Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη συμμορφούμενο προς το άρθρο 5 της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (στο εξής: οδηγία), σε συνδυασμό με τα παραρτήματα Ι και ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2. Δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας, «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμοφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
3. Η Βελγική Κυβέρνηση, με επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1998, κοινοποίησε στην Επιτροπή τον νόμο της 19ης Δεκεμβρίου 1997, που τροποποίησε τον νόμο της 21ης Μαρτίου 1991 σύμφωνα με την οδηγία. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις διατάξεις των νόμων αυτών, διαπίστωσε ότι το Bασίλειο του Βελγίου δεν είχε μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5 της οδηγίας και στις 24 Αυγούστου 1998 όχλησε τη Βελγική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Στην από 23 Νοεμβρίου 1998 απάντησή της, η Βελγική Κυβέρνηση εξήγησε ότι επρόκειτο να θεσπίσει ορισμένες διατάξεις προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο. Η Επιτροπή έκρινε ότι η απάντηση αυτή δεν ήταν ικανοποιητική και στις 9 Μαρτίου 1999 απηύθηνε στη Βελγική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών. Δεδομένου ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν έλαβε κανένα μέτρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 8 Οκτωβρίου 1999.
4. Στο δικόγραφό της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το βελγικό δίκαιο δεν συνάδει με την οδηγία στα εξής σημεία:
i) Ορισμένες εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και το πρακτορείο Τύπου Belga, απολάμβαναν προτιμησιακών τιμών διασύνδεσης, χρηματοδοτούμενων από συνδρομές άλλων χρηστών προς τον οργανισμό παροχής καθολικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο Βέλγιο (Belgacom). Αυτό αντέκειτο στο άρθρο 5 και στο παράρτημα Ι της οδηγίας, σύμφωνα με τα οποία «η παροχή υπηρεσιών υπό ειδικούς όρους» είναι δυνατή μόνο «για πελάτες με ειδικές ανάγκες ή κοινωνικώς μειονεκτούντα άτομα».
ii) Η μέθοδος υπολογισμού των εισφορών των οργανισμών στη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους της υποχρεώσεως καθολικής υπηρεσίας (κόστος που επιβαρύνει την Belgacom) δεν ικανοποιούσε την απαίτηση διαφάνειας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η Bελγική Kυβέρνηση δεν έλαβε, δημοσίευσε ή κοινοποίησε στην Επιτροπή κανένα μέτρο σχετικό με τη μέθοδο του υπολογισμού του καθαρού κόστους της υποχρεώσεως καθολικής υπηρεσίας και τη μέθοδο καθορισμού της βάσεως για τις εισφορές των οργανισμών.
iii) Η μέθοδος υπολογισμού του καθαρού κόστους της υποχρεώσεως καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτή εκτίθεται με πολύ γενικούς όρους στο νόμο της 21ης Μαρτίου 1991, ήταν λανθασμένη. Δεν λαμβανόταν ιδίως υπόψη το όφελος της αγοράς που αποκομίζει ένας οργανισμός καθολικής υπηρεσίας. Η μέθοδος ερχόταν έτσι σε αντίθεση με τις απαιτήσεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας. Επιπλέον, δεν λαμβάνονταν υπόψη όλες οι αρχές της κοστολογήσεως, όπως αυτές παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας.
5. H Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 23, παράγραφος 1.
6. Η Βελγική Κυβέρνηση, εντούτοις, ισχυρίζεται ότι, ως προς την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, πρότεινε στις 3 Δεκεμβρίου 1999 ένα σχέδιο νόμου που προβλέπει κατ' ουσίαν ότι οι προτιμησιακές τιμές που ισχύουν για ορισμένες εφημερίδες και περιοδικά και για το πρακτορείο Belga δεν μπορούν πλέον να χρηματοδοτούνται από άλλους οργανισμούς. Οι προτιμησιακές τιμές θα εφαρμόζονται στις αποστολές γενικού συμφέροντος που έχουν ανατεθεί στον οργανισμό καθολικών υπηρεσιών (Belgacom) και θα χρηματοδοτούνται από το Βελγικό Δημόσιο.
7. Όσον αφορά τη δεύτερη και τρίτη αιτίαση της Επιτροπής, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι στις 23 Δεκεμβρίου 1999 θέσπισε ένα μέτρο, με το οποίο προσάρμοζε τα άρθρα 1 και 4 και το παράρτημα 2 του νόμου της 21ης Μαρτίου 1991. Οι αναθεωρημένες διατάξεις προβλέπουν λεπτομερώς τη μέθοδο για τον υπολογισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη της αγοράς που πιθανώς να αποκομίσει ένας φορέας καθολικής υπηρεσίας, καθώς και τα κριτήρια που εξαγγέλλονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Η Βελγική Κυβέρνηση εξέδωσε επίσης μία διοικητική εγκύκλιο της 31ης Ιανουαρίου 2000, η οποία διευκρινίζει την έννοια του κύκλου εργασιών που χρησιμοποείται κατά τον υπολογισμό της εισφοράς των οργανισμών βάσει του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας.
8. Σε έγγραφο της 3ης Απριλίου 2000 προς το Δικαστήριο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η βελγική νομοθεσία συνάδει πλέον με την οδηγία ως προς τη δεύτερη και την τρίτη αιτίαση. Εντούτοις, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή εξήγησε ότι εξακολουθεί να εξετάζει τη συμβατότητα των προτιμησιακών τιμών, που ισχύουν για τον βελγικό Τύπο δυνάμει της νέας νομοθεσίας, με τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.
9. Η επιστολή της Επιτροπής δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθεί ως παραίτηση από οποιαδήποτε των αιτιάσεων της υπό κρίση προσφυγής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί των τριών αιτιάσεων που εξετέθηκαν ανωτέρω.
10. Κατά πάγια νομολογία, «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο» .
11. Το γεγονός ότι το Βασίλειο του Βελγίου έλαβε μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας δεν ασκεί, εν προκειμένω, επιρροή.
12. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
13. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε την καταβολή των δικαστικών εξόδων. Θεωρώ επομένως ότι το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ρόταση
14. Υπό το φως των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αποφανθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα Ι και ΙΙΙ, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από τη Συνθήκη ΕΚ
2) να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy