Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Ισπανική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 28ης Ιουλίου 1999 , με την οποία αποκλείστηκαν ορισμένες δαπάνες των κρατών μελών από την κοινοτική χρηματοδότηση όσον αφορά τις επελθούσες κατά την υπό κρίση προσφυγή, έναντι του Βασιλείου της Ισπανίας, χρηματοοικονομικές διορθώσεις. Συγκεκριμένα, πρόκειται για δύο κατ' αποκοπήν μειώσεις ορισμένων ποσών που οι ισπανικές αρχές είχαν δηλώσει στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ). Η πρώτη είναι μία μείωση 10 % επί ορισμένων δαπανών για την κατανάλωση ελαιολάδου και η δεύτερη μία μείωση 5 %, αντιστοίχως 2 %, επί ορισμένων δαπανών για τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της προσφυγής.
2. Η υπόθεση αυτή εντάσσεται ως επί το πλείστον στο ίδιο πλαίσιο με την υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής , επί της οποίας ανέπτυξα στις 6 Μαρτίου αυτού του έτους τις προτάσεις μου. Και στις δύο υποθέσεις πρόκειται για προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας περί ακυρώσεως μιας αποφάσεως με την οποία το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, εφάρμοσε μια κατ' αποκοπήν διόρθωση σε συνάρτηση με ελλείψεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν στην Ισπανία. Εν όψει των μεγάλων ομοιοτήτων μεταξύ των δύο αυτών υποθέσεων, θα αναφέρομαι με τις παρούσες προτάσεις, όπου είναι δυνατόν, στις προτάσεις μου της 6ης Μαρτίου. Μερικές φορές θα παραθέσω αυτές τις προτάσεις.
Το νομικό πλαίσιο
3. Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής . Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει τη χρηματοδότηση ορισμένων μέτρων από το ΕΓΤΕ.
4. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 , έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.»
5. Σημασία για την εφαρμογή αυτού του άρθρου έχει περαιτέρω το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 , το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν για το υποστατό και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων.
6. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων , προβλέπει την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας:
«Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70.»
7. Η κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 729/70 διαδικασία συμβιβασμού ρυθμίστηκε λεπτομερέστερα με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων . Με την απόφαση αυτή, δημιουργήθηκε ένα συμβιβαστικό όργανο. Το άρθρο 1 της αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«1. Συστήνεται στο πλαίσιο της Επιτροπής ένα συμβιβαστικό όργανο, για θέματα εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων,
α) ενώπιον του οποίου δύναται να προσφεύγει οποιοδήποτε κράτος μέλος στο οποίο, μετά από τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, και αφού διεξαχθεί συζήτηση σε διμερή βάση σχετικά με το αποτέλεσμα των εν λόγω ελέγχων, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ανακοινώνουν επισήμως, αναφερόμενες στην παρούσα απόφαση, το πόρισμα σύμφωνα με το οποίο οριμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα έπρεπε να μην επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων,
β) το οποίο αναλαμβάνει τη σύγκλιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του συγκεκριμένου κράτους μέλους και
γ) το οποίο συντάσσει, μετά το πέρας των εργασιών του, έκθεση με τα αποτελέσματα της προσπάθειας σύγκλισης των θέσεων, η οποία θα συνοδεύεται από όλες τις παρατηρήσεις τις οποίες το όργανο κρίνει χρήσιμες σε περίπτωση που η διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται έστω και μερικώς.
2. Όσον αφορά τη συνέχεια της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών:
α) η θέση την οποία λαμβάνει το συμβιβαστικό όργανο δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών και δεν θίγει το δικαίωμα προσφυγής του συγκεκριμένου κράτους μέλους κατά της εν λόγω απόφασης, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης·
β) η μη προσφυγή στο συμβιβαστικό όργανο δεν έχει καμία επίπτωση για ένα κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται ανακοίνωση της Επιτροπής κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο α_.»
8. Για τους ελέγχους που πρέπει να διενεργήσει το κράτος μέλος κατά τη χορήγηση ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο σημασία έχει επίσης ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο . ρόκειται ειδικότερα στην παρούσα υπόθεση για το άρθρο 9, παράγραφος 3, το άρθρο 11, παράγραφος 3, και το άρθρο 12, παράγραφος 1, τα οποία έχουν ως εξής :
Άρθρο 9, παράγραφος 3
«Το κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της ενίσχυσης εντός 150 ημερών μετά την καθιέρωση της αίτησης για τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση μετά από επιτόπιους ελέγχους.
Η προθεσμία αυτή μπορεί ωστόσο να παραταθεί εάν για τους πραγματοποιούμενους ελέγχους απαιτείται επιπλέον έρευνα. Το κράτος μέλος καθορίζει την επιπλέον προθεσμία και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί ο έλεγχος του δικαιώματος για την εν λόγω ενίσχυση γνωστοποιεί στον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει την πληρωμή τα αποτελέσματα της έρευνάς του αναφορικά με την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση για κάθε εγκεκριμένη επιχείρηση μέσα σε 45 ημέρες μετά τον επιτόπιο έλεγχο και 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.»
Άρθρο 11, παράγραφος 3
«Ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί ο έλεγχος του δικαιώματος για ενίσχυση γνωστοποιεί στον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει το ποσό της ενίσχυσης τα αποτελέσματα της έρευνάς του αναφορικά με την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση για κάθε εγκεκριμένη επιχείρηση μέσα σε 45 ημέρες μετά τον επιτόπιο έλεγχο. Η εγγύηση αποδεσμεύεται μόλις αναγνωρισθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους το δικαίωμα για ενίσχυση με βάση τα εν λόγω στοιχεία.
Όταν το δικαίωμα για ενίσχυση δεν αναγνωρίζεται για το σύνολο ή για μέρος των ποσοτήτων οι οποίες σημειώνονται στην αίτηση, η εγγύηση καταπίπτει ανάλογα με τις ποσότητες για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι όροι βάσει των οποίων συνιστάται δικαίωμα για ενίσχυση.»
Άρθρο 12, παράγραφος 1
«Για τους ελέγχους [...], τα κράτη μέλη προβαίνουν στην επαλήθευση της λογιστικής αποθήκης όλων των εγκεκριμένων επιχειρήσεων. Επαληθεύουν επίσης δειγματοληπτικά τα δικαιολογητικά χρηματοοικονομικού περιεχομένου των πράξεων που πραγματοποιήθηκαν από τις επιχειρήσεις αυτές. Στα πλαίσια των ελέγχων αυτών πρέπει να πραγματοποιείται επίσκεψη σε κάθε επιχείρηση μία τουλάχιστον φορά για κάθε περίοδο. Οι επαληθεύσεις αυτές αφορούν επίσης σημαντικό ποσοστό των αιτήσεων ενίσχυσης κάθε επιχείρησης. Σε περίπτωση κατά την οποία οι ελεγκτικοί φορείς είναι επιφορτισμένοι με τις επαληθεύσεις αυτές, το εν λόγω ποσοστό πρέπει να αναφέρεται στα προγράμματα εργασίας τους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού 27/85.»
9. Τέλος, πρέπει ακόμα να αναφερθεί ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:
«αρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημειωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
Το άρθρο 2 ορίζει τα εξής:
«1. Οι έλεγχοι και τα διοικητικά μέτρα και κυρώσεις θεσπίζονται μόνον εφόσον απαιτούνται για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. ρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική, σύμμετρη και αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.
2. Καμία διοικητική κύρωση δεν απαγγέλλεται εάν δεν προβλέπεται από κοινοτική πράξη προγενέστερη της παρατυπίας. Σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις.
3. Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου προσδιορίζουν τη φύση και την έκταση των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που απαιτούνται για την ορθή εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παρατυπίας, του παρασχεθέντος πλεονεκτήματος ή του αποκτηθέντος οφέλους και του βαθμού ευθύνης.
4. Με την επιφύλαξη του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου, οι διαδικασίες εφαρμογής των κοινοτικών ελέγχων, μέτρων και κυρώσεων διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών.»
Τα πραγματικά περιστατικά
10. Με την απόφαση 1999/569, η Επιτροπή τροποποίησε την απόφασή της 1999/187. Συνεπώς, εφάρμοσε συμπληρωματική διόρθωση 5 792 163 779 ισπανικών πεσετών (ESP), πλέον ενός ποσού 24 992 418 891 ESP, που αφορά δαπάνες του Βασιλείου της Ισπανίας τις οποίες η Επιτροπή είχε ήδη απορρίψει. Η τροποποίηση επήλθε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας συμβιβασμού κατά την έννοια της αποφάσεως 94/342/ΕΚ, η οποία διεξήχθη κατόπιν αιτήσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
11. Η αιτιολογία των διορθώσεων περιελήφθη στις συνθετικές εκθέσεις VI/7421/97 και VI/6462/98, στις οποίες αναφέρονται τα αποτελέσματα της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για τα οικονομικά έτη 1994 και 1995. Η συνθετική έκθεση για το 1995 συμπληρώθηκε με έκθεση της 7ης Ιουνίου 1995.
12. Το ποσό της συμπληρωματικής διορθώσεως αντιστοιχεί με διόρθωση 10 % επί των δαπανών για την ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου κατά το 1994 και το 1995, καθώς και με τις ακόλουθες διορθώσεις για τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος για την περίοδο 1993: 5 % για τις δαπάνες σε τέσσερις ισπανικές επαρχίες (Valencia, Salamanca, Orense και Castellón) και 2 % για τις δαπάνες σε μια πέμπτη επαρχία (Lugo), οι οποίες αμφότερες αφορούν την περίοδο εμπορίας 1995.
13. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 7 Οκτωβρίου 1999, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε βάσει του άρθρου 230, παράγραφος 1, ΕΚ τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον πρόκειται για τις κατ' αποκοπή διορθώσεις που επήλθαν σε σχέση με την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο και τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
14. Η Ισπανική Κυβέρνηση στηρίζει την προσφυγή της σε ορισμένους λόγους γενικού περιεχομένου. ροβάλλει ότι η απόφαση στηρίχθηκε σε εσφαλμένες και υποκειμενικές εκτιμήσεις και ότι περαιτέρω υφίσταται παραβίαση ορισμένων αρχών του δικαίου. ρόκειται συναφώς για την αρχή της ακροάσεως, την έλλειψη αποδείξεως των ελλείψεων που προσάπτονται στην Ισπανία και την αρχή της χρηστής διοικήσεως, επικουρικώς δε για την αρχή της αναλογικότητας.
15. Στο δικόγραφο της προσφυγής, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στη μείωση που αφορά την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο. Επί της μειώσεως αυτής διατυπώνονται πέντε αιτιάσεις. Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν τα ακόλουθα σημεία.
1) Την υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει υπόψη την έκθεση του συμβιβαστικού οργάνου.
2) Την αντιπροσωπευτικότητα των επαληθεύσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
3) Τη διαδικασία της διαχειρίσεως και της πληρωμής της ενισχύσεως στην κατανάλωση.
4) Τις διαδικασίες ελέγχου.
5) Την επιβολή κυρώσεων από ένα κράτος μέλος.
Οι πέντε αυτές αιτιάσεις σημαίνουν, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, ότι, εν όψει της αρχής της αναλογικότητας, είναι ανεπίτρεπτη μια κατά την προσβαλλομένη απόφαση μεγάλη διόρθωση κατά 10 % επί όλων των δαπανών που δήλωσε η Ισπανία. Επισημαίνω εδώ ότι από το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι οι ελλείψεις του Βασιλείου της Ισπανίας όσον αφορά τα σημεία που αφορά η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη αιτίαση, θεωρούμενα σε συνδυασμό μεταξύ τους, δικαιολογημένα ώθησαν την Επιτροπή να προβεί σε διόρθωση κατά 10 %.
Μια έκτη αιτίαση, που ανάγεται στα πραγματικά περιστατικά, αφορά τη μείωση στις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος.
Η πρώτη αιτίαση
16. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το συμβιβαστικό όργανο δεν είναι απλώς ένα συμβουλευτικό όργανο. Αντιθέτως, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της αποφάσεως 94/442 προκύπτει ότι το όργανο «αναλαμβάνει τη σύγκλιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/90. Η διαδικασία ενώπιον του οργάνου επιδιώκει την προσέγγιση των μερών. Η Επιτροπή οφείλει να μελετήσει την έκθεση του συμβιβαστικού οργάνου, πριν καταλήξει σε απόφαση, και πρέπει να λάβει υπόψη τις εκτιμήσεις του οργάνου.
17. Στη συνέχεια, η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει τις διαπιστώσεις του συμβιβαστικού οργάνου στην παρούσα υπόθεση, ειδικότερα δε τα σημεία 10 έως 14 της εκθέσεως του οργάνου. Από τα σημεία αυτά προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι
- δεν αποδείχθηκε ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος από την εφαρμοζόμενη στην Ισπανία διαδικασία,
- επήλθε βελτίωση των διαδικασιών ελέγχου που εφαρμόζονται στην Ισπανία,
- γενικότερα, οι μομφές της Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητές.
18. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το συμβιβαστικό όργανο έχει ως σκοπό τη διευκόλυνση του συμβιβασμού. Το κράτος μέλος μπορεί - αν δεν συμφωνεί με την επακόλουθη απόφαση της Επιτροπής - να προσφύγει στο Δικαστήριο. εραιτέρω, η Επιτροπή αξιολογεί διαφορετικά την έκθεση του οργάνου στην παρούσα υπόθεση.
Η δεύτερη αιτίαση
19. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι που διενήργησε η Επιτροπή στις ισπανικές επιχειρήσεις δεν έχουν αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή διενήργησε πράγματι ελέγχους σε 22 επιχειρήσεις. Οι 22 αυτές επιχειρήσεις δεν επιλέχθηκαν τυχαία, αλλά είναι οι επιχειρήσεις ως προς τις οποίες οι ισπανικές αρχές είχαν ήδη διαπιστώσει παρατυπίες. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται σε μία ανακοίνωση της Επιτροπής κατά την οποία δεν είναι ορθό να εφαρμόζονται κατ' αποκοπήν μειώσεις για ελλείψεις που διαπιστώθηκαν ήδη από τις αρχές των κρατών μελών.
20. Η Επιτροπή αρνείται ότι στήριξε τα συμπεράσματά της μόνο στους εν λόγω 22 φακέλους. Αντιθέτως, η κρίση της στηρίζεται σε μια σφαιρική ανάλυση του ισπανικού συστήματος διαχειρίσεως και πληρωμής ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο. Επιπλέον, διενήργησε πρόσθετες επαληθεύσεις σε έξι μεγάλες ισπανικές επιχειρήσεις, στις οποίες είχε χορηγηθεί το 50 % περίπου της ενισχύσεως.
21. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν είχε πληροφορηθεί τις πρόσθετες επαληθεύσεις και, επομένως, παραβιάστηκε το δικαίωμά της προβολής αντιρρήσεων. Το τυπικό αυτό ελάττωμα συνεπάγεται, κατά την απόφαση Oliveira κατά Επιτροπής , την ακύρωση της μειώσεως. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι ισπανικές αρχές ενημερώθηκαν μόνο μετά τις επαληθεύσεις, πλην όμως - όπως ισχυρίζεται - οι επαληθεύσεις είχαν απλώς ως σκοπό να εξακριβωθεί αν οι προηγούμενες διαπιστώσεις ήταν ενδεχομένως εσφαλμένες.
Η τρίτη αιτίαση
22. Η αιτίαση αυτή αφορά φερόμενες ελλείψεις στη διαδικασία διαχειρίσεως και πληρωμής των ενισχύσεων στην κατανάλωση, η οποία εφαρμόστηκε στην Ισπανία. Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει εν προκειμένω μια αντίφαση μεταξύ των άρθρων 9 και 12 του κανονισμού 2677/85. Το άρθρο 9 επιβάλλει στο κράτος μέλος να καταβάλει την ενίσχυση εντός 150 ημερών από της υποβολής αιτήσεως βάσει επιτοπίου ελέγχου. Δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού, πρέπει να πραγματοποιεί επίσκεψη σε κάθε επιχείρηση μία τουλάχιστον φορά ανά δώδεκα μήνες, στο πλαίσιο δειγματοληπτικού ελέγχου. Εν όψει αυτής της αντιφάσεως, το ισπανικό όργανο ελέγχου εφαρμόζει την ακόλουθη μέθοδο. Μετά την πρώτη αίτηση για την παροχή ενισχύσεως κατά τη διάρκεια μιας περιόδου για το ελαιόλαδο, συντάσσει έκθεση μόνον κατόπιν επιτοπίου ελέγχου στην οικεία επιχείρηση. Ως προς τις επόμενες αιτήσεις, συντάσσει την έκθεσή του βάσει στοιχείων που παρέχονται κάθε μήνα από τις επιχειρήσεις. Η μέθοδος αυτή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο για το ΕΓΤΕ.
23. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 2677/85, όπως ισχύει σήμερα, θεσπίστηκε με τον κανονισμό 571/91 και το άρθρο 9 με τον κανονισμό 643/93 . Η Επιτροπή αποδίδει σημασία στο γεγονός ότι το κείμενο του άρθρου 9 είναι πρόσφατης ημερομηνίας. Ερμηνεύει τη ρύθμιση, αναγνωρίζοντας τον κατά τα φαινόμενα αμφίσημο χαρακτήρα της, ως εξής. Το άρθρο 12 θέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ότι σε μια επιχείρηση πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον μια επίσκεψη κάθε δώδεκα μήνες. Επιπροσθέτως, το άρθρο 9 απαιτεί στην περίπτωση κάθε αιτήσεως για την παροχή ενισχύσεως να πραγματοποιείται επίσκεψη επιτόπου. Επισημαίνει ότι ο επιτόπιος έλεγχος στην περίπτωση κάθε αιτήσεως συνιστά βασικό στοιχείο του κανονισμού 643/93, που να σκοπεί στην περιστολή της απάτης. Η Ισπανία το γνώριζε αυτό λόγω της συμμετοχής της στην επιτροπή διαχειρίσεως που ενέκρινε τον κανονισμό 643/93.
24. εραιτέρω, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το συμβιβαστικό όργανο δήλωσε ότι συμμερίζεται ως επί το πλείστον την άποψη των υπηρεσιών της Επιτροπής . Επιπλέον, η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν υποχρεούται να αποδεικνύει τη ζημία σε βάρος του ΕΓΤΕ, ούτε να την προσδιορίζει επακριβώς προκειμένου να μπορέσει να εφαρμόσει μια χρηματοοικονομική διόρθωση. Μπορεί να περιοριστεί στην πιθανολόγηση αυτής της ζημίας .
Η τέταρτη αιτίαση
25. Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι διαδικασίες ελέγχου στην Ισπανία βελτιώθηκαν, όπως αναγνωρίζει και η Επιτροπή. Επομένως, η Επιτροπή ουδέποτε θα έπρεπε να αυξήσει το επίπεδο της κατ' αποκοπήν διορθώσεως μέχρι 10 % σε σχέση με διορθώσεις που επήλθαν για προηγούμενα έτη. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται υποτροπή.
26. Η Επιτροπή δικαιολογεί την εφαρμογή του ποσοστού 10 % επισημαίνοντας τρία σημεία. ρώτον, το ποσοστό δεν οφείλεται σε ελλείψεις μόνον κατά τους ελέγχους, αλλά σε ελλείψεις γενικώς του ισπανικού συστήματος, το οποίο εκτός από τους ελέγχους αποτελείται από πράξεις διαχειρίσεως και κυρώσεις. Δεύτερον, μπορεί σε έναν τομέα όπως ο εν προκειμένω, ο οποίος είναι πολύ ευαίσθητος στον κίνδυνο της απάτης, να αναμένεται μια ταχεία και χαρακτηριστική βελτίωση των διαδικασιών. Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει κύρωση για μια βραδεία και ατελή βελτίωση. Τρίτον, το προηγουμένως εφαρμοστέο, λιγότερο αυστηρό, ποσοστό διορθώσεως οφειλόταν στο γεγονός ότι οι προηγούμενες επαληθεύσεις εκ μέρους της Επιτροπής - σε αντίθεση προς τις ήδη πραγματοποιηθείσες επαληθεύσεις - ουδόλως αφορούσαν αξιολόγηση του όλου συστήματος.
Η πέμπτη αιτίαση
27. Με την αιτίαση αυτή, που αφορά την επιβολή κυρώσεων, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 2988/95, το οποίο ορίζει ότι οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών. Η διαδικασία για την επιβολή κυρώσεων υπόκειται σε διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ των ιδιωτών. Αυτό δεν συνεπάγεται εντούτοις την έλλειψη οποιασδήποτε κυρώσεως. Ως προς την αυστηρότητα των κυρώσεων, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις αυτές συνάδουν προς τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών, δηλαδή των κριτηρίων του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2988/95. Ως προς τις οικείες επιχειρήσεις, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίστατο πρόθεση ή βαριά αμέλεια.
28. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το εν λόγω άρθρο 2 ορίζει επίσης ότι οι κυρώσεις «πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική, συμμετρική αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων» (παράγραφος 1) και ότι η παράγραφος 4 έχει εφαρμογή «με την επιφύλαξη του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου». Η Επιτροπή αναφέρεται συναφώς στην απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ. , όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή συνάγει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 ότι η παρατυπία καθορίζεται από το αποτέλεσμα και όχι από την ύπαρξη προθέσεως ή βαριάς αμέλειας. Ακόμα και σε περίπτωση ελλείψεως προθέσεως ή βαριάς αμέλειας πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις.
Η έκτη αιτίαση, που αφορά τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος
29. Το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί ότι τα ποσά που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της διορθώσεως για το 1994 δεν αντιστοιχούν προς τις δαπάνες αυτού του έτους. Αντιθέτως, περιλαμβάνουν τις δαπάνες του 1993, τις οποίες η Επιτροπή έχει ήδη εκκαθαρίσει.
Η επιφύλαξη που περιέχει η απόφαση περί εκκαθαρίσεως αφορά απλώς και μόνον την περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος προσέφυγε στο συμβιβαστικό όργανο, πράγμα που δεν έπραξαν εν προκειμένω οι ισπανικές αρχές. Η Επιτροπή ουδέποτε πληροφόρησε το Βασίλειο της Ισπανίας ότι θα ελάμβανε υπόψη και τις δαπάνες του 1993, οπότε η Ισπανική Κυβέρνηση πίστευε πάντοτε ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό.
30. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κοινοτικό σύστημα των πριμοδοτήσεων αιγοπρόβειου κρέατος είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι των πριμοδοτήσεων μιας περιόδου εισπράττουν ποσά προερχόμενα από διάφορα οικονομικά έτη. Για την περίοδο 1993, οι πληρωμές εκτείνονται στα οικονομικά έτη 1993, 1994 και 1995. Ο έλεγχος της Επιτροπής αφορούσε επομένως τα οικονομικά έτη 1993, 1994 και 1995. Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω τον ακόμα μη εισέτι οριστικό χαρακτήρα της εκκαθαρίσεως των δαπανών για το 1993. αραθέτει την προτελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 97/353/ΕΚ , με την οποία πραγματοποιήθηκε η εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών για το οικονομικό έτος 1993.
«ότι η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με επιφύλαξη των δημοσιονομικών συνεπειών, τις οποίες η Επιτροπή θα λάβει υπόψη κατά τη μεταγενέστερη εκκαθάριση λογαριασμών, εκ των ελέγχων που διεξάγονται κατά την ημερομηνία της παρούσας απόφασης, των ατασθαλιών που αναφέρονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 ή των αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις υποθέσεις που εκκρεμούν επί του παρόντος ενώπιόν του και αφορούν θέματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας απόφασης».
Από τη συνθετική έκθεση της 15ης Μαρτίου 1997 προκύπτει επιπλέον ότι εν προκειμένω προβλέφθηκε συμπληρωματική έρευνα.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά τις διμερείς συζητήσεις με τις ισπανικές αρχές δήλωσε κατ' επανάληψη ότι οι επαληθεύσεις αφορούν και το οικονομικό έτος 1993.
Η πολιτική της Επιτροπής και η σχετική με αυτή νομολογία του Δικαστηρίου
31. Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Ισπανία κατά Επιτροπής ανέλυσα διεξοδικώς την πολιτική της Επιτροπής κατά την εφαρμογή χρηματοοικονομικών διορθώσεων και τη σχετική με αυτή νομολογία του Δικαστηρίου. Δεδομένης της σημασίας τους για την παρούσα υπόθεση, εκθέτω και πάλι τους σχετικούς με αυτούς συλλογισμούς μου στην υπόθεση αυτή . Στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής επρόκειτο για τις συνέπειες από την απόφαση της Ισπανικής Κυβερνήσεως να μην προσφύγει σ' αυτό το όργανο. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, πρόκειται για μια άλλη πτυχή, δηλαδή για τα νομικά αποτελέσματα των διαπιστώσεων αυτού του οργάνου. Θα εξετάσω ακριβώς τα αποτελέσματα αυτά στο τέλος αυτού του σκέλους των προτάσεών μου.
Η πολιτική της Επιτροπής
32. Η Επιτροπή ακολουθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής των χρηματοδοτικών διορθώσεων μια πολιτική η οποία καθορίστηκε για πρώτη φορά με το έγγραφο εργασίας της 1ης Ιουνίου 1993, που αποκαλείται έκθεση Belle . Το έγγραφο αυτό έχει ήδη τύχει κατ' επανάληψη επικλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις προτάσεις του στην υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής , ο γενικός εισαγγελέας Fennelly εξετάζει το ιστορικό της καταρτίσεως και τη φύση αυτού του εγγράφου. Το 1992, η Επιτροπή δημιούργησε μία εσωτερική ομάδα μελέτης η οποία επιφορτίστηκε με την επεξεργασία μιας μεθόδου για την επιβολή κυρώσεων στα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν εσφαλμένως το κοινοτικό δίκαιο. Οι διαμορφωθέντες από την ομάδα μελέτης κανόνες εγκρίθηκαν από την Επιτροπή και από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών στην επιτροπή ΕΓΤΕ. Οι εν λόγω κανόνες δεν θεωρούνται ότι συνιστούν δεσμευτικές διατάξεις. Η επιλογή του ποσοστού μειώσεως πρέπει να πραγματοποιείται με βάση τον υπολογισμό των κινδύνων για τις κοινοτικές δαπάνες που απορρέουν από παραβάσεις στο πλαίσιο του εκ μέρους των κρατών μελών ελέγχου. Η ομάδα μελέτης καθόρισε τρία επίπεδα για κατ' αποκοπή μείωση της επιστροφής: 2 %, 5 % και 10 %. Εν τω μεταξύ, η εν λόγω έκθεση Belle αντικαταστάθηκε από ένα έγγραφο εργασίας της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1997, VI/5330/97, που παρέχει νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των χρηματοοικονομικών επιπτώσεων. Το νέο αυτό έγγραφο δεν επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στα κριτήρια της εκθέσεως Belle, αλλά προσθέτει μια νέα κατηγορία: ποσοστό μειώσεως 25 % σε σοβαρές περιπτώσεις. Η επίδικη απόφαση της Επιτροπής στηρίχθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές που διατυπώνονται στο τελευταίο αυτό έγγραφο εργασίας.
33. Η έκθεση Belle και το παρατεθέν έγγραφο εργασίας περιέχουν επομένως κατευθυντήριες γραμμές για τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να εφαρμοστούν χρηματοοικονομικές διορθώσεις έναντι κράτους μέλους. Για τις δύσκολες περιπτώσεις προβλέπουν τη μέθοδο ενός κατ' αποκοπήν ποσοστού :
«Δεδομένου ότι η εφαρμογή του ελέγχου των συστημάτων έχει καταστεί ευρέως διαδεδομένη, το ΕΓΤΕ προβαίνει όλο και περισσότερο σε εκτίμηση του κινδύνου που παρουσιάζουν οι πλημμέλειες των συστημάτων. Από την ίδια τη φύση ενός εκ των υστέρων ελέγχου σπανίως μπορεί να αποδειχθεί κατά το χρονικό σημείο της επαληθεύσεως αν μια αίτηση ήταν έγκυρη κατά το χρονικό σημείο της πληρωμής [...]. Η απώλεια για τους κοινοτικούς πόρους πρέπει επομένως να καθορίζεται με εκτίμηση του κινδύνου που υφίσταται για τους πόρους αυτούς συνεπεία του πλημμελούς ελέγχου, ο οποίος μπορεί να αφορά τόσο τη φύση και την ποιότητα των πραγματοποιουμένων ελέγχων όσο και τον αριθμό τους [...]».
Η έκθεση προτείνει τρεις κατ' αποκοπή συντελεστές διορθώσεως:
«α) 2 % των δαπανών, όταν η πλημμέλεια περιορίζεται σε ορισμένα στοιχεία του συστήματος ελέγχου μικρής σημασίας ή στην εκτέλεση ελέγχων που δεν είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, ώστε ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΕ είναι ελάχιστος·
β) 5 % της δαπάνης, αν η πλημμέλεια αφορά σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή την εκτέλεση ελέγχων που έχουν μεγάλη σημασία για τον καθορισμό της κανονικότητας της δαπάνης, ώστε ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΕ είναι σημαντικός·
γ) 10 % της δαπάνης, όταν η πλημμέλεια αφορά το σύνολο ή τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή ακόμα τη διεξαγωγή ουσιωδών ελέγχων που σκοπούν στη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, ώστε ευλόγως να μπορεί να συναχθεί ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος γενικευμένων ζημιών για το ΕΓΤΕ [...]».
34. Στη συνέχεια, η έκθεση προβλέπει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την επιλογή της κατηγορίας μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως παράγοντες σταθμίσεως τα ακόλουθα σημεία:
«- Έλαβαν οι εθνικές αρχές αποτελεσματικά μέτρα για τη θεραπεία των πλημμελειών αμέσως μόλις αυτές διαπιστώθηκαν;
- Ήταν οι πλημμέλειες αποτέλεσμα δυσχερειών κατά την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων;»
35. Η έκθεση Belle αποτελεί την αποκρυστάλλωση μιας ήδη επί μακρόν υφιστάμενης πολιτικής της Επιτροπής για την εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεων κατά την επιστροφή σε κράτη μέλη δαπανών που πραγματοποίησαν κατ' εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Κατά την Επιτροπή, τα κριτήρια της εκθέσεως Belle αποτελούν «μια κοινής αποδοχής βάση, υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση αδυναμίας επακριβούς προσδιορισμού του ποσού των διορθώσεων, επιλέγεται η μέση οδός της παρακρατήσεως ενός κατ' αποκοπήν ποσού, πράγμα που διασφαλίζει τόσο την τήρηση του κοινοτικού δικαίου και τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών πόρων όσο και την ικανοποίηση της εύλογης επιθυμίας των κρατών μελών για αποφυγή υπέρογκων και δυσανάλογων διορθώσεων» .
Η σχετική με την πολιτική αυτή νομολογία του Δικαστηρίου
36. Η πρακτική των κατ' αποκοπήν διορθώσεων και η αποτύπωσή της στην έκθεση Belle και το επακόλουθο έγγραφο εργασίας έχει επανειλημμένα εξεταστεί από το Δικαστήριο, πρόσφατα ήδη με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2000, Ελλάδα κατά Επιτροπής . Από την απόφαση αυτή, αλλά ασφαλώς και από την απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής , μπορεί να συναχθεί ότι το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί την ορθότητα των κριτηρίων της εκθέσεως Belle. Τα κριτήρια αυτά αποτελούν και για το Δικαστήριο το σημείο αφετηρίας για την κρίση του.
37. Το Δικαστήριο υιοθετεί εξάλλου την ακόλουθη προσέγγιση. Όπως, μεταξύ άλλων, προκύπτει από την απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής , η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι το κράτος μέλος παρέβη τις διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής, π.χ. - όπως εν προκειμένω - επειδή δεν επέβλεψε επαρκώς τις δαπάνες. Αφού η Επιτροπή προβεί σ' αυτή την απόδειξη, οφείλει να επέμβει. άντως, κατά την εφαρμογή των εφαρμοστέων κυρώσεων έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Το οικείο κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι τα διαπιστευθέντα από την Επιτροπή περιστατικά είναι ανακριβή και ότι η Επιτροπή συνάγει από αυτά εσφαλμένα συμπεράσματα, π.χ. εφαρμόζοντας υπερβολικά υψηλή κατ' αποκοπήν διόρθωση. Στην ήδη προπαρατεθείσα απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής εκτίθενται τα εξής:
«26 ρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου [...] σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο βαθμός στον οποίο ένα εθνικό μέτρο, ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο, προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΕ, η Επιτροπή δεν έχει άλλη επιλογή από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών.
27 Στη συνέχεια, πρέπει να τονιστεί ότι, οσάκις η Επιτροπή αρνείται να καταλογίσει στο ΕΓΤΕ ορισμένες δαπάνες, για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως που του αρνείται η Επιτροπή [...].
28 Αν λοιπόν, στο πλαίσιο της αποστολής της περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η Επιτροπή, αντί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών, προσπαθεί να θεσπίσει κανόνες που σκοπούν να επιφέρουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου που συνιστούν για το ΕΓΤΕ οι διάφορες διαβαθμίσεις ελλείψεων του ελέγχου, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και άδικα [...]».
38. Αναφέρομαι επίσης στην απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής , η οποία διευκρινίζει την κατανομή του βάρους αποδείξεως μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Στη σκέψη 17 το Δικαστήριο εκθέτει τα εξής: «ράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα [...], αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας [...]. Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι [...] το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής». Το Δικαστήριο επανέλαβε τη διατύπωση αυτή σε διάφορες μεταγενέστερες αποφάσεις .
39. Όπως έχω ήδη πει, από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει μεγάλο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή κυρώσεων, όταν ένα κράτος μέλος δεν έχει ελέγξει με επαρκή αποτελεσματικότητα τις δαπάνες του στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί πλήρως την απόδοση των οικείων δαπανών, μπορεί όμως επίσης να εφαρμόσει ένα ποσοστό μειώσεως, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Είναι αυτονόητο ότι τα ποσοστά μειώσεως στα οποία αναφέρεται η έκθεση Belle, δηλαδή 2 %, 5 % και 10 %, αποτελούν μια σημαντικά ηπιότερη κύρωση από την πλήρη άρνηση αποδόσεως των δαπανών.
40. Επί του ζητήματος του βάρους αποδείξεως, μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα. Το κράτος μέλος που αμφισβητεί την ορθότητα της επιβληθείσας σ' αυτό κυρώσεως έχει το βάρος αποδείξεως όσον αφορά ορισμένα σημεία, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής :
α) το δικαίωμα αποδόσεως εκ μέρους του ΕΓΤΕ των δαπανών στις οποίες προέβη το κράτος μέλος·
β) την ορθότητα των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή·
γ) την ορθότητα των κριτηρίων που εφάρμοσε η Επιτροπή κατά την επιβολή της μειώσεως. Όταν εφαρμόζονται τα κριτήρια της έκθεσης Belle , υπάρχει τεκμήριο ότι τα κριτήρια είναι ορθά. Βεβαίως, κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για δεσμευτικούς κανόνες, το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι τα κριτήρια της έκθεσης Belle είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυθαίρετα ή άδικα·
δ) τον τρόπο εφαρμογής αυτών των κριτηρίων.
Συμπληρωματικά προς την υπόθεση C-375/99, Ισπανία κατά Επιτροπής: το συμβιβαστικό όργανο
41. Οι αποφάνσεις του συμβιβαστικού οργάνου δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, όπως ήδη κατ' επανάληψη έχει κρίνει το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής :
«Τέλος, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/342, η Επιτροπή, όπως ορθώς υποστηρίζει [...] δεν δεσμεύεται, όταν εκδίδει την απόφασή της, από τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου.»
Οι εκτιμήσεις που διατυπώνει αυτό το όργανο δεν χρειάζεται επομένως να έχουν καθοριστική σημασία για την κρίση της Επιτροπής, όπως δέχεται το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή. αρά ταύτα, πρέπει φυσικά να εξετάζεται αν από τις εκτιμήσεις του οργάνου πρέπει να συναχθούν γενικά συμπεράσματα. Αντιλαμβάνομαι την απόφαση υπό την έννοια ότι καθόσον οι διαπιστώσεις του οργάνου είναι πιο συγκεκριμένες και επακριβείς, η Επιτροπή οφείλει περισσότερο να λαμβάνει υπόψη τις διαπιστώσεις αυτές.
Η εκτίμηση της διαφοράς
Το βασικό στοιχείο του συστήματος
42. Η χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής από τα κράτη μέλη έχει ήδη αποτελέσει αφορμή για πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου. Η εξέταση μιας διαφοράς όπως της παρούσας μπορεί επομένως να πραγματοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό βάσει της υφιστάμενης - συχνά παγίας - νομολογίας του Δικαστηρίου.
43. Βασικό στοιχείο του συστήματος - και της νομολογίας του Δικαστηρίου - συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι αυτά που εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα σύστημα που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα. Επομένως, τα κράτη μέλη οφείλουν να φέρουν την σε όλες της τις λεπτομέρειες ευθύνη για τις δαπάνες που πραγματοποιούν σ' αυτό το πλαίσιο. Αυτά είναι επίσης που διαθέτουν όλα τα στοιχεία για τις πραγματικές δαπάνες. Η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ασκεί (δειγματοληπτικά) επιτήρηση, οπότε, επομένως, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη. Σε ένα τέτοιο - ευάλωτο - σύστημα είναι ενδεδειγμένη η ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής για την επιβολή κυρώσεων, όταν διαπιστώνει παρατυπίες. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να διαθέτει η ίδια όλα τα στοιχεία, κατ' αποκοπήν μειώσεις είναι απαραίτητες. Εξάλλου, πρέπει φυσικά να αποφεύγεται η αυθαιρεσία κατά την εφαρμογή του συστήματος αυτού από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Τόσο κατά τη διαπίστωση και τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή για την εφαρμογή διορθώσεων όσο και κατά την επιβολή αυτών των ίδιων των διορθώσεων, η Επιτροπή οφείλει να ενεργεί με επιμέλεια.
44. Η Επιτροπή θα πρέπει ενδεχομένως, κατόπιν διενεργηθείσας από αυτήν επιθεωρήσεως, να αποδείξει ότι υπήρξε παρατυπία. αράλληλα, πρέπει να εκθέσει σε τι συνίσταται η παρατυπία. Στη συνέχεια, μπορεί να προτείνει μια κύρωση. Συναφώς, θα πρέπει να πιθανολογήσει - όχι όμως και να αποδείξει - ότι η προτεινόμενη κύρωση βρίσκεται σε αντιστοιχία προς τη φύση, τη σοβαρότητα και το μέγεθος της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Στο κράτος μέλος εναπόκειται στη συνέχεια να αποδείξει - βάσει στοιχείων που διαθέτει το κράτος μέλος και όχι η Επιτροπή - ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε ορθή διαπίστωση των περιστατικών, ενδεχομένως δε ότι προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό αυτών, και ότι η προτεινόμενη κύρωση δεν είναι η ενδεδειγμένη σε συνάρτηση με τη φύση, τη σοβαρότητα και το μέγεθος της διαπιστωθείσας παρατυπίας.
Εν όψει του ελάχιστα συγκεκριμένου χαρακτήρα των κριτηρίων που εφαρμόζει συναφώς η Επιτροπή, αποδίδω μεγάλη σημασία στη διαδικασία συμβιβασμού που προβλέπει αυτό το σύστημα. Η διαδικασία συμβιβασμού παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα να προβούν σε πρόσφορη ανταλλαγή επιχειρημάτων και στοιχείων.
Η διαφορά καθεαυτή
45. Στην παρούσα διαφορά προβάλλεται περαιτέρω ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι παρέβη εν προκειμένω τις διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθόσον έλεγξε ανεπαρκώς τις δαπάνες στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος. Επομένως, κατ' αυτοτελή θεώρηση, η Επιτροπή μπόρεσε να λάβει ένα μέτρο με το οποίο εφάρμοσε χρηματοοικονομική διόρθωση επί των δαπανών της Ισπανικής Κυβερνήσεως. Επομένως, το μόνο ζήτημα που αφορά η παρούσα διαφορά είναι το μέγεθος της εφαρμοσθείσας από την Επιτροπή μειώσεως.
46. Δεδομένου ότι είναι βέβαιο ότι η Ισπανική Κυβέρνηση εκπλήρωσε πλημμελώς τις υποχρεώσεις της ελέγχου ως προς τις δαπάνες της στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, η Επιτροπή, όπως συνάγεται από τα προεκτεθέντα, έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της κυρώσεως, το δε οικείο κράτος μέλος οφείλει να αντικρούσει τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της Επιτροπής. Καθόσον αφορά το βάρος της αποδείξεως, αναφέρομαι ανωτέρω στο σημείο 40. εραιτέρω, θεωρώ σημαντικό το ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν εκθέτει συγκεκριμένα σε ποια σημεία αντιβαίνει το εφαρμοστέο ποσοστό μειώσεως με τα κριτήρια που διατυπώνονται στην έκθεση Belle.
47. Τα ανωτέρω δεν έχουν καμία σχέση με τη μείωση που αφορά τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος (έκτη αιτίαση). Εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας θέτει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα της Επιτροπής να συμπεριλάβει τις δαπάνες για το 1993 στο υπολογισμό της μειώσεως.
48. Τέλος, δεν επιθυμώ να εξετάσω αυτοτελώς την παραβίαση των διαφόρων αρχών του δικαίου, την οποία προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση και στην οποία αναφέρομαι στο σημείο 14 αυτών των προτάσεων. Καθόσον η Ισπανική Κυβέρνηση παραθέτει επιχειρήματα για τη φερόμενη αυτή παραβίαση, τα επιχειρήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τις αιτιάσεις που θα εξετάσω διαδοχικά κατωτέρω.
Ως προς την πρώτη αιτίαση
49. Τόσο η Ισπανική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή εξέτασαν τη φύση της διαδικασίας ενώπιον του οργάνου. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι το όργανο δεν είναι ένα απλώς συμβουλευτικό όργανο. Οι εκτιμήσεις του πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Κατά την Επιτροπή, προέχει η διαμεσολαβητική λειτουργία. Κατά τη γνώμη μου, οι απόψεις και των δύο διαδίκων ως προς τη φύση της διαδικασίας ενώπιον του οργάνου δεν αλληλοαναιρούνται. Αντιθέτως, αλληλοσυμπληρώνονται. Από την απόφαση ιδίως 94/442 συνάγω ότι με τη σύσταση του συμβιβαστικού οργάνου σκοπείται η παροχή στα μέρη ενός πλαισίου διαβουλεύσεων, όταν οι απόψεις τους διίστανται. Βεβαίως, στην αλληλουχία αυτή, όπου η διαπίστωση των σχετικών περιστατικών και των συνδεομένων με αυτά χρηματοοικονομικών συνεπειών πραγματοποιείται βάσει εκτιμήσεων και ελάχιστα επακριβών κριτηρίων , ένα τέτοιο πλαίσιο είναι χρήσιμο προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο όλες αυτές οι διαφορές να υποβληθούν ευθέως στην κρίση του Δικαστηρίου. Επιπλέον, το άρθρο 1, στοιχείο γ_, της αποφάσεως προβλέπει μια συμβουλευτική λειτουργία του οργάνου, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ συνεπειών εν όψει της συνθέσεως του οργάνου. Κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως, το όργανο αποτελείται από πέντε μέλη που παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και είναι άκρως ειδικευμένα, προερχόμενα από διάφορα κράτη μέλη.
50. Κατά τη γνώμη μου, εν όψει της προεκτεθείσας φύσεως της διαδικασίας, πρέπει πρώτον να εξεταστεί ποια συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν εν προκειμένω από τις διαπιστώσεις του συμβιβαστικού οργάνου. Το βασικό στοιχείο εν προκειμένω είναι το ότι φυσικά οι διαπιστώσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν μπορούν άνευ ετέρου να αγνοηθούν.
51. Η έκθεση του συμβιβαστικού οργάνου της 30ής Μαρτίου 1999 παρέχει μια επακριβή της εικόνα. Συνοπτικά, το όργανο δεν διαπιστώνει κανένα λόγο για να αμφισβητηθεί το βάσιμο των κυριοτέρων αιτιάσεων της Επιτροπής. Αντιθέτως, θεωρεί ότι το ύψος της μειώσεως κατά 10 % μπορεί να αμφισβητηθεί. Ασφαλώς, δεδομένου ότι το σύστημα ελέγχου στην Ισπανία βελτιώθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, είναι σημαντική η επακριβής αιτιολόγηση των εκτιμήσεων για την αύξηση του ποσοστού μειώσεως.
52. Τα επακριβή - και, ας λεχθεί ακόμα μια φορά, μη δεσμευτικά - συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου παρέχουν στην Επιτροπή το πλαίσιο για να εφαρμόσει ένα ποσοστό μειώσεως. Αμφιβολία μπορεί, το πολύ, να υφίσταται όσον αφορά το ύψος του ποσοστού μειώσεως. Η αμφιβολία αυτή συνδέεται στενότατα με την εκτίμηση της βελτίωσεως του συστήματος ελέγχου στην Ισπανία, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της τετάρτης αιτιάσεως. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται κατ' ουσίαν τόσο για το ζήτημα αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη την κρίση του συμβιβαστικού οργάνου, αλλά για το ζήτημα αν, παρά τη βελτίωση του συστήματος ελέγχου, μπορεί να αποφασίσει αύξηση του ποσοστού μειώσεως. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο της τετάρτης αιτιάσεως.
53. Το συμπέρασμά μου είναι ότι η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα.
Ως προς τη δεύτερη αιτίαση
54. Ως προς την αντιπροσωπευτικότητα των εκ μέρους της Επιτροπής επαληθεύσεων, υπογραμμίζω πρωτίστως την ανάγκη μιας δειγματοληπτικής μεθόδου. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, με την απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής , το σύστημα αυτό, «το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία».
55. Επομένως, το ζήτημα είναι πρωτίστως αν η Επιτροπή μπορούσε θεμιτώς να καταλήξει στα συμπεράσματα που συνήγαγε βάσει των δειγματοληπτικών εξετάσεων που διενήργησε. Θεωρώ ότι η Ισπανική Κυβέρνηση έχει δίκαιο να υποστηρίζει ότι η αρχική επιλογή 22 επιχειρήσεων δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προσφέρεται για τη συναγωγή γενικών συμπερασμάτων, δεδομένου ότι πρέπει να πρόκειται αποκλειστικά για επιχειρήσεις στις οποίες και οι ισπανικές αρχές είχαν ήδη διαπιστώσει παρατυπίες. Εντούτοις, από την έκθεση του συμβιβαστικού οργάνου συνάγω ότι σε εννέα από τις επιχειρήσεις αυτές δεν επρόκειτο για τόσο σοβαρές παρατυπίες συνεπαγόμενες την επιβολή κυρώσεως εκ μέρους των ισπανικών αρχών. Ακόμα σημαντικότερο θεωρώ το ότι η Επιτροπή, όπως υποστηρίζει χωρίς να αντικρουστεί, διενήργησε πρόσθετες επαληθεύσεις σε έξι μεγάλες ισπανικές επιχειρήσεις. Επομένως, δεν βλέπω κατά τι οι επαληθεύσεις της Επιτροπής δεν θα πρέπει να είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές.
56. Τότε τίθεται και το ερώτημα ποια σημασία πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πληροφόρησε εγκαίρως την Ισπανική Κυβέρνηση για τις συμπληρωματικές επαληθεύσεις. Δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά τη γνώμη μου, η Ισπανική Κυβέρνηση ουδόλως υπέστη ζημία από το γεγονός αυτό. Θεωρώ ότι μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι εδώ πρόκειται μόνο για την επιβεβαίωση προηγουμένων διαπιστώσεων.
57. Η αναφερόμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση απόφαση Oliveira κατά Επιτροπής νομίζω ότι είναι άσχετη εν προκειμένω. Με την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου ακυρώθηκε μια απόφαση της Επιτροπής λόγω μη τηρήσεως ουσιώδους τύπου. Διαφορετικά από την παρούσα περίπτωση, η μη τήρηση ουσιώδους τύπου έχει ως αποτέλεσμα να περιέλθει το οικείο κράτος μέλος σε μια σοβαρή μειονεκτική κατάσταση από απόψεως διαδικασίας. ράγματι, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως εντός της τασσομένης από τη Συνθήκη ΕΚ προθεσμίας.
58. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και η δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέα.
Ως προς την τρίτη αιτίαση
59. Η τρίτη αιτίαση αφορά την ερμηνεία των άρθρων 9, παράγραφος 3, και 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/85, τα οποία εκ πρώτης όψεως αντιφάσκουν μεταξύ τους και ως προς τα οποία τίθεται το ερώτημα αν της χορηγήσεως ενισχύσεως πρέπει να προηγείται πάντοτε επιτόπιος έλεγχος.
60. Θεωρώ ότι η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στη σχέση μεταξύ του άρθρου 9, παράγραφος 3, και του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού είναι πειστική. Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται και στα δύο άρθρα για τους επιτοπίους ελέγχους ισχύουν σωρευτικώς.
61. αρατηρώ συναφώς ότι η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεν είναι εκ πρώτης όψεως απολύτως σαφής. αρά ταύτα, η Ισπανική Κυβέρνηση θα μπορούσε απλώς να βεβαιωθεί ως προς το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 3, στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα είχε ενημερωθεί ως εκ της παρουσίας της στην επιτροπή διαχειρίσεως όπου θεσπίστηκε η διάταξη αυτή. Επιπλέον, θα μπορούσε, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ορθή ερμηνεία, να ζητήσει από την Επιτροπή να την πληροφορήσει σχετικώς. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ερμηνεύει μονομερώς, κατά τρόπο που παρεκκλίνει από την πλέον προφανή ερμηνεία, έναν εκτελεστικό κανονισμό όπως τον εν προκειμένω, στου οποίου την έκδοση είχε συμμετάσχει.
62. Η τρίτη αιτίαση είναι επίσης απορριπτέα.
Ως προς την τέταρτη αιτίαση
63. Η τέταρτη αιτίαση αφορά μια αύξηση του ποσοστού μειώσεως σε σχέση με το ποσοστό που είχε εφαρμοστεί σε προηγούμενα έτη.
64. Αρχίζοντας, αναφέρομαι στην παρατιθέμενη στο σημείο 41 αυτών των προτάσεων απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής , όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αντλεί χρηματοοικονομικές συνέπειες από τη διαπίστωση πλημμελειών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα να πράξει τούτο στο πλαίσιο μεταγενέστερων οικονομικών ετών, ιδίως όταν οι εν λόγω πλημμέλειες εξακολουθούν να υφίστανται. Εξάλλου, οι πλημμέλειες που διαπιστώνονται μεταγενεστέρως μπορούν και αυτές να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιπέδου της κατ' αποκοπήν διορθώσεως» . Αυτό, κατά τη γνώμη μου, ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή συνδέει, για ένα οικονομικό έτος, συγκεκριμένη πλημμέλεια με συγκεκριμένη κύρωση δεν της στερεί το δικαίωμα να επιβάλει μεγαλύτερη κύρωση για το επόμενο έτος, ακόμα και όταν η πλημμέλεια έχει εν τω μεταξύ καταστεί λιγότερο σοβαρή.
65. Θεωρώ πάντως ότι η Επιτροπή οφείλει να το αιτιολογήσει δεόντως. Στο σημείο 26 αυτών των προτάσεων εξέθεσα την εν προκειμένω αιτιολογία της Επιτροπής. Θεωρώ ότι η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και αποδίδω ιδίως σημασία στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι στην περίπτωση ευαίσθητης στις απάτες ρυθμίσεως, όπως της παρούσας, δεν αρκεί μια μικρή βελτίωση, αλλά πρέπει να αναμένεται μία ταχεία και χαρακτηριστική βελτίωση του συστήματος.
66. Και η τέταρτη αιτίαση είναι απορριπτέα.
Ως προς την πέμπτη αιτίαση
67. Η αιτίαση αυτή, η οποία αφορά την επιβολή κυρώσεων για διαπιστωθείσες παρατυπίες, με ωθεί στις ακόλουθες παρατηρήσεις. Εδώ πρόκειται για ρύθμιση στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη μέλη προέβησαν σε δαπάνες που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εν προκειμένω το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Επιβολή κυρώσεων για διαπιστωθείσες παραβάσεις πρέπει στις περιπτώσεις αυτές να παρέχει αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για τον λόγο επίσης αυτόν, θεσπίστηκαν γενικοί κανόνες με τον κανονισμό 2988/95. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, σύμμετρες και αποτρεπτικές. Ορθώς προβάλλει η Επιτροπή ότι οι εθνικές λεπτομέρειες εφαρμογής κυρώσεων δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα το να καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη η ορθή εφαρμογή κοινοτικών κανόνων.
68. Η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνιστά εν προκειμένω ουσιώδη λειτουργία του συστήματος επιβολής κυρώσεων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρκείται στο να περιορίζει, πλήρως ή σχεδόν πλήρως, την επιβολή κυρώσεων, για παραβάσεις των κανόνων ενός ευαίσθητου στις απάτες συστήματος, στις περιπτώσεις πράξεων εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι διαδικασίες για την επιβολή κυρώσεων διέπονται από το εθνικό δίκαιο.
69. Δεδομένου ότι η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται κατ' ουσία μόνο διαδικαστικές εγγυήσεις για τους ιδιώτες κατά το εθνικό δίκαιο, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί εντεύθεν να ευδοκιμήσει. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η πέμπτη αιτίαση είναι απορριπτέα.
Ως προς την έκτη αιτίαση
70. Κατ' ουσίαν, η έκτη αιτίαση θέτει υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα της Επιτροπής να συμπεριλάβει τις δαπάνες για το 1993 στον υπολογισμό της κατ' αποκοπήν διορθώσεως όσον αφορά τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος.
71. Αντιλαμβάνομαι την κατά κυριολεξία έκπληξη της Ισπανικής Κυβερνήσεως για το ότι ορισμένα ποσά που είχαν ήδη εκκαθαριστεί ελήφθησαν και πάλι υπόψη στον υπολογισμό της μειώσεως. Αντιλαμβάνομαι ομοίως ότι η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 97/333 και η επιφύλαξη στη συνθετική έκθεση (βλ. και για τις δύο το σημείο 29 αυτών των προτάσεων) δεν έκαναν την Ισπανική Κυβέρνηση να σκεφθεί αμέσως ότι η απόφαση 97/333 δεν έχει οριστικό χαρακτήρα. Ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 97/608/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, για την τροποποίηση της αποφάσεως 97/333 , επιτρέπεται να συναχθεί ότι η Επιτροπή επιθυμεί να επανεξετάσει την εκκαθάριση των δαπανών για το 1993. Αν η Επιτροπή έχει την πρόθεση να το πράξει, είναι γενικώς προφανές ότι υφίσταται μια σαφής επιφύλαξη.
72. αρά ταύτα, έχω τη γνώμη ότι η Επιτροπή, συμπεριλαμβάνοντας τις δαπάνες για το 1993, παρέμεινε εντός των ορίων της παρασχεθείσας σ' αυτήν αρμοδιότητας. Ούτε από την απόφαση 97/333 ούτε από άλλα έγγραφα προκύπτει ότι η απόφαση έχει μέχρι τέτοιου σημείου οριστικό χαρακτήρα ώστε η Επιτροπή να μην μπορεί να την επανεξετάσει. Θεωρώ εν προκειμένω ότι είναι σημαντικά τα ακόλουθα σημεία, θεωρούμενα σε συνδυασμό μεταξύ τους. Η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 97/333 εκθέτει ότι η απόφαση «λαμβάνεται με επιφύλαξη των δημοσιονομικών συνεπειών, τις οποίες η Επιτροπή θα λάβει υπόψη κατά τη μεταγενέστερη εκκαθάριση λογαριασμών, εκ των ελέγχων που διεξάγονται κατά την ημερομηνία της παρούσας απόφασης». Στη συνθετική έκθεση της 15ης Μαρτίου 1997 αναφέρεται το γεγονός ότι οι έλεγχοι στην Ισπανία έπρεπε να αποτελέσουν και πάλι αντικείμενο εξετάσεως. Σ' ένα ακόμα παλαιότερο έγγραφο ΕΓΤΕ της 6ης Ιανουαρίου 1997 εκτίθεται ότι οι έλεγχοι στην Ισπανία πριν από το 1995 ήταν ακατάλληλοι, αν όχι ανύπαρκτοι. Οι ισπανικές αρχές πρέπει, εν όψει των πολλών επαφών με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, να γνώριζαν τα δεδομένα αυτά. Η Επιτροπή το ισχυρίζεται και η Ισπανική Κυβέρνηση δεν το αντικρούει. Τέλος, από ένα έγγραφο, μεταξύ άλλων, της 22ας Οκτωβρίου 1996 που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι η Ισπανική Κυβέρνηση μπορούσε να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη διάφορα οικονομικά έτη προκειμένου να προβεί στην εκκαθάριση των λογαριασμών όσον αφορά τις πριμοδοτήσεις αιγοπρόβειου κρέατος.
73. Επομένως και η έκτη αιτίαση είναι απορριπτέα.
ρόταση
74. Για τους λόγους που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy