Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσβάλλει την απόφαση 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999 (στο εξής: επίδικη απόφαση), ως εκ του ότι με την ως άνω απόφαση εφαρμόζεται επί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία) κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 5 % αντί εκείνης ύψους 2 % στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών, στα πλαίσια του οικονομικού έτους 1995, ήτοι ποσού ύψους 18 236 469,20 γερμανικών μάρκων (DEM).
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
2. Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής αποτελεί αντικείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου . Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού, το ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
3. Μεταξύ των παρεμβάσεων αυτών καταλέγονται αντισταθμιστικά ποσά που καταβάλλονται με βάση τις καλλιεργούμενες από τους παραγωγούς αροτριαίων καλλιεργειών επιφάνειες, οι οποίες αποτελούν εν προκειμένω το επίδικο αντικείμενο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου , καθώς και άλλους ειδικούς κανονισμούς .
4. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων, να προλάβουν και διώξουν τις παρατυπίες και να ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας παρατυπιών ή αμελειών ποσά.
5. Όσον αφορά τα προς λήψην από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου αυτού μέτρα για την εξασφάλιση της κανονικότητας των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων, πρέπει να αναφερθεί, όσον αφορά τον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου , δυνάμει του οποίου κάθε κράτος μέλος οφείλει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου (στο εξής: SIGC).
6. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 3508/92, το SIGC περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων. άντως, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής , τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε άλλη μονάδα μετρήσεως πλην του αγροτεμαχίου, όπως είναι το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο ή το γαιοτεμάχιο καλλιεργείας.
7. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3508/92, το κράτος μέλος προβαίνει σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, τους διοικητικούς ελέγχους συμπληρώνουν επιτόπιοι, δειγματοληπτικοί των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, έλεγχοι. Το κράτος μέλος καταρτίζει για το σύνολο των ελέγχων αυτών σχέδιο δειγματοληψιών.
8. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 διευκρινίζει ότι τόσον οι διοικητικοί όσο και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την χορήγηση των ενισχύσεων και πριμοδοτήσεων. Ως προς τον τρόπο διενεργείας των επιτοπίων ελέγχων, το άρθρο 6, παράγραφοι 3 έως 5, ορίζει μεταξύ άλλων:
«3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το δείγμα αυτό πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
[...]
- το 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων "για εκτάσεις". άντως, το ποσό αυτό μειώνεται στο 3 % για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων που αφορούν εκτάσεις πέραν του αριθμού των 700 000 αιτήσεων ανά κράτος μέλος και ημερολογιακό έτος.
Σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επισκέψεων, ανακύψουν σημαντικές παρατυπίες σε μια περιοχή ή σε τμήμα της, οι αρμόδιες αρχές πραγματοποιούν συμπληρωματικούς ελέγχους κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και αυξάνουν το ποσοστό των αιτήσεων για την εν λόγω περιοχή ή μέρος αυτής, όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί έλεγχος το επόμενο έτος.
4. Οι αποτελούσες αντικείμενο επιτοπίων ελέγχων αιτήσεις καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει αναλύσεως των κινδύνων, καθώς και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των υποβληθεισών αιτήσεων. Για την ανάλυση των κινδύνων λαμβάνονται υπόψη:
- το ποσό της ενισχύσεως,
- ο αριθμός των αγροτεμαχίων, της εκτάσεως [...] για τα οποία έχει ζητηθεί η ενίσχυση,
- η εξέλιξη, σε σχέση με το προηγούμενο έτος,
- οι διαπιστώσεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν τα προηγούμενα έτη,
- άλλες παράμετροι που θα ορίσουν τα κράτη μέλη.
5. Οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά και αφορούν το σύνολο των αγροτεμαχίων [...] που καλύπτονται από μία ή περισσότερες αιτήσεις [...]».
9. Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος αποφασίσει να πραγματοποιήσει έλεγχο με τηλεανίχνευση ολόκληρου ή τμήματος του δείγματος που μνημονεύεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, μεταξύ άλλων σε επιτόπιο έλεγχο όλων των αιτήσεων για τις οποίες δεν συνάγεται, από τη φωτογραφική έρευνα, ότι η δήλωση είναι ορθή, κατά τρόπο ικανοποιούντα την αρμόδια αρχή.
10. Οσάκις κράτος μέλος παραβιάζει τις προμνησθείσες διατάξεις ελέγχου ή δεν τηρεί τις απορρέουσες εξ αυτών υποχρεώσεις, η Επιτροπή οφείλει να αρνηθεί την ανάληψη των συναφών δαπανών. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, οι οικονομικές συνέπειες «των παρατυπιών ή αμελειών καταλογιστέων στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών» δεν αναλαμβάνονται από την Κοινότητα.
ΙΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11. Στα πλαίσια του οικονομικού έτους 1995, αντιστοιχούντος στην εσοδεία του 1994, το ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας κατέβαλε ενισχύσεις στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών. Οι ενισχύσεις αυτές ελέγχθηκαν μέσω του SIGC που συστάθηκε στο ομόσπονδο αυτό κράτος σύμφωνα με τους κανονισμούς 3508/92 και 3887/92.
12. Στα πλαίσια της προετοιμασίας για την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1995, η Επιτροπή διενήργησε, μεταξύ 23ης και 27ης Οκτωβρίου 1995, επιθεωρήσεις στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία, σύμφωνα με τους κανονισμούς 1765/92, 2078/92 και 2080/92.
13. Με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις γερμανικές αρχές. Επισήμανε ειδικότερα ότι είχαν διαπιστωθεί διοικητικές και ελεγκτικές παραλείψεις όσον αφορά το καθεστώς των αροτριαίων καλλιεργειών. Επέστησε ιδίως την προσοχή επί των παραλείψεων κατά τη διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων.
14. Οι αφορώσες τις διαπιστώσεις κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεών της παρατηρήσεις της Επιτροπής αποτέλεσαν ακολούθως αντικείμενο αλληλογραφίας που αντηλλάγη με τις γερμανικές αρχές, στα πλαίσια της οποίας η Επιτροπή ενέμεινε και αποσαφήνισε τις ενστάσεις της.
15. Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1997, η Επιτροπή γνωστοποίησε στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Τροφίμων, Γεωργίας και Δασών τα προσωρινά συμπεράσματα που συνήγαγε από τις πραγματοποιηθείσες μεταξύ 23ης και 27ης Οκτωβρίου 1995 επιθεωρήσεις στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία και πρότεινε διόθρωση ύψους 5 % επί των δαπανών.
16. Μετά από νέες ανταλλαγές, εγγράφως και προφορικώς, απόψεων μεταξύ των γερμανικών αρχών και της Επιτροπής, η τελευταία γνωστοποίησε επισήμως, με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1998, προς τις γερμανικές αρχές τα πορίσματα των επιθεωρήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία, κατά την έννοια της αποφάσεως 94/442. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, κατόπιν των διευκρινίσεων των γερμανικών αρχών, παραιτούνταν από την προβλεφθείσα αρχικώς διόρθωση ύψους 5 % και εκτιμούσε εφεξής ως ενδεδειγμένη δημοσιονομική διόθρωση ύψους 2 %.
17. Η Επιτροπή στηρίζει την επανεκτίμηση αυτή του κινδύνου επελεύσεως ζημίας στον κοινοτικό προϋπολογισμό σε σωρεία λόγων μεταξύ των οποίων και ο ακόλουθος: «Βάσει του εγγράφου του ομοσπονδιακού Υπουργείου Γεωργίας, της 3ης Σεπτεμβρίου 1997, όσον αφορά το Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία, επί του 90 % περίπου των γαιοτεμαχίων, η εκμετάλλευση μονοκαλλιεργείας ή η αγρανάπαυση συνέπιπτε με την επιφάνεια του γαιοτεμαχίου. Η διαπίστωση αυτή, η ακρίβεια της οποίας μπορεί να εξακριβωθεί στα πλαίσια μεταγενεστέρων εκκαθαρίσεων λογαριασμών, ενέχει αποφασιστική σημασία για την εκτίμηση της ζημίας που ενδέχεται να προκαλείται στον κοινοτικό προϋπολογισμό». άντως, η Επιτροπή επιφυλάχτηκε να αυξήσει τον διορθωτικό συντελεστή σε περίπτωση κατά την οποία η διενεργηθείσα κατά τη διάρκεια του έτους 1998 επιθεώρηση αποκάλυπτε τυχόν ανακρίβειες των πληροφοριών που παρέσχον οι γερμανικές αρχές και αποτέλεσαν τη βάση για την τροποποίηση του διορθωτικού συντελεστή.
18. Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1998, η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε να κινηθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής.
19. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν τον Αύγουστο 1998 δεύτερη επιθεώρηση στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία (στο εξής: δεύτερη επιθεώρηση).
20. Με το από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφό της προς τις γερμανικές αρχές, το οποίο διαβιβάστηκε επίσης και στο όργανο συνδιαλλαγής, η Επιτροπή αναφέρθηκε ως εξής στα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως:
«Δράττομαι της ευκαιρίας να επιστήσω την προσοχή σας και επί μιας άλλης πτυχής η οποία θα μπορούσε να καταστεί σημαντική στο πλαίσιο διαδικασίας συνδιαλλαγής. Κατά τη διάρκεια από κοινού αποστολής ελέγχου της ΓΔ VI και του δημοσιονομικού ελέγχου κατά τον μήνα Αύγουστο 1999, ανέκυψε ότι, για πολλές αιτήσεις, η πραγματική έκταση εκμεταλλεύσεως δεν αντιστοιχούσε στην κτηματολογική επιφάνεια των τεμαχίων ή ότι η πραγματική επιφάνεια εκμεταλλεύσεως δεν είχε δηλωθεί πλήρως ως αγροτεμάχιο. Αν τα αφορώντα τις πραγματικές επιφάνειες εκμεταλλεύσεως δεδομένα δεν προέρχονται από το κτηματολόγιο αλλ' εδράζονται σε πληροφορίες του γεωργού, καθίσταται ακόμη εντονότερη η ανάγκη μετρήσεως των αγροτεμαχίων κατά τους επιτοπίους ελέγχους. Σε παρόμοια περίπτωση, το επιχείρημα των γερμανικών αρχών ότι το 90 % περίπου των γαιοτεμαχίων καλλιεργείας αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας, και μάλιστα πλήρους αγραναπαύσεως, καθίσταται άνευ σημασίας. Το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως επί του παρόντος και θα ήταν ευπρόσδεκτη, εφόσον είναι εφικτή, η κοινοποίηση τυχόν σχολίων σας συναφώς».
21. Με την από 30 Δεκεμβρίου 1998 τελική έκθεσή του, η οποία συντάχθηκε με βάση την ακρόαση της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 1998, καθώς και εκείνη των γερμανικών αρχών της 3ης Δεκεμβρίου 1998, αλλά και βάσει σειράς γραπτών παρατηρήσεων των δύο μερών, το όργανο συνδιαλλαγής λαμβάνει γνώση των αμφιβολιών που διατύπωσε η Επιτροπή με το από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφό της και την αντίστοιχη απάντηση των γερμανικών αρχών. Το όργανο συνδιαλλαγής επισημαίνει τις ατέλειες του συστήματος ελέγχου, παράλληλα όμως εφιστά την προσοχή επί του γεγονότος ότι το ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας κατέβαλλε προσπάθειες άξιες, κατά την άποψή του, να τύχουν ιδιαίτερης αναγνωρίσεως, εφόσον πρόκειται για νέο ομόσπονδο κράτος. Κατόπιν αυτού, το όργανο συνδιαλλαγής συμπεραίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιολογούνταν η εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή ύψους 5 % που προέβλεψαν αρχικά οι υπηρεσίες της Επιτροπής.
22. Με τη συνοπτική έκθεση της 12ης Ιανουαρίου 1999 επί των αποτελεσμάτων των διενεργηθέντων με στόχο την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 ελέγχων, η Επιτροπή πρότεινε, με βάση πληροφορίες που συνέλεξε στα πλαίσια της διαδικασίας ελέγχου, δημοσιονομικό διορθωτικό συντελεστή ύψους 2 % αντί του 5 %. Η διόρθωση αυτή, πάντως, συνοδευόταν από την επιφύλαξη ότι θα επαληθευόταν, στα πλαίσια μεταγενέστερου ελέγχου εκκαθαρίσεως λογαριασμών, η πληροφορία των γερμανικών αρχών ότι το 90 % περίπου των γαιοτεμαχίων στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία αφορούσαν μονοκαλλιέργεια ή αγρανάπαυση (στο εξής: επιφύλαξη).
23. Με το από 27 Μα_ου 1999 συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση (στο εξής: συμπλήρωμα), η Επιτροπή έλαβε θέση επί των συμπερασμάτων του οργάνου συνδιαλλαγής της 30ής Δεκεμβρίου 1998. Εκτιμά ότι το σύστημα ελέγχου δεν αποκάλυπτε πρόδηλες καταχρήσεις αλλά σοβαρές παραλείψεις δικαιολογούσες διόρθωση ύψους 5 %. Αναφέρει ότι το αποτέλεσμα του διενεργηθέντος τον Αύγουστο 1998 ελέγχου έφερε στο φως ακόμη σοβαρότερη κατάσταση από την αναμενόμενη η οποία είχε περιέλθει σε γνώση των γερμανικών αρχών με το από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφό της, αν και το όργανο συνδιαλλαγής δεν το έλαβε υπόψη του στην τελική έκθεσή του. Η Επιτροπή επισημαίνει ειδικότερα ότι το 15 % των γαιοτεμαχίων αφορούν πολυκαλλιέργειες, ενώ τα αποτελούντα τμήμα των γαιοτεμαχίων αγροτεμάχια αντιπροσωπεύουν το 29 % του συνόλου των τεμαχίων. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων αποτελούνται από ενταγμένα στο κτηματολόγιο αγροτεμάχια και ότι πέραν του ημίσεος των ενταγμένων στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίων είναι μοιρασμένα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων γαιοτεμαχίων καλλιέργειας, ανηκόντων συχνά στον ίδιο παραγωγό.
24. Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, το συμπλήρωμα περιήλθε σε γνώση τους στις 21 Ιουνίου 1999.
25. Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή γνωστοποίησε τα οριστικά συμπεράσματά της επί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, όσον αφορά τον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών, αναφερόμενη στη διαδικασία συνδιαλλαγής. Τα συμπεράσματα αυτά είναι κατ' ουσίαν πανομοιότυπα με τις παρατηρήσεις που παρατίθενται στο συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως.
26. Μετά από διαβούλευση της επιτροπής του ΕΓΤΕ με τα κράτη μέλη στις 22 Ιουνίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση στις 28 Ιουλίου 1999. Η απόφαση επέβαλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία) δημοσιονομική διόρθωση ύψους 5 % των δαπανών, ήτοι ποσού ύψους 30 394 115,33 DEM.
27. Με την πρωτοκολληθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1999 προσφυγή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθότι το άρθρο 2 αυτής της καταλογίζει ποσό ύψους 18 236 469,20 DEM. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της διορθώσεως ύψους 5 % και εκείνης ύψους 2 %.
28. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
IV - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της διαφοράς
29. ριν από την εμπεριστατωμένη εξέταση των διαφόρων λόγων ακυρώσεως, απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις.
1. Υπόβαθρο της διαφοράς: τα κριτήρια αξιολογήσεως των κινδύνων
30. Εκκινώντας, η παρούσα υπόθεση είναι ιδιάζουσα ως εκ του ότι χρησιμοποιούνται τρεις μονάδες μετρήσεως επιφανειών οριζόμενες με διαφορετικό τρόπο και υπό την έννοια αυτού ως διαφορετικά στοιχεία αναφοράς, και συγκεκριμένα: «αγροτεμάχιο» (Parzelle) «γαιοτεμάχιο» (Feldstück) και «ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο» (Flurstück).
31. Το αγροτεμάχιο είναι μονάδα μετρήσεως επιφανείας που λαμβάνεται υπόψη από το SIGC στα πλαίσια του κανονισμού 3508/92. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού, ως «αγροτεμάχιο» νοείται «ένα συνεχές τμήμα εδάφους επί του οποίου πραγματοποιείται μία μονοκαλλιέργεια από ένα μόνο κάτοχο εκμεταλλεύσεως». Επομένως, το αγροτεμάχιο είτε χρησιμοποιείται πάντοτε για μία και μόνο καλλιέργεια είτε τελεί υπό καθεστώς αγραναπαύσεως (άρα, πρόκειται για μονάδα μετρήσεως που ορίζεται με γνώμονα τη χρήση) και, σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι η μονάδα αναφοράς και υπολογισμού του ύψους της εκκαθαρίσεως για την ίδια.
32. Αντίθετα, ο Kulturpflanzen-Ausgleichszahlungs-Verordnung (γερμανικός κανονισμός περί των αντισταθμιστικών πληρωμών για τις αροτριαίες καλλιέργειες - στο εξής: KAV) γνωρίζει επίσης, πέραν του αγροτεμαχίου, το γαιοτεμάχιο και το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο. Το γερμανικό σύστημα αναγνωρίσεως των χρησιμοποιουμένων για τη γεωργία επιφανειών εδράζεται κατ' αρχάς στα γαιοτεμάχια. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4a, του KAV, ως γαιοτέμαχιο καλλιεργείας νοείται «συνεχής γεωργική επιφάνεια η οποία ανήκει σε παραγωγό, είναι φυτευμένη με μία ή περισσότερες ποικιλίες φυτών ή έχει τεθεί σε αγρανάπαυση, περιβάλλεται από φυσικά όρια ή επιφάνειες μη αποτελούσες αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο παραγωγό. Το γαιοτεμάχιο καλλιεργείας μπορεί να αποτελείται από ένα ή περισσότερα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια ή τμήματα των τεμαχίων αυτών». Άρα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα γαιοτεμάχια είναι μονάδες μετρήσεως οριζόμενες με γνώμονα τον προορισμό τους.
33. Όσον αφορά το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του KAV δίδει τον ορισμό του ως «επιφανείας οριοθετημένης στο κτηματολόγιο» - με γνώμονα δηλαδή την κυριότητα.
34. Όπως προκύπτει από τους διαφόρους αυτούς ορισμούς, οι τρεις μονάδες επιφανείας που προαναφέρθηκαν επικαλύπτονται ενδεχομένως, ενώ παράλληλα μία εξ αυτών μπορεί να συνυπολογίζεται με τις λοιπές μονάδες επιφανείας ή με τμήματα αυτών.
35. Στην αλληλουχία αυτή απαιτείται κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι μόνο στην περίπτωση του αγροτεμαχίου η επιφάνεια μετρήσεως της μονάδας αντιστοιχεί εξ ορισμού στη χρησιμοποιούμενη για μία και μόνο φυτική ποικιλία, ότι, αντιθέτως, στο γαιοτεμάχιο και το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο μπορούν να φυτεύονται περισσότερες ποικιλίες, λόγος για τον οποίο η καλυπτόμενη από συγκεκριμένη καλλιέργεια επιφάνεια ενός γαιοτεμαχίου ή ενός ενταγμένου στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίου δεν ανταποκρίνεται ενδεχομένως παρά μόνον εν μέρει σε οριζόμενες βάσει των ανωτέρω μονάδων μετρήσεων επιφάνειες.
36. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο στην περίπτωση του ενταγμένου στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίου η πραγματική επιφάνεια προκύπτει απευθείας από το κτηματολόγιο.
37. Τα δύο αυτά σημεία συνδέονται λυσιτελώς με το ερώτημα ποιοι έλεγχοι θα έπρεπε να διενεργηθούν στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας για να διασφαλίσουν την κανονικότητα της χορηγήσεως των ενισχύσεων· σε τελευταία δηλαδή ανάλυση αφορούν το ποια είναι η έκταση των ενεχουσών κινδύνους επιφανειών. ράγματι, η μέτρηση των γαιοτεμαχίων, ως μονάδας μετρήσεως επιφανείας οριζόμενη με γνώμονα τον προορισμό τους, δεν χωρεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα γαιοτεμάχια αυτά καλύπτονται στο σύνολό τους με μονοκαλλιέργεια και συγκροτούν πλήρη κτηματολογικά αγροτεμάχια. Στην περίπτωση αυτή η επιφάνεια του ή των γαιοτεμαχίων μπορεί πράγματι να προσδιοριστεί βάσει του κτηματολογίου και αρκεί η οπτική επαλήθευση αν χρησιμοποιείται ολόκληρη η επιφάνεια του γαιοτεμαχίου, και κατά συνέπεια η επιφάνεια που οριοθετείται βάσει του κτηματολογίου, για μία και μόνο συγκεκριμένη καλλιέργεια.
2. Διάρθρωση της προσφυγής
38. ροκαταρκτικώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι, με το συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεσή της, η Επιτροπή δικαιολογεί την αύξηση στο 5 % της δημοσιονομικής διορθώσεως που προέβλεπε προηγουμένως συντελεστή ύψους 2 % στηριζόμενη στα ακόλουθα επτά επιχειρήματα.
1) Η εκτίμηση των κινδύνων δεν αφορά το 10 % ή το 15 % των γαιοτεμαχίων αλλά το 29 % του συνόλου των αγροτεμαχίων.
2) Το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων συγκροτούνται από περισσότερα ενταγμένα στο κτηματολόγιο αγροτεμάχια.
3) έραν του ημίσεος των ενταγμένων στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίων καλύπτουν κατ' ελάχιστον δύο γαιοτεμάχια ανήκοντα συνήθως σε ένα και τον αυτό παραγωγό. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν μπορεί να αποκλείεται το ενδεχόμενο ότι δηλώνονται καθ' υπέρβαση επιφάνειες σε σχέση με αγροτεμάχιο για το οποίο χορηγήθηκε μεγαλύτερη ενίσχυση.
4) Το 50 % περίπου των τεμαχίων του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας ενέχουν κινδύνους.
5) Ελλείψει εμπεριστατωμένων διασταυρωμένων ελέγχων, είναι υψηλός ο κίνδυνος υπερβολικών δηλώσεων.
6) Το Amt Schwerin δεν διενήργησε όλους τους δηλωθέντες ελέγχους και προσκόμισε ανακριβή στοιχεία επί των διενεργηθέντων επιτοπίων ελέγχων.
7) Υφίστανται αμφιβολίες ως προς το αν το Amt Schwerin προέβη όντως στην ανάλυση των κινδύνων που διατείνεται ότι πραγματοποίησε.
39. Η επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως προς στήριξη της προσφυγής της αναλύεται σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατέστη άνευ αντικειμένου η διατυπωθείσα από την Επιτροπή επιφύλαξη σχετικά με την εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή ύψους 2 % έναντι του αρχικού προβλεφθέντος συντελεστή ύψους 5 %. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση φέρει το στίγμα βασικών διαδικαστικών πλημμελειών επειδή στηρίζεται σε επιχειρήματα - που προαφέρθηκαν στο σημείο 38, διαπιστώσεις 1 έως 4 (στο εξής: διαπιστώσεις 1 έως 4) - αναφορά των οποίων, αφενός, δεν έγινε ούτε στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, ούτε κατά τις διμερείς συζητήσεις ή κατά τη διαδικασία συνδιαλλαγής και, αφετέρου, είναι ανακριβή. Με τον τρίτο λόγο της ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα προβληθέντα στα πλαίσια της διαδικασίας συνδιαλλαγής επιχειρήματα - που προεξετέθησαν στο σημείο 38, διαπιστώσεις 5 έως 7 (στο εξής: διαπιστώσεις 5 έως 7) - είναι αλυσιτελή όσον αφορά την αύξηση της χρηματοδοτικής διορθώσεως. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, υποστηρίζεται ότι είναι ανακριβής η αξιολόγηση του κινδύνου εκ μέρους της Επιτροπής.
3. Συμπεράσματα αρυόμενα από τη σύγκριση μεταξύ του υποβάθρου της διαφοράς και της διαρθρώσεως της προσφυγής
α) Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής υπό το φως των διαφόρων εννοιών περί μονάδων μετρήσεως επιφανειών
40. Δεν πρέπει να λησμονείται η σχέση μεταξύ των διαφόρων εννοιών των χρησιμοποιουμένων μονάδων μετρήσεως επιφανειών για τον προσδιορισμό του ουσιαστικού περιεχομένου των διαπιστώσεων 1 έως 4 που επαναλαμβάνονται στο συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως, ιδίως ενόψει της «προστιθέμενης αξίας» τους, αναφορικά με τους βασικούς λόγους που αποτέλεσαν αντικείμενο της διαδικασίας διορθώσεως προτού ακόμη συνταχθεί το οικείο συμπλήρωμα, αλλά και ενόψει της σχέσεώς τους με τα συμπεράσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως.
41. Ως αφετηρία πρέπει να ληφθεί ότι τα γαιοτεμάχια πολυκαλλιεργειών μετρούνται με γνώμονα το γεγονός ότι λαμβάνονται κατ' αρχήν ως επιφάνειες ενέχουσες τον κίνδυνο υπερβολικών δηλώσεων και ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος επ' ευκαιρία της πρώτης επιθεωρήσεως αποκάλυψε, μέσω γενικευμένης εκτιμήσεως , ότι το 17,3 % των εν λόγω επιφανειών που ενέχουν κινδύνους αποτέλεσαν όντως αντικείμενο υπερβολικών δηλώσεων (κίνδυνος υπερβολικών δηλώσεων).
42. Ένα μέρος των διαπιστώσεων 1 έως 4 είναι απόρροια των συμπερασμάτων της δεύτερης επιθεωρήσεως βάσει των οποίων το 15 % των γαιοτεμαχίων αποτελούσαν στην πραγματικότητα αντικείμενο πολυκαλλιεργειών , σε αντίθεση με το 10 % που ισχυρίζεται ότι ισχύει η προσφεύγουσα.
43. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Επιτροπής, αρχικώς, σε εσωτερικό επίπεδο, είχε υποτεθεί ότι το ποσοστό τεμαχίων ενεχόντων κινδύνους ανερχόταν στο 18 %, ώστε, κατά την άποψή της, να αντιστοιχεί στο 10 % των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας, ποσοστό στο οποίο αναφέρθηκε η προσφεύγουσα. άντοτε κατά την Επιτροπή, εκκινώντας σήμερα από το 15 % των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας με βάση τη δεύτερη επιθερώρηση, το ποσοστό των τεμαχίων που ενέχουν κινδύνους (και κείνται εντός των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας) ανέρχεται στο 29 %. Εκκινώντας με βάση τον (ίδιο) κίνδυνο υπερβολικών δηλώσεων ύψους 17,3 %, ο κίνδυνος απωλειών περιστρέφεται γύρω από το 3 % για συντελεστή ύψους 18 % τεμαχίων ενεχόντων κινδύνους και πέραν του 5 % για ποσοστό 29 % τεμαχίων ενεχόντων κινδύνους.
44. Επιπλέον, ο ισχυρισμός που άπτεται της αναλογίας των τεμαχίων που ενέχουν κινδύνους και που παρατίθεται στη διαπίστωση 1 συνιστά την εφαρμογή επί της αναλογίας των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας - που διαπιστώθηκε κατά τη δεύτερη επιθεώρηση - της σχέσεως μεταξύ του αριθμού των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας και εκείνης των τεμαχίων ενεχόντων κινδύνους που είχε υποτεθεί αρχικώς με βάση δειγματοληψία, η αντιπροσωπευτικότητα της οποίας δεν αμφισβητείται προφανώς. Επομένως, δεν πρόκειται για αλλαγή επελθούσα όσον αφορά το μέγεθος αναφοράς, το οποίο θα αύξανε αφεαυτού τον κίνδυνο απωλειών για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
45. Οι διαπιστώσεις 2 και 3 συνδέονται με το συμπέρασμα που συνήγαγε η Επιτροπή από τη δεύτερη επιθεώρηση ότι τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας δεν μπορούν να υπολογίζονται μεταξύ των επιφανειών άνευ κινδύνων παρά μόνον εφόσον αντιστοιχούν στα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια. Επειδή δεν συνέβαινε αυτό για ένα συγκεκριμένο μέρος γαιοτεμαχίων, η Επιτροπή συνάγει ότι ένα τμήμα του 85 % των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας εμφανίζει επίσης κίνδυνο (στο εξής: προβληματισμός εκ της σχέσεως γαιοτεμάχιο/ενταγμένο στο κτηματολόγιο τεμάχιο). Στη συγκυρία αυτή, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων συγκροτούνται από περισσότερα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει συναφώς ότι η διαπίστωση αυτή ερμηνεύει ορθώς την κατάσταση που απορρέει από τις κρατούσες επί τόπου περιστάσεις, γνωστές άλλωστε ήδη στην Επιτροπή. Η διαπίστωση ότι πέραν του ημίσεος των ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων κείνται εντός δύο ή περισσοτέρων γαιοτεμαχίων ανηκόντων συχνά στον ίδιο παραγωγό εδράζεται σε γενικευμένη εκτίμηση βάσει των αιτήσεων περί χορηγήσεως ενισχύσεως που εξέτασε η Επιτροπή.
46. Τέλος, η διαπίστωση 4, σύμφωνα με την οποία περίπου 50 % όλων των τεμαχίων είναι τεμάχια ενέχοντα κινδύνους, αποτελεί συνέπεια των δύο κυρίων αποτελεσμάτων που προέκυψαν από τη δεύτερη επιθεώρηση και από τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις: σύμφωνα με το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής, ο υπολογισμός χωρεί, αφενός, βάσει του 29 % των τεμαχίων που ενέχουν κινδύνους, συντελεστή που λαμβάνεται λόγω του ότι 15 % των γαιοτεμαχίων καλύπτονται από πολυκαλλιέργειες και, αφετέρου, βάσει της αναλογίας ύψους 71 % των υπολειπομένων τεμαχίων, τα οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να υπολογίζονται ως επιφάνειες ενέχουσες κινδύνους με γνώμονα τον προβληματισμό γαιοτεμάχιο/ενταγμένο στο κτηματολόγιο τεμάχιο. Συναφώς, η Επιτροπή εφαρμόζει συντελεστή ύψους 17,3 %, όσον αφορά τον κίνδυνο υπερβολικών δηλώσεων - σε σχέση, πάντως, με τα γαιοτεμάχια, η εκμετάλλευση των οποίων χωρεί υπό καθεστώς πολυκαλλιεργείας - προσθέτοντας στο 29 % το 14 % περίπου των τεμαχίων ως επιφανειών ενεχουσών κινδύνους. Εξ αυτού προκύπτει συνολικό ποσοστό ύψους 43 % περίπου τεμαχίων ενεχόντων κινδύνους.
47. Εν κατακλείδι, με τις διαπιστώσεις 1 έως 4, η Επιτροπή μεταφράζει σε αριθμούς τα αποτελέσματα των ελέγχων, βάσει των οποίων, συνεπώς, υφίσταται κίνδυνος απωλείας μεγαλύτερος από τον αρχικώς υποτεθέντα, εφόσον, αφενός, το 15 % και όχι το 10 % των γαιοτεμαχίων αποτελούν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως πολυκαλλιεργειών και δεδομένου ότι, αφετέρου, ενόψει του προβληματισμού γαιοτεμάχιον/ενταγμένο στο κτηματολόγιο τεμάχιο, και τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας πρέπει να ληφθούν υπόψη ως επιφάνειες ενέχουσες κινδύνους.
β) Κατάταξη των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα
48. Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στηρίζεται προφανώς σε διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών διαπιστώσεων που περιλαμβάνει το συμπλήρωμα, ήτοι των διαπιστώσεων 1 έως 4, αφενός, και των διαπιστώσεων 5 έως 7, αφετέρου.
49. Κατά την προσφεύγουσα, οι διαπιστώσεις 5 έως 7 αποτέλεσαν αντικείμενο διοικητικής διαδικασίας και συνδιαλλαγής και οδήγησαν ήδη στην αιτιολόγηση της διορθώσεως του συντελεστή 2 % με τη συνοπτική έκθεση. Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ' ουσίαν συναφώς ότι οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν δικαιολογούν την αύξηση ύψους 5 % και ότι το γεγονός της εκ νέου επικλήσεώς τους για την αύξηση συνιστά πεπλανημένη άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή. Επιπλέον, το περιεχόμενο των διαπιστώσεων αυτών δεν είναι περαιτέρω ικανό να δικαιολογήσει διόρθωση υπερβαίνουσα το 2 %. Άρα, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται, αφενός, από κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής σε διαδικαστικό επίπεδο λόγω της «διπλής επικλήσεως» διαπιστώσεων και, αφετέρου, εκ του πεπλανημένου χαρακτήρα του περιεχομένου της διορθώσεως στον συντελεστή ύψους 5 %.
50. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, οι διαπιστώσεις 1 έως 4 εδράζονται στη δεύτερη επιθεώρηση και εμφαίνονται για πρώτη φορά με το συμπλήρωμα προκειμένου να δικαιολογηθεί η αύξηση της διορθώσεως στο 5 %. Εξ αυτού, η προσφεύγουσα συνάγει, στα πλαίσια του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, την παράβαση ουσιωδών τύπων σε διαδικαστικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι διηύρυνε παρανόμως το αντικείμενο της δίκης υιοθετώντας όψιμα τον αυξημένο διορθωτικό συντελεστή και τις διαπιστώσεις 1 έως 4 που αποτελούν το θεμέλιό της. Η προσφεύγουσα εκτιμά ιδίως ότι, πράττοντας τούτο, η Επιτροπή παραβίασε και τις αρχές της διαδικασίας συνδιαλλαγής καθώς και εκείνες της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας. Εξάλλου, κατά την άποψή της, οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν ούτε επί της ουσίας την αύξηση της διορθώσεως.
51. Από τη διαπλοκή μεταξύ της συνοπτικής εκθέσεως - ειδικότερα από την προαναφερθείσα κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών «επιφύλαξη» - και του συμπληρώματος - ειδικότερα της διαπιστώσεως που εμπεριέχει ότι η δεύτερη επιθεώρηση έφερε στο φως ότι 15 % των γαιοτεμαχίων αποτελούν αντικείμενο φυτεύσεως περισσοτέρων της μιας καλλιεργειών - συνάγεται και η περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο ακυρώσεως επίκριση της προσφεύγουσας ότι η επιφύλαξη κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι ως εκ τούτου η Επιτροπή δεν δύναται - δυνάμει της αρχής της αυτοδεσμεύσεως («Selbstbindung») από προγενέστερες αποφάσεις - να προβεί σε διόρθωση άλλη πέραν εκείνης του 2 % που προτάθηκε με τη συνοπτική έκθεση. Άρα, από νομικής απόψεως, το ζητούμενο δεν είναι η «καταστάσα άνευ αντικειμένου επιφύλαξη» αλλά ο αρυόμενος από την παραβίαση αρχής, και συγκεκριμένα εκείνης περί αυτοδεσμεύσεως, λόγος.
52. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί κατ' ουσίαν τη συνοπτική διαπίστωση της Επιτροπής ότι όλοι οι «επιτόπιοι έλεγχοι» στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία ήσαν ανεπαρκείς και συνεπήγοντο σημαντικό κίνδυνο απωλείας για το ΕΓΤΕ. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι οι διαπιστωθείσες παραλείψεις επιτρέπουν, εν πάση περιπτώσει, τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΕ ήταν ελάχιστος.
53. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως και τις επικρίσεις που περιλαμβάνουν ο δεύτερος και τρίτος λόγος σχετικά με την επί της ουσίας ακρίβεια της διορθώσεως και των διαπιστώσεων επί των οποίων αυτή στηρίζεται, αμφισβητείται σφαιρικώς η ακρίβεια της διορθώσεως ύψους 5 %. Όπως βεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί, αντιθέτως, ούτε τη διόρθωση ύψους 2 % ούτε τα υποθετικά στοιχεία και τους υπολογισμούς βάσει των οποίων η Επιτροπή είχε ενεργήσει.
54. Στη συνέχεια, οδηγούμαι στην εξέταση, αρχικώς, των λεπτομερειών των δικονομικών λόγων, ήτοι της παραβιάσεως της αρχής περί αυτοδεσμεύσεως, της παραβιάσεως των αρχών της διαδικασίας συνδιαλλαγής και της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, της παραβιάσεως της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής. Ακολούθως, επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος αν η προσβαλλόμενη διόρθωση ήταν πεπλανημένη ενόψει των διαπιστώσεων όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και της εκτιμήσεως του κινδύνου με γνώμονα τα περιστατικά αυτά που αποτέλεσαν τη βάση της διορθώσεως.
V - Εκτίμηση της διαφοράς
Α - Δικονομικές πτυχές
1. Γενικές παρατηρήσεις αφορώσες τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών
55. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου περιλαμβάνει τις νομικές βάσεις των διορθώσεων των προς χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, δαπανών. Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, η Επιτροπή αποφασίζει ως προς τις δαπάνες που δεν πρέπει να περιληφθούν στην κοινοτική χρηματοδότηση οσάκις διαπιστώνει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 διευκρινίζει ότι οι οικονομικές συνέπειες λόγω των παρατυπιών ή αμελειών που καταλογίζονται στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών δεν αναλαμβάνονται από την Κοινότητα.
56. Ως εκ τούτου, η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών διαφέρει ουσιωδώς, αφενός, από τη διαδικασία επιβολής κυρώσεως σε περίπτωση παράνομης χορηγήσεως οικονομικού πλεονεκτήματος, αλλ' επίσης και από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.
57. ράγματι, η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν αποτελεί διαδικασία επιβολής κυρώσεων υπό την έννοια ότι η ανάληψη ή μη ορισμένων δαπανών θεμελιώνεται σε αντικειμενική ανάλυση της προηγούμενης τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως των οικείων ενισχύσεων.
58. Ως προς τη διαφορά έναντι της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, αρκεί η παρατήρηση ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η Επιτροπή δεν διαθέτει τη διακριτική εξουσία να αποδέχεται ή να αρνείται την ανάληψη δαπανών που πραγματοποιήθηκαν παρανόμως. ράγματι, κατά το Δικαστήριο, «η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών [...] σκοπεί [...] στην εξακρίβωση όχι απλώς του υποστατού και της κανονικότητας των δαπανών αλλά και της ορθής κατανομής μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας των δημοσιονομικών βαρών που συνεπάγεται η κοινή γεωργική πολιτική» . Βάσει της ανωτέρω νομολογίας, επομένως, η Επιτροπή δεν δικαιούται να παρεκκλίνει από τις διατάξεις περί της κατανομής των βαρών αυτών.
59. Σύμφωνα με τον στόχο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, οι διαδικαστικές εγγυήσεις της διαφέρουν και από τις διαδικαστικές εγγυήσεις στα πλαίσια των άλλων προμνησθεισών διαδικασιών.
60. Υπογραμίζω κατ' αρχάς ότι οι κοινοτικές διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν δεν συνιστούν το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Εκείνο που έχει συγκεκριμένα σημασία δεν είναι τόσο το ζήτημα της παραβάσεως των οικείων διατάξεων αλλά ο κίνδυνος που αυτή συνεπάγεται για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Σε αντίθεση με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, στα πλαίσια της οποίας, κατά πάγια νομολογία, «το έγγραφο οχλήσεως έχει ως σκοπό να καθορίσει το αντικείμενο της διαφοράς [...]» και «το αντικείμενο της ασκούμενης βάσει του άρθρου 169 προσφυγής προσδιορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής» , η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν συνιστά προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 226, παράγραφος 1, ΕΚ. Οσάκις οι ατέλειες του εθνικού συστήματος ελέγχου που επικρίνει η Επιτροπή δεν αμφισβητούνται κατ' ουσίαν, η συζήτηση, στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, αφορά μόνο τις εξ αυτού απορρέουσες συνέπειες. Έτσι, εν προκειμένω, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των ατελειών του συστήματος ελέγχου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία αλλά τους κινδύνους που αυτές συνεπάγονται για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
61. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η υπόμνηση του κανόνα της κατανομής του βάρους των αποδείξεων, σύμφωνα με τον οποίο «μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος είναι εκείνο που οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, το ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν» . Ως εκ τούτου, τα νέα συμπεράσματα σχετικά με τους κινδύνους επελεύσεως ζημίας στον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν αποτελούν, κατ' αρχήν, επέκταση του αντικειμένου της δίκης.
62. άντως, η επίκληση νέων στοιχείων στη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών είναι συνάρτηση των εγγυήσεων που παρέχει η ως άνω διαδικασία ως σεβόμενη την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Το Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς: «[...] η τελική και αμετάκλητη απόφαση περί εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών λαμβάνεται μετά από ειδική, παρέχουσα τη δυνατότητα στα μέρη να αναπτύξουν τις απόψεις τους, διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας τα οικεία κράτη μέλη απολαύουν όλων των εγγυήσεων που τους διασφαλίζουν τη δυνατότητα αναπτύξεως της απόψεώς τους» . Στην υπόθεση εκείνη, οι σχετικές εγγυήσεις συνεπήχθησαν την ακύρωση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής περί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών λόγω του γεγονότος ότι η εν λόγω απόφαση στηριζόταν στα αποτελέσματα έρευνας που δεν είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως στο οικείο κράτος μέλος, οπότε το τελευταίο δεν ήταν σε θέση να τα συζητήσει.
63. Τέλος, επιβάλλεται η εξέταση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. αρατηρείται, κατ' αρχάς, ότι οι περιλαμβανόμενες στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής δικονομικές αρχές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα πλαίσια της παρούσας δίκης ως εκ του ότι, δυνάμει του άρθρου 10 αυτού, ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται για το οικονομικό έτος 1995.
64. Η διαδικασία συνδιαλλαγής στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, προβλέφθηκε ως γνωστό με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής . Στόχος της ως άνω διαδικασίας είναι η προσέγγιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους σχετικά με τον μελετώμενο αποκλεισμό ορισμένων δαπανών . άντως, η διαδικασία συνδιαλλαγής δεν υποκαθίσταται στις διμερείς συζητήσεις καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Το όργανο συνδιαλλαγής συντάσσει έκθεση· εντούτοις, οι εκεί εκφραζόμενες απόψεις δεν δεσμεύουν την Επιτροπή .
2. Η φερόμενη αυτοδέσμευση της Επιτροπής
65. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι τα συναχθέντα μετά τη δεύτερη επιθεώρηση συμπεράσματα κατέστησαν άνευ αντικειμένου την περιληφθείσα στην επίσημη κοινοποίηση της 12ης Ιουνίου 1998 επιφύλαξη. Εκτιμά ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από τη σαφή διατύπωση της επιφυλάξεώς της.
66. Επιβάλλεται η παρατήρηση, κατ' αρχάς, ότι το ζήτημα αν δεδομένη επιφύλαξη κατέστη άνευ αντικειμένου στερείται παντελώς λυσιτελείας όσον αφορά την εκτίμηση της νομιμότητας μιας αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. ράγματι, στον βαθμό που η Επιτροπή οφείλει να εκτιμήσει τον κίνδυνο επελεύσεως ζημίας που συνεπάγεται η αθέτηση κοινοτικού κανόνα για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, το πράττει στο πλαίσιο διαδικασίας εν εξελίξει. Αν, σε δεδομένη χρονική στιγμή της διαδικασίας, εκτιμούσε ότι δεν διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για οριστική αξιολόγηση, θα ήταν κατ' αρχήν ελεύθερη να διατυπώσει την προσωρινή γνώμη της υπό την επιφύλαξη μεταγενεστέρων επαληθεύσεων . άντως, αν οι εν λόγω έρευνες αποκαλύπτουν ακολούθως ότι οι επισειόμενοι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι από τους αρχικώς προβλεφθέντες, το ζήτημα αν τα αποτελέσματα των ερευνών της Επιτροπής κατέστησαν την επιφύλαξη άνευ αντικειμένου ή μη δεν ασκεί επιρροή για το κύρος της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής. Έτσι, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
67. άντως, τούτο δεν σημαίνει ότι οι επιφυλάξεις που διατυπώνει ενδεχομένως η Επιτροπή δεν υπόκεινται σε κανένα δικαστικό έλεγχο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η υπόμνηση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 129/84, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να ερμηνεύει επιφύλαξη που η ίδια διατύπωσε παρά μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος «έχει αντιληφθεί την επιφύλαξη υπό την αυτή έννοια» .
68. Κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το γεγονός ότι, διατυπώνοντας την επιφύλαξη, η Επιτροπή εξάρτησε την εφαρμογή χαμηλότερου διορθωτικού συντελεστή από την απόδειξη της ακριβείας της δηλώσεως των γερμανικών αρχών ότι στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία περί το 90 % όλων των γαιοτεμαχίων αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας ή αγραναπαύσεως συνεπάγεται ότι η Επιτροπή θεμελίωσε την εκτίμησή της περί του κινδύνου επί του αριθμητικού ποσοστού των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας και όχι επί παραδείγματι επί του ποσοστού της επιφανείας τους σε σχέση με τη συνολική επιφάνεια των γαιοτεμαχίων. Αντίθετα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η επιφύλαξη δεν μπορεί να ερμηνεύεται παρά υπό το φως του ενδεχομένου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό κινδύνου· εκτιμά ότι η δήλωση της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το 90 % των γαιοτεμαχίων αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας θα έπρεπε να εκληφθεί ως αναφορά σε συγκεκριμένου εμβαδού επιφάνεια ενέχουσα κινδύνους.
69. Εκ πρώτης όψεως, η ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στην επιφύλαξή της δεν φαίνεται παράδοξη, οπότε, σύμφωνα με την προμνησθείσα νομολογία, μπορεί τουλάχιστον να υποτεθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν σε θέση να την αντιληφθεί υπό την ίδια έννοια. ράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι επίδικες δαπάνες αφορούν ενισχύσεις που χορηγούνται με βάση την επιφάνεια. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως του κινδύνου, παρίσταται ευλογοφανές να ερμηνεύεται η επιφύλαξη με γνώμονα την επιφάνεια - μολονότι κατά γράμμα έχει συνταχθεί αναφορικά με μονάδα στηριζόμενη στη χρήση γης - ήτοι εκκινώντας από τη μη αμφισβητούμενη εν προκειμένω υπόθεση ότι τα γαιοτεμάχια δεν συνιστούν εκ πρώτης όψεως επιφάνειες ενέχουσες κινδύνους εφόσον αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας και συγκροτούνται από πλήρη ενταγμένα στο κτηματολόγιο αγροτεμάχια.
70. άντως, η συζήτηση περί του περιεχομένου και της εκτάσεως εφαρμογής της επιφυλάξεως της Επιτροπής ενέχει σημασία μόνον αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από την επιφύλαξή της ενόψει της μεταγενέστερης εκτιμήσεώς της περί του κινδύνου.
71. Για τους λόγους που ακολουθούν, πάντως, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Ήδη επισήμανα ότι, δυνάμει των εφαρμοστέων διατάξεων, η Επιτροπή μπορεί κατ' αρχήν να συμπεριλάβει, ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας , νέα συμπεράσματα όσον αφορά τις συνέπειες των παραλείψεων του οικείου εθνικού συστήματος ελέγχου. Έπεται ότι η Επιτροπή μπορεί κατ' αρχήν να τροποποιήσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας την εκτίμησή της περί του κινδύνου με βάση τα νέα αυτά συμπεράσματα, αρκεί το κράτος μέλος να είχε επαρκώς την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του συναφώς. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που κοινοποιηθεί, υπό επιφύλαξη, προσωρινή εκτίμηση του κινδύνου, όπως εν προκειμένω.
72. Στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, η επιφύλαξη της Επιτροπής αφορά εν τέλει τη σημασία του κινδύνου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. άντως, πρέπει να υπομνηστεί ότι η άρνηση αποδοχής της αναλήψεως ορισμένων δαπανών από το ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, δεν επαφίεται στη διάκριση της Επιτροπής εφόσον οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο . Αν υπετίθετο - σύμφωνα με την ερμηνεία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως - ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να εξαρτήσει την εκτίμησή της μόνο από τον αριθμό των αποτελούντων αντικείμενο μονοκαλλιεργείας γαιοτεμαχίων και όχι από το πραγματικό ποσοστό των επιφανειών που ενέχουν κινδύνους - τούτο θα συνιστούσε, όσον αφορά την Επιτροπή, πεπλανημένη άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως. Με άλλους λόγους, δεν εμπίπτει στα πλαίσια της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής η εκ μέρους της ανάληψη δεσμεύσεως ως προς τα μελλοντικά αποτελέσματα των επαληθεύσεών της.
73. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ως αλυσιτελή, επικουρικώς δε ως αβάσιμο.
3. Ο χρόνος υπεισελεύσεως των αποτελεσμάτων της δεύτερης επιθεωρήσεως στη διαδικασία
74. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνάγει την έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον χρόνο που τα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως συμπεριελήφθησαν στη διαδικασία. Εκκινώντας από την υπόθεση, η οποία δεν είναι άμοιρη προβλημάτων , ότι η αύξηση της αρχικώς προβλεφθείσας με συντελεστή ύψους 2 % δημοσιονομικής διορθώσεως στο 5 % στηριζόταν αποκλειστικά στις διαπιστώσεις 1 έως 4, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι η απόφαση είναι παράνομη επειδή οι τέσσερις αυτές διαπιστώσεις δεν αποτέλεσαν, κατά την άποψή της, το αντικείμενο ούτε της γραπτής διαδικασίας περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών ούτε των διμερών συζητήσεων, ούτε, τέλος, της διαδικασίας συνδιαλλαγής.
75. Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, επιβάλλεται κατ' αρχάς η παρατήρηση ότι η επίκληση νέων συμπερασμάτων στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που συνεπάγεται διόγκωση του εκτιμώμενου κινδύνου επελεύσεως ζημίας για τον κοινοτικό προϋπολογισμό με την τελική απόφαση δεν έχει κατ' αρχήν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης . Το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα αν το οικείο κράτος μέλος είχε επαρκώς την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του επί των συμπερασμάτων αυτών αφορά, πάντως, λιγότερο την κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας και περισσότερο την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας, ζήτημα που για τον λόγο αυτό πρόκειται να αναλύσω υπ' αυτήν την έννοια.
76. Εν προκειμένω, η Επιτροπή διατύπωσε την επιφύλαξή της στις 12 Ιουνίου 1998, ήτοι προ της προσφυγής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο όργανο συνδιαλλαγής. Διατύπωσε σαφώς την άποψη ότι η εκτίμησή της ενείχε προσωρινό χαρακτήρα, προαγγέλλοντας ιδίως τη δεύτερη επιθεώρησή της. Η δεύτερη αυτή επιθεώρηση πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο 1998, ακριβώς μετά την αίτηση κινήσεως της διαδικασίας συνδιαλλαγής εκ μέρους των γερμανικών αρχών στις 28 Ιουλίου 1998. Με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998 - ήτοι ενόσω ακόμη εκκρεμούσε η διαδικασία συνδιαλλαγής - η Επιτροπή γνωστοποίησε στις γερμανικές αρχές τα πρώτα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως, καλώντας τις αρχές αυτές να αντιδράσουν και ενημερώνοντας παράλληλα περί αυτού και το όργανο συνδιαλλαγής. Οι γερμανικές αρχές διατύπωσαν στις 11 Δεκεμβρίου 1998 τις παρατηρήσεις τους επί του εγγράφου της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1998. Η συνοπτική έκθεση της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 1999 ως προς τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, δεν ελάμβανε θέση ούτε έναντι των ενστάσεων που διατυπώθηκαν με την τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής ούτε έναντι των αποτελεσμάτων της δεύτερης επιθεωρήσεως. Η Επιτροπή το έπραξε μόλις με το από 27 Μα_ου 1999 συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση.
77. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το όργανο συνδιαλλαγής δεν διέθετε, κατά τον χρόνο συντάξεως της τελικής εκθέσεώς του, στοιχεία στηριζόμενα στη δεύτερη επιθεώρηση που ακολούθως αποτέλεσαν τη δικαιολογητική βάση για την αύξηση του συντελεστή διορθώσεως συνεπάγεται ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών φέρει το στίγμα ουσιώδους τυπικής πλημμέλειας.
78. Δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη αυτή. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το όργανο συνδιαλλαγής γνώριζε τόσο την επιφύλαξη της Επιτροπής όσο και τις ενστάσεις που ήσαν απόρροια προσωρινής αναλύσεως των αποτελεσμάτων της δεύτερης επιθεωρήσεως, σύμφωνα με το έγγραφο της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1998. Τούτο προκύπτει από την τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής της 30ής Δεκεμβρίου 1998, όπου εκτίθενται μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατόπιν αυτού, το όργανο συνδιαλλαγής εκτιμά ότι εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογείται η εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή ύψους 5 % που προέβλεψαν αρχικά οι υπηρεσίες της Επιτροπής» (η υπογράμμιση δική μου). Ενόψει των περιστάσεων αυτών, το μοναδικό ζήτημα που τίθεται είναι αν η Επιτροπή δεσμεύεται από τη γνώμη αυτή του οργάνου συνδιαλλαγής, ζήτημα στο οποίο, όπως ήδη επισήμανα, προσήκει αρνητική απάντηση .
79. αρέλκει, επομένως, η συζήτηση επί του ζητήματος αρχής αν η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών πρέπει να θεωρηθεί ως παράτυπη λόγω του γεγονότος απλώς και μόνον ότι η τελική απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται σε στοιχεία που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας συνδιαλλαγής.
4. Η παραβίαση της αρχής περί του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
80. Το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα για την εκτίμηση του νομοτύπου της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγκειται, λοιπόν, στο αν οι γερμανικές αρχές είχαν επαρκώς την ευκαιρία να εκφράσουν την άποψή τους επί όλων των στοιχείων, χρήση των οποίων έγινε προκειμένου να δικαιολογηθεί η εφαρμογή του υψηλότερου διορθωτικού συντελεστή ύψους 5 %. Όσον αφορά τη σημασία της δικονομικής αυτής εγγυήσεως, αναπέμπω στις προηγηθείσες αναπτύξεις .
81. Όπως προκύπτει από τις βασικές αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως της Επιτροπής και από την ανάλυσή τους υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς , η απόφαση αυτή δικαιολογείται κατ' ουσίαν εκ λόγων αυξημένων κινδύνων, αφενός, με βάση το ποσοστό των γαιοτεμαχίων που αποτελούν αντικείμενο πολυκαλλιεργείας, και, αφετέρου, με βάση τον συνυπολογισμό του προβληματισμού γαιοτεμάχιο/ενταγμένο στο κτηματολόγιο τεμάχιο στην περίπτωση των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας.
82. Ως αντικείμενο της επιφυλάξεως της Επιτροπής, το ποσοστό των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας βρισκόταν αρχικά στο επίκεντρο των συζητήσεων. Άρα, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είχε την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή της ως προς τη λυσιτέλεια της ανωτέρω πτυχής της εκτιμήσεως του κινδύνου τόσο προ όσο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνδιαλλαγής.
83. Όσον αφορά τη σημασία του ποσοστού αυτού, επιβάλλεται η επισήμανση ότι ανέρχεται στο 15 % σύμφωνα με τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τη δεύτερη επιθεώρηση. άντως, το συμπέρασμα αυτό κοινοποιήθηκε στις γερμανικές αρχές μόλις με το από 27 Μα_ου 1999 συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση. Σύμφωνα με την άποψη των γερμανικών αρχών, το συμπλήρωμα περιήλθε σε γνώση τους στις 21 Ιουνίου 1999, ήτοι μία ημέρα προ της συνεδριάσεως της επιτροπής του ΕΓΤΕ.
84. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι το συμπλήρωμα της 27ης Μα_ου 1999 δεν επιδεχόταν διαβούλευση με τις γερμανικές αρχές επειδή δεν περιελάμβανε νέα επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, για τους σκοπούς της διασφαλίσεως της αρχής περί της ακροάσεως του ενδιαφερομένου, σημασία έχει μόνο το αν η Επιτροπή είχε στηρίξει την τελική απόφαση που όφειλε να εκδώσει σε νέα στοιχεία . άντως, δεν αμφισβητείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε ουσιαστικά επί των συμπερασμάτων που προέκυψαν από τη δεύτερη επιθεώρηση.
85. Η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά τους κινδύνους που προέρχονται από γαιοτεμάχια αποτελούντα αντικείμενο μονοκαλλιεργείας: η πρώτη αναφορά στους κινδύνους που απορρέουν από τον τύπο αυτό γαιοτεμαχίων εντοπίζεται στο από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφο της Επιτροπής ενόσω ήδη διαρκούσε η διαδικασία συνδιαλλαγής. Ανεξάρτητα από το ποσοστό των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας, η Επιτροπή άφηνε να εννοηθεί ότι ένα μέρος των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας θα θεωρούνταν ενδεχομένως ως επιφάνεια ενέχουσα κινδύνους με βάση τα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως.
86. Το από 27 Μα_ου 1999 συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση επιβεβαιώνει και συγκεκριμενοποιεί την άποψη αυτή. άντως, δεν αμφισβητείται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση ήταν σε θέση να αντιδράσει ακόμη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνδιαλλαγής στο έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998 και, συνακόλουθα, στις εκφρασθείσες εκ μέρους της Επιτροπής ενστάσεις.
87. Το ζήτημα του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας περιορίζεται λοιπόν στο αν οι γερμανικές αρχές είχαν επαρκώς την ευκαιρία να εκφράσουν την άποψή τους, πριν από την έκδοση της τελικής αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 1999, επί των λοιπών λόγων που περιελάμβανε το από 27 Μα_ου 1999 συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση, καθώς και επί των τελικών συμπερασμάτων της Επιτροπής, της 18ης Ιουνίου 1999, που συνέπιπταν με αυτό σε μεγάλο βαθμό.
88. Εν πάση περιπτώσει, η προθεσμία των πέντε περίπου εβδομάδων μεταξύ του χρόνου παραλαβής του συμπληρώματος από τις γερμανικές αρχές και εκείνου της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως παρίσταται εν προκειμένω βραχύτατη, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της ανάγκης συντονισμού μεταξύ των ομοσπονδιακών αρχών και εκείνων του ομόσπονδου κράτους. αρατηρώ, εντούτοις, εν παρόδω ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι γερμανικές αρχές έσπευδαν κατά κανόνα να αντιδράσουν εντός συντομοτέρων προθεσμιών στα διάφορα έγγραφα της Επιτροπής. Επί παραδείγματι, ήδη στις 11 Δεκεμβρίου 1998 είχαν κοινοποιήσει στο όργανο συνδιαλλαγής τις παρατηρήσεις τους επί του εγγράφου της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 1998.
89. Βλέποντας σφαιρικά το ζήτημα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι γερμανικές αρχές δεν είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν την άποψή τους επί των συμπερασμάτων που προέκυψαν από τη δεύτερη επιθεώρηση, τοσούτο μάλλον καθόσον προέκυπτε από την προηγηθείσα διαδικασία ότι τα συμπεράσματα αυτά επρόκειτο να διαδραματίσουν καθοριστικής σημασίας ρόλο σε σχέση με την ληπτέα, ήτοι την προσβαλλόμενη εν προκειμένω, απόφαση.
90. Επομένως, η επίκριση αυτή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
5. Η φερόμενη πεπλανημένη άσκηση της διακριτικής εξουσίας λόγω της διπλοχρησίας των διαπιστώσεων που χρησιμοποιήθηκαν ως αιτιολόγηση χαμηλότερου διορθωτικού συντελεστή
91. εραιτέρω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έχει εν τέλει ως αντικείμενο αύξηση ύψους 5 % της προηγουμένως προβλεφθείσας με συντελεστή ύψους 2 % δημοσιονομικής διορθώσεως, δικαιολογείται από τις διαπιστώσεις - ήτοι τις διαπιστώσεις 5 έως 7 που προανέφερα - και είχαν ήδη αποτελέσει την αιτιολογική βάση της διορθώσεως ύψους 2 %. Εκτιμώ ότι πρόκειται εν προκειμένω για αθέμιτη διπλοχρησία και ως εκ τούτου πεπλανημένη άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως.
92. Το επιχείρημα αυτό παραποιεί τη φύση της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
93. Οι διορθώσεις αποτελούν την έννομη συνέπεια του γεγονότος ότι ένα κράτος μέλος παρέλειψε να διασφαλίσει την αποτελεσματική και νομότυπη εκτέλεση των μέτρων που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΕ μέσω των περιγραφέντων ελέγχων. Συναφώς, η Επιτροπή εφαρμόζει κατ' αποκοπήν διορθωτικούς συντελεστές σύμφωνα με τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές (στο εξής: έκθεση Belle) , οι οποίες εκλαμβάνεται ότι απηχούν τον κίνδυνο οικονομικής απωλείας για τα κοινοτικά ταμεία λόγω ανεπαρκείας στο σύστημα ελέγχου.
94. Σύμφωνα με την έκθεση Belle, πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:
«1) Εφόσον η ανεπάρκεια αφορά την αποτελεσματικότητα του εν γένει συστήματος ελέγχου, την αποτελεσματικότητα ενός συγκεκριμένου στοιχείου του συστήματος ή τη διεξαγωγή ενός ή περισσοτέρων ελέγχων βάσει του συστήματος. 2) Η σπουδαιότητα της ανεπαρκείας για το σύνολο των προβλεπομένων διοικητικών, υλικών ή άλλων ελέγχων. 3) Το κατά πόσον τα μέτρα επιδέχονται τη διάπραξη απάτης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των οικονομικών κινήτρων».
95. Η έκθεση Belle προβλέπει ιδίως δύο κατ' αποκοπήν συντελεστές ύψους 2 και 5 %. Ο συντελεστής ύψους 2 % εφαρμόζεται αν η ανεπάρκεια περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας τμήμα του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι βασική για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος ζημίας για το ΕΓΤΕ ήταν ασήμαντος. Ο συντελεστής ύψους 5 % εφαρμόζεται οσάκις η ανεπάρκεια αφορά σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ ήταν σημαντικός.
96. Όπως προκύπτει από τις κατευθυντήριες γραμμές της εκθέσεως Belle, η Επιτροπή στηρίζεται, κατά την επιλογή του εφαρμοστέου διορθωτικού συντελεστή, ουσιωδώς στο μέγεθος του κινδύνου. άντως, η εκτίμηση του κινδύνου αποτελεί σφαιρική διαδικασία εδραζόμενη σε ενιαία εξέταση όλων των επί μέρους διαπιστώσεων και συμπερασμάτων.
97. Όπως προκύπτει από την προηγηθείσα σκέψη, κατ' αρχήν - και υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως επί της ουσίας - η Επιτροπή ουδαμώς αδυνατούσε να κάνει χρήση των διαπιστώσεων που είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο για την αιτιολόγηση της διορθώσεως ύψους 2 %, προκειμένου να αιτιολογήσει εκ νέου διόρθωση ύψους 5 %.
98. Η ανωτέρω επίκριση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Β - Ουσιαστικές πτυχές
99. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, για την επαλήθευση των ουσιαστικών στοιχείων της διορθώσεως, δεν έχει σημασία αν υφίσταντο κενά ελέγχου ή πρόσθετοι κίνδυνοι δυνάμενοι να δικαιολογήσουν την υιοθέτηση υψηλότερου διορθωτικού συντελεστή. Η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας συναφώς, η οποία αναπτύχθηκε και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στερείται συνεπώς λυσιτελείας εν προκειμένω. Αντιθέτως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, σφαιρικά και με γνώμονα τις αφορώσες το βάρος της αποδείξεως εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις , να αποδείξει την ύπαρξη ανεπαρκών ελέγχων στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία ή αν έπρεπε να εφαρμοστεί διορθωτικός συντελεστής ύψους 5 % λόγω κινδύνου ενόψει της γενικής αυτής καταστάσεως.
1. Η συναφής νομολογία του Δικαστηρίου
100. ροκαταρκτικώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αφορώσα την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και το καθεστώς της κατανομής του βάρους αποδείξεως έναντι των συναφών αποφάσεων της Επιτροπής.
101. Εναπόκειται, κατ' αρχήν, στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων, αλλά το κράτος μέλος οφείλει, κατά περίπτωση, να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη αφορώσα τις οικονομικές επιπτώσεις που πρέπει να συναχθούν εξ αυτού .
102. Σύμφωνα με τη νομολογία, το ακριβές περιεχόμενο των αντιστοίχων υποχρεώσεων που αφορούν τις αποδείξεις έχει ως εξής.
103. Εν πρώτοις, εναπόκειται στην Επιτροπή να αιτιολογήσει την απόφασή της περί ελλείψεως ή ανεπαρκών ελέγχων εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους . Η Επιτροπή εκπληροί την υποχρέωσή της περί αποδείξεως ή περί αιτιολογήσεως οσάκις προσκομίζει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας της ως προς τους διενεργηθέντες από κράτος μέλος ελέγχους ή ως προς τα προσκομισθέντα στοιχεία .
104. Ο μετριασμός αυτός σε σχέση με το βάρος της αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι σε καταλληλότερη απ' ό,τι η Επιτροπή θέση να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ στοιχεία και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής .
105. Το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να αμφισβητεί τις διαπιστώσεις της Επιτροπής παρά μόνον θεμελιώνοντας τους ισχυρισμούς του επί στοιχείων αποδεικνυόντων την ύπαρξη αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι ανακριβείς, αυτές συνιστούν στοιχεία ικανά να γεννήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση του ενδεδειγμένου και αποτελεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου .
106. Εξεταζόμενοι στο σύνολό τους και συνεκτικώς, οι προαναφερθέντες και αφορώντες το βάρος της αποδείξεως κανόνες οδηγούν σε μαχητό τεκμήριο υπέρ της Επιτροπής. Το κράτος μέλος οφείλει να προσκομίζει την απόδειξη ότι υφίσταται αξιόπιστο και αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως, αν οι επικληθέντες από το κράτος λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι .
107. Ακολούθως, όσον αφορά τον συντελεστή της δημοσιονομικής διορθώσεως, όπως προκύπτει αρχικά απερίφραστα από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί ακόμη και να αρνηθεί την ανάληψη εκ μέρους του ΕΓΤΕ του συνόλου των πραγματοποιηθεισών δαπανών, εφόσον διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου . Επί της βάσεως αυτής, ουδέποτε μπορεί, κατ' αρχήν, να προσάπτεται στην Επιτροπή η επιλογή συγκεκριμένου διορθωτικού συντελεστή .
108. άντως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος μπορεί να αντιτάξει ότι τα κριτήρια της Επιτροπής είναι αυθαίρετα και ανεπιεική οσάκις η τελευταία, στο πλαίσιο της αποστολής της περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, καταβάλλει προσπάθεια, αντί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών, να θεσπίσει κανόνες με σκοπό να επιφέρουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου που εμφανίζουν για το ΕΓΤΕ οι διάφορες διαβαθμίσεις ανεπαρκείας του ελέγχου .
109. Σύμφωνα με την έκθεση Belle, το σημαντικότερο κριτήριο για τη λήψη της αποφάσεως σχετικά με την επιλογή του συντελεστή της δημοσιονομικής διορθώσεως έγκειται - όπως ήδη επισημάνθηκε - στη σπουδαιότητα του κινδύνου επελεύσεως ζημίας για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Το ερώτημα αν ο κίνδυνος αυτός ήταν ασήμαντος, σημαντικός ή πολύ σημαντικός εξαρτάται με τη σειρά του από το ποια στοιχεία του συστήματος ελέγχου επηρεάζονται από τις ανεπάρκειες.
110. Εν τω μεταξύ, το Δικαστήριο επικύρωσε ως νομότυπη την εφαρμογή κατ' αποκοπήν δημοσιονομικών διορθώσεων, βάσει των ανωτέρω κριτηρίων της εκθέσεως Belle, και τις λαμβάνει υπόψη για τη δική του εκτίμηση .
111. Επομένως, ένα κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι συντρέχει πλάνη της Επιτροπής σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που συνάγονται από την παράβαση των κοινοτικών κανόνων για τον διορθωτικό συντελεστή μόνον αν αποδεικνύει ότι τα κατ' αρχήν επικυρωθέντα κριτήρια διορθώσεως της εκθέσεως Belle εφαρμόστηκαν στην περίπτωσή του αυθαιρέτως ή ανεπιεικώς.
2. Εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση
112. Σύμφωνα με την κατανομή του βάρους της αποδείξεως που προαναφέρθηκε, επιβάλλεται η εξέταση αν η προσφεύγουσα απέδειξε σφαιρικά τον πεπλανημένο χαρακτήρα της επίδικης διορθώσεως ύψους 5 %.
113. Συναφώς, πρέπει, κατ' αρχάς, να διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα αμφισβήτησε, ασφαλώς, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι σημειώθηκαν σημαντικές ανεπάρκειες στους ελέγχους, αλλά δεν αμφισβήτησε εν γένει την ύπαρξη ανεπαρκειών στο σύστημα ελέγχου. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, επιβεβαίωσε ότι έλαβαν χώρα παραλείψεις ικανές να δικαιολογήσουν διόρθωση ύψους 2 % και αμφισβήτησε απλώς την ύπαρξη ανεπαρκειών πέραν αυτού, καθώς και την ύπαρξη κινδύνου σημαντικότερου από τον εικαζόμενο με τη συνοπτική έκθεση.
114. Συναφώς, η προσφεύγουσα αναγνώρισε τουλάχιστον ότι το 10 % των γαιοτεμαχίων αποτέλεσαν αντικείμενο πολυκαλλιεργείας και ότι τα εν λόγω γαιοτεμάχια εμφάνιζαν κίνδυνο υπερβολικών δηλώσεων. Δέχτηκε, όμως, επίσης το ποσοστό ύψους 15 % των γαιοτεμαχίων που υποστήριξε η Επιτροπή για την ενέχουσα κινδύνους επιφάνεια (πολυκαλλιέργεια) και εξήγησε τη διαφορά από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την Επιτροπή, δεν έλαβε υπόψη της, καταρτίζοντας τα στοιχεία της, τις διαφορές που δεν είχαν καμία απολύτως επίπτωση για τον υπολογισμό των επιδοτήσεων. Το ποσοστό ύψους 17,3 % των υπερδηλωθεισών επιφανειών εντός των ενεχουσών κινδύνους επιφανειών, σύμφωνα με τη γενικευμένη εκτίμηση της Επιτροπής, δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα παρά μόνον ως προς το ύψος του, με την προβολή, ως παράγοντα κινδύνου, ποσοστού ύψους 2,4 %.
115. Δεύτερον, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι, στα όρια του Amt Schwerin, επί τουλάχιστον έξι επιτοπίων ελέγχων δεν πραγματοποιήθηκε καμία ανάλυση κινδύνων σύμφωνη προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Το επιχείρημά της ότι το γεγονός αυτό ελήφθη ήδη υπόψη από το όργανο συνδιαλλαγής και από την Επιτροπή με τα συμπεράσματά της στη συνοπτική έκθεση στερείται, εξάλλου, σημασίας όσον αφορά την απόδειξη της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων .
116. Τρίτον, μπορούν να τεκμαίρονται ανεπάρκειες όσον αφορά τη μέτρηση κατά τους επιτοπίους ελέγχους στον βαθμό που τα γαιοτεμάχια δεν αντιστοιχούν σε ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια στο Μεκλεμβούργο-Δυτική ομερανία.
117. ράγματι, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ρητώς την ανάγκη διενεργείας μετρήσεων στο πλαίσιο των επιτοπίων ελέγχων οσάκις τα γαιοτεμάχια αποτελούν αντικείμενο μιας και μόνον καλλιεργείας και εκκινεί από την αρχή ότι μόνον τα γαιοτεμάχια πολυκαλλιεργείας πρέπει να υπολογίζονται ως επιφάνειες ενέχουσες κινδύνους και ως εκ τούτου να μετρούνται. Αντίθετα, η Επιτροπή δικαιολόγησε την ανάγκη μετρήσεων από το γεγονός ότι τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας δεν μπορούν να ελέγχονται με απλή οπτική επιθεώρηση παρά μόνο σε περίπτωση που τα όριά τους αντιστοιχούν προς εκείνα των ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων.
118. Η άποψη αυτή φαίνεται να δικαιολογείται επί της ουσίας επειδή, αν ένα γαιοτεμάχιο δεν συμπίπτει με τα όρια ενός ενταγμένου στο κτηματολόγιο τεμαχίου ή αποτελεί τμήμα αυτού, τη στιγμή που μόνον τα όρια των ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων είναι καταγεγραμμένα, δεν μπορεί να προσδιορίζεται η ακριβής επιφάνεια του οικείου γαιοτεμαχίου μέσω του κτηματολογίου.
119. Επομένως, ο σύμφωνος προς το SIGC ορθός επιτόπιος έλεγχος θα έπρεπε να περιλαμβάνει, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τη μέτρηση των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας που δεν ταυτίζονται με τα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια.
120. Αναφερόμενη στη δεύτερη επιθεώρηση, η Επιτροπή εξέθεσε ότι τα μέτρα αυτά δεν ελήφθησαν κατά κανόνα. Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, ασφαλώς, χωρίς να δώσει λεπτομερείς εξηγήσεις, ότι τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας αποτέλεσαν αντικείμενο μετρήσεων, διευκρινίζοντας παράλληλα, όμως, ότι δεν θεωρεί ως επιφάνειες ενέχουσες κινδύνους παρά μόνον τα γαιοτεμάχια πολυκαλλιεργείας και ότι τα γαιοτεμάχια αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο «κατά προτεραιότητα» μετρήσεως. Έτσι, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε εν πάση περιπτώσει, ότι κατά κανόνα μέτρησε επίσης τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας που δεν ταυτίζονται με τα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια, κατά μείζονα δε λόγο στον βαθμό που αμφισβήτησε εν πάση περιπτώσει επί της αρχής την ανάγκη πραγματοποιήσεως των μετρήσεων αυτών.
121. Εξάλλου, η προσφεύγουσα παραδέχτηκε με την προσφυγή της ότι είναι ακριβής η διαπίστωση που περιλαμβάνει το συμπλήρωμα της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας συγκροτούνται από περισσότερα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια. Δεν αμφισβητείται περαιτέρω ότι το 90 % περίπου όλων των γαιοτεμαχίων αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας.
122. Όπως προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων αυτών, υφίστατο τουλάχιστον ένα τμήμα γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας που, σε αντίθεση με τις επιταγές του SIGC, δεν μετρήθηκαν.
123. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου.
124. Άρα, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής συνιστούν παραμέτρους δικαιολογούσες σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες ως προς το σύστημα ελέγχου του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας. Συνεπώς, η Επιτροπή προσκόμισε ως όφειλε την απόδειξη περί της διαπράξεως παρατυπιών εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
125. Ως προς τον διορθωτικό συντελεστή, διαπίστωσα ήδη ότι η Επιτροπή προσκόμισε στοιχεία θεμελιώντα την ύπαρξη ανεπαρκειών κατά τους επιτόπιους ελέγχους που έπρεπε να διενεργηθούν σύμφωνα με το SIGC.
126. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο επιτόπιος έλεγχος αποτελεί - ομού μετά των διοικητικών ελέγχων - σημαντικό στοιχείο του SIGC, η έλλειψη του οποίου καθιστά αδύνατη την εξακρίβωση αν τηρούνται με αξιοπιστία οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων και πριμοδοτήσεων. Βάσει των κανόνων της εκθέσεως Belle, η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να εκτιμήσει, σύμφωνα με τα συμπεράσματά της και την ανεπάρκεια των επιτοπίων ελέγχων, ότι υφίστατο σημαντικός κίνδυνος επελεύσεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ.
127. Ως εκ τούτου, δεν παρίσταται αυθαίρεση ή ανεπιεικής η εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή 5 %, οπότε δεν είναι ούτε παράνομη.
VI - Δικαστικά έξοδα
128. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε ως προς τους λόγους της και η Επιτροπή ζήτησε να φέρει τα δικαστικά έξοδα η προσφεύγουσα, η τελευταία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VII - ρόταση
129. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy