Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση που έχει αντικείμενο την παράβαση κράτους μέλους, η Επιτροπή προβάλλει την έλλειψη μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη δύο οδηγιών.
2. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996 , περί τροποποιήσεως της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων ορίζει ότι:
«1. Tα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς:
α) τις ακόλουθες διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1:
- σημείο 4: άρθρο 6, παράγραφος 1, άρθρο 9 Δ, παράγραφος 2, άρθρο 9 Ε, παράγραφος 3, άρθρο 9 ΣΤ, άρθρο 9 Ζ, άρθρο 9 Η, άρθρο 9 Ι, άρθρο 9 Ν, άρθρο 9 Ξ [την 1η Ιανουαρίου 1997],
- τα σημεία 10, 12, 19 και 20,
την 1η Απριλίου 1998·
β) τις λοιπές διατάξεις της παρούσας οδηγίας την 1η Οκτωβρίου 1999.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή.»
3. Η οδηγία 96/93/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την πιστοποίηση των ζώων και των ζωικών προϊόντων , έπρεπε να είχε μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998.
4. Η Επιτροπή δεν έλαβε καμία κοινοποίηση σχετικά με τη μεταφορά των δύο αυτών οδηγιών στην ιταλική έννομη τάξη. Κατόπιν αυτού, απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία επιστολές οχλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), στις 16 Ιουλίου 1998 όσον αφορά την οδηγία 96/51 και στις 3 Ιουνίου 1998 όσον αφορά την οδηγία 96/93, τάσσοντας προθεσμία δύο μηνών προκειμένου η Ιταλική Δημοκρατία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Στις επιστολές αυτές δεν δόθηκε απάντηση.
5. ρος τούτο, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 11 Δεκεμβρίου 1998, στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη αναφορικά με τις δύο αυτές οδηγίες, τάσσουσα μία πρόσθετη συμπληρωματική προθεσμία δύο μηνών.
6. Οι ιταλικές αρχές απάντησαν μόνον αναφορικά με την οδηγία 96/93. Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 1999 γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι σχετικό σχέδιο νόμου βρισκόταν στο στάδιο της καταρτίσεως.
7. Στις 11 Οκτωβρίου 1999 η Επιτροπή κίνησε, κατά συνέπεια, την παρούσα διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει ή, εν πάση περιπτώσει, να κοινοποιήσει, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες:
α) 96/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, για την τροποποίηση της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων,
β) 96/93/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την πιστοποίηση των ζώων και των ζωικών προϊόντων,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
8. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, δυνάμει του άρθρου 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 249 ΕΚ) και του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ), τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θέσουν σε ισχύ τα απαιτούμενα εθνικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις των οδηγιών εντός των προβλεπομένων σχετικώς προθεσμιών και να γνωστοποιήσουν αμέσως τη λήψη των μέτρων αυτών στην Επιτροπή. Οι προθεσμίες αυτές παρήλθαν χωρίς η Ιταλική Δημοκρατία να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα μέτρα μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη των ανωτέρω οδηγιών.
9. Η Ιταλική Δημοκρατία δέχεται ότι καθυστέρησε τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων για την εφαρμογή των οδηγιών. Υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην περίπλοκη διαδικασία που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία. Αναφέρει ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες για τη μεταφορά των ανωτέρω οδηγιών βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και ότι επίκειται η θέσπιση των αντιστοίχων νομικών διατάξεων.
10. Ενόψει των λόγων που εκτίθενται στο δικόγραφο της προσφυγής, πρέπει αυτό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όσον αφορά την οδηγία 96/51, αναφέρεται μόνο στη μη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_. Είναι αδύνατο να υποτεθεί ότι η Επιτροπή είχε τη βούληση να ασκήσει προσφυγή με αντικείμενο ευρύτερο, δεδομένου, αφενός, ότι τυχόν παράβαση θα συνέτρεχε μόνο για διάστημα ένδεκα ημερών προ της ασκήσεως της προσφυγής και, αφετέρου, ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αφορά ρητώς αυτό μόνον το τμήμα της οδηγίας.
11. Ενόψει αυτής της ερμηνείας, η προσφυγή είναι βάσιμη. Κατά τον κρίσιμο για την προσφυγή παραβάσεως χρόνο, δηλαδή κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (δύο μήνες μετά την 11η Δεκεμβρίου 1998), είναι αναμφισβήτητο ότι δεν είχε μεταβληθεί η κατάσταση στην οποία αναφέρονταν οι αιτιάσεις, ακόμα και αν γινόταν δεκτή μία παρέκταση των προθεσμιών λόγω καθυστερήσεων του ταχυδρομείου. Συνεπώς, επιβάλλεται να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία, κατά το αίτημα της προσφυγής.
12. Η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα πρέπει να γίνει κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
13. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει:
α) του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 96/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, για την τροποποίηση της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, καθώς και
β) της οδηγίας 96/93/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την πιστοποίηση των ζώων και των ζωικών προϊόντων,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy