποσύρσεως, οι παραγωγοί-μέλη ιδρύουν ταμείο παρεμβάσεως που τροφοδοτείται με εισφορές καθοριζόμενες βάσει των ποσοτήτων που διατίθενται προς πώληση.»
25. Σκόπιμο είναι να υπομνηστεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 αποσκοπούν στον περιορισμό των ποσοτήτων προϊόντων που προορίζονται να αποσυρθούν και, συνακόλουθα, σε τελευταία ανάλυση, των παρεμβάσεων του ΕΓΤΕ.
26. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 325/79 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 96), ορίζει:
«Tα κράτη μέλη χορηγούν χρηματοδοτική αντιστάθμιση στις οργανώσεις παραγωγών που πραγματοποιούν παρεμβάσεις, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 15 και 15α [...]».
27. To άρθρο 21, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1035/72 ορίζει:
«1. Τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 15β και 18 ή που αγοράζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 19α διατίθενται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες δυνατότητες επιλογής:
α) για όλα τα προϊόντα:
- δωρεάν διανομή για αγαθοεργούς σκοπούς ή σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, καθώς και σε άτομα τα οποία η εθνική τους νομοθεσία αναγνωρίζει ως δικαιούμενα δημοσίας αρωγής, ιδίως λόγω ανεπαρκείας των αναγκαίων πόρων για τη συντήρησή τους,
- [...]
- [...]
- [...]
- [...]
- δωρεάν διανομή σε παιδιά στα σχολεία, εφόσον τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ποσότητες που διανέμονται για το σκοπό αυτό να προστίθενται σε εκείνες που αγοράζονται κανονικά από τα σχολικά κυλικεία,
- [...]
[...].
3. Οι ενέργειες δωρεάν διανομής, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, υπό α) πρώτη, έκτη και έβδομη περιπτώσεις, οργανώνονται με ευθύνη των κρατών μελών [...].»
Γ - Κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών
28. Υπενθυμίζω ότι, σε σχέση με τον οικείο τομέα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992 (ΕΕ L 355, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3508/92), θέσπισε ένα νέο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου των κοινοτικών ενισχύσεων εκ μέρους των αρχών των κρατών μελών, αποκαλούμενο «ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου» (στο εξής: ΟΣΔΕ), σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, περιλαμβανομένου του ΕΓΤΕ, με σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους (βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 3508/92 ορίζει:
«1. Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου, εφεξής καλούμενο "ολοκληρωμένο σύστημα", το οποίο εφαρμόζεται:
α) στον τομέα της φυτικής παραγωγής:
- στο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92».
29. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού, το ΟΣΔΕ περιλαμβάνει, ειδικότερα, εντός κάθε κράτους μέλους μηχανογραφημένη βάση δεδομένων, αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων, καθώς επίσης και αιτήσεις ενισχύσεως των παραγωγών και ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου.
30. Δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 3508/92:
«Το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου αφορά το σύνολο των αιτήσεων ενισχύσεως που υποβάλλονται, ιδίως όσον αφορά τους διοικητικούς ελέγχους, τους επιτοπίους ελέγχους και, ενδεχομένως, τις επαληθεύσεις με αεροπορική ή δορυφορική τηλεανίχνευση.»
31. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του κανονισμού 3508/92:
«1. Το κράτος μέλος προβαίνει σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως.
2. Οι διοικητικοί έλεγχοι συμπληρώνονται από επιτοπίους ελέγχους που διενεργούνται δειγματοληπτικά σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Για όλους αυτούς τους ελέγχους, το κράτος μέλος καταρτίζει σχέδιο δειγματοληψίας.
3. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με το συντονισμό των ελέγχων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό.
4. Οι εθνικές αρχές μπορούν, υπό όρους που θα καθοριστούν, να χρησιμοποιούν την τηλεανίχνευση για να προσδιορίζουν την έκταση και τη χρήση των αγροτεμαχίων και για να ελέγχουν την κατάστασή τους.
5. [...]».
32. Σχετικά με τον έλεγχο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεως, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36, στο εξής: κανονισμός 3887/92), ορίζει:
«1. Οι διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
2. Ο διοικητικός έλεγχος που μνημονεύεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο ελέγχους [διασταυρώσεως των στοιχείων] σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση στα πλαίσια του ιδίου ημερολογιακού έτους.
3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
- το 10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεως για ζώα ή των δηλώσεων συμμετοχής,
- το 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις. Το ποσό αυτό μειώνεται, εντούτοις, στο 3 % για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις, πέραν του αριθμού των 700 000 αιτήσεων ανά κράτος μέλος και ημερολογιακό έτος.
[...]
4. Οι αιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιτοπίων ελέγχων καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει αναλύσεως των κινδύνων καθώς επίσης και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Για την ανάλυση των κινδύνων λαμβάνονται υπόψη:
- το ποσό της ενισχύσεως,
- ο αριθμός των αγροτεμαχίων, της εκτάσεως ή του αριθμού ζώων για τα οποία έχει ζητηθεί η ενίσχυση,
- η εξέλιξη, σε σχέση με το προηγούμενο έτος,
- οι διαπιστώσεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν τα προηγούμενα έτη,
- άλλες παράμετροι που θα ορίσουν τα κράτη μέλη.»
33. Δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 3887/92:
«Για κάθε επίσκεψη ελέγχου πρέπει να συντάσσεται έκθεση όπου να μνημονεύονται κυρίως οι λόγοι της επισκέψεως, τα πρόσωπα που παρίσταντο, ο αριθμός των αγροτεμαχίων όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη και μέτρηση καθώς και οι χρησιμοποιηθείσες τεχνικές μετρήσεως, ο αριθμός και το είδος των ζώων που αποτέλεσαν αντικείμενο επιτοπίου ελέγχου, καθώς και, ενδεχομένως, ο αριθμός αναγνωρίσεώς του [και οι λόγοι που δικαιολογούν την εν όλω ή εν μέρει απόρριψη ή την αποδοχή της αιτήσεως].
Ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως ή ο εκπρόσωπός του έχει τη δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση αυτή πιστοποιώντας, ενδεχομένως, τουλάχιστον την παρουσία του κατά τη διάρκεια του ελέγχου ή αναφέροντας τις παρατηρήσεις του επί του θέματος.»
34. Δυνάμει του άρθρου 19 αυτού, ο κανονισμός 3887/92 εφαρμόζεται από 1ης Φεβρουαρίου 1993.
35. Σχετικά με την έναρξη ισχύος του ΟΣΔΕ, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3508/92 προβλέπει:
«Το ολοκληρωμένο σύστημα εφαρμόζεται:
α) από 1ης Ιανουαρίου 1993, όσον αφορά τις αιτήσεις ενισχύσεως, το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοειδών, και το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 7·
β) από 1ης Ιανουαρίου 1996 το αργότερο, όσον αφορά τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2.»
36. Όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3887/92, πάντως, το ΟΣΔΕ εφαρμόζεται στο σύνολό του μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1996, ενώ, «με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, τα κράτη μέλη πρέπει να αποφεύγουν στο μεσοδιάστημα οποιεσδήποτε παραλείψεις σε θέματα διαχειρίσεως και ελέγχου λαμβάνοντας, σε εθνικό επίπεδο, όλα τα απαραίτητα μέτρα».
37. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2466/96 , η έναρξη ισχύος του ΟΣΔΕ μετατέθηκε, όσον αφορά τα στοιχεία του άρθρου 2 του κανονισμού 3508/92, στην 1η Ιανουαρίου 1997.
38. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 ορίζει:
«Στο βαθμό που, βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92, ορισμένα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος δεν εφαρμόζονται ακόμη, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εφαρμόσει μέτρα διαχειρίσεως και ελέγχου που να διασφαλίζουν την τήρηση των όρων που προβλέπονται για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων.»
39. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτριαίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12, στο εξής: κανονισμός 1765/92):
«Οι πληρωμές που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους.»
ΙΙΙ - Νομική ανάλυση
Α - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
40. Όπως προανέφερα, μετά την έκδοση της διατάξεως του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 2001, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε εν μέρει απαράδεκτη η προσφυγή της Ελλάδος, το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως περιορίζεται στις δημοσιονομικές διορθώσεις που αφορούν τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των αροτριαίων καλλιεργειών. Επισημαίνω επίσης ότι σημαντικό μέρος των ως άνω διορθώσεων αφορά παρατυπίες παρεμφερείς με εκείνες που αντιμετώπισε η Επιτροπή κατά την εκκαθάριση των δαπανών για το οικονομικό έτος 1994, αντικείμενο αναλόγων δημοσιονομικών διορθώσεων προς εκείνες που αποφασίστηκαν για το οικονομικό έτος 1995· και η ασκηθείσα από την Ελληνική Κυβέρνηση, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, προσφυγή στην υπόθεση εκείνη απερρίφθη από το Δικαστήριο με απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, υπόθεση C-247/98, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-1).
Β - Επί των δημοσιονομικών διορθώσεων στον τομέα των οπωροκηπευτικών
41. Εκκινώντας, λοιπόν, από τον τομέα των οπωροκηπευτικών, επισημαίνω ότι οι διατυπωθείσες συναφώς εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως αιτιάσεις υποδιαιρούνται σε δύο ομάδες, μία για κάθε τύπο διορθώσεως: ήτοι, αφενός, στις αιτιάσεις που αφορούν τις παρατυπίες στο σύστημα αναγνωρίσεως και λειτουργίας των οργανώσεων των παραγωγών, αφετέρου, στις αφορώσες τη δωρεάν διανομή των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων.
1. Επί των παρατυπιών στο σύστημα αναγνωρίσεως και λειτουργίας των οργανώσεων των παραγωγών
42. Οι προταθείσες συναφώς από την Επιτροπή διορθώσεις οφείλονταν σε παρατυπίες ή παραλείψεις σχετικά με:
- το σύστημα αναγνωρίσεως των οργανώσεων των παραγωγών βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72 (βλ. ανωτέρω σημείο 22). Ορισμένες από τις ως άνω οργανώσεις, λόγω ιδίως παραλείψεων που παρατηρήθηκαν στις τεχνικές εγκαταστάσεις που είναι αναγκαίες για την εμπορία της παραγωγής των μελών των ως άνω οργανώσεων, δεν θα έπρεπε να αναγνωριστούν, ούτε, επομένως, να τύχουν των χρηματικών αντισταθμίσεων για τις αποσύρσεις των προϊόντων τους από την αγορά·
- τη λειτουργία των ως άνω οργανώσεων, μερικές από τις οποίες δεν είχαν θεσπίσει κανόνες εμπορίας των προϊόντων των μελών τους ή είχαν ιδρυθεί με αποκλειστικό σκοπό τη συγκομιδή οπωροκηπευτικών προϊόντων με προορισμό την απόσυρση, χωρίς να καταβάλουν καμία προσπάθεια για την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς προς τις απαιτήσεις της αγοράς·
- την εκ μέρους των ως άνω οργανώσεων διάθεση των καταλλήλων τεχνικών εγκαταστάσεων και κεφαλαίων παρεμβάσεως.
43. Διαπιστώνοντας τις ως άνω παρατυπίες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 και 15 του κανονισμού 1035/72, η Επιτροπή πρότεινε, με τη συνοπτική έκθεση 1995, την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων αναλόγων προς εκείνες που είχε ήδη αποφασίσει για το έτος 1994 και για τους παρατιθεμένους στη συνοπτική έκθεση IV/7421/97 της 8ης Ιουνίου 1998, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1994 (στο εξής: συνοπτική έκθεση 1994), λόγους. Ακριβέστερα, η Επιτροπή πρότεινε την εφαρμογή, για το οικονομικό έτος 1995, κατ' αποκοπή διορθώσεως ύψους 10 % επί του συνόλου των δαπανών σχετικά με τις αποσύρσεις ροδακίνων, νεκταρινίων και κίτρων από την αγορά όλων των νομών της ελληνικής επικρατείας, με εξαίρεση τον Νομό έλλας, όπου η κατάσταση ήταν σοβαρότερη και για τον οποίο προτάθηκε, ως εκ τούτου, διόρθωση ύψους 20 % του συνόλου των σχετικών δαπανών. Εξάλλου, για τον ως άνω νομό, λαμβανομένων υπόψη των μεταγενεστέρων προόδων, προτάθηκε η, ήδη για το οικονομικό έτος 1996, δημοσιονομική διόρθωση των δαπανών που είχαν δηλωθεί για τις αποσύρσεις των ροδακίνων και νεκταρινίων να περιοριστεί στο 10 % .
44. Η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε την ακύρωση in parte qua της αποφάσεως 99/596 σε σχέση με τις διάφορες πτυχές των παρατυπιών που διαπίστωσαν οι επιθεωρητές της Επιτροπής, και τούτο βάσει λόγων τους οποίους προτίθεμαι να εξετάσω ευθύς αμέσως αναλυτικά.
α) Επί της μη συνεκτιμήσεως των προόδων που σημειώθηκαν χάρη σε νέα διοικητικά μέτρα σχετικά με την αναγνώριση των οργανώσεων των παραγωγών
45. Η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση (η οποία, επαναλαμβάνω, είναι ανάλογη εκείνης που εφαρμόστηκε για το 1994) οφείλεται, κυρίως, σύμφωνα με την προσφεύγουσα κυβέρνηση, σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία δεν έλαβε υπόψη τις πραγματοποιηθείσες από την Ελλάδα προόδους επί του θέματος κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995 . Συγκεκριμένα, οι αρχές της ως άνω χώρας είχαν λάβει κατά το 1994 και κοινοποιήσει στην Επιτροπή με το υπ. αριθ. 421142 έγγραφο της 1ης Νοεμβρίου 1994 σειρά διοικητικών μέτρων προς ενίσχυση των ελέγχων για την αναγνώριση των οργανώσεων των παραγωγών, τα οποία επρόκειτο να αναπτύξουν θετικά αποτελέσματα ήδη από το οικονομικό έτος 1995, προκειμένου να διασφαλιστεί, ήδη και για το έτος αυτό, η ομαλή διεξαγωγή των πληρωμών στους δικαιούχους των κοινοτικών ενισχύσεων. Η πρόοδοι λόγω της λήψεως των μέτρων το 1994 θα έπρεπε να ωθήσουν την Επιτροπή να μην εφαρμόσει δημοσιονομικές διορθώσεις για τα οικονομικά έτη 1992 και 1993 για τα οποία είχαν παρατηρηθεί οι ως άνω παρατυπίες. Επομένως, η Επιτροπή ενέμεινε εσφαλμένα στις επίδικες δημοσιονομικές διορθώσεις για τα οικονομικά έτη 1994 και 1995.
46. Εξάλλου, η Επιτροπή αντιτάσσει κυρίως ότι οι λόγοι που την ώθησαν στην απόφαση περί των δημοσιονομικών διορθώσεων για το οικονομικό έτος 1994 ίσχυαν και για το επόμενο οικονομικό έτος . Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους επιθεωρητές της, οι ευνοϊκές συνέπειες των μέτρων του 1994 επρόκειτο να φανούν από τους μήνες Μάιο-Ιούνιο 1995, ενώ, εξαιτίας του διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της περιόδου εμπορίας και του οικονοιμικού έτους εντός του οποίου εκκαθαρίζονται οι σχετικές χρηματικές αντισταθμίσεις, θα μπορούσαν να έχουν κάποια επίπτωση μόνον από την εκκαθάριση των δαπανών του οικονομικού έτους 1996, ειδικά όσον αφορά τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια. Εν προκειμένω, λοιπόν, το οικονομικό έτος 1995 περιλαμβάνει μόνον τις χρηματικές αντισταθμίσεις που αναγνώρισαν οι οργανώσεις των παραγωγών μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1995, ενώ οι αφορώσες τις αποσύρσεις από την αγορά που χώρησαν κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 1995 εκκαθαρίζονται για λογαριασμό των κρατών μελών στα πλαίσια του οικονομικού έτους 1996, εφόσον εισπράχθηκαν από τις οργανώσεις των παραγωγών, αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο 1995 . Ακολούθως, σχετικά με την προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση κατά τα οικονομικά έτη 1992 και 1993, η Επιτροπή αντικρούει ότι η επιδειχθείσα ανοχή για τα ως άνω οικονομικά έτη δεν γεννά δικαίωμα υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη μη εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων για τα επόμενα έτη.
47. Κατά την άποψή μου, οφείλω, κυρίως, να επισημάνω ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τα αποτελέσματα των επαληθεύσεων εκ μέρους των επιθεωρητών της Επιτροπής, όπως δεν είχε αμφισβητήσει τα αποτελέσματα επ' ευκαιρία των ιδίων επαληθεύσεων ή, μεταγενέστερα, ενώπιον του οργάνου συνδιαλλαγής, στα πλαίσια του οποίου οι διαφωνίες με τις υπηρεσίες της Επιτροπής αφορούσαν αποκλειστικά τον εντοπισμό της οικονομικής περιόδου για την οποία έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι πραγματοποιηθείσες πρόοδοι χάρη στα προαναφερθέντα μέτρα του 1994. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εγείρει ενστάσεις κατ' ουσίαν σε σχέση με τον ετεροχρονισμό μεταξύ μιας περιόδου εμπορίας και του οικονομικού έτους, στα πλαίσια του οποίου χωρεί η εκκαθάριση των συναφών χρηματικών παρεμβάσεων. Από την προαναφερθείσα τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής, της 4ης Ιανουαρίου 1999, προκύπτει, άλλωστε, ότι, σε αντίθεση προς ό,τι συνέβη με άλλα κράτη μέλη, οι όψιμες αιτήσεις ενισχύσεως των Ελλήνων παραγωγών ουδόλως επέτρεψαν στην Ελληνική Δημοκρατία να καταλογίσει τις χρηματικές αντισταθμίσεις στο οικονομικό έτος εντός του οποίου διανύθηκε η περίοδος εμπορίας.
48. Εξάλλου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Επιτροπή έλαβε όντως υπόψη τις προόδους στις οποίες αναφέρθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, πλην όμως, ακριβώς, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1996. Από τα προαναφερθέντα (βλ. υποσημείωση 7) έγγραφα προκύπτει σαφώς ότι, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω προόδων, οι δημοσιονομικές διορθώσεις για το οικονομικό έτος 1996 λόγω της αποσύρσεως ροδακίνων και νεκταρινίων στον Νομό έλλας (μοναδικό νομό για τον οποίο είχε ήδη προταθεί δημοσιονομική διόρθωση για το οικονομικό έτος 1996) κατήλθαν από το 20 στο 10 % των δηλωθεισών από την Ελληνική Δημοκρατία δαπανών.
49. Τέλος, οφείλω να επισημάνω ότι η προσφεύγουσα κυβέρνηση περιορίστηκε στην περιγραφή των θεσπισθέντων το 1994 μέτρων, χωρίς, πάντως, να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη ως προς το ότι ανέπτυξαν τα αποτελέσματά τους ήδη στο πλαίσιο των παρεμβάσεων που είχαν αποτελέσει αντικείμενο των εκκαθαρίσεων για το οικονομικό έτος 1995.
50. Εξάλλου, όσον αφορά την προβαλλόμενη διαφορετική εκτίμηση σε σχέση με τις δημοσιονομικές διορθώσεις των οικονομικών ετών 1992 και 1993, παρατηρώ ότι η τυχόν επιδειχθείσα ανοχή σχετικά με σημειωθείσες σε δεδομένο οικονομικό έτος παρατυπίες δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επιλέξει διαφορετική λύση για τα επόμενα οικονομικά έτη. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, «το ότι η Επιτροπή δεν προέβη στην οφειλόμενη διόρθωση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος αλλά ανέχθηκε τις πλημμέλειες για λόγους επιεικείας δεν σημαίνει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποκτά δικαίωμα να απαιτεί την ίδια συμπεριφορά για τις πλημμέλειες του επόμενου οικονομικού έτους βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» . Καίτοι, επομένως, ενόψει των προσπαθειών που κατέβαλαν οι ελληνικές αρχές, η Επιτροπή είχε άρει τις επιφυλάξεις που είχε διατυπώσει σχετικά με τα ως άνω δύο οικονομικά έτη, το γεγονός αυτό δεν γεννούσε δικαίωμα υπέρ του ελληνικού Δημοσίου για τα επόμενα οικονομικά έτη. ράγματι, η επί του θέματος αρχή εξακολουθεί πάντοτε να είναι εκείνη, «σύμφωνα με την οποία μόνον οι δαπάνες οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες καταλογίζονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Κατά συνέπεια, διαπιστώνοντας την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων στις πληρωμές που διενεργεί ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που υποβάλλει το κράτος μέλος» . Εν προκειμένω, τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων που διενήργησε η Επιτροπή και δεν αμφισβητεί η Ελληνική Κυβέρνηση συνιστούν επαρκή αιτιολογία για τις δημοσιονομικές διορθώσεις που αφορούν το οικονομικό έτος 1995, όπως, άλλωστε, επιβεβαίωσε η προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάς κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογούνται απολύτως ανάλογες διορθώσεις που εφαρμόστηκαν για το οικονομικό έτος 1994 για τις ίδιες παρατυπίες (σκέψη 46).
51. Φρονώ, λοιπόν, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι οι αποφασισθείσες από την Επιτροπή διορθώσεις είναι προϊόν εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, οπότε είναι απορριπτέος ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται στα πλαίσια της επίδικης προσφυγής.
β) Επί της φερομένης παραβάσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70
52. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή οφείλει να αξιολογεί το σύνολο των ποσών που δεν έγιναν δεκτά για τη χρηματοδότηση εκ μέρους του ΕΓΤΕ, λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, τη μορφή και τη σοβαρότητα των παραβάσεων της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Υπό το φως των παραμέτρων αυτών και ενόψει της καταστάσεως που αντιμετώπισε η Επιτροπή κατά τη διενέργεια των επαληθεύσεων, δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % επί του συνόλου των δηλωθεισών από την Ελληνική Κυβέρνηση δαπανών για τα οπωροκηπευτικά θα ήταν, κατά την άποψη της ως άνω κυβερνήσεως, αυθαίρετη και υπερβολική, δεδομένου ότι θα προϋπέθετε την ύπαρξη κινδύνου γενικευμένων ζημιών για το ΕΓΤΕ, ενώ στην πραγματικότητα στηρίζεται στα αποτελέσματα των in loco επαληθεύσεων δειγματοληπτικώς σε μη αντιπροσωπευτικό της εν γένει καταστάσεως τμήμα της υπαίθρου . Όπως διευκρινίζει η προσφεύγουσα κυβέρνηση, το ως άνω δείγμα, πέραν του ότι είναι υπερβολικά περιορισμένο (ένας νομός επί συνόλου πενήντα δύο για τα πορτοκάλια και δύο για τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια), αφορούσε κυρίως οργανώσεις παραγωγών των οποίων προβλήματα είχαν ήδη διαπιστώσει οι ελληνικές αρχές και εκ μέρους των οποίων ήταν ως εκ τούτου θεμιτό να αναμένονται μεγαλύτερες παρατυπίες· αντίθετα, αν οι επαληθεύσεις είχαν διενεργηθεί σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα του εθνικού εδάφους θα είχε καταστεί εφικτό να διαπιστωθεί ότι είχε τηρηθεί απολύτως η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
53. Η Επιτροπή αντικρούει ότι οι έλεγχοι διενεργήθηκαν επί απολύτως αντιπροσωπευτικού δείγματος. Για τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια, οι έλεγχοι αφορούσαν τις οργανώσεις παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το 95 % του συνόλου της παραγωγής οπώρων στην ελληνική επικράτεια και το 93,5 % των αντισταθμιστικών πληρωμών για την απόσυρση από την αγορά· όσον αφορά τα εσπεριδοειδή, οι έλεγχοι διεξήχθησαν σε περιοχές, η παραγωγή των οποίων αφορούσε το 74 % των αντισταθμιστικών πληρωμών στις οποίες προέβη η Ελληνική Δημοκρατία. Ως προς τη φερόμενη έλλειψη αντικειμενικότητας των ελέγχων, η Επιτροπή αντικρούει ότι διεξήχθησαν επί του συνόλου των γεωργικών οργανώσεων των επιλεγέντων νομών.
54. Στα πλαίσια των προτάσεών μου, περιορίζομαι να υπενθυμίσω ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή - και, επαναλαμβάνω, χωρίς να αντικρουστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση - είναι πανομοιότυπα με εκείνα που έδωσαν λαβή για ανάλογη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 10 % για το οικονομικό έτος 1994. Το Δικαστήριο, απαντώντας στις αιτιάσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία, στηριζόμενη στα ίδια επιχειρήματα με τα προβαλλόμενα εν προκειμένω, είχε αμφισβητήσει τη διόρθωση, έκρινε, με την επανειλημμένα μνημονευθείσα απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, ότι, ενόψει των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή, η αντιπροσωπευτικότητα των ελέγχων δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί βασίμως. Με βάση όσα διευκρίνισα σχετικά με το παρεμφερές των καταστάσεων, δεν συντρέχει λόγος να αποστώ από το συμπέρασμα αυτό.
55. Ομοίως, θεωρώ αβάσιμες τις αμφισβητήσεις εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως της αντικειμενικότητας και του περιορισμένου εύρους της δειγματοληψίας των ελεγχθεισών γεωργικών οργανώσεων. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή μου, η σημασία διευρύνσεως της γεωγραφικής ζώνης του ελέγχου έχει ελάχιστη σημασία δοθέντος ότι, για τις γεωργικές οργανώσεις των υπολειπομένων 50-51 ελληνικών νομών, η καλλιέργεια των οπωροκηπευτικών και οι συναφείς αντισταθμιστικές πληρωμές έχουν περιθωριακό χαρακτήρα.
γ) Επί της μη ορθής λειτουργίας των οργανώσεων παραγωγών
56. Επί των αιτιάσεων σχετικά με τη μη ορθή λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών, η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση οφείλεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών αλλά και σε κατάχρηση εξουσίας. Στην πραγματικότητα, η εθνική διοίκηση είχε απευθύνει τις απαραίτητες οδηγίες για την ορθή και αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων, ειδικότερα όσον αφορά τη λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών και τις διαδικασίες αποσύρσεως από την αγορά και της δωρεάν διανομής. Επιπλέον, προς τον σκοπό αυτό δημιουργήθηκε μηχανογραφημένο μητρώο των μελών των οργανώσεων παραγωγών ώστε να ελέγχεται ευκολότερα η παραγωγική και εμπορική δραστηριότητά τους. Η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρινίζει περαιτέρω ότι τα ως άνω μέτρα άρχισαν να εφαρμόζονται από το 1994 και ενισχύθηκαν το 1995, όπως επιβεβαιώνουν οι βελτιώσεις σε όλα τα επίπεδα που διαπιστώθηκαν από τις διενεργηθείσες εκ μέρους της Επιτροπής κατά το θέρος του έτους 1995 επιθεωρήσεις.
57. Κατ' εμέ, πάντως, η Επιτροπή ορθώς αντικρούει, και επί του σημείου αυτού, ότι οι πρόοδοι στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Κυβέρνηση και όντως διαπιστώθηκαν κατά το θέρος του έτους 1995 άρχισαν να παράγουν αποτελέσματα μόλις μετά τις δημοσιονομικές διορθώσεις του επομένου οικονομικού έτους 1996, όπως ακριβώς διαπίστωσαν οι επιθεωρητές της Επιτροπής. Επομένως, και η ως άνω αιτίαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί στον βαθμό που η παρούσα δίκη έχει ως αντικείμενο απόφαση περί εκκαθαρίσεων των δαπανών για το οικονομικό έτος 1995.
δ) Επί της ελλείψεως τεχνικών εγκαταστάσεων και κεφαλαίων παρεμβάσεως των οργανώσεων παραγωγών
58. Τέλος, όπως προανέφερα, η Ελληνική Κυβέρνηση απορρίπτει και την αιτίαση περί ελλείψεων των τεχνικών εγκαταστάσεων και των κεφαλαίων παρεμβάσεως των οργανώσεων παραγωγών με αποτέλεσμα την αντίθεσή τους, κατά την κρίση της Επιτροπής, προς τις προβλέψεις του κανονισμού 1035/72. Εντούτοις, παρατηρώ ότι οι λόγοι που επικαλείται η Επιτροπή συναφώς για το οικονομικό έτος 1995 είναι πανομοιότυποι με εκείνους που είχαν προβληθεί για το προηγούμενο οικονομικό έτος (η συνοπτική έκθεση του 1995 παραπέμπει άνευ ετέρου στην αντίστοιχη του έτους 1994), ενώ η προσφεύγουσα κυβέρνηση διατυπώνει συναφώς αντιρρήσεις καθόλα όμοιες με εκείνες που προέβαλε, αλλά απορρίφθηκαν, στην προαναφερθείσα υπόθεση C-247/98 . Δοθέντος ότι δεν ανέκυψε κανένα νέο στοιχείο στα πλαίσια της παρούσας δίκης, δεν συντρέχει λόγος παρεκκλίσεως από τις ρητές εκτιμήσεις του Δικαστηρίου με την προμνησθείσα απόφαση, οπότε δεν συντρέχει λόγος να γίνουν δεκτές σήμερα, για το οικονομικό έτος 1995, ούτε οι αξιώσεις που είχαν απορριφθεί στο πλαίσιο εκείνο και αφορούσαν το προηγούμενο οικονομικό έτος.
2. Επί της δωρεάν διανομής των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων
59. Έρχομαι τώρα στα επιχειρήματα που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία επί της ουσίας, στα πλαίσια της δεύτερης κατηγορίας των δημοσιονομικών διορθώσεων στον τομέα των οπωροκηπευτικών λόγω των παρατυπιών στη δωρεάν διανομή των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων. Εκ παραλλήλου, οφείλω να επισημάνω ότι ούτε από τα δικόγραφα της υποθέσεως ούτε από την έκθεση ακροατηρίου προέκυψαν αμφισημίες επί του αν οι ως άνω δημοσιονομικές διορθώσεις χώρησαν στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1995 ή για το επόμενο. Αν ενέπιπτε στη δεύτερη αυτή υποθετική περίπτωση, η αμφισβήτηση που διατύπωσε η Ελληνική Δημοκρατία είναι απλούστατα απορριπτέα in limine, δεδομένου ότι η παρούσα προσφυγή έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως που αφορά αποκλειστικά το οικονομικό έτος 1995· πάντως, στον βαθμό που δεν αποκλείεται να ισχύει η άλλη υποθετική περίπτωση, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τα επί της ουσίας προβληθέντα επιχειρήματα της προσφεύγουσας κυβερνήσεως.
60. Μερικές από τις διάφορες παρατυπίες που προκύπτουν από τη συνοπτική έκθεση του 1995 αφορούν τη δωρεάν διανομή αποσυρθέντων από την αγορά οπωροκηπευτικών προϊόντων και οφείλονται ειδικότερα στο γεγονός ότι ορισμένοι δικαιούχοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 21 του κανονισμού 1035/72. Εξ αυτών προτίθεμαι να εξετάσω μόνον εκείνες που αφορούν τις πράξεις δωρεάν διανομής σε πολύτεκνες οικογένειες και σε ορισμένα σχολεία, στο μέτρο που η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί μόνο τις ως άνω παρατυπίες.
61. Σχετικά με τη δωρεάν διανομή σε πολύτεκνες οικογένειες, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι ελληνικές αρχές επέδειξαν υπερβολική γενναιοδωρία κατά την εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο α_, πρώτη περίπτωση. Συγκεκριμένα, μολονότι η ως άνω διάταξη περιορίζει τον κύκλο των δικαιούχων της ενισχύσεως σε όσουν αναγνωρίζονται ως δικαιούμενοι «δημόσιας αρωγής ιδίως λόγω ανεπαρκείας των αναγκαίων πόρων για τη συντήρησή τους», η δωρεάν διανομή επιτρέπεται, δυνάμει της νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπέρ όλων των «πολυτέκνων οικογενειών», ήτοι όσων απαριθμούν τουλάχιστον τέσσερα τέκνα (τρία σε περίπτωση μονογαμικής οικογένειας), ανεξάρτητα από το επίπεδο των εισοδημάτων τους.
62. Αντίθετα, όσον αφορά τους μαθητές των σχολείων, η δωρεάν διανομή χωρεί στην περίπτωσή τους κατά παράβαση του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο α_, έκτη περίπτωση, του κανονισμού 1035/72, το οποίο απαιτεί, προς αποφυγή διασαλεύσεως της αγοράς, στην περίπτωση αυτή οι ποσότητες οπωροκηπευτικών να μην υποκαθιστούν αλλά να προστίθενται σε εκείνες που αγοράζονται κανονικά από τα σχολεία . Ειδικότερα, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν τα διανεμηθέντα στα σχολεία φρούτα καταναλώνονταν κυρίως κατ' οίκον και όχι επί τόπου, εφόσον σπανίως τα σχολεία διαθέτουν κυλικείο: υπό την έννοια αυτή, τα δωρεάν διανεμόμενα φρούτα έτειναν να υποκαταστήσουν εκείνα που θα αγόραζαν οι οικογένειες των μαθητών από την αγορά.
α) Επί της δωρεάν διανομής σε πολύτεκνες οικογένειες: επιχειρήματα των διαδίκων και αξιολόγησή τους
63. Επί των παρατηρήσεων που διατύπωσε συναφώς η Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία αντικρούει, υπενθυμίζοντας την έκδοση δύο εγκυκλίων του Υπουργείου Γεωργίας της 18ης Ιανουαρίου και της 11ης Δεκεμβρίου 1996 αντίστοιχα, οι οποίες, κωδικοποιώντας κατά τα λεγόμενά της ισχύουσα πρακτική, οδήγησαν στη μείωση στο ελάχιστο των δωρεάν διανεμομένων ποσοτήτων, περιορίζοντας ειδικότερα το σχετικό δικαίωμα υπέρ των προσώπων που είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό αποδεικνύον την ιδιότητά τους ως δικαιούχων της δημόσιας αρωγής.
64. άντως, η Επιτροπή αντιτάσσει, για μια ακόμη φορά, ότι τα διορθωτικά μέτρα που έλαβαν οι ελληνικές αρχές το 1996 δεν ασκούν καμία επιρροή επί των δαπανών της εκκαθαρίσεως η οποία αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και αφορά το οικονομικό έτος 1995. Ακολούθως, εν προκειμένω, η Επιτροπή προσθέτει ότι η δημοσιονομική διόρθωση θεμελιώνεται επίσης στο γεγονός ότι, από ελέγχους διεξαχθέντες σε τέσσερις ενώσεις πολυτέκνων οικογενειών, προέκυψε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες εξάλλου η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ως άκρως μεμονωμένες, τα φρούτα διανέμονταν σε οικογένειες, τα τέκνα των οποίων είχαν ήδη ενηλικιωθεί, είχαν ήδη δημιουργήσει δική τους οικογένεια και εν πάση περιπτώσει ασκούσαν επαγγελματική δράση.
65. Επί της πρώτης επισημάνσεως της Επιτροπής θεωρώ ότι δεν οφείλω να επανέλθω μετά από όσα επανειλημμένα έχω προεκθέσει. Ακολούθως, όσον αφορά τις παρατυπίες που εντοπίστηκαν σε ορισμένες ενώσεις πολυτέκνων οικογενειών, παρατηρώ ότι, αν και μεμονωμένες, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, δικαιολογούν την κατ' αποκοπή διόρθωση ύψους 10 %, κατά μείζονα δε λόγο που η εφαρμοζόμενη διόρθωση στηρίζεται προπάντων στο γεγονός ότι από τη δωρεάν διανομή των φρούτων επωφελούντο όλες οι πολύτεκνες οικογένειες: το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητείται από την Ελληνική Κυβέρνηση.
β) Επί της δωρεάν διανομής στους μαθητές των σχολείων: επιχειρήματα των διαδίκων και αξιολόγησή τους
66. Επ' αυτού, η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις σειρές λόγων για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των δημοσιονομικών διορθώσεων που συνδέονται με τις παρεμβάσεις σχετικά με τη δωρεάν διανομή οπωροκηπευτικών στους μαθητές των σχολείων. Εκ προοιμίου, ο εναλλακτικός αυτός τύπος διανομής προτιμάται από την περίπτωση της διανομής των φρούτων, ήτοι για τους προαναφερθέντες λόγους που ώθησαν τον κοινοτικό νομοθέτη, όταν εξέδωσε τον κανονισμό 2200/96 που αντικατέστησε τον κανονισμό 1035/72, να καταργήσει το προαπαιτούμενο της «προσθετικότητας» στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω (σημείο 62) . Δεύτερον, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου πρέπει να υφίστανται ελάχιστα σχολικά εστιατόρια, η αρχή της «προσθετικότητας» μπορεί να τύχει δυσχερώς εφαρμογής. Τέλος, όπως αναγνώρισε με την τελική έκθεσή του το ίδιο το όργανο συνδιαλλαγής, τα θεσπισθέντα το 1994 μέτρα στον τομέα των οπωροκηπευτικών βελτίωναν σημαντικά το σύστημα ελέγχων των κοινοτικών ενισχύσεων με θετικές επιπτώσεις που είχαν ήδη φανεί κατά τη διάρκεια του έτους 1995.
67. Η Επιτροπή υπεραμύνεται της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπενθυμίζοντας, αφενός, τη σαφή διατύπωση του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο α_, έκτη περίπτωση, του κανονισμού 1035/72 και, αφετέρου, ότι, ακόμη και στο πλαίσιο των ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 1996, οι ελληνικές αρχές δεν ήσαν σε θέση να παράσχουν σαφή εξήγηση σχετικά με τα θεσπισθέντα μέτρα με σκοπό τη διασφάλιση της τηρήσεως της εν λόγω διατάξεως.
68. Κατά την άποψή μου, οφείλω να ταχθώ και επί του σημείου αυτού με την άποψη της Επιτροπής. ράγματι, η διατύπωση του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο α_, έκτη περίπτωση, του κανονισμού 1035/72 είναι πολύ σαφής, όπως, άλλωστε, είναι σαφείς και οι λόγοι οι οποίοι, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2200/96, ώθησαν τον κοινοτικό νομοθέτη να επιβάλει την τήρηση της αρχής της «προσθετικότητας». Όσο συζητήσιμη και αν είναι ενδεχομένως η διανομή των φρούτων, κυρίως όταν πρόκειται για χώρα που δεν διαθέτει σχολικά εστιατόρια, οφείλω να υπογραμμίσω ότι, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ουσία της προαναφερθείσας διατάξεως του κανονισμού 1035/72 αλλ' η αθέτησή της εκ μέρους των ελληνικών αρχών. Ακολούθως, όσον αφορά το γεγονός ότι το όργανο συνδιαλλαγής αναγνώρισε τις σημαντικές βελτιώσεις στο σύστημα των ελέγχων που θεσπίστηκαν το 1995, περιορίζομαι να υπογραμμίσω ότι στην πραγματικότητα το ως άνω όργανο δεν εξεφράσθη επί των παρατυπιών περί των οποίων πρόκειται στα πλαίσια της παρούσας δίκης αλλ' επί των αφορωσών το σύστημα αναγνωρίσεως και λειτουργίας των οργανώσεων παραγωγών, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως.
Γ - Επί των δημοσιονομικών διορθώσεων στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών
69. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση προβάλλει ακολούθως διάφορες αιτιάσεις, αφενός, σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση λόγω των ελλείψεων του συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου των γεωργικών δαπανών που εφαρμόζει η Ελλάδα και, αφετέρου, σχετικά με τις παρακρατήσεις για διοικητικά έξοδα διαχειρίσεως των κοινοτικών ενισχύσεων.
1. Επί των ελλείψεων του συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου
α) Οι παρατηρήσεις του ΕΓΤΕ
70. Όπως προκύπτει από τη συνοπτική έκθεση του 1995, κατά τη διάρκεια ελέγχων της Επιτροπής διαπιστώθηκε σειρά παραλείψεων και ελλείψεων του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου (ΟΣΔΕ), στο οποίο αναφέρθηκα εκτεταμένα ανωτέρω (σημείο 28), ώστε να έρχεται σε αντίθεση με τις επιβαλλόμενες από τους κανονισμούς 729/70, 3508/92 και 3887/92 υποχρεώσεις. Σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη συνοπτική έκθεση του 1995 , οι ως άνω παραλείψεις και ελλείψεις αφορούν ειδικότερα:
α) όσον αφορά τους διοικητικούς ελέγχους:
i) το εσωτερικό σύστημα ελέγχου. ράγματι, διαπιστώθηκε ότι ο αρμόδιος οργανισμός πληρωμών ΔΙΔΑΓΕ επιτηρεί ελάχιστα τις περιφερειακές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας, οι οποίες με τη σειρά τους δεν ασκούν επαρκή έλεγχο στους γεωπόνους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στα τοπικά γραφεία και επιφορτισμένοι με τους διοικητικούς και επιτοπίους ελέγχους: ήτοι, ειδικότερα, αδυναμία της διοικήσεως να έχει πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων του ολοκληρωμένου συστήματος. Επί παραδείγματι, στην Αλεξανδρούπολη, όπου η Επιτροπή διεξήγαγε ελέγχους, η τοπική διεύθυνση του Υπουργείου Γεωργίας και οι γεωπόνοι δεν ήσαν σε θέση να προσδιορίσουν τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων που είχαν διενεργηθεί κατά το 1994·
ii) την επιτήρηση των ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών (των αποκαλουμένων ΕΓΣ), οι οποίες διαθέτουν πολύ σημαντικές αρμοδιότητες στα πλαίσια της διαχειρίσεως των κοινοτικών ενισχύσεων. Η περιφερειακή διοίκηση δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τις δραστηριότητές τους επειδή, μεταξύ άλλων, δεν διέθετε τα αναγκαία μέσα, όπως ηλεκτρονικό υπολογιστή, προκειμένου να έχει πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων των ΕΓΣ·
iii) τους ελέγχους μέσω διασταυρώσεως των πληροφοριών που περιελάμβαναν οι αιτήσεις ενισχύσεως, οι οποίοι, επιπλέον, κατά το 1994 διενεργήθηκαν μόνο μετά την πληρωμή των κοινοτικών ενισχύσεων·
β) όσον αφορά τους επιτοπίους ελέγχους:
i) το ποσοστό των επιτοπίων ελέγχων και τη μεθοδολογία που τηρήθηκε κατά τη διενέργεια των ως άνω ελέγχων. άντοτε στην Αλεξανδρούπολη, επί παραδείγματι, οι τοπικές αρχές δεν ήσαν σε θέση να διευκρινίσουν τη μέθοδο που ακολούθησαν για την επιλογή του δείγματος των υποκειμένων σε έλεγχο γεωργικών οργανώσεων, ενώ ανάλυση των εκθέσεων ελέγχου κατέδειξε ότι η ως άνω επιλογή ήταν ανεπαρκής πέραν του ότι είχε παραλειφθεί η διεξαγωγή οποιουδήποτε ελέγχου επί των αιτήσεων που αφορούσαν ορισμένες μορφές καλλιεργειών. Ήτοι και λόγω του γεγονότος ότι δεν χώρησε προκαταρκτική ανάλυση των κινδύνων που είναι αναγκαία για τον εντοπισμό «βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν» των αιτήσεων εκείνων που πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχων (άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 3887/92)·
ii) την αύξηση του ελαχίστου ποσοστού των επιτοπίων ελέγχων εκ μέρους των ελληνικών αρχών από τις οποίες το ΕΓΤΕ είχε ζητήσει, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, να αυξήσουν από 5 σε 10 % λόγω της ανεπαρκούς προόδου εφαρμογής του ΟΣΔΕ που είχε διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των διεξαχθέντων τα έτη 1993 και 1994 ελέγχων. Το ποσοστό αυτό ανήλθε μόλις στο 9,3 %, ενώ διαπιστώθηκε ότι οι υπάλληλοι της περιφερειακής διευθύνσεως της Αλεξανδρουπόλεως δεν είχαν καν ενημερωθεί σχετικά με την αιτηθείσα αύξησή του·
iii) την ποιότητα των εκθέσεων επί των διενεργηθέντων ελέγχων. Τα ως άνω έγγραφα, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είχαν καν συνταχθεί, δεν περιελάμβαναν συχνά ούτε την ημερομηνία, ούτε τους λόγους των ελέγχων και ακριβείς πληροφορίες επί των αποτελεσμάτων των μετρήσεων των αγροτεμαχίων και του αριθμού των μετρηθέντων τεμαχίων.
71. Στη συνοπτική έκθεση του 1995 διευκρινίζεται ότι ορισμένες από τις προαναφερθείσες ελλείψεις (ειδικότερα οι αφορώσες την εποπτεία των ΕΓΣ εκ μέρους των γενικών διευθύνσεων, την επιλογή των γεωργικών οργανώσεων που πρόκειται να ελεγχθούν και των εκθέσεων επί των διενεργηθέντων ελέγχων) αφορούν στοιχεία του συστήματος ελέγχου της αρμοδιότητας των κρατών μελών, τα οποία, πέραν του ότι είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική διαχείριση των ενισχύσεων, είναι αμέσως εφαρμοστέα. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι η προθεσμία εφαρμογής του ΟΣΔΕ στο σύνολό του μετατέθηκε για την 1η Ιανουαρίου 1997 , οι ως άνω ελλείψεις θεωρήθηκαν απαράδεκτες. Ακολούθως, πάντοτε σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση του 1995, υπογραμμίζεται ότι οι σχετικές παραλείψεις δεν περιορίζονταν στις περιφέρειες όπου οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν διενεργήσει έρευνες, αλλά επεκτείνονταν στο σύνολο του εθνικού συστήματος.
72. ρος άμβλυση της σοβαρότητας των επισημανθεισών παρατυπιών, η συνοπτική έκθεση του 1995 λαμβάνει υπόψη τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε η Ελλάδα, υπογραμμίζοντας: ότι κατά το 1994, ήτοι το έτος εμπορίας που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η εφαρμογή του ΟΣΔΕ βρισκόταν ακόμη σε μεταβατική φάση, ότι το ενδιαφερόμενο κράτος είχε να αντιμετωπίσει κατά τον κρίσιμο χρόνο ιδιαίτερες δυσχέρειες ενόψει του ότι δεν υφίστατο ακόμη κτηματολόγιο, ότι, εν πάση περιπτώσει, οι επιτόπιοι έλεγχοι είχαν σημειώσει προόδους ανερχόμενοι από το 5 στο 9,3 %, ήτοι σε ένα ποσοστό όχι μακράν του επιθυμητού κατωτάτου ορίου ύψους 10 %, όπως προανέφερα, εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής, ότι η αρνητική αξιολόγηση των διαπιστωθεισών ελλείψεων αμβλύνθηκε εν πάση περιπτώσει από το γεγονός ότι στην Ελλάδα υφίσταται ένας τρόπον τινά κοινωνικός τύπος ελέγχου, απόρροια της αφισοκολλήσεως των αιτήσεων ενισχύσεως στα δημαρχιακά γραφεία, και ότι οι έλεγχοι της Επιτροπής δεν είχαν καταδείξει σοβαρές παρατυπίες.
73. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητούν οι ελληνικές αρχές, και το γεγονός ότι ήταν αδύνατος ο ακριβής προσδιορισμός της επελθούσας ζημίας, προτάθηκε, με τη συνοπτική έκθεση του 1995, η εφαρμογή κατ' αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 2 %, ελάχιστου ποσοστού μεταξύ των παρατιθεμένων στην έκθεση Belle (επί της οποίας βλ. ανωτέρω σημείο 17). Με την τελική έκθεση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, το όργανο συνδιαλλαγής έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση.
β) Επιχειρήματα των διαδίκων
74. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική διόρθωση θα έπρεπε να είναι κατώτερη του 2 % και ότι η αύξησή της στηρίζεται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πέραν του ότι συνιστά κατάχρηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής. Για τη στήριξη της απόψεώς της, η προσφεύγουσα κυβέρνηση προβάλλει την ακόλουθη επιχειρηματολογία.
75. ροπάντων, αν έχω αντιληφθεί ορθά την άποψή της, εκτιμά αδικαιολόγητη τη δημοσιονομική διόρθωση λόγω των ελλείψεων και κενών του ελληνικού συστήματος στον βαθμό που η περίοδος 1994-1995 ήταν μεταβατική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε ήδη εφαρμόσει στο σύνολό του το ΟΣΔΕ, κατά μείζονα δε λόγο επειδή προς τον σκοπό αυτό διέθετε χρόνο προσαρμογής μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997.
76. Δεύτερον, η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλείται ορισμένα στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι στην Ελλάδα υφίσταται αξιόπιστο σύστημα ελέγχου. Ειδικότερα, υπογραμμίζει: ότι η επιλογή των δειγμάτων των προς έλεγχο επιτοπίων γεωργικών οργανώσεων είχε γίνει από τις περιφερειακές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας με βάση λεπτομερείς οδηγίες της κεντρικής διοικήσεως, όπου καθορίζονταν τα κριτήρια επικινδυνότητας σύμφωνα με τον κανονισμό 3887/92, ότι, ακόμη και αν χαρακτηριζόταν από ελλείψεις (οι οποίες, εξάλλου, οφείλονταν στην πολυπλοκότητα του ιδίου του ολοκληρωμένου συστήματος), είχε θεσπιστεί εν πάση περιπτώσει σύστημα ελέγχων μέσω διασταυρώσεως· η συνεργασία μεταξύ των ΕΓΣ και του Υπουργείου Γεωργίας επέτρεπε στο δεύτερο να εξακολουθεί να ασκεί ικανοποιητικά την εποπτεία του.
77. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, τέλος, ορισμένα στοιχεία θα έπρεπε να είχαν ωθήσει την Επιτροπή να αξιολογήσει λιγότερο αυστηρά τα διαπιστωθέντα κενά. Τα ως άνω στοιχεία είναι: οι ιδιαίτερες δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουσαν οι ελληνικές αρχές λόγω ιδιομόρφων καταστάσεων, όπως ο μεγάλος αριθμός των παραγωγών (περίπου 300 000) και ο ακόμη μεγαλύτερος αριθμός των δηλωθέντων αγροτεμαχίων εξαιτίας του εντόνου πολυτεμαχισμού που διακρίνει τον αγροτικό κλήρο, η προαναφερθείσα έλλειψη κτηματολογίου κατά τον κρίσιμο χρόνο, η αύξηση του ποσοστού των επιτοπίων ελέγχων από το 5 στο 9,3 %, στοιχείο που έπρεπε να θεωρηθεί ως ικανοποιητικό αν ληφθεί υπόψη ότι η ως άνω αύξηση έλαβε χώρα σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε ήδη δρομολογηθεί η επίτευξη του αρχικά προβλεφθέντος ποσοστού · το γεγονός ότι από τους ελέγχους της Επιτροπής δεν προέκυψαν «σημαντικά προβλήματα» (όπως προκύπτει από την ίδια τη συνοπτική έκθεση του 1995)· οι προσπάθειες των ελληνικών αρχών να ικανοποιήσουν τόσο τις επιταγές του ΟΣΔΕ όσο και τις απαιτήσεις των επιφορτισμένων με τους ελέγχους υπαλλήλων της Επιτροπής, προσπάθειες που οδήγησαν σε σημαντική βελτίωση της καταστάσεως.
78. Η Επιτροπή αντικρούει κυρίως ότι τα προβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήματα της προσφεύγουσας κυβερνήσεως συνιστούν απλή επανάληψη των όσων είχαν ήδη εξεταστεί ενώπιον του οργάνου συνδιαλλαγής, το οποίο θεώρησε ότι δεν είναι ικανά να δικαιολογήσουν αρνητική γνωμοδότηση επί της προτάσεως για δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 %. Αφετέρου, συνεχίζει η Επιτροπή, οι αμέλειες του ελληνικού συστήματος ελέγχου ήσαν τόσο σοβαρές ώστε να δικαιολογούν αφεαυτών την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 5 %· αντίθετα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής περιόρισαν τη διόρθωση στο 2 %, ακριβώς λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η εκκαθάριση των δαπανών για το οικονομικό έτος 1995 είχε καταδείξει εν πάση περιπτώσει πρόοδο ως προς τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων και ότι κατ' ουσία δεν είχαν διαπιστωθεί σημαντικά προβλήματα σχετικά με την κανονικότητα των πληρωμών. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι επίδικες δημοσιονομικές διορθώσεις δεν οφείλονται στη μη εφαρμογή του ΟΣΔΕ αλλά στις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν το ελληνικό σύστημα ελέγχου και στην αναποτελεσματικότητα της διαχειρίσεως των κοινοτικών ενισχύσεων εκ μέρους των εθνικών αρχών.
γ) Εκτίμηση
i) ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
79. ροεισαγωγικώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ορισμένων ουσιωδών πτυχών της επίδικης ρυθμίσεως. Ως γνωστόν, το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και ο σκοπός της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών έγκειται ακριβώς στη διασφάλιση ότι οι χρηματοδοτήσεις που τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών χρησιμοποιούνται κατά τρόπο σύμφωνο με τους ισχύοντες στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων των αγορών κανόνων.
80. Δεύτερον, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκδώσουν τα αναγκαία μέτρα διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας και κανονικότητας των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων. Η ως άνω διάταξη, η οποία παραπέμπει για τον επίδικο τομέα στη γνωστή υποχρέωση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ), καθορίζει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ και να λαμβάνουν μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης και των παρατυπιών .
81. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και ότι, οσάκις αρνείται την ανάληψη των ως άνω δαπανών από το ΕΓΤΕ λόγω της οικείας παραβάσεως, η Επιτροπή υποχρεούται να δικαιολογεί την απόφαση με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ή το ανεπαρκές των θεσπισθέντων από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ελέγχων . άντως, «η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές» . Ο εν λόγω μετριασμός σχετικά με το βάρος της αποδείξεως οφείλεται στο γεγονός ότι το κράτος είναι εκείνο το οποίο μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίζει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των υπολογισμών της Επιτροπής . Τέλος, υπενθυμίζω ότι, πάντοτε σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κράτος μέλος, οι έλεγχοι του οποίου κρίθηκαν ανύπαρκτοι ή ανεπαρκείς εκ μέρους της Επιτροπής, δεν μπορεί να ανασκευάσει τις διαπιστώσεις του ως άνω οργάνου με απλούς ισχυρισμούς που δεν επιρρωννύουν στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχων .
82. Τούτου δοθέντος, έρχομαι να εξετάσω στη συνέχεια τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως στα οποία προαναφέρθηκα.
ii) Επί των παρατυπιών του συστήματος ελέγχου
83. Όπως προανέφερα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση αμφισβητεί κυρίως τις δημοσιονομικές διορθώσεις λόγω των ελλείψεων του ελληνικού ΟΣΔΕ για το χρονικό διάστημα προ της 1ης Ιανουαρίου 1997. άντως, οφείλω να παρατηρήσω ότι, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή εν προκειμένω και όπως προκύπτει σαφώς και από τη συνοπτική έκθεση του 1995, η χρηματοδοτική διόρθωση που επεβλήθη με την προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά ακριβώς τη συνεχιζόμενη ατελή λειτουργία του ΟΣΔΕ. Αντίθετα, θεμελιώνεται σε ελλείψεις γενικού χαρακτήρα που διακρίνουν στο σύνολό του το ελληνικό σύστημα ελέγχου και καθιστούν αναποτελεσματική τη διαχείριση των κοινοτικών ενισχύσεων εκ μέρους των εθνικών αρχών. Οι ενστάσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως επ' αυτού δεν μπορούν, συνακόλουθα, να γίνουν δεκτές.
84. άντως, απομένει το ερώτημα αν η δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 %, ενόψει του «περιορισμένου βελινεκούς» των διαπιστωθεισών παρατυπιών και μάλιστα στα πλαίσια μιας φάσεως διαχειρίσεως του ΟΣΔΕ, υπήρξε εξαιρετικά αυστηρή. άντως, για να αποκλειστεί παρόμοιο συμπέρασμα αρκεί η παρατήρηση ότι η υποχρέωση των κρατών μελών σχετικά με τη θέσπιση και διαχείριση αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου με σκοπό την πρόληψη και δίωξη των παρατυπιών δεν είναι απόρροια του κανονισμού 3508/92. Ο ως άνω κανονισμός θέσπισε διατάξεις με προορισμό αποκλειστικά την ενίσχυση του ως άνω συστήματος, κατά τρόπον ώστε, στα χρονικά περιθώρια πλήρους εφαρμογής του ΟΣΔΕ, εναπέκειτο εν πάση περιπτώσει στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν το ενδεδειγμένο επίπεδο των ελέγχων επί των παρεμβάσεων του ΕΓΤΕ. ρος επίρρωση τούτου, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3887/92, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ΟΣΔΕ, βάσει του οποίου ως αρχική προθεσμία είχε οριστεί η 1η Ιανουαρίου 1996 για την πλήρη εφαρμογή του ΟΣΔΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να αποφεύγουν στο μεσοδιάστημα οποιεσδήποτε παραλείψεις σε θέματα διαχειρίσεως και ελέγχου, λαμβάνοντας, σε εθνικό επίπεδο, όλα τα απαραίτητα μέτρα (η έμφαση δική μου), ενώ το άρθρο 17, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι «[Σ]τον βαθμό που [...] ορισμένα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος δεν εφαρμόζονται ακόμη, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εφαρμόσει μέτρα διαχειρίσεως και ελέγχου διασφαλίζοντα την τήρηση των όρων που προβλέπονται για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων» (η έμφαση δική μου). Αν, λοιπόν, αληθεύει ότι, κατά την περίοδο 1994-1995, τα κράτη μέλη δεν ήσαν υποχρεωμένα να εφαρμόσουν εξ ολοκλήρου το ΟΣΔΕ, γεγονός επίσης παραμένει ότι υπείχαν ήδη από τότε την υποχρέωση να μεριμνούν με ιδιαίτερη προσοχή ώστε τα ίδια συστήματα ελέγχου να ικανοποιούν εν πάση περιπτώσει ένα ποιοτικό επίπεδο κατάλληλο να διασφαλίσει την τήρηση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί παρεμβάσεων του ΕΓΤΕ. Η επίμαχη διόρθωση δικαιολογείται, λοιπόν, λόγω των ελλείψεων του ελληνικού συστήματος ελέγχου: ελλείψεων που παρατηρούνταν, ακόμη και κατά την περίοδο 1994-1995, τόσο στο γενικό διοικητικό επίπεδο όσο και στο τοπικό και αφορούν θεμελώδεις πτυχές του ως άνω ελέγχου, δεδομένου ότι άπτονται της εποπτείας των ΕΓΣ (που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση και πληρωμή των κοινοτικών ενισχύσεων) εκ μέρους των περιφερειακών διοικήσεων του Υπουργείου Γεωργίας, της επιλογής των γεωργικών οργανώσεων που υπόκεινται σε έλεγχο, καθώς και των καταρτισθεισών από τους Έλληνες υπαλλήλους εκθέσεων σχετικά με τους συναφείς ελέγχους. Ιδιαίτερα σοβαρό, στο πλαίσιο αυτό, νομίζω ότι είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγκάστηκε να διαπιστώσει ακόμη και για την περίοδο 1994-1995 τα κενά στα οποία προαναφέρθηκα.
85. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ, επομένως, ότι η δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 % δεν είναι υπερβολικά αυστηρή, υπενθυμίζοντας ότι μεταξύ των κατ' αποκοπή ποσοστών που παρατίθενται στην έκθεση Belle και εφαρμόζει συνήθως η Επιτροπή σε περίπτωση κενών και παρατυπιών του τύπου που προπεριέγραψα, το 2 % είναι το ελάχιστο ποσοστό.
iii) Επί της φερομένης αξιοπιστίας του συστήματος ελέγχου
86. αρά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή σχετικά με πλήθος κενών του συστήματος ελέγχου, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει, όπως προανέφερα, ότι το ως άνω σύστημα ήταν αξιόπιστο. άντως, παρατηρώ ότι οι ελληνικές αρχές δεν ήσαν σε θέση να καταδείξουν ότι οι επισημάνσεις της Επιτροπής είναι ανακριβείς, ενώ ουδόλως αμφισβήτησαν τα επί των πραγματικών περιστατικών συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής μετά τις επιθεωρήσεις που διεξήγαγαν στην Ελλάδα. εριοριζόμενη, λοιπόν, σε απλούς ισχυρισμούς, χωρίς να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία συγκεκριμένη απόδειξη (όπως, άλλωστε, δεν είχε προσκομίσει καμία απόδειξη στα πλαίσια των προσπαθειών συνδιαλλαγής ενώπιον του οργάνου συνδιαλλαγής), η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της να προσκομίσει «εμπεριστατωμένα και εξαντλητικά» αποδεικτικά στοιχεία, μολονότι όφειλε η ίδια να το πράξει, περί της ανακριβείας των αμφισβητήσεων της Επιτροπής.
iv) Επί των ελαφρυντικών περιστάσεων
87. Όσον αφορά τις ελαφρυντικές περιστάσεις στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία αιτιάται την Επιτροπή για μη ή ανεπαρκή συνεκτίμησή τους, περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι, όπως προανέφερα (βλ. σημείο 72), παρατέθηκαν ρητώς στη συνοπτική έκθεση του 1995 και οδήγησαν στον καθορισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στο ελάχιστο κατ' αποκοπή ποσοστό ύψος 2 %, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως, όπως προκύπτει από την έκθεση Belle, ακριβώς «όταν η έλλεψη είναι περιορισμένη σε τμήματα του συστήματος ελέγχου μικρότερης σημασίας ή στην εκτέλεση των ελέγχων που δεν είναι βασικοί για την εξασφάλιση της κανονικότητας των δαπανών» (η υπογράμμιση δική μου).
88. Εν συμπεράσματι, φρονώ ότι είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας με αντικείμενο τις δημοσιονομικές διορθώσεις λόγω των ελλείψεων του ελληνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου.
2. Επί των παρακρατήσεων για διοικητικές δαπάνες εκ της διαχειρίσεως των ενισχύσεων
89. Αιτιολογώντας τη δημοσιονομική διόρθωση που αντιστοιχεί στις πραγματοποιούμενες από τις ΕΓΣ παρακρατήσεις, η συνοπτική έκθεση του 1995 παραπέμπει στη λεπτομερή ανάλυση του ως άνω ζητήματος με την έκθεση του προηγουμένου έτους. Όπως προκύπτει από την τελευταία, στην Ελλάδα οι ΕΓΣ εμπλέκονται υποχρεωτικώς στη διαχείριση και πληρωμή των αντισταθμιστικών ενισχύσεων των αροτριαίων καλλιεργειών δεδομένου ότι είναι επιφορτισμένες με τη μηχανογραφική επεξεργασία των αιτήσεων καθώς και με την εκτέλεση των πληρωμών προς όλους τους δικαιούχους, μέλη ή μη των ΕΓΣ. Βάσει κρατικής συμφωνίας, οι ΕΓΣ παρακρατούν για το σύνολο των δαπανών το 2 % περίπου του ποσού των ενισχύσεων κατά παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 729/70 και 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1765/92, διατάξεων που προβλέπουν ότι οι ενισχύσεις πρέπει να καταβάλλονται στο ακέραιο στους δικαιούχους. Από το συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως του 1995 προκύπτει ότι το όργανο συνδιαλλαγής διαπίστωσε ότι είχε ήδη εξετάσει το ζήτημα αυτό στα πλαίσια προηγουμένων διαδικασιών, οπότε η παρούσα περίπτωση δεν περιελάμβανε κανένα νέο στοιχείο.
90. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένη αξιολόγηση της φύσεως των παρακρατήσεων εκ μέρους των ΕΓΣ και επικαλείται λόγους πανομοιότυπους με εκείνους που απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με την επανειλημμένα αναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, όσον αφορά τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1994 . Εντούτοις, η Ελληνική Κυβέρνηση, όπως ήδη τόνισα, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, πραγματικά ή νομικά στοιχεία νέα ή διαφορετικά σε σχέση με τα ήδη εξετασθέντα από το Δικαστήριο στα πλαίσια της προαναφερθείσας δίκης. Επομένως, για μια ακόμη φορά δεν υφίσταται λόγος να αποστώ της συλλογιστικής που ακολούθησε το Δικαστήριο με την ευκαιρία εκείνη και προτείνω την απόρριψη και των αιτιάσεων της Ελληνικής Κυβερνήσεως επί του σημείου αυτού.
Δ - Επί της ελλείψεως αρμοδιότητας ratione temporis της Επιτροπής
91. Ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ελληνική Κυβέρνηση θεμελιώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε (βλ. σημείο 10), προβλέπεται μεταξύ άλλων: «Η απόρριψη της χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου εικοσιτετραμήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών». Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η προσβαλλομένη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω διάταξη λόγω της επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο που υπερβαίνει τους 24 μήνες πριν από τη γραπτή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων.
92. άντως, η Επιτροπή, και αποκλειστικά στα πλαίσια του υπομνήματός της αντικρούσεως, αντιτάσσει ότι οι ως άνω ανακοινώσεις διέπονται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, ο οποίος προσδιορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70 (βλ. ανωτέρω σημείο 14). Δυνάμει του άρθρου 10 αυτού, ο κανονισμός 1663/95 εφαρμόζεται μόνον από το οικονομικό έτος 1996 και δεν αφορά συνεπώς το οικονομικό έτος 1995, αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το οικείο οικονομικό έτος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είχε απευθύνει στις ελληνικές αρχές έγγραφο όπου παρέθετε τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενήργησαν οι υπηρεσίες της κατά τον Ιανουάριο του 1996 και τα σχετικά συμπεράσματα (έγγραφο αριθ. VI/27548 της 8ης Ιουλίου 1996). Με το εν λόγω έγγραφο διευκρινιζόταν ότι οι τυχόν χρηματοδοτικές επιπτώσεις που θα προέκυπταν από τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις επρόκειτο να εκτιμηθούν μετά την απάντηση εκ μέρους των ελληνικών αρχών· επομένως, οι δαπάνες που ελήφθησαν υπόψη με την προσβαλλομένη απόφαση αποτέλεσαν αντικείμενο ανακοινώσεως προς τις ελληνικές αρχές προ της παρελεύσεως των 24 μηνών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
93. ροκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της ενστάσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως επιβάλλεται, συνεπώς, να ελεγχθεί προκαταρκτικώς αν η άρνηση χρηματοδοτήσεως στα πλαίσια των εκκαθαρίσεων των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1995 εμπίπτει στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το προμνησθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η ως άνω διάταξη, όπως ισχύει σήμερα, θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1287/95, ο οποίος, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτού εφαρμόζεται από το οικονομικό έτος 1996. Η παράγραφος 2 του προαναφερθέντος άρθρου ορίζει με τη σειρά της ότι οι απορρίψεις χρηματοδοτήσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, δεν μπορούν να αφορούν δαπάνες δηλωθείσες για οικονομικά έτη προγενέστερα της 16ης Οκτωβρίου 1992, «χωρίς, πάντως, να θίγονται οι αποφάσεις περί εκκαθαρίσεων που αφορούν οικονομικά έτη προγενέστερα της ισχύος του [κανονισμού 1287/95]». Ερμηνεύοντας την τελευταία αυτή περίοδο, το Δικαστήριο διευκρίνισε, σε πρόσφατη απόφαση, ότι η διαδικασία σχετικά με την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70 είναι εφαρμοστέα και για τα μετά τις 16 Οκτωβρίου 1992 οικονομικά έτη (και, ασφαλώς, προγενέστερα του 1996) που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως εκκαθαρίσεως πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1287/95 . Εφόσον η προσβαλλομένη στα πλαίσια της παρούσας δίκης απόφαση φέρει ως ημερομηνία την 28η Ιουλίου 1999, έπεται ότι για την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1995 η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 διαδικασία .
94. Όπως υπενθύμισα προηγουμένως, εξάλλου, η Επιτροπή αντέκρουσε ότι οι αφορώσες τις «γραπτές ανακοινώσεις» λεπτομέρειες περί των οποίων πρόκειται διέπονται από το άρθρο 8 του κανονισμού 1663/95 και ισχύουν αναγκαστικά ασφαλώς μόνον από το οικονομικό έτος 1996. άντως, σιωπά σχετικά με την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, περιοριζόμενη να υπογραμμίσει ότι εξεπλήρωσε στην πράξη εγκαίρως την επιβαλλόμενη από την ως άνω διάταξη υποχρέωσή της. Ούτε λαμβάνει ασφαλώς θέση επί της προαναφερθείσας αποφάνσεως του Δικαστηρίου στο συγκεκριμένο σημείο λόγω του ότι έπεται κατά χρόνο. Από τις συνοπτικές παρατηρήσεις της επί του ζητήματος, επομένως, νομίζω, όπως αντιλαμβάνομαι, ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ούτε την κατά χρόνο έκταση της υποχρεώσεως περί ανακοινώσεως του προμνησθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, αλλά αποκλείει το ενδεχόμενο οι λεπτομέρειες εφαρμογής του, όπως ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, να τυγχάνουν εφαρμογής προ του οικονομικού έτους 1996. Με άλλους λόγους, υποχρέωση περί γραπτής ανακοινώσεως υφίστατο πριν από το οικονομικό αυτό έτος, πλην, όμως, οι σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής δεν υφίστατο υποχρέωση να συνάδουν, μέχρι τότε, στις ακριβέστερες προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95.
95. Όπως προανέφερα, την ως άνω λογική ακολουθία συνάγω μόνον εμμέσως από το υπόμνημα της Επιτροπής· πάντως, εκτιμώ ότι, ανεξάρτητα από το αν ανταποκρίνεται ή όχι στις πραγματικές πεποιθήσεις της καθής, είναι συνεπής προς την πολυπλοκότητα της προαναφερθείσας κανονιστικής ρυθμίσεως και κυρίως μπορεί κάλλιστα να συγκεραστεί με την προαναφερθείσα απόφανση του Δικαστηρίου.
96. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, όπως πιστεύω, το ζητούμενο είναι, συνεπώς, να διαπιστωθεί αν η Επιτροπή τήρησε στην προκειμένη περίπτωση την υποχρέωσή της να ανακοινώσει στην Ελληνική Δημοκρατία, νομοτύπως κατά τα ισχύοντα τον κρίσιμο χρόνο, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων στις οποίες προέβη ενόψει των εκκαθαρίσεων των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1995. Όπως μόλις προανέφερα, η Επιτροπή επικαλείται συναφώς το από 8 Ιουλίου 1996 έγγραφό της, όπου παρετίθεντο τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων τον Ιανουάριο 1996 ελέγχων. άντως, προσεγγίζοντας προσεκτικότερα το ζήτημα, το ως άνω έγγραφο εκπληρώνει μόνον εν μέρει την υποχρέωση ενημερώσεως κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, στον βαθμό που αναφέρεται μόνο στον τομέα των οπωροκηπευτικών αλλά όχι στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών· επιπλέον, παραθέτει τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων τα οποία άπτονται μόνο μερικώς των περιπτώσεων παρατυπιών που επηρέασαν την εκκαθάριση των δαπανών για το οικονομικό έτος 1995, όπως επίσης μνημονεύει παρατυπίες οι οποίες ταυτίζονται μόνο μερικώς με εκείνες που έδωσαν λαβή για την εφαρμογή στον τομέα των οπωροκηπευτικών των δημοσιονομικών διορθώσεων, αντικειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως στα πλαίσια της παρούσας δίκης (για παράδειγμα, δεν γίνεται μνεία των παρατυπιών κατά τη δωρεάν διανομή στους μαθητές των σχολείων).
97. Αναλύοντας, λοιπόν, προσεκτικά τη διαδικαστική τεκμηρίωση, η οποία, πάντως, δεν βοηθά στη διενέργεια ευχερούς και ασφαλούς ελέγχου, προκύπτει ότι επί του αμφιλεγομένου σημείου αντηλλάγησαν και άλλες επιστολές μεταξύ των ελληνικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής. Αναφέρομαι, επί παραδείγματι, σε έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1996, λόγος του οποίου γίνεται στην τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής με αντικείμενο τον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών (σημείο 8), με το οποίο οι υπηρεσίες της Επιτροπής παρέθεταν τους λόγους της προτεινομένης μειώσεως κατά ποσό αντίστοιχο προς τα παρακρατηθέντα από τις ΕΓΣ κατά τον χρόνο καταβολής των ενισχύσεων στους δικαιούχους. άντοτε στα πλαίσια των αροτριαίων καλλιεργειών, η Επιτροπή επικαλέστηκε, με το υπόμνημά της, αντίγραφο του υπ' αριθ. VI/28405 εγγράφου της 24ης Ιουλίου 1995, διά του οποίου είχαν κοινοποιηθεί στις ελληνικές αρχές οι «εξειδικευμένες παρατηρήσεις» του ΕΓΤΕ επί των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων των υπηρεσιών της Επιτροπής κατά τον Απρίλιο 1995 με σκοπό της διαπίστωση του νομοτύπου χαρακτήρα του ελληνικού συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου των κοινοτικών ενισχύσεων.
98. Όσον αφορά, ακολούθως, τον τομέα των οπωροκηπευτικών, η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλέστηκε, με το δικόγραφο της προσφυγής της, αντίγραφο του υπ' αριθ. VI/74155 εγγράφου της Επιτροπής της 3ης Δεκεμβρίου 1995, το οποίο περιλαμβάνει επιμέρους παρατηρήσεις τόσο για τα εσπεριδοειδή όσο και για τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια. Οι ως άνω παρατηρήσεις, οι οποίες συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που έδωσαν λαβή για τις διορθώσεις, αντικείμενο της παρούσας δίκης, περιλαμβάνουν και έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής κατά τον Αύγουστο 1995. εραιτέρω, στο ίδιο έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1995 αναφέρεται προγενέστερο έγγραφο της 21ης Αυγούστου 1995 (αριθ. 31631), με το οποίο είχε ήδη εξεταστεί το ζήτημα των παρατυπιών στον τομέα των οπωροκηπευτικών εν γένει και ειδικότερα των ροδακίνων και νεκταρινίων. Τέλος, στην ανακοίνωση αριθ. VI/25315 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1998, η οποία επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως της καθής, αναφέρονται προγενέστερες ανακοινώσεις της Επιτροπής της 3ης Ιουλίου (αριθ. VI/26774) και της 6ης Αυγούστου 1997 (αριθ. VI/31822), κατόπιν σειράς ελέγχων διενεργηθέντων στην Ελλάδα.
99. Ασφαλώς, πρόκειται για έμμεσα και αποσπασματικά στοιχεία, στα οποία, πάντως, δεν μπορώ παρά να προστρέξω ενόψει της ανεπάρκειας της διαθέσιμης τεκμηριώσεως. Εν πάση περιπτώσει, στο σύνολό τους, τα στοιχεία αυτά, όπως και οι διευκρινίσεις που παρεσχέθησαν κατά τη συζήτηση επ' ακροατηρίου, αλλ' εξάλλου και τα επαγωγικά συμπεράσματα που η συνήθως ακολουθούμενη επί του θέματος πρακτική επιτρέπει βασίμως να συναχθούν, με ωθούν στο συμπέρασμα ότι, κατά πάσα πιθανολόγηση, στην προκειμένη περίπτωση τηρήθηκε κατ' ουσίαν η υποχρέωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, ακόμη και για τις περισσότερο απλοποιημένες μορφές που προβλέπει η ως άνω διάταξη, και ότι, συνακόλουθα, είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
100. Εν συμπεράσματι, συνάγω ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ελληνική Κυβέρνηση για την ακύρωση της αποφάσεως 99/596 δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ότι, συνεπώς, η παρούσα προσφυγή είναι απορριπτέα.
IV - Επί των δικαστικών εξόδων
101. Σύμφωνα με τη διάταξη 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε παρόμοιο αίτημα και ενόψει των προεκτεθέντων επί της τύχης της προσφυγής, προτείνω να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
V - ρόταση
102. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο:
«1) Να απορρίψει την προσφυγή.
2) Να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy