Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Tribunal Supremo (Ισπανία) (τρίτο τμήμα διοικητικών διαφορών) ερωτά κατ' ουσίαν αν συνάδουν οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις, κατά τις οποίες οι φορείς παροχής υπηρεσιών ψηφιακών εκπομπών μέσω δορυφόρου υπό όρους (στο εξής: φορείς) υποχρεούνται πριν από τη διάθεση στο εμπόριο των αναγκαίων προς τούτο συσκευών, εξοπλισμών, αποκωδικοποιητών ή συστημάτων (στο εξής: αποκωδικοποιητών) να έχουν λάβει έγκριση, η οποία προϋποθέτει ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι αποκωδικοποιητές να έχουν καταχωριστεί σε ένα μητρώο κατόπιν προηγουμένης διαδικασίας. Οι φορείς και οι αποκωδικοποιητές τους καταχωρίζονται στο μητρώο αυτό κατόπιν αιτήσεως. ριν από την καταχώριση, πρέπει να εκδίδεται για όλους τους κωδικοποιητές μια απόφαση ή γνωμοδότηση εθνικού περιεχομένου από τις εθνικές υπηρεσίες της Dirección General de Telecomunicaciones του Ministerio de Fomento όσον αφορά την τήρηση τεχνικών προδιαγραφών.
ΙΙ - εριστατικά
2. Η επιχείρηση Canal Satélite Digital παρέχει την ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικών σημάτων μέσω δορυφόρου και τη λήψη τηλεοπτικών μεταδόσεων υπό όρους. Η ψηφιακή μετάδοση και η πρόσβαση σε κλειστές τηλεοπτικές υπηρεσίες καθίστανται δυνατές μέσω της αποκτήσεως ή του δικαιώματος χρησιμοποιήσεως ειδικών συσκευών αποκωδικοποιήσεως. Η Canal Satélite Digital προσφέρει τέτοιους αποκωδικοποιητές εντός της Ισπανίας. Οι αποκωδικοποιητές κατασκευάστηκαν νομίμως στο Βέλγιο και στο Ηνωμένο Βασίλειο και διατέθηκαν στο εμπόριο. Η Canal Satélite Digital δεν προέβη στην καταχώριση στο ισπανικό μητρώο ούτε αυτής της ίδιας ούτε των διατιθέμενων από αυτή στο εμπόριο αποκωδικοποιητών, μολόνοτι αυτό της ζητήθηκε από τις ισπανικές αρχές. Κατόπιν προθεσμίας που έταξαν οι αρμόδιες αρχές, η αίτηση καταχωρίσεως απορρίφθηκε με απόφαση της αρμόδιας για την αγορά τηλεπικοινωνιών Επιτροπής. Η Canal Satélite Digital έχει, παρά την έλλειψη καταχωρίσεως, πολυάριθμους πελάτες στην Ισπανία που χρησιμοποιούν τους αποκωδικοποιητές της. Διοικητική ποινή δεν επιβλήθηκε.
ΙΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Κοινοτικό δίκαιο
3. Η οδηγία 94/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος .
4. Τα άρθρα 1 έως 5 της οδηγίας 95/47/ΕΚ ρυθμίζουν, με συντομία, ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προώθηση της ταχείας ανάπτυξης των τηλεοπτικών υπηρεσιών σε σχήμα εικόνας ευρείας οθόνης (16:9). Ανεξαρτήτως του αν οι τηλεοπτικές υπηρεσίες μεταδίδονται προς τους θεατές με καλώδιο, μέσω δορυφόρου ή με επίγεια μέσα, το σχήμα 16:9 έχει περαιτέρω εφαρμογή, κατά τα λοιπά δε ρυθμίζεται η χρησιμοποίηση διαφόρων συστημάτων μεταδόσεως.
5. Το άρθρο 4 έχει ειδικότερα ως εξής:
«Για την πρόσβαση υπό όρους των θεατών της Κοινότητας σε εκπομπές ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:
[...]
γ) τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου οι φορείς παροχής υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, οι οποίοι παράγουν και θέτουν σε εμπορία υπηρεσίες πρόσβασης στην υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης
- να προσφέρουν σε όλες τις επιχειρήσεις μετάδοσης, υπό ισότιμους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, τεχνικές υπηρεσίες που να επιτρέπουν τη λήψη των ψηφιακών υπηρεσιών τους από τους εξουσιοδοτημένους τηλεθεατές με τη βοήθεια αποκωδικοποιητών, τους οποίους διαθέτουν οι φορείς παροχής υπηρεσιών, τούτο δε σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, ιδίως στην περίπτωση που διαφαίνεται δεσπόζουσα θέση,
[...]».
6. Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών , όπως συμπληρώθηκε το 1994, και ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, με την οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189/ΕΟΚ , ορίζει τα ακόλουθα:
7. «Άρθρο 1
[...]
1) "προϊόν", τα προϊόντα βιομηχανικής κατασκευής [...]·
2) "τεχνική προδιαγραφή": η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιοτήτων χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.
Ο όρος "τεχνική προδιαγραφή" καλύπτει επίσης [...] τις μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής άλλων προϊόντων, εφόσον αυτές έχουν επιπτώσεις στα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα.
3) "άλλη απαίτηση": απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεση του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του·
[...]
9) "τεχνικός κανόνας": τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων, της οποίας η τήρηση είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρήση ενός προϊόντος σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των όσων ορίζει το άρθρο 10, οι νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία η χρήση ενός προϊόντος.
[...]»
8. Άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο
Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληρόφορηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.
9. Άρθρο 10, παράγραφος 1
Τα άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή στις εκούσιες συμφωνίες με τις οποίες τα κράτη μέλη:
- συμμορφώνονται προς τις κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα που έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση τεχνικών προδιαγραφών,
[...].
B - Εθνικό δίκαιο
10. Οι θεωρούμενες από το αιτούν δικαστήριο ως σχετικές με την παρούσα υπόθεση εθνικές νομοθετικές διατάξεις περιέχονται στο Real Decreto Ley 1/1997 και στο Real Decreto 136/1997. Καθόσον είναι αναγκαίο, παρατίθενται στο εξής σε συνάρτηση με τις νομικές εκτιμήσεις.
11. Συνοπτικά, το Real Decreto 136/1997 ορίζει ότι οι ίδιοι οι φορείς και οι αποκωδικοποιητές πρέπει να καταχωρίζονται σε μητρώο το οποίο τηρεί η αρμόδια για την αγορά των τηλεπικοινωνιών επιτροπή και ότι η διάθεση στο εμπόριο του αποκωδικοποιητή, «χωρίς προηγούμενη πιστοποίηση με την οποία να πιστοποιείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει το διάταγμα», τιμωρείται ως σοβαρή ή σοβαρότατη παράβαση.
12. Το Real Decreto 136/1997 περιέχει ρυθμίσεις για την τήρηση του μητρώου και για τη διαδικασία καταχωρίσεως.
IV - Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Κατά το ισπανικό δίκαιο, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θίγονται από μια γενική διάταξη κανονιστικού χαρακτήρα νομιμοποιούνται να ασκήσουν κατ' αυτής ευθεία αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων. Όταν η γενική διάταξη θεσπίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (όπως συμβαίνει με τα βασιλικά διατάγματα), και επομένως δεν αποτελεί νόμο υπό τυπική έννοια, η προσβολή της πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας ενώπιον του Tribunal Supremo, του οποίου το τρίτο τμήμα διοικητικών διαφορών είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό να κρίνει την ακυρότητα κανόνων υποδεέστερης των νόμων τάξεως.
14. Αντικείμενο της κύριας δίκης είναι οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση των φορέων και των αποκωδικοποιητών τους. Η Canal Satélite Digital ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες και επικαλείται προς τούτο, μεταξύ άλλων, ότι δεν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
15. Στην αλληλουχία αυτή, το Tribunal Supremo υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Συμβιβάζεται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό προς τα οριζόμενα στα άρθρα 1 έως 5 της οδηγίας 95/47/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος [...], εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους, ως αναγκαία προϋπόθεση για την εμπορία συσκευών, εξοπλισμών, αποκωδικοποιητών ή συστημάτων για την ψηφιακή εκπομπή και λήψη τηλεοπτικών σημάτων μέσω δορυφόρου - περιλαμβανομένων και εκείνων που κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο στα άλλα κράτη μέλη - τις ακόλουθες απαιτήσεις σωρευτικώς:
- την καταχώριση των φορέων, καθώς και των συσκευών, εξοπλισμών, αποκωδικοποιητών ή συστημάτων, σε ένα υποχρεωτικό επίσημο μητρώο, για την οποία καταχώριση δεν αρκεί μόνον η υπεύθυνη δήλωση, την οποία υποβάλλει ο οικείος φορέας, ότι πληρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές, αλλά απαιτείται και προηγούμενη απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου, την οποία διατυπώνουν οι εθνικές αρχές, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, τεχνικές και άλλου είδους, τις οποίες προβλέπει η εθνική κανονιστική ρύθμιση·
- τη λήψη, μετά την περάτωση της προαναφερθείσας διαδικασίας καταχωρίσεως στο μητρώο, της αντίστοιχης προηγούμενης διοικητικής "εγκρίσεως" με την οποία πιστοποιείται ότι πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, τεχνικές και άλλου είδους, που προβλέπει η εθνική κανονιστική ρύθμιση;
2) Συμβιβάζεται προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 1 έως 5 της παρατεθείσας οδηγίας 95/47/ΕΚ, εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους τις προηγουμένως εκτεθείσες διοικητικές απαιτήσεις;
3) ρέπει να θεωρείται ότι συνιστά "τεχνικό πρότυπο" η εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει την εκπλήρωση των εν λόγω απαιτήσεων, με αποτέλεσμα ότι πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή, όπως ορίζει η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1993, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών [...];»
V - Επί του παραδεκτού της αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
16. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για τον λόγο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι υποθετικού χαρακτήρα και χωρίς σημασία για την απόφαση στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Υποστηρίζει, συνοπτικά, την άποψή της ως ακολούθως.
17. Το ασυμβίβαστο των περί καταχωρίσεως διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο αποδεικνύεται μόνον αν η καταχώριση είναι συστατικού χαρακτήρα για τη διάθεση στο εμπόριο του αποκωδικοποιητή και για τη μόνον κατόπιν αυτής δυνατότητα προσφοράς τηλεοπτικών μεταδόσεων υπό όρους. Εντούτοις, από μια ανάλυση της ισπανικής νομοθεσίας καταδεικνύεται ότι η μόνη προσβαλλόμενη στο πλαίσιο της κύριας δίκης ρύθμιση του Real Decreto 136/1997, αυτοτελώς θεωρούμενη, ρυθμίζει απλώς τη δημιουργία και τη λειτουργία του μητρώου καθώς και τη διαδικασία. Ούτε επιβάλλεται η καταχώριση ούτε προβλέπονται νομικές κυρώσεις για την προσφορά των υπηρεσιών και την εμπορία των αποκωδικοποιητών χωρίς προηγούμενη καταχώριση. Επομένως, το Real Decreto 136/1997, καθεαυτό, ουδεμία σχέση έχει με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων η ερμηνεία ζητείται με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
18. Βεβαίως, είναι δυνατό, όπως εκθέτει το Tribunal Supremo, όλες οι ρυθμίσεις να θεωρηθούν, υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, αθέμιτες συνεπεία επιβολής από τον νόμο της υποχρεώσεως καταχωρίσεως σε συνάρτηση με έναν κανόνα περί κυρώσεων όταν η διάθεση στο εμπόριο γίνεται χωρίς την καταχώριση αυτή. Η κατά νόμο επιβολή υποχρεώσεως καταχωρίσεως και ένας κανόνας περί κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεων δεν περιέχονται εντούτοις στο Real Decreto 136/1997, αλλά στο Real Decreto Ley 1/1997. Το Real Decreto Ley 1/1997 έχει εντούτοις καταστεί νόμος μετά την ψήφιση από το Κοινοβούλιο στις 3 Μα_ου 1997 και δεν μπορεί, κατά το ισπανικό δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας όπως αυτής της κύριας δίκης. Επομένως, η ερμηνεία των διατάξεων τόσο των οδηγιών όσο και της Συνθήκης ΕΚ - αυτή θα μπορούσε να είναι προβληματική μόνον όσον αφορά το Real Decreto Ley 1/1997 - είναι, ελλείψει δυνατότητας εφαρμογής στην κύρια δίκη, καθαρά υποθετικού χαρακτήρα και, επομένως, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, απαράδεκτη.
19. Το Tribunal Supremo περιγράφει το μέρος του αντικειμένου της κύριας δίκης που έχει σχέση με το κοινοτικό δίκαιο ως εξής: «άρθρο 2 του Real Decreto 136/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Real Decreto Ley 1/1997». Στο σημείο 2 της διατάξεως περί παραπομπής εκτίθεται ότι αντικείμενο αυτού του είδους της εθνικής διαδικασίας είναι ο κοινοτικός έλεγχος υπουργικών αποφάσεων ιεραρχικής τάξεως υποδεέστερης των νόμων.
20. Εναπόκειται κατ' αρχήν στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει την αναγκαιότητα του προδικαστικού ερωτήματος για την έκδοση της δικής του αποφάσεως στη συγκεκριμένη υπόθεση. ρέπει να επισημανθεί ότι το απαράδεκτο μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο σε διάφορες περιπτώσεις . Στην παρούσα περίπτωση, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου έχει εν πάση περιπτώσει σημασία για τη συγκεκριμένη διαφορά της κύριας δίκης, καθόσον πρόκειται για το κύρος εθνικών νομοθετικών διατάξεων έναντι των ερμηνευτέων κοινοτικών διατάξεων.
21. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο έλεγχος του παραδεκτού μπορεί να στηρίζεται μόνον από την εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου νομική υπαγωγή στο πραγματικό των εθνικών διατάξεων. Κατά κανόνα, ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου αφορούν επίσης τις εθνικές οικονομικές ρυθμίσεις, ιδίως ζητήματα του παραδεκτού ορισμένων εσωτερικών ενδίκων μέσων. Το Δικαστήριο, πράγματι, «δεν έχει την εξουσία να εξετάσει αν η απόφαση, με την οποία υποβάλλονται τα ζητήματα αυτά, ανταποκρίνεται προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί οργανώσεως των δικαστηρίων και δικονομίας» .
22. Το Tribunal Supremo λαμβάνει ως βάση σύμφωνα με το αιτιολογικό της διάταξης περί παραπομπής ότι στην παρούσα υπόθεση το Real Decreto Ley 1/1997 έχει σημασία για τη διαπίστωση της ακυρότητας του Real Decreto 136/1997 στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος νομικής προστασίας.
23. Βάσει αυτών των σκέψεων, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
VI - Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
24. Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα αφορούν το συμβατό των συγκεκριμένων ισπανικών νομοθετικών διατάξεων με το πρωτογενές δίκαιο καθώς και με την οδηγία 95/47. Όπως εκτίθεται στη διάταξη περί παραπομπής, οι νομοθετικές αυτές διατάξεις επιβάλλουν την καταχώριση των αποκωδικοποιητών και των φορέων και απαιτούν την προηγούμενη έκδοση αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από τις εθνικές αρχές. Και οι δύο όροι αποτελούν προϋπόθεση για την έγκριση της εμπορίας των αποκωδικοποιητών. Στη συνέχεια, θα διευκρινιστούν κατά τα κύρια σημεία τους οι δύο αυτές προϋποθέσεις εγκρίσεως.
25. Κατ' αρχάς, η Canal Satélite Digital προβάλλει ότι οι περί καταχωρίσεως διατάξεις ως προϋπόθεση εγκρίσεως αντιβαίνουν προς την οδηγία 95/47, καθόσον τέτοια προϋπόθεση δεν προβλέπεται από την οδηγία. Η Αρχή επιτηρήσεως ΕΖΕΣ, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση φρονούν ότι η οδηγία 95/47 δεν περιέχει καμία διάταξη για την εφαρμογή των τεχνικών προδιαγραφών που ορίζει και, επομένως, τα κράτη μέλη δεν περιορίζονται από την οδηγία κατά την επιλογή των τρόπων εφαρμογής.
26. Η Canal Satélite Digital, η Επιτροπή και η Αρχή επιτηρήσεως ΕΖΕΣ φρονούν επιπλέον ότι οι διατάξεις περί καταχωρίσεως που αφορούν τόσο τους αποκωδικοποιητές όσο και τους φορείς έχουν συστατικό χαρακτήρα για την εμπορία των αποκωδικοποιητών και, συνεπώς, συνιστούν αθέμιτους περιορισμούς των άρθρων 28 ΕΚ και 49 ΕΚ. Η καταχώριση εξαρτάται από απόφαση της αρμόδιας για την αγορά των τηλεπικοινωνιών επιτροπής, η οποία μπορεί επίσης να είναι αρνητική και η εμπορία χωρίς την καταχώριση κολάζεται. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τέτοιες νομικές διατάξεις συνιστούν δυσανάλογο περιορισμό των βασικών ελευθεριών, καθόσον ιδίως ο έλεγχος της τηρήσεως ενδεχομένως άξιων προστασίας συμφερόντων των καταναλωτών μπορεί να πραγματοποιηθεί και εκ των υστέρων.
27. Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι οι νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση έχουν δηλωτικό χαρακτήρα. Το Real Decreto 136/1997 ρυθμίζει απλώς την καταχώριση στο μητρώο και τη διαμόρφωση της διαδικασίας καταχωρίσεως. Η διάταξη περί διοικητικής ποινής της μοναδικής πρόσθετης διατάξεως του Real Decreto Ley 1/1997 δεν αναφέρεται στις διατάξεις περί καταχωρίσεως. Η περιεχόμενη σ' αυτό αναφορά στον ισπανικό νόμο για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της αποκαλούμενης «οδηγίας για τις συσκευές τηλεπικοινωνιών» καθιστά σαφές ότι η απειλή διοικητικής ποινής αφορά μόνον την εμπορία χωρίς την αναγκαία κατά τον παρατεθέντα αυτό νόμο πιστοποίηση περί της ηλεκτρομαγνητικής ανοχής, πράγμα εξάλλου που απαιτείται και από την οδηγία για τις συσκευές τηλεπικοινωνιών. Επομένως, η εμπορία των αποκωδικοποιητών χωρίς την επίμαχη καταχώριση (είτε διότι αυτή δεν ζητήθηκε είτε διότι η αίτηση απορρίφθηκε) είναι ανά πάσα στιγμή δυνατή, χωρίς να κολάζεται. Εξάλλου, οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις θεσπίστηκαν για την προστασία του γενικού συμφέροντος. Εξυπηρετούν πράγματι την προστασία του καταναλωτή, ιδίως την προστασία από καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά. Στην Ισπανία υφίσταται έντονη τάση συγκεντρώσεως στην αγορά της ψηφιακής δορυφορικής τηλεοψίας. Ο κίνδυνος να αποκτήσουν οι φορείς δεσπόζουσα θέση στην αγορά, την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν καταχρηστικώς, επιχειρείται να αντιμετωπιστεί μέσω διαφάνειας στην αγορά όσον αφορά τους φορείς και τους χρησιμοποιούμενους από αυτούς αποκωδικοποιητές. Στην αλληλουχία αυτή, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στην υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της οδηγίας 95/47, κατά το οποίο τα κράτη μέλη, στον τομέα της παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους, λαμβάνουν «όλα τα αναγκαία μέτρα» για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, ιδίως τις περιπτώσεις δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά.
28. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τέλος για τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Keck και Mithouard . Οι διατάξεις περί καταχωρίσεως δεν συνιστούν εν προκειμένω περιορισμό προσβάσεως στην αγορά, αλλ' απλώς και μόνο ρύθμιση του τρόπου διαθέσεως στο εμπόριο.
29. Η Canal Satélite Digital, η Επιτροπή και η Αρχή επιτηρήσεως ΕΖΕΣ προβάλλουν αντιρρήσεις κατά της ανάγκης εκδόσεως αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από τις εθνικές αρχές για τους αποκωδικοποιητές, καθόσον αυτό προβλέπεται για συσκευές που κατασκευάζονται σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 95/47 ή έχουν διατεθεί στο εμπόριο. Η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι για προϊόντα από άλλα κράτη μέλη δεν απαιτείται ή απαιτείται εν μέρει μόνο γνωμοδότηση, δεδομένου ότι λαμβάνεται υπόψη αν έχει πραγματοποιηθεί αντίστοιχος έλεγχος στο κράτος προελεύσεως.
A - Οδηγία 95/47/ΕΚ
30. Οι μετέχοντες της διαδικασίας διαφωνούν επί του ζητήματος αν ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 95/47 αντίκεινται σε ισπανικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν καταχώριση των φορέων και των χρησιμοποιούμενων από αυτούς αποκωδικοποιητών καθώς και την έκδοση προηγούμενης αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από εθνικές αρχές.
31. Επί του ζητήματος αυτού επιβάλλεται η ακόλουθη διαπίστωση: δεδομένου ότι οδηγίες, - όπως οι εν προκειμένω - στηρίζονται στο άρθρο 100 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), επιδιώκουν κατ' αρχήν τον ελάχιστο βαθμό εναρμονίσεως, οι εν λόγω νομοθετικές ρυθμίσεις θα μπορούσαν να αντιβαίνουν στην οδηγία 95/47, αν προέκυπτε ότι αυτή πραγματοποιεί «ολική εναρμόνιση» όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής του περιεχομένου της. Το αν η οδηγία 95/47 ρυθμίζει αποκλειστικώς τον τρόπο αυτό θα πρέπει να εξακριβωθεί βάσει του κειμένου της οδηγίας ή μέσω ερμηνείας στηριζόμενης στον στόχο και στον σκοπό της .
32. Η οδηγία 95/47 εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινοτικής συνολικής στρατηγικής για την εγκαθύδριση της εσωτερικής αγοράς προηγμένων τηλεοπτικών τεχνολογιών. Σκοπεί στην προώθηση της ταχείας αναπτύξεως των τηλεοπτικών υπηρεσιών στο σχήμα ευρείας οθόνης (16:9) και στην εισαγωγή της τηλεοράσεως υψηλής ευκρινείας (TVHD) στην Ευρώπη και περιέχει ρυθμίσεις για τη νέα αγορά ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών υπό όρους (κλειδωμένες τηλεοπτικές υπηρεσίες τις καλούμενες Pay-TV). Δεν περιέχει καμία ρητή ρύθμιση για το είδος και τον τρόπο της εφαρμογής ή τους ελέγχους των περιεχομένων σ' αυτήν τεχνικών προδιαγραφών και άλλων απαιτήσεων. Όμως, από τους εν λόγω σκοπούς της οδηγίας δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι είναι απαραίτητοι οι συγκεκριμένοι τρόποι εφαρμογής. Επομένως, δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί ότι ο έλεγχος των περιεχομένων στην οδηγία επιταγών θα μπορούσε κατ' αρχήν να πραγματοποιηθεί και με νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες καθιστούν αναγκαία μια καταχώριση με προηγούμενη απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου από εθνικές αρχές.
33. Επομένως, τα άρθρα 1 έως 5 της οδηγίας 95/47 δεν απαγορεύουν, κατ' αρχήν - με επιφύλαξη των εκτιθεμένων κατωτέρω -, εθνικές νομοθετικές διατάξεις του προαναφερθέντος είδους.
B - Άρθρα 28 ΕΚ και 49 ΕΚ
34. Δεδομένου ότι οι αποκωδικοποιητές των οποίων τη φερόμενη παρακώλυση εμπορίας αφορά το ζήτημα εν προκειμένω αποτελούν προϊόντα μιας νέας τεχνολογικής εξελίξεως, στο πλαίσιο της οποίας προσφέρονται διάφορες τεχνικές δυνατότητες, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί ποια από τις αναφερθείσες βασικές ελευθερίες μπορεί να θίγεται, στη συνέχεια δε αν συντρέχουν ανεπίτρεπτοι περιορισμοί βασικών ελευθεριών όσον αφορά τις διατάξεις περί καταχωρίσεως και την προηγούμενη έκδοση αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από τις εθνικές αρχές.
1. Ψηφιακή τηλεοπτική τεχνολογία στο πλαίσιο των βασικών ελευθεριών
35. Οι κυβερνητικές διατάξεις αφορούν τόσο τους φορείς παροχής υπηρεσιών (κλειδωμένες τηλεοπτικές υπηρεσίες μέσω δορυφόρου, τις αποκαλούμενες Pay-ΤV), όσο και τα εμπορεύματα (αποκωδικοποιητές). Η παροχή υπηρεσιών και τα εμπορεύματα συνδέονται εντούτοις στενά μεταξύ τους στον τομέα των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι οι αποκωδικοποιητές καθιστούν δυνατή τόσο τη μετατροπή των ψηφιακών σημάτων, καθεαυτά, όσο και την πρόσβαση σε ορισμένες ψηφιακές τηλεοπτικές υπηρεσίες, καθώς και την υπέρβαση των περιορισμών προσβάσεως στην περίπτωση των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών υπό όρους.
36. Το Δικαστήριο έλαβε για πρώτη φορά θέση με την απόφαση Sacchi επί του ζητήματος της οριοθετήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της τηλεοπτικής τεχνολογίας. Συναφώς, προέβη στη διάκριση ότι «ένα τηλεοπτικό μήνυμα πρέπει να θεωρηθεί, λόγω της φύσεώς του, ως παροχή υπηρεσιών» και ότι «υπόκειται στους κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων του εμπορίου που αφορά κάθε είδους υλικό, υποθέματα ήχου, ταινίες και άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση των τηλεοπτικών μηνυμάτων». Τη βασική αυτή διάκριση διευκρίνισε το Δικαστήριο με μεταγενέστερες αποφάσεις .
37. Η νέα τεχνολογία μεταδόσεως της ψηφιακής τηλεοψίας διευρύνει με τους επίμαχους αποκωδικοποιητές το ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά ένα νέο προϊόν. Αφενός, οι αποκωδικοποιητές χρησιμεύουν στη μετατροπή των ψηφιακών τηλεοπτικών σημάτων σε αναλογικά, ώστε οι συνήθεις στο εμπόριο συσκευές τηλεοράσεως να μπορούν να μεταδίδουν όχι μόνον αναλογικώς, αλλά και ψηφιακώς εκπεμπόμενες τηλεοπτικές εικόνες και ήχους με την κατ' αυτόν τον τρόπο βελτιωμένη ποιότητα. Επιπλέον, καθιστούν δυνατή την πρόσβαση σε ειδικά ψηφιακά τηλεοπτικά κανάλια. Τέλος, επιτρέπουν και την αναμετάδοση και την χρησιμοποίηση software αποσφραγίσεως για παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών υπό όρους (Pay-TV) . Το γεγονός ότι όλες αυτές οι λειτουργίες πραγματοποιούνται από μία συσκευή δεν πρέπει εντούτοις να δημιουργήσει την παραπλανητική εντύπωση ότι πρόκειται για δύο από απόψεως περιεχομένου διαφορετικά αντικείμενα εμπορίου που μπορούν να υπαχθούν από απόψεως κοινοτικού δικαίου σε διαφορετικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
38. Καθόσον με την απλή μετατροπή των ψηφιακών σε αναλογικών σημάτων καθίσταται δυνατή η καλύτερη ποιότητα εικόνας και ήχου των συνήθων, ελευθέρας προσβάσεως, τηλεοπτικών καναλιών, το γεγονός ότι η μετατροπή αυτή εξακολουθεί επί του παρόντος, για τεχνικούς λόγους, να πραγματοποιείται μέσω χωριστών από την ίδια τη συσκευή τηλεοράσεως συσκευών (αποκωδικοποιητές) δεν δικαιολογεί, αφ' εαυτού, κατ' αρχήν, διαφορετική αντιμετώπιση από αυτήν οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού που χρησιμεύει για τη βελτίωση της ποιότητας εικόνας και ήχου. Επομένως, καθόσον οι αποκωδικοποιητές είναι «προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση των τηλεοπτικών μηνυμάτων» κατά την έννοια της αποφάσεως Sacchi, μπορούν να υπαχθούν στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά το άρθρο 28 ΕΚ.
39. Καθόσον οι αποκωδικοποιητές καθιστούν δυνατή την πρόσβαση στα ειδικά, αλλά ελεύθερης προσβάσεως, ψηφιακά τηλεοπτικά κανάλια και, επιπλέον, καθιστούν δυνατή την άρνηση των περιορισμών προσβάσεως σε κλειδωμένα ψηφιακά τηλεοπτικά προγράμματα, πρόκειται για πρόσβαση σε παροχή υπηρεσιών. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται καμία κατ' αρχήν διαφορά με «τηλεοπτικές εκπομπές» κατά τη συνήθη έννοια, όπως είπε το Δικαστήριο στην απόφαση Sacchi. Επομένως, η εμπορία αποκωδικοποιητών, καθόσον καθιστά κατ' αυτόν τον τρόπο δυνατή την πρόσβαση σε παροχή υπηρεσιών, καταλαμβάνεται από το άρθρο 49 ΕΚ.
2. Οι διατάξεις περί καταχωρίσεως
40. Κατά τις ισπανικές νομοθετικές διατάξεις, τόσο οι αποκωδικοποιητές πριν από τη διάθεσή τους στο εμπόριο όσο και οι φορείς παροχής ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, που προσφέρουν τηλεοπτικές υπηρεσίες υπό όρους (Pay-TV), πρέπει να καταχωρίζονται στο μητρώο. Βάσει των ανωτέρω, θα μπορούσε συναφώς να πρόκειται, στην περίπτωση των φορέων, για περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (Pay-TV), στη δε περίπτωση των αποκωδικοποιητών τόσο για περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (συσκευές μετατροπής ψηφιακών σημάτων) όσο και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (αποκωδικοποίηση κλειδωμένων τηλεοπτικών προγραμμάτων).
41. Δεδομένου ότι πρόκειται για παράλληλα ζητήματα, θα επιχειρήσω να πραγματευθώ από κοινού το άρθρο 28 ΕΚ και το άρθρο 49 ΕΚ. Οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις εφαρμόζονται αδιάκριτα στους φορείς της Ισπανίας και στους φορείς από άλλα κράτη μέλη, καθώς και ανεξαρτήτως της εν προκειμένω προελεύσεως των αποκωδικοποιητών. ρέπει να εξεταστεί αν οι περί καταχωρίσεως διατάξεις συνιστούν περιορισμό της εκάστοτε σχετικής βασικής ελευθερίας και αν, στην περίπτωση αυτή, υφίστανται προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το επιτρεπτό ενός τέτοιου περιορισμού.
Επί του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
42. Όταν ένα κράτος προβλέπει κυρώσεις για τη διάθεση προϊόντων στο εμπόριο ή την προσφορά παροχής υπηρεσιών στην περίπτωση μη τηρήσεως αντίστοιχων εθνικών διατάξεων και, κατ' αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της εν λόγω διαθέσεως στο εμπόριο, τότε τέτοιες διατάξεις περί καταχωρίσεως παράγουν, εν πάση περιπτώσει, έννομες συνέπειες συστατικού χαρακτήρα για την κυκλοφορία εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών που μπορούν να συνιστούν περιορισμό των βασικών ελευθεριών . Διατάξεις περί καταχωρίσεως, των οποίων οι έννομες συνέπειες, αντιθέτως, μπορούν εν προκειμένω να θεωρηθούν ότι έχουν δηλωτικό χαρακτήρα, καθόσον, ακόμη και αν η μη τηρησή τους επιφέρει επιβολή κυρώσεων, δεν θίγουν τη νομιμότητα της εμπορίας προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών, θα μπορούσαν να συνάδουν κατ' αρχήν με το κοινοτικό δίκαιο, τουλάχιστον όταν πρέπει να τηρούνται χωρίς ιδιαίτερα έξοδα για διοικητικές δαπάνες.
43. Οι διάδικοι έχουν διαφορετική γνώμη ως προς το πώς πρέπει από την άποψη αυτή να ερμηνευθούν οι νομοθετικές διατάξεις του Real Decreto 136/1997 και του Real Decreto Ley 1/1997, το δε Tribunal Supremo εκθέτει στη διάταξή του περί παραπομπής ότι:
- «Το δικάζον τμήμα θεωρεί [...] ότι η πλέον συνεπής ερμηνεία του προηγουμένως εκτεθέντος κανονιστικού συνόλου είναι η εξής: από το συνδυασμό του άρθρου 2 του Real Decreto 136/1997, του άρθρου 1, παράγραφος 2, του Real Decreto Ley 1/1997 και της μοναδικής πρόσθετης διατάξεώς του, οι ισπανικές αρχές θα δημιουργήσουν ένα υποχρεωτικό μητρώο για τους φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους απαιτώντας τη καταχώρισή τους σ' αυτό, αλλά και των συσκευών, εξοπλισμών, μηχανισμών ή συστημάτων τηλεπικοινωνιών που αυτοί οι ίδιοι εμπορεύονται ή διαθέτουν στην αγορά. Η καταχώριση στο μητρώο αυτό ουδόλως είναι αυτόματη, αλλά απαιτείται προηγούμενη διοικητική απόφαση η οποία μπορεί να είναι αρνητική [...]. Επίσης, η καταχώρισή της έγινε μόνο με "υπεύθυνη δήλωση ότι θα συμμορφωθεί προς τις τεχνικές προδιαγραφές" υποβληθείσα από τον αντίστοιχο φορέα, άλλως απαιτούνταν προηγούμενη απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου, που θα διατύπωναν οι υπάλληλοι του Υπουργείου Αναπτύξεως, σχετικά με την πλήρωση των προϋποθέσεων, τεχνικών ή άλλου είδους, που προβλέπει το Decreto Ley 1/1997. Μόνον αφού περατωθεί προσηκόντως η διαδικασία καταχωρίσεως και ληφθεί η αντίστοιχη "έγκριση" είναι κατά νόμο δυνατή η εμπορία, διανομή, εκχώρηση ή εκμίσθωση εξοπλισμού, συστημάτων και αποκωδικοποιητών που είναι αναγκαίοι για την ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικού σήματος. Σε περίπτωση που δεν θα ληφθεί η έγκριση αυτή, οι φορείς παροχής υπηρεσιών που προβαίνουν στην εμπορία, διανομή, εκχώρηση ή εκμίσθωση των προαναφερομένων συσκευών διαπράττουν παράβαση, κατά το μάλλον ή ήττον σοβαρή, η οποία επισύρει διοικητικές κυρώσεις.»
44. Το Δικαστήριο μπορεί να δώσει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα μόνο βάσει της ερμηνείας του εθνικού δικαίου στην οποία προέβη το εθνικό αιτούν δικαστήριο . Ως εκ τούτου, η εφαρμογή των απαντήσεων στα προδικαστικά ερωτήματα θα συνδέεται στενά, στην περαιτέρω έκβαση της κύριας δίκης, με την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νομική κατάσταση, όπως αυτή εκτέθηκε στο Δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής.
45. Αν, επομένως, σε συμφωνία με το αιτούν δικαστήριο ληφθεί ως βάση ότι η εμπορία των αποκωδικοποιητών χωρίς καταχώριση των συσκευών και των φορέων συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων που θίγουν τη νομιμότητα της εμπορίας, τότε η καταχώριση αυτή έχει συστατικό χαρακτήρα για την εμπορία των προϊόντων και την προσφορά υπηρεσιών. Επομένως, ενόψει αυτού, θα μπορούσε στη συνέχεια να γίνει λόγος για «υποχρεώσεις καταχωρίσεως». Τέτοια μέτρα θα συνιστούσαν περιορισμούς που κατ' αρχήν θα ήταν ασυμβίβαστοι με τις βασικές ελευθερίες των άρθρων 28 ΕΚ και 49 ΕΚ.
46. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι οι διατάξεις περί καταχωρίσεως συνιστούν μια αμιγή ρύθμιση για τη διάθεση προϊόντων, η οποία κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Keck και Mithouard ουδόλως συνιστά περιορισμό των βασικών ελευθεριών, αρκεί η διαπίστωση ότι εθνικές διατάξεις, οι οποίες εξαρτούν τη νομιμότητα της εμπορίας συσκευών από την τήρηση ορισμένων διατάξεων περί καταχωρίσεως, δεν μπορούν να αποτελούν τρόπους διαθέσεως των προϊόντων κατά την έννοια της εν λόγω νομολογίας.
Επί των επιτακτικών απαιτήσεων περί του γενικού συμφέροντος
47. εριορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μπορούν να δικαιολογούνται κατά περίπτωση όταν υφίσταται δικαιολογημένη αιτία, δηλαδή διασφαλίζουν π.χ. επιτακτικές ανάγκες του γενικού συμφέροντος και τα περιοριστικά αυτά μέτρα βρίσκονται σε αντιστοιχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, επομένως είναι πρόσφορα, αναγκαία και κατάλληλα . ρέπει επομένως να εξεταστεί αν οι ισπανικές διατάξεις περί καταχωρίσεως πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
48. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προβαλλόμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση προστασία του καταναλωτή μέσω της διασφαλίσεως του ανταγωνισμού συνιστά σαφώς συμφέρον υπέρ του κοινωνικού συνόλου. Μπορεί επίσης να ληφθεί ως δεδομένο ότι η καταχώριση όλων των φορέων και των χρησιμοποιούμενων από αυτούς αποκωδικοποιητών για την παρακολούθηση της αγοράς των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών είναι πρόσφορη για τη δημιουργία διαφάνειας στην αγορά αυτή.
49. Εντούτοις, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν οι επίμαχες διατάξεις περί καταχωρίσεως ως προϋπόθεση για την εμπορία των αποκωδικοποιητών και την προσφορά των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών είναι «απαραίτητες» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη διαπιστώσει ότι περιορισμός μιας βασικής ελευθερίας μπορεί να είναι «αναγκαίος» μόνον όταν δεν υφίσταται κανένα ηπιότερο μέσο που να περιορίζει λιγότερο ή και καθόλου τη βασική ελευθερία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού .
50. Στην αλληλουχία αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το παρατιθέμενο από το αιτούν δικαστήριο άρθρο 2, σημείο 9, του Real Decreto 136/1997, που το αιτούν δικαστήριο παραθέτει ως εξής:
- «Τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο νοούνται, εν πάση περιπτώσει, υπό την επιφύλαξη της ευχέρειας της αρμόδιας για την αγορά των τηλεπικοινωνιών επιτροπής [...] "που αποβλέπει στον περιορισμό ή στην απαγόρευση της δραστηριότητας των φορέων παροχής υπηρεσιών υπό όρους πρόσβασης και των φορέων μεταδόσεως, προς εξασφάλιση του ανταγωνισμού και διασφάλιση της πολλαπλότητας προσφοράς υπηρεσιών".»
51. Επομένως, όπως φαίνεται, η αρμόδια για την αγορά των τηλεπικοινωνιών επιτροπή είναι επίσης επιφορτισμένη με καθήκοντα επιτηρήσεως του ανταγωνισμού και ότι με τις εγγραφές στο τηρούμενο από την επιτροπή αυτή μητρώο σκοπείται η διευκόλυνση της παρακολουθήσεως της καταστάσεως του ανταγωνισμού στην αγορά της ψηφιακής τηλεοψίας. Κατά τούτο, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι - όπως προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση - οι διατάξεις περί καταχωρίσεως συνιστούν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας 95/47/ΕΚ.
52. Εντούτοις, ένα εθνικό μέτρο, ακόμη και όταν λαμβάνεται για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα όρια των βασικών ελευθεριών· επομένως, εν προκειμένω, πρέπει να είναι ιδίως «αναγκαίο και κατάλληλο» για την επίτευξη των σκοπών. Αν συστατικού χαρακτήρα υποχρεώσεις καταχωρίσεως αποτελούσαν τη μόνη αποτελεσματική μέθοδο για την παρακολούθηση μιας αγοράς, στην οποία υφίσταται ο κίνδυνος καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, τέτοιες διατάξεις θα έπρεπε να υφίστανται επίσης για άλλες αγορές, στις οποίες υφίσταται ομοίως αυτός ο κίνδυνος, πράγμα όμως που προφανώς δεν συμβαίνει. Εκ μέρους της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν προβλήθηκε εξάλλου κανένα επιχείρημα για το ότι η κατάσταση ανταγωνισμού στην αγορά των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών διαφέρει από άλλες ενδεχομένως απειλούμενες αγορές ως προς το ότι η παρακολούθηση αυτής της καταστάσεως στην αγορά δεν θα μπορούσε να συντελείται αποτελεσματικά ή αρκετά αποτελεσματικά με συνήθη, λιγότερο περιοριστικά, των βασικών ελευθεριών μέτρων.
53. Μια εθνική ρύθμιση όπως η εκτιθέμενη στην κύρια δίκη, η οποία απαιτεί ως αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη εμπορία αποκωδικοποιητών για ψηφιακές τηλεοπτικές υπηρεσίες καταχώριση των φορέων και αυτών των συσκευών, δεν συνάδει επομένως εν προκειμένω προς τα άρθρα 28 ΕΚ και 49 ΕΚ.
3. Απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου εκ μέρους των εθνικών αρχών
54. Οι μετέχοντες της διαδικασίας συμφωνούν ως προς το αν και κατά πόσον πραγματοποιούμενες σε άλλα κράτη μέλη επαληθεύσεις όσον αφορά την τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών της οδηγίας 95/47/ΕΚ στο πλαίσιο των εκ μέρους των εθνικών αρχών εκδιδομένων αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων τεχνικού περιεχομένου (στο εξής, επίσης: γνωμάτευση) λαμβάνονται υπόψη ή έχουν ενδεχομένως αποτέλεσμα την εξάλειψη των σχετικών υποχρεώσεων.
55. Κατά τη νομική κατάσταση, όπως αυτή εκτίθεται στο Δικαστήριο από το εθνικό αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα προβλέπεται ότι η ισπανική ρύθμιση:
- «επιβάλλει [...] ως αναγκαία προϋπόθεση για την εμπορία [...] αποκωδικοποιητών - περιλαμβανομένων και εκείνων που κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο στα άλλα κράτη μέλη - τις ακόλουθες απαιτήσεις σωρευτικώς:
- [...] προηγούμενη απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου, την οποία διατυπώνουν οι εθνικές αρχές, ότι πληρούνται οι τεχνικές προϋποθέσεις [...]».
56. Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστούν τα ακόλουθα: η διασφάλιση (εν προκειμένω υπό τη μορφή ελέγχων) των τεχνικών απαιτήσεων, για κατασκευαζόμενους στην Ισπανία ή για πρώτη φορά διατιθέμενους εντός της χώρας αυτής στο εμπόριο αποκωδικοποιητές, όχι μόνον επιτρέπεται, αλλά και απαιτείται από την οδηγία 95/47. Εντούτοις, όσον αφορά την οδηγία 95/47, πρόκειται για έναν εναρμονισμένο τομέα της εσωτερικής αγοράς κατά τα άρθρα 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 47, παράγραφος 2, ΕΚ), 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 55 ΕΚ) και 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ). Εν προκειμένω, θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση ότι σε κάθε κράτος μέλος υφίστανται ρυθμίσεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 95/47 και, επομένως, οι κατασκευαζόμενοι σ' αυτό το κράτος ή διατιθέμενοι στο εμπόριο αποκωδικοποιητές υπόκεινται σε αντίστοιχους όρους. Εντούτοις, όπως εκτέθηκε, οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις επιβάλλουν προφανώς την προηγούμενη έκδοση αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου εκ μέρους των εθνικών αρχών, χωρίς διάκριση για τους αποκωδικοποιητές κοινοτικής προελεύσεως.
57. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τέτοιοι «διπλοί έλεγχοι» συνιστούν αδικαιολόγητους περιορισμούς των βασικών ελευθεριών, όταν και καθόσον συνεπάγονται εκ νέου εξέταση των προϋποθέσεων που ήδη επαληθεύθηκαν στη χώρα προελεύσεως . Αυτό ισχύει ιδίως όταν πιθανολογείται ότι υφίστανται επαρκώς αποτελεσματικές δυνατότητες ελέγχου και επαρκώς ισοδύναμες προϋποθέσεις βάσει κοινοτικών διατάξεων εναρμονίσεως .
58. Επομένως, καθόσον οι εθνικές ρυθμίσεις για τη νόμιμη εμπορία των επίμαχων αποκωδικοποιητών, οι οποίοι κατασκευάζονται νομίμως εντός άλλων κρατών μελών ή διατίθενται στο εμπόριο, ορίζουν ως απαραίτητη προϋπόθεση την έκδοση προηγούμενης αποφάσεως ή προηγούμενης γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από εθνικές αρχές, όπως εκτίθεται στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, δεν συνάδουν προς τα άρθρα 28 ΕΚ και 49 ΕΚ.
VII - Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
59. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι διατάξεις περί καταχωρίσεως, όπως η προηγούμενη απόφαση ή η προηγούμενη γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου από τις εθνικές αρχές, καθόσον αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την έγκριση της εμπορίας των αποκωδικοποιητών, είναι «τεχνικοί κανόνες» κατά την έννοια της οδηγίας 83/189, που πρέπει να γνωστοποιούνται στην Επιτροπή.
60. Δεδομένου ότι οι επίμαχες ισπανικές νομοθετικές διατάξεις θεσπίστηκαν το 1997, το προδικαστικό αυτό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί βάσει της οδηγίας 83/189 ως έχει κατά την οδηγία 94/10 .
61. Η Επιτροπή και η Canal Satélite Digital προβάλλουν πρωτίστως τη συστατική για την εμπορία των αποκωδικοποιητών ενέργεια των ισπανικών νομοθετικών διατάξεων. ρόκειται για «τεχνικούς κανόνες», δεδομένου ότι η τήρησή τους αποτελεί προϋπόθεση για τη νόμιμη εμπορία των αποκωδικοποιητών. Η Ισπανική Κυβέρνηση αρνείται ότι μπορεί να έχει εφαρμογή η οδηγία 83/189 και στηρίζεται συναφώς στην ερμηνεία της του εθνικού δικαίου, κατά την οποία οι διατάξεις περί καταχωρίσεως έχουν αμιγώς δηλωτικό χαρακτήρα. Φρονεί ότι δεν μπορεί να πρόκειται για «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της οδηγίας 83/189, διότι με τον όρο αυτό νοούνται εθνικές διατάξεις των οποίων η τήρηση είναι de jure ή de facto δεσμευτική για την εμπορία.
62. Η Επιτροπή, η Canal Satélite Digital και η Βελγική Κυβέρνηση έχουν τη γνώμη ότι οι επίμαχες ισπανικές διατάξεις αφορούν τη μορφή των αποκωδικοποιητών. ρόκειται για «τεχνικούς κανόνες» υπό τη μορφή «άλλων απαιτήσεων». Η Αρχή επιτηρήσεως ΕΖΕΣ φρονεί ότι οι νομοθετικές αυτές διατάξεις δεν αποτελούν «άλλες απαιτήσεις», δεδομένου ότι δεν ασκούν καμία άμεση επιρροή στα χαρακτηριστικά των επίμαχων αποκωδικοποιητών.
63. Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Αρχή επιτηρήσεως ΕΖΕΣ επικαλούνται στη συνέχεια το γεγονός ότι οι νομοθετικές αυτές διατάξεις έχουν ρητώς χαρακτηριστεί ως μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 95/47 στο εσωτερικό δίκαιο και, επομένως, έχει εφαρμογή η προβλέπουσα εξαίρεση διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189. Σκοπός του άρθρου 10 είναι η διοικητική απλούστευση. Οι επίμαχες ισπανικές νομοθετικές διατάξεις διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στο πλαίσιο των κατά την οδηγία 95/47 ειδικών υποχρώσεων κοινοποιήσεως και κατ' ακολουθία δηλώθηκαν ως μηχανισμός ελέγχου για την τήρηση των περιεχομένων εκεί τεχνικών προδιαγραφών. Το γεγονός ότι η οδηγία δεν περιέχει διατάξεις περί καταχωρίσεως και τα εθνικά μέτρα υπερβαίνουν εν προκειμένω το περιεχόμενο της οδηγίας στερείται σημασίας, εφόσον ο κανόνας αυτός συνάδει προς το περιεχόμενο της οδηγίας, πράγμα που συμβαίνει εν προκειμένω. Η Βελγική Κυβέρνηση, η Canal Satélite Digital και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ' ουσίαν αντίθετη άποψη.
64. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται τέλος στο συμβατό του συστήματος καταχωρίσεως με την οδηγία 97/13/ΕΚ για τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Η προβλέπουσα εξαίρεση διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189 έχει εφαρμογή και όσον αφορά την οδηγία 97/13. Το ότι η δεύτερη αυτή οδηγία άρχισε να ισχύει μόλις μετά τη θέση σε ισχύ των ισπανικών νομοθετικών διατάξεων στερείται σημασίας. Οι επίμαχες ισπανικές νομοθετικές διατάξεις αποτελούν πρόωρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, μέθοδο που γίνεται αποδεκτή από το κοινοτικό δίκαιο.
65. Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση των φορέων και των αποκωδικοποιητών, αφενός, και η ανάγκη προηγούμενης έκδοσης αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από τις εθνικές αρχές, αφετέρου, αποτελούν - και στο πλαίσιο της οδηγίας 83/189 - δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία επομένως πρέπει να εξεταστούν κατωτέρω χωριστά.
A - Διατάξεις περί καταχωρίσεως
66. Όπως εκθέτει και το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις εξαρτούν τη νομιμότητα της εμπορίας των αποκωδικοποιητών από την καταχώριση των φορέων και των χρησιμοποιουμένων από αυτούς αποκωδικοποιητές.
67. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν οι νομοθετικές αυτές διατάξεις έπρεπε να γνωστοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189. Θα έπρεπε, αν επρόκειτο για «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 9, της οδηγίας 83/189 και δεν είχε εφαρμογή η ρύθμιση περί εξαιρέσεως του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση.
68. Κατ' αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί αν οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις συνιστούν ρυθμίσεις που αφορούν την εμπορία «προϊόντων» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189. Η καταχώριση αφορά κατ' αρχάς τους αποκωδικοποιητές. Οι αποκωδικοποιητές αυτοί πρέπει, εν πάση περιπτώσει, καθόσον μετατρέπουν ψηφιακά σε αναλογικά τηλεοπτικά σήματα, να θεωρηθούν «προϊόντα» κατά την έννοια της οδηγίας. Οι αποκωδικοποιητές καθιστούν επίσης δυνατή μια τεχνική βοηθητική λειτουργία για την προσφορά παροχής υπηρεσιών, δηλαδή την πρόσβαση σε ειδικά ψηφιακά τηλεοπτικά κανάλια. εραιτέρω, καθιστούν δυνατή μέσω της λήψεως του software αποσφραγίσεως την άρση των περιορισμών προσβάσεως στο πλαίσιο της Pay-TV.
69. Τέλος, η καταχώριση αφορά επίσης τους φορείς της παροχής υπηρεσιών, δηλαδή τους φορείς ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών υπό όρους. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν τέτοιες διατάξεις περί καταχωρίσεως φορέων παροχής υπηρεσιών και συσκευών, που καθιστούν - επίσης - δυνατή την προσφορά παροχής υπηρεσιών, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 . Επομένως, οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις δίνουν αφορμή για να διευκρινιστεί η διαφορά μεταξύ εθνικών διατάξεων περί εμπορίας προϊόντων και διατάξεων περί προσφοράς παροχής υπηρεσιών.
70. Η οδηγία 83/189, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, δεν περιελάμβανε στο πεδίο της εφαρμογής της την παροχή υπηρεσιών. Μόλις με την τελευταία τροποίηση της κωδικοποιηθείσας το 1998 οδηγίας περιελήφθη ρητώς η παροχή ορισμένων υπηρεσιών, δηλαδή της κοινωνίας της πληροφορήσεως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας . Επομένως, εξαιρούνται (και εξαιρούνταν κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών) κατ' αρχήν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή υπηρεσιών αυτών καθεαυτών. Δεν μπορεί πάντως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα κράτη μέλη να επιχειρήσουν να ρυθμίσουν την παροχή υπηρεσιών, θεσπίζοντας διατάξεις για την εμπορία συσκευών και προϊόντων των οποίων η χρησιμοποίηση θα αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφορά παροχής ορισμένων υπηρεσιών. Δεδομένου ότι εν προκειμένω πρωτεύουσα σημασία θα είχε πράγματι η ρύθμιση της παροχής υπηρεσιών, φαίνεται βάσιμο το ερώτημα αν σε τέτοιες περιπτώσεις εξακολουθεί να πρόκεται για διάταξη «της οποίας η τήρηση είναι υποχρεωτική [...] για την εμπορία ή τη χρήση του προϊόντος» και επομένως θα έπρεπε να κοινοποιηθεί.
71. Για μια ενδεχομένως οριοθέτηση διατάξεων που αφορούν «προϊόντα» και πρέπει να γνωστοποιούνται και διατάξεων που αφορούν «παροχή υπηρεσιών» που δεν χρειάζεται ή δεν πρέπει κατ' ανάγκη να γνωστοποιούνται θα μπορούσε παραδείγματος χάρη να θεωρηθεί ότι σημασία έχει ο σκοπός της εθνικής διατάξεως η οποία αφορά την εμπορία. Η θεώρηση αυτή φαίνεται εντούτοις ελάχιστα λυσιτελής εν προκειμένω, καθόσον μια οριοθέτηση θα ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη, όταν εθνικές διατάξεις που αφορούν την εμπορία προϊόντων αφορούν τόσο τα χαρακτηριστικά των ίδιων των προϊόντων όσο και τη ρύθμιση των παρεχομένων με αυτά υπηρεσιών.
72. Με βάση το ότι η οδηγία 83/189 συνιστούσε μέτρο εναρμονίσεως έχουσα, μεταξύ άλλων, ως έρεισμα το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 94 ΕΚ) και ότι η τροποποιητική οδηγία 94/10 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, βάσει του άρθρου 100 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ), καθώς και ενόψει της καθορισθείσας με τη Συνθήκη οριοθετήσεως μεταξύ ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μια τέτοια διάκριση δεν θα ασκούσε επιρροή ούτε στο ζήτημα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας .
73. Επομένως, για τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 83/189 δεν χρειάζεται ούτε να πρόκειται για ένα ενδεχόμενο αντικείμενο της υποχρεώσεως καταχωρίσεως (π.χ. φορέας τηλεοπτικών υπηρεσιών) ούτε για ιδιαίτερες λειτουργίες των προϊόντων (π.χ. πρόσβαση σε ειδικά ψηφιακά τηλεοπτικά κανάλια και άρση του περιορισμού προσβάσεως σε τηλεοπτικές υπηρεσίες), εφόσον είναι σαφές ότι οι διατάξεις περί καταχωρίσεως αφορούν την εμπορία «προϊόντων» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189. Αυτό συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.
74. Εφόσον λοιπόν οι ισπανικές διατάξεις περί καταχωρίσεως είναι διατάξεις που αφορούν την εμπορία «προϊόντων», πρέπει να εξεταστεί αν πρόκειται για «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 9, της οδηγίας 83/189. «Τεχνικός κανόνας» κατά τον ορισμό της οδηγίας 83/189 αποτελεί «τεχνική προδιαγραφή» (άρθρο 1, σημείο 2) ή «άλλη απαίτηση» (άρθρο 1, σημείο 3).
75. Δεδομένου ότι όσον αφορά τις ισπανικές διατάξεις περί καταχωρίσεως δεν πρόκειται για διατάξεις που αφορούν «χαρακτηριστικά» των αποκωδικοποιητών, δεν πρόκειται για «τεχνικές προδιαγραφές» κατά την έννοια της οδηγίας. Επομένως, θα μπορούσε να πρόκειται για «άλλες απαιτήσεις». Κατά συνέπεια, στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται μια εθνική διάταξη, όταν αυτή «αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά [...] εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος ή την εμπορία του».
76. Με τη διάταξη που αφορά τις «άλλες απαιτήσεις» διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 το 1994. Για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου για τον ορισμό «των τεχνικών προδιαγραφών». Από τη νομολογία αυτή μπορεί να συναχθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 εμπίπτουν μόνον εθνικές διατάξεις οι οποίες αφορούν τα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος . Κατά το γράμμα επίσης της διατάξεως περί «άλλων απαιτήσεων», σημασία αποδίδεται στο ότι η τήρηση των εθνικών νομοθετικών διατάξεων μπορεί να έχει επίδραση στην ουσία («σύνθεση», «φύση») του προϊόντος. Η έννοια αυτή διευρύνθηκε με την έννοια της «εμπορίας».
77. Δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ο σκοπός των διατάξεων περί καταχωρίσεως συνίσταται στην παρακολούθηση της αγοράς των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, ουδόλως θα πρέπει η τήρησή τους να επηρεάζει τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή την εμπορία τους. Η καταχώριση φορέων παροχής ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών υπό όρους και των διατιθέμενων από αυτούς στην αγορά αποκωδικοποιητών, όπως προβλέπεται από τις ισπανικές νομοθετικές διατάξεις, δεν μπορεί εν προκειμένω να συνιστά «άλλη απαίτηση» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 3, της οδηγίας 83/189.
78. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ισπανικές νομοθετικές διατάξεις, καθόσον εξαρτούν τη νόμιμη εμπορία των αποκωδικοποιητών από την καταχώριση των αποκωδικοποιητών και των φορέων, δεν συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» οι οποίοι έπρεπε να γνωστοποιηθούν κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας.
79. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει ακόμη να εξεταστεί το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ότι δηλαδή η νομιμότητα της μη γνωστοποιήσεως των διατάξεων περί καταχωρίσεως προκύπτει κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189 από την πρόωρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/13.
80. Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται προφανώς στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Inter-Environnement Wallonie , κατά την οποία οι οδηγίες παράγουν ορισμένα έννομα αποτελέσματα ήδη πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. Σ' αυτό πρέπει κατ' αρχάς να αντιταχθεί ότι από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί καμία ένδειξη για τη συναγωγή εννόμων αποτελεσμάτων και για τον χρόνο προ της ενάρξεως ισχύος τους.
81. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα πρόωρα έννομα αποτελέσματα μιας οδηγίας απορρέουν από την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας με την Κοινότητα κατά το άρθρο 10 ΕΚ . Εξαιρέσεις - όπως το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189 - πρέπει κατ' αρχήν, κατά πάγια νομολογία, να ερμηνεύονται στενά, η δε αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας με την Κοινότητα ελάχιστα φαίνεται να προσφέρεται για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής κοινοτικών κανόνων που επιτρέπουν στα επί μέρους κράτη μέλη, υπό αυστηρώς καθοριζόμενες προϋποθέσεις, εξαιρέσεις από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
82. Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, προκειμένου να επικαλεστεί το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189, να προβάλει διατάξεις κοινοτικού δικαίου που δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ισχύουν κατά το χρονικό σημείο της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως.
B - Απόφαση ή γνωμοδότηση τεχνικού περιεχομένου των εθνικών αρχών
83. Οι ισπανικές διατάξεις εξαρτούν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, τη νομιμότητα της εμπορίας των αποκωδικοποιητών από την έκδοση επίσης αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου από τις ισπανικές αρχές, οι οποίες αφορούν την πιστοποίηση του συμβατού των αποκωδικοποιητών προς τις τεχνικές απαιτήσεις της οδηγίας 95/47.
84. Το άρθρο 2, σημείο 4, τρίτη περίοδος, του Real Decreto 136/1997 έχει ως εξής:
- «[...] Εν πάση περιπτώσει, [η αρμόδια για την αγορά των τηλεπικοινωνιών επιτροπή] ζητεί την υποχρεωτική έκθεση των τεχνικών υπηρεσιών της γενικής διευθύνσεως τηλεπικοινωνιών του Υπουργείου Αναπτύξεως, σχετικά με την εκπλήρωση των οριζομένων στο Real Decreto Ley 1/1997, της 31ης Ιανουαρίου 1997, με το οποίο μεταφέρεται στο ισπανικό δίκαιο η οδηγία 95/47/ΕΚ, της 24ης Οκτωβρίου 1995, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, και εγκρίνονται ορισμένα πρόσθετα μέτρα για την απευλεύθερωση του τομέα [οριστική διατύπωση κατόπιν διορθώσεως των σφαλμάτων].»
85. ρέπει να εξεταστεί αν η υποχρέωση γνωστοποιήσεως κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189 μπορεί ενδεχομένως να μην υφίσταται λόγω του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189, καθόσον πρόκειται προφανώς για εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στο πλαίσιο της οδηγίας 95/47.
86. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η ισπανική ρύθμιση σκοπεί, με την τεχνική πιστοποίηση των αποκωδικοποιητών, στην εξασφάλιση της πληρώσεως των εθνικών προϋποθέσεων της οδηγίας 95/47. Οι περιεχόμενες στα άρθρα 1 έως 5 της οδηγίας 95/47 τεχνικές απαιτήσεις είναι «τεχνικές προδιαγραφές» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 83/189.
87. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρόκειται επομένως για περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/189.
VIII - ρόταση
88. Βάσει αυτών των σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1) Το άρθρο 28 ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη εμπορία των προς τούτο αναγκαίων συσκευών - περιλαμβανομένων και εκείνων που κατασκευάζονται και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών -, προϋποθέσεις διοικητικής φύσεως, όπως οι εκτεθείσες στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
2) Το άρθρο 49 ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους προϋποθέσεις διοικητικής φύσεως, όπως οι εκτεθείσες στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
3) Τα άρθρα 1 έως 5 της οδηγίας 94/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος, έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν κατ' αρχήν εθνικές ρυθμίσεις, όπως οι εκτεθείσες στο πλαίσιο της κύριας δίκης, με την επιφύλαξη του συμβατού με υπέρτερους κανόνες κοινοτικού δικαίου.
4) Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεων στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, ως έχει μετά την οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, έχει την έννοια ότι εθνικές νομοθετικές διατάξεις, που επιβάλλουν σε φορείς παροχής υπηρεσιών προσβάσεως υπό όρους ως αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη εμπορία συσκευών
- την καταχώριση αυτών των ίδιων καθώς και των συσκευών σε επίσημο μητρώο δεν αποτελούν "τεχνικούς κανόνες" κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 9, της οδηγίας·
- την υποχρεωτική προσκόμιση προηγουμένης αποφάσεως ή προηγούμενης γνωμοδοτήσεως τεχνικού περιεχομένου του προεκτεθέντος είδους από εθνικές αρχές αποτελούν "τεχνικούς κανόνες" κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 9, της οδηγίας και θα έπρεπε να γνωστοποιούνται, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας.»
Full & Egal Universal Law Academy