ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 10ης Ιουνίου 2004 (1)
Υπόθεση C-400/99
Ιταλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ενισχύσεις σε επιχειρήσεις θαλασσίων μεταφορών – Απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας – Εν μέρει κατάργηση της δίκης – Αυτοτελές αποτέλεσμα αναστολής – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 – Προηγούμενη ακρόαση»
I – Εισαγωγή
1. Οι προτάσεις αυτές αφορούν τη συνέχιση της διαδικασίας στην υπόθεση C‑400/99 (Ιταλία κατά Επιτροπής). Στην παρούσα διαδικασία, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να ακυρωθεί εν μέρει η απόφαση της Επιτροπής που της κοινοποιήθηκε με το έγγραφο SG(99) D/6463, της 6ης Αυγούστου 1999, περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 64/99 (ex NN 68/99) – Ιταλία – που είχε χορηγηθεί στις επιχειρήσεις του Gruppo Tirrenia di Navigazione (2) (στο εξής προσβαλλόμενη απόφαση).
2. Ως προς τα περιστατικά, τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, τα αιτήματα των διαδίκων και το εφαρμοστέο εν προκειμένω κοινοτικό δίκαιο, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 2001 επί της υποθέσεως αυτής (3) (στο εξής : παρεμπίπτουσα απόφαση), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε την προταθείσα από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Η ένσταση απορρίφθηκε και διατάχθηκε η συνέχιση της διαδικασίας επί της ουσίας.
II – Επί της περαιτέρω εξελίξεως
3. Στις 21 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2001/851/ΕΚ, όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Ιταλία στη ναυτιλιακή επιχείρηση Tirrenia di Navigazione (4) (στο εξής: πρώτη μερική απόφαση) (5). Η απόφαση αυτή αφορούσε μόνον την ανωτέρω επιχείρηση, η οποία «έχει τον ρόλο του πρωταγωνιστή» εντός του ομίλου επιχειρήσεων Tirrenia. Η πρώτη μερική απόφαση έχει αποσπασματικά ως ακολούθως:
«Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
Έχοντας υπόψη:
[…]
6. Συμπέρασμα
(43) Λαμβάνοντας υπόψη της όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν υφίστανται αμφιβολίες αναφορικά με το συμβιβάσιμο χαρακτήρα των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στην Tirrenia di Navigazione, βάσει των ρυθμίσεων της σύμβασης του 1991,
Εξέδωσε την παρούσα απόφαση:
Άρθρο 1
Οι ενισχύσεις που κατέβαλε η Ιταλία στην Tirrenia di Navigazione από την 1η Ιανουαρίου 1990 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000, υπό τη μορφή των εξισωτικών πληρωμών για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.
[...]»
4. Στις 16 Μαρτίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις που χορήγησε η Ιταλία στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις Adriatica, Caremar, Siremar, Saremar και Toremar (όμιλος επιχειρήσεων Tirrenia) (στο εξής: δεύτερη μερική απόφαση) (6). Η απόφαση αυτή αφορούσε τοις λοιπές επιχειρήσεις του ομίλου Tirrenia που δεν είχαν ήδη περιληφθεί στην πρώτη μερική απόφαση. Η δεύτερη μερική απόφαση έχει αποσπασματικώς ως εξής:
«Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
[…]
Έχοντας υπόψη:
[…]
6. Συμπέρασμα
(171) Λαμβάνοντας υπόψη της όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν υφίστανται αμφιβολίες αναφορικά με το συμβιβάσιμο χαρακτήρα των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στις περιφερειακές επιχειρήσεις από τον Ιανουάριο του 1992, βάσει των ρυθμίσεων της σύμβασης του 1991, εκτός από αυτές που αφορούν τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην επιχείρηση Adriatica κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 1992 έως Ιουλίου 1994 για τη σύνδεση Μπρίντιζι, Κέρκυρα, Ηγουμενίτσα, Πάτρα, οι οποίες δεν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά για του ακόλουθους τρεις λόγους […]
Εξέδωσε την παρούσα απόφαση:
Άρθρο 1
1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι ενισχύσεις που κατέβαλε η Ιταλία στην Adriatica από την 1η Ιανουαρίου 1992, υπό τη μορφή των εξισωτικών πληρωμών για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
[…]
Άρθρο 2
1. Οι ενισχύσεις που κατέβαλε η Ιταλία στις Siremar, Saremar και Toremar από την 1η Ιανουαρίου 1992, υπό τη μορφή των εξισωτικών πληρωμών για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2 ΕΚ.
[…]
Άρθρο 3
1. Οι ενισχύσεις που κατέβαλε η Ιταλία στην Caremara από την 1η Ιανουαρίου 1992, υπό τη μορφή των εξισωτικών πληρωμών για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
[…]
III – Επί του αντικειμένου της διαφοράς
5. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφαση, η προσφυγή στρέφεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνον «καθόσον ενέχει απόφαση περί της αναστολής της εν λόγω ενισχύσεως» (7). Συναφώς, προβάλλονται τέσσερις λόγοι:
1. Παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κανόνων διαφάνειας σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (8) (στο εξής: κανονισμός 659/1999).
2. Μη τήρηση των εγγυήσεων της κατ’ αντιδικία διαδικασίας και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
3. Κατάχρηση εξουσίας κατά την έκδοση της διαταγής αναστολής, διότι αυτή στηρίζεται σε διαφορετικούς λόγους από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ (πρώην άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ).
4. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 88, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ, παραβίαση της αρχής ασφάλειας δικαίου και παράβαση του κανονισμού 659/1999, όσον αφορά τη διαπίστωση της υπάρξεως και της παρανομίας των ενισχύσεων λόγω ασάφειας και ελλείψεως έρευνας, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, καθώς και λόγω ελλείψεως συνδρομής των πραγματικών προϋποθέσεων.
Α – Επί του ζητήματος της καταργήσεως της δίκης
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
6. Η Επιτροπή προέβαλε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως –επομένως πριν από την έκδοση της δεύτερης μερικής αποφάσεως– ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ως προς την επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην πρώτη μερική απόφαση. Η πρώτη μερική απόφαση δεν προσβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και επομένως δεν υπόκειται πλέον σε ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, θεωρείται πλέον οριστικώς ότι τα μέτρα που ελήφθησαν υπέρ της επιχειρήσεως που περιλαμβάνεται στην πρώτη μερική απόφαση συνιστούν παράνομες ενισχύσεις, οι οποίες εντούτοις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παράγει πλέον κανένα έννομο αποτέλεσμα.
2. Εκτίμηση
7. Στις υποθέσεις που αφορούν κρατικές ενισχύσεις, κατάργηση της δίκης επέρχεται, όταν και καθόσον η απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας, συνεπεία των εννόμων αποτελεσμάτων της οριστικής αποφάσεως (9), δεν παράγει πλέον αυτοτελή έννομα αποτελέσματα (10).
8. Πριν εξετάσω το ζήτημα σε ποια σχέση βρίσκονται μεταξύ τους τα έννομα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως και αυτά των δύο μερικών αποφάσεων, επιθυμώ κατ’ αρχάς να υπενθυμίσω τα κριθέντα με την παρεμπίπτουσα απόφαση (11) ως προς το αυτοτελές αποτέλεσμα μιας αποφάσεως για την κίνηση επίσημης διαδικασίας.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε, όπως παρατίθεται αποσπασματικώς, στη σκέψη 62 της αποφάσεως αυτής τα εξής:
«[…] όταν η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ σε σχέση με μέτρο του οποίου έχει αρχίσει η εκτέλεση και το οποίο χαρακτηρίζει ως νέα ενίσχυση, [...] η επιλογή της Επιτροπής παράγει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα, ειδικότερα σε σχέση με την αναστολή του εξεταζόμενου μέτρου.»
9. Πρέπει επομένως να εξετασθεί αν και κατά πόσον, συνεπεία της εκδόσεως των δύο μερικών αποφάσεων, τα μέχρι τότε αυτοτελή έννομα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ήδη εξαλειφθεί ή επικαλυφθεί.
10. Στην παρούσα περίπτωση αντιμετωπίζουμε από πολλές απόψεις –όπως θα καταδειχθεί αμέσως– μια ιδιαίτερη κατάσταση: Οι δύο μερικές αποφάσεις δεν περιέχουν οριστική από απόψεως δικαίου των ενισχύσεων εκτίμηση όλων των μέτρων τα οποία αφορά το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (12), ένα από τα μέτρα έπαυσε να εφαρμόζεται αμέσως μετά την προσβαλλόμενη απόφαση για λόγους που ανάγονται στο εθνικό δίκαιο (13) και ένα άλλο μέτρο, ήδη κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αποτελούσε αντικειμενικώς ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (14).
11. Η κατάσταση αυτή καθιστά καταρχάς αναγκαίο να διαπιστωθεί έναντι ποιων μέτρων της Ιταλικής Κυβερνήσεως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατόπιν, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον τα μέτρα αυτά καταλαμβάνονται από τα έννομα αποτελέσματα των δύο μερικών αποφάσεων και, σε καταφατική περίπτωση, αν το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως θα μπορούσε ως εκ τούτου να εξαλειφθεί. Τέλος, αν τα μέτρα δεν καταλαμβάνονται από το ανασταλτικό αποτέλεσμα, θα πρέπει να εξετασθεί αν συντρέχει περίπτωση καταργήσεως της δίκης για άλλους λόγους.
12. Μόνον εφόσον από την εξέταση προκύψει ότι για ορισμένα μέτρα εξακολουθεί να υφίσταται το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν επέρχεται κατάργηση της δίκης και θα πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι ακυρότητας ως προς αυτά τα μέτρα .
Επί του ζητήματος ποια εθνικά μέτρα έπρεπε κατά την προσβαλλομένη απόφαση να ανασταλούν
13. Η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι απολύτως σαφής ως προς τη διευκρίνιση των μέτρων για τα οποία κινήθηκε η επίσημη διαδικασία έρευνας. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή κατά το τότε χρονικό σημείο δεν ήταν βεβαία ως προς το ακριβές περιεχόμενο των επί μέρους μέτρων και ως προς τη μεταξύ τους σχέση.
14. Από το κεφάλαιο II («Επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία») και το κεφάλαιο III («Εκτίμηση») της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή, κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, χαρακτήρισε τα ακόλουθα μέτρα ως ενδεχομένως παράνομες ενισχύσεις: τις συμφωνίες για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας του έτους 1991 που αφορούν ουσιαστικώς ετήσιες αντισταθμιστικές πληρωμές για την εκμετάλλευση ορισμένων υπηρεσιών θαλασσίων μεταφορών, τη χρηματοδότηση μη καθοριζομένων συγκεκριμένα επενδύσεων στους στόλους για τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίσταται ενδεχομένως έμμεση κρατική εγγύηση, τις επιδοτήσεις λειτουργικής εκμεταλλεύσεως βάσει του πενταετούς σχεδίου 1995-1999 που, κατά την Επιτροπή, συμπληρώθηκαν και αυτές με άλλες επενδύσεις βάσει του προγράμματος 1999-2002, τέλος δε προτιμησιακές φορολογικές μεταχειρίσεις κατά τον εφοδιασμό με καύσιμα και λιπαντικά.
15. Πάντως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις δύο μερικές αποφάσεις, το σύστημα των μέτρων υπέρ των επιχειρήσεων του ομίλου Tirrenia εμφανίζεται γενικώς κατά τέτοιο τρόπο ώστε προφανώς δεν πρόκειται ως προς κάθε ένα από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση μέτρα για αυτοτελές μέτρο (15). Συνολικώς, επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε στην πραγματικότητα να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα μόνο για τα ακόλουθα μέτρα:
– Τις «συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας» του έτους 1991 που συνήφθησαν μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και των επιχειρήσεων του ομίλου Tirrenia (στο εξής: συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας), οι οποίες αφορούσαν ουσιαστικώς ετήσιες αντισταθμιστικές πληρωμές και επενδυτικές ενισχύσεις για την εκμετάλλευση των υπηρεσιών θαλασσίων μεταφορών.
– Το «επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων» για το χρονικό διάστημα 1999-2002 (στο εξής επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002), το οποίο αφορούσε επενδυτικές ενισχύσεις για την απόκτηση και διατήρηση των αναγκαίων προς τον σκοπό αυτόν στόλων (16).
– Τη μη φορολόγηση καυσίμων και λιπαντικών για πλοία, καθόσον η χρησιμοποίησή τους πραγματοποιείται όχι μόνο στη θάλασσα, αλλά όσον αφορά τις επιχειρήσεις του ομίλου Tirrenia και κατά τη διάρκεια της παραμονής των πλοίων σε ιταλικά λιμάνια (στο εξής: φορολογικές ελαφρύνσεις).
Επί του περιεχομένου των δύο μερικών αποφάσεων και των ενδεχομένων συνεπειών για την κατάργηση της δίκης
16. Στη συνέχεια, κάθε ένα από τα προαναφερθέντα μέτρα θα εξετασθεί αναφορικά με το αν συνεπεία της εκδόσεως των δύο μερικών αποφάσεων είναι δυνατόν να έχει επέλθει λόγος καταργήσεως της δίκης.
i) Οι συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας
17. Οι συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας είναι –όπως μπορεί να συναχθεί από τις μερικές αποφάσεις– νέες (17) ενισχύσεις (18), οι οποίες όμως συμβιβάζονται ως επί το πλείστον με την κοινή αγορά λόγω της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ (19).
18. Επομένως, με την έκδοση των δύο μερικών αποφάσεων είναι βέβαιο από νομικής απόψεως ότι τα μέτρα αυτά κάλυπταν εν πάση περιπτώσει λόγω του χαρακτήρα τους ως (νέων) ενισχύσεων το ανασταλτικό αποτέλεσμα του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
19. Κατά συνέπεια, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως υφίστατο έναντι των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας ανασταλτικό αποτέλεσμα βάσει του πρωτογενούς δικαίου που επικάλυπτε εκείνο το οποίο μπορεί να προκαλέσει η Επιτροπή με την απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας.
20. Επομένως, η προσφυγή, καθόσον στρέφεται κατά του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τις συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας, κατέστη κατ’ ουσίαν άνευ αντικειμένου συνεπεία της εκδόσεως των δύο μερικών αποφάσεων.
ii) Το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002
21. Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το μέτρο αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς στις διατάξεις της αντίστοιχης μερικής αποφάσεως. Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται πράγματι μόνο στις συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας (20) (άρθρο 1 της πρώτης μερικής αποφάσεως και άρθρα 1 έως 3 της δεύτερης μερικής αποφάσεως σε συνδυασμό με τα «συμπεράσματα» στο τέλος του περιέχοντος την εκτίμηση μέρους των αποφάσεων).
22. Επομένως, όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι οι δύο μερικές αποφάσεις μπορούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα από απόψεως δικαίου των ενισχύσεων και σε σχέση με μέτρα για τα οποία οι διατάξεις τους δεν περιέχουν καμία διαπίστωση. Θα ήταν εντούτοις δυνατόν κατ’ εφαρμογήν ευρείας ερμηνείας της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία «η επιταγή της ασφάλειας δικαίου συνεπάγεται ότι ένας κανονισμός πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν επακριβώς την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει» (21), να ληφθεί υπόψη το συνολικό κείμενο της αντίστοιχης μερικής αποφάσεως προκειμένου να διερευνηθεί αν η Επιτροπή προέβη σε έμμεση τουλάχιστον εκτίμηση του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002.
23. Το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002 μνημονεύεται εν πάση περιπτώσει στο περιέχον την εκτίμηση μέρος των μερικών αποφάσεων. Πάντως, στο μέρος αυτό απαντά μόνον η απλή διαπίστωση ότι η εκτέλεσή του «είχε ανασταλεί, συνεπεία της κίνησης της σχετικής διαδικασίας» (22). Επομένως, ως προς το καθοριστικό για το ζήτημα της καταργήσεως της δίκης χρονικό διάστημα (ανασταλτικό αποτέλεσμα από την ημέρα κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την ημέρα κοινοποιήσεως κάθε μίας μερικής αποφάσεως) ελέχθη απλώς και μόνον ότι ουδεμία πραγματοποιήθηκε εκτέλεση του επίμαχου μέτρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, η Επιτροπή δεν προέβη σε νομική εκτίμηση των ενισχύσεων (23).
24. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί αν η εκτέλεση του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002 αποτελούσε κατά την άποψη της Επιτροπής ενίσχυση κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατά συνέπεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002 επικαλύπτεται από το ανασταλτικό αποτέλεσμα του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είναι δυνατόν να έχει επέλθει εν προκειμένω λόγος καταργήσεως της δίκης συνεπεία των εννόμων αποτελεσμάτων των μερικών αποφάσεων.
25. Ένα πρόσθετο στοιχείο, πάντως, στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η χορήγηση των σχεδιαζόμενων επενδυτικών ενισχύσεων σύμφωνα με το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002 προφανώς δεν πραγματοποιήθηκε, καταρχάς μεν λόγω της προσβαλλομένης αποφάσεως, λίγο αργότερα δε για άλλους λόγους, δηλαδή για λόγους εθνικού δικαίου. Στην πρώτη μερική απόφαση, η Επιτροπή εκθέτει πράγματι ότι «η εκτέλεση του προγράμματος αυτού είχε ανασταλεί, συνεπεία της κίνησης της σχετικής διαδικασίας. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει οι ιταλικές αρχές για τη χρονική περίοδο 2000-2004 απέκλειαν για την Tirrenia di Navigazione την πραγματοποίηση των πρόσθετων επενδύσεων που προβλέπονταν στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος» (24).
26. Αν, επομένως, η αναστολή της εκτελέσεως του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002 επήλθε λίγο μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως όχι πλέον λόγω του συνδεόμενου με αυτήν ανασταλτικού αποτελέσματος, αλλά λόγω μιας νέας συμφωνίας επί εθνικού επιπέδου, η προσφυγή έχει κατά τούτο καταστεί άνευ αντικειμένου (25).
27. Κατά τη γνώμη μου, επήλθε εν προκειμένω λόγος καταργήσεως της δίκης συνεπεία των επί εθνικού επιπέδου υποχρεώσεων που ίσχυαν από το 2000 και ως προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως έναντι του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002
iii) Οι φορολογικές ελαφρύνσεις
28. Από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση (26) και στο αντίστοιχο περί του ιστορικού μέρος των δύο μερικών αποφάσεων (27) συνάγεται ότι η Επιτροπή θεώρησε βάσει των πληροφοριών που διέθετε κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις εφαρμόσθηκαν μόνον υπέρ των επιχειρήσεων του ομίλου Tirrenia: Αυτές συνιστούσαν –υπ’ αυτό το πρίσμα– επιλεκτικό μέτρο και, επομένως, ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
29. Εντούτοις, στις δύο μερικές αποφάσεις δεν υπάρχει καμία ρητή οριστική εκτίμηση περί του χαρακτήρα των φορολογικών ελαφρύνσεων ως ενισχύσεων. Ειδικότερα, δεν γίνεται καμία μνεία του μέτρου στο αντίστοιχο περί του ιστορικού μέρος των δύο μερικών αποφάσεων. Μόνο στο αντίστοιχο μέρος «παρατηρήσεις των ιταλικών αρχών» (28) υπάρχει μια σύντομη παρατήρηση ότι από πληροφορίες, οι οποίες διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή μόλις κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας, προκύπτει ότι των φορολογικών ελαφρύνσεων μπορούσαν να τύχουν εξαρχής όλες οι δυνάμενες να συγκριθούν μεταξύ τους επιχειρήσεις.
30. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή διευκρίνισε έτσι οριστικώς –ναι μεν όχι ρητώς, πλην όμως κατά τρόπο που αναμφιβόλως μπορούσε να διαγνωσθεί από τους αποδέκτες της αποφάσεως (29)– ότι το μέτρο ήδη κατά το χρονικό σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
31. Όταν όμως ένα μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση, δεν μπορεί με την απόφαση ούτε να επέλθει το ανασταλτικό αποτέλεσμα του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, το οποίο εξάλλου –όπως εκτέθηκε ανωτέρω (30)– θα μπορούσε να επικαλύψει το αυτοτελές ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (31). Υπ’ αυτό το πρίσμα, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε τότε να εξακολουθεί να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα σε σχέση με τις φορολογικές ελαφρύνσεις, οπότε δεν θα υφίστατο λόγος καταργήσεως της δίκης.
32. Πριν προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί ότι για τους ανωτέρω λόγους δεν υφίσταται σε σχέση με τις φορολογικές ελαφρύνσεις κανένας λόγος καταργήσεως της δίκης στην παρούσα περίπτωση, επιθυμώ –λόγω της θεμελιώδους σημασίας που έχει το ζήτημα αυτό– να εξετάσω με συντομία ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η –αποτελούσα το έρεισμα αυτής της προτάσεως– εκδοχή του ανασταλτικού αποτελέσματος μιας αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας έναντι όλων των καταλαμβανόμενων από αυτή μέτρων:
Πράγματι, αν το αυτοτελές ανασταλτικό αποτέλεσμα ισχύει και για μέτρα που δεν συνιστούν ενισχύσεις, τότε αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το ότι η Επιτροπή θα ήταν σε θέση να επιβάλει μέσω αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας προσωρινή αναστολή εθνικών μέτρων, τα οποία είναι νόμιμα από απόψεως δικαίου των ενισχύσεων. Αυτό μπορεί, όπως ακριβώς εμφαίνει η παρούσα περίπτωση, να έχει ως συνέπεια ότι αρκεί απλώς και μόνον η υποψία επιλεκτικότητας ενός μέτρου για να αποκλεισθούν κατ’ επίφαση ευνοούμενες επιχειρήσεις από ένα παντελώς νόμιμο μέτρο, ενώ οι ανταγωνιστές θα μπορούν να εξακολουθούν να επωφελούνται από το μέτρο αυτό –μάλιστα δε μέχρις ότου η Επιτροπή ολοκληρώσει την επίσημη διαδικασία, πράγμα που κάλλιστα μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια (32).
Αυτό πρέπει επί πλέον να εκτιμηθεί με βάση το δεδομένο ότι είναι σχετικώς ελάχιστες οι προϋποθέσεις εκδόσεως μιας νομότυπης αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας κατά τον κανονισμό 659/1999 (άρθρο 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 4) (33) και δεν μπορεί βέβαια να γίνει δεκτό ότι για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας θα ήταν απαραίτητο, πέραν των προϋποθέσεων που αναφέρονται στον κανονισμό 659/1999, να διαπιστωθεί οριστικώς κατά το χρονικό αυτό σημείο η ύπαρξη ενισχύσεως κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ (34).
33. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, από την παρεμπίπτουσα απόφαση προκύπτει ότι αυτοτελές ανασταλτικό αποτέλεσμα αποφάσεων για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας επέρχεται κατ’ ανάγκην και έναντι μέτρων που αντικειμενικώς δεν αποτελούν ενισχύσεις. Το Δικαστήριο (ακολουθώντας δε αυτό με δύο νεότερες αποφάσεις και το Πρωτοδικείο (35)) διαπίστωσε πράγματι στη σκέψη 69 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως τα εξής: «Όσον αφορά τα άλλα μέτρα που, κατά την Επιτροπή, έχουν ληφθεί υπέρ του ομίλου Tirrenia και τα οποία αφορά η απόφαση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει κυρίως ότι δεν πρόκειται για ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατά συνέπεια, για λόγους παρεμφερείς προς αυτούς που παρατίθενται στις σκέψεις 59 και 60 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, καθόσον βάλλει κατά του τμήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την αναστολή των άλλων αυτών (36) μέτρων». Το παραδεκτό της προσφυγής στις προπαρατεθείσες σκέψεις της παρεμπίπτουσας αποφάσεως στηρίχθηκε κατ’ εξοχήν (37) στην ύπαρξη αυτοτελών εννόμων συνεπειών μιας αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας, οι οποίες επομένως μπορεί να θεωρηθεί ότι επέρχονται και όσον αφορά μέτρα που ουδόλως αποτελούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
34. Αν, επομένως, αληθεύει ότι μια απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας μπορεί να έχει αυτοτελές ανασταλτικό αποτέλεσμα και έναντι μέτρων που ουδέποτε υπήρξαν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, τότε φαίνεται ακόμη σημαντικότερο να είναι δυνατή στη συνέχεια η άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής και μετά την έκδοση μιας αντιστοίχου περιεχομένου αποφάσεως. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, συνεπεία θεωρήσεων αναγομένων σε λόγους αρχής, δεν δικαιολογείται εν προκειμένω κατάργηση της δίκης (38).
35. Επομένως, όπως φρονώ, δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι η προσφυγή κατέστη ουσιαστικώς άνευ αντικειμένου, καθόσον στρέφεται κατά του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
3. Συμπέρασμα
36. Η προσφυγή έχει καταστεί ουσιαστικώς άνευ αντικειμένου, καθόσον στρέφεται κατά του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως έναντι των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας και έναντι του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002. Όσον αφορά το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως έναντι των φορολογικών ελαφρύνσεων, πρέπει να εξετασθούν οι προβληθέντες λόγοι ακυρώσεως.
Β – Επί των λόγων ακυρώσεως
1. Παραβίαση της αρχής ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κανόνων διαφάνειας σε σχέση με τον κανονισμό 659/1999
Ισχυρισμοί των διαδίκων
37. Η Ιταλική Δημοκρατία έχει την άποψη ότι η Επιτροπή όφειλε να στηρίξει την προσβαλλόμενη απόφαση στις διατάξεις του κανονισμού 659/1999, διότι αυτές ήταν εφαρμοστέες κατά το χρονικό σημείο της αποφάσεως. Επομένως, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και παρέβη τους κανόνες διαφάνειας.
38. Η Επιτροπή αντιτάσσει συναφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται άμεσα στο άρθρο 88 ΕΚ και, επομένως, δεν χρειαζόταν να μνημονευθεί ρητώς ο κανονισμός 659/1999. Το Δικαστήριο έκρινε με την παρεμπίπτουσα απόφαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διαταγή αναστολής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
Εκτίμηση
39. Πρέπει να συμφωνήσουμε με την νομική άποψη της Επιτροπής. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει από διαταγή αναστολής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχεται μια τέτοια διαταγή αναστολής (39).
40. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα πρέπει κατά την παρεμπίπτουσα απόφαση να θεωρηθεί αυτοτελές, τούτο δε εν προκειμένω προκύπτει αντιθέτως άμεσα από το ότι η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (40). Επομένως, δεν χρειαζόταν ρητή μνεία του κανονισμού 659/1999. Η Επιτροπή ορθώς ανέφερε το νομικό έρεισμα για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
41. Επομένως, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κανόνων διαφάνειας σε σχέση με το νομικό έρεισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
2. Μη τήρηση των εγγυήσεων της κατ’ αντιδικία διαδικασίας, προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας και παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999
Ισχυρισμοί των διαδίκων
42. Η Ιταλική Δημοκρατία έχει την άποψη ότι η Επιτροπή όφειλε να της παράσχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της πριν από την έκδοση μιας αποφάσεως η οποία έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η παραβίαση της αρχής της προηγούμενης ακροάσεως δημιουργεί ιδίως ενδοιασμούς σε σχέση με το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002 και με τις φορολογικές ελαφρύνσεις, διότι τα μέτρα αυτά ουδέποτε μνημονεύθηκαν έναντι των ιταλικών αρχών πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
43. Η Επιτροπή στηρίζεται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διαταγή αναστολής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και, επομένως, δεν απαιτείται ούτε η αναφερόμενη σ’ αυτή τη διάταξη ακρόαση. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 είναι επίσης άσχετο. Στο άρθρο αυτό προβλέπεται δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει πληροφορίες από το κράτος μέλος για μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις. Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί υποχρέωση της Επιτροπής να ακούσει το οικείο κράτος μέλος ειδικά για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας. Ούτε το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ περιέχει καμία ένδειξη για το ότι η Επιτροπή μπορεί να κινήσει την επίσημη διαδικασία στην περίπτωση μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων μόνον αφού θα έχει ακούσει το οικείο κράτος μέλος.
Εκτίμηση
44. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί. Όπως έχει κατ’ επανάληψη κρίνει το Δικαστήριο, «ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής πράξης, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να εξασφαλίζεται ακόμα και αν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση» (41).
45. Η απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ παράγει –όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο (42)– αυτοτελές, ανεξάρτητο από το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ανασταλτικό αποτέλεσμα για όλα τα καταλαμβανόμενα από μια τέτοια απόφαση μέτρα και, επομένως, συνιστά αναμφιβόλως βλαπτικό μέτρο. Συνεπώς, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να πραγματοποιηθεί ακρόαση ως προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα για όλα τα μέτρα αυτής που εκτιμάται ότι δημιουργούν ενδοιασμούς από απόψεως δικαίου των ενισχύσεων.
46. Η παρούσα περίπτωση εμφαίνει τη σημασία αυτού του ιδιαίτερου δικαιώματος ακροάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας. Πράγματι, όπως φαίνεται, ούτε οι φορολογικές ελαφρύνσεις αποτέλεσαν οπωσδήποτε αντικείμενο των συζητήσεων που διεξήγαγε η Επιτροπή με τις ιταλικές αρχές πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο μη επιλεκτικός χαρακτήρας των φορολογικών ελαφρύνσεων θα μπορούσε ενδεχομένως να διαγνωσθεί μέσω αντίστοιχης ακροάσεως ήδη πριν από την απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας και θα μπορούσε να ωθήσει την Επιτροπή να εξαιρέσει το μέτρο αυτό από την προσβαλλόμενη απόφαση (43).
47. Αυτό το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να διακρίνεται από το δικαίωμα ακροάσεως που ρυθμίζεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Το δικαίωμα ακροάσεως κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 αφορά τη μελετώμενη έκδοση μιας διαταγής αναστολής, το έννομο αποτέλεσμα της οποίας είναι διαφορετικό από αυτό του εν προκειμένω προκληθέντος με την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας. Επομένως, ούτε ένα αίτημα της Επιτροπής για την παροχή πληροφοριών κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 (44) θα μπορούσε να αντικαταστήσει μια ακρόαση ως προς το πλήρες περιεχόμενο μιας μελετώμενης αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας.
48. Επομένως, υφίσταται προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ως προς το ανασταλτικό της αποτέλεσμα που αφορά τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
3. Κατάχρηση εξουσίας κατά την έκδοση της διαταγής αναστολής
Ισχυρισμοί των διαδίκων
49. Η Ιταλική Δημοκρατία έχει την άποψη ότι η Επιτροπή κατά την έκδοση της διαταγής αναστολής, αντί να χαρακτηρίσει τα μέτρα ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και να και να διευκρινίσει αν πρόκειται για νέες ή για τροποποιηθείσες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, στηρίχθηκε αποκλειστικώς στο ότι από την εφαρμογή των μέτρων θα μπορούσε να προκύψει ζημία για τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις. Επομένως, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για καθαρώς προληπτικούς λόγους για την περίπτωση κατά την οποία θα διαπιστωνόταν αργότερα ότι επρόκειτο για νέες ή για υφιστάμενες ενισχύσεις που τροποποιήθηκαν παρανόμως.
50. Η Επιτροπή στηρίζεται, αφενός, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διαταγή αναστολής. Τα στοιχεία που αφορούν την προληπτική αναστολή προς αποφυγή προκλήσεως ζημίας στις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις περιελήφθησαν απλώς και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση θα περιείχε και διαταγή αναστολής. Δεδομένου όμως ότι επρόκειτο μόνον περί αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας, δεν ήταν ακόμη αναγκαίο κατά το χρονικό εκείνο σημείο να καταδειχθεί ότι όντως υφίσταντο παράνομες ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, το νόημα της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ότι η Επιτροπή είχε υπόνοιες ως προς την ύπαρξη παράνομων ενισχύσεων και ως προς το συμβατό τους προς την κοινή αγορά, οπότε η εν λόγω απόφαση ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που αφορούν την απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
Εκτίμηση
51. Ο ισχυρισμός της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί. Κατά πάγια νομολογία, μια απόφαση της Επιτροπής εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον εκτός του υπ’ αυτής αναφερομένου (45).
52. Η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε εντούτοις σε τέτοιους λόγους. Καθόσον μνημονεύει την προστασία των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων (46), η αναφορά αυτή αφορά την αναγγελθείσα έκδοση διαταγής αναστολής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
53. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα απόφαση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει μια τέτοια διαταγή αναστολής (47). Το ανασταλτικό αποτέλεσμα προκύπτει αντιθέτως από την επίσημη κίνηση της διαδικασίας (48). Ως λόγο για την κίνηση της διαδικασίας καθεαυτήν, εντούτοις, η Επιτροπή δεν προβάλλει την προστασία των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων. Η Επιτροπή στηρίζεται αντιθέτως στην υπόνοια που είχε ότι επρόκειτο για μη κοινοποιηθείσες νέες ενισχύσεις μη συμβιβαζόμενες με την κοινή αγορά.
54. Επομένως, η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση.
4. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 88, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση του κανονισμού 659/1999
Κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
55. Η Ιταλική Δημοκρατία έχει την άποψη ότι η Επιτροπή κατ’ εσφαλμένη νομική εκτίμηση θεώρησε ότι οι συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας αποτελούν νέες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή δεν έλαβε ορθώς υπόψη το γεγονός ότι, συνεπεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 3577/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές – καμποτάζ) (49), οι συμβάσεις αυτές ως «υφιστάμενες συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας δύνανται να εξακολουθήσουν να ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης της αντίστοιχης σύμβασης», διότι συνήφθησαν το 1991, επομένως πριν από την έναρξη ισχύος αυτού του κανονισμού. Εξάλλου, κατά τα έτη 1991 έως 1997 διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή πληροφορίες για τις συμβάσεις αυτές. Εντούτοις, η Επιτροπή ουδέποτε διατύπωσε ενδοιασμούς από απόψεως δικαίου των ενισχύσεων. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα μέτρα αυτά εγκρίθηκαν, τουλάχιστον σιωπηρώς, και ότι επομένως θα μπορούσαν το πολύ να αποτελούν «υφιστάμενες» ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 1, ΕΚ.
56. Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι ο αναφερθείς από την Ιταλική Δημοκρατία κανονισμός καμποτάζ δεν είναι ο κατάλληλος για να αποκλεισθεί η εφαρμογή του δικαίου των ενισχύσεων, διότι αυτός στηρίζεται αποκλειστικώς στο άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (πολιτική μεταφορών). Εξάλλου, οι ιταλικές αρχές δεν προέβαλαν, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι πρόκειται για υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 1, ΕΚ. Ως προς τις πληροφορίες που φέρονται ότι της είχαν διαβιβασθεί προηγουμένως, η Επιτροπή προβάλλει ότι ουδόλως επρόκειτο για ειδοποίηση κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση Lorenz (50). Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε δεν μπορούσε να καταστήσει τα μέτρα υφιστάμενες ενισχύσεις.
Εκτίμηση
57. Από τους ισχυρισμούς των διαδίκων προκύπτει ότι η φερόμενη παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 88, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ, η παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και η παράβαση του κανονισμού 659/1999 προβάλλονται μόνο σε σχέση με τις συμβάσεις για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας.
58. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων, μέχρι και της απαντήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, διατυπώθηκαν όντως πριν από την έκδοση της πρώτης μερικής αποφάσεως. Πάντως, κατόπιν του επελθόντος εν τω μεταξύ λόγου καταργήσεως της δίκης ως προς το έναντι των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπεία της εκδόσεως και κοινοποιήσεως των δύο μερικών αποφάσεων στην Ιταλική Δημοκρατία, παρέλκει πλέον κάθε περαιτέρω εξέταση των προβληθέντων συναφώς λόγων.
Γ - Συμπέρασμα
59. Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά της αποφάσεως της Επιτροπής για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας, καθόσον αυτή στρέφεται κατά του ανασταλτικού αποτελέσματος της αποφάσεως έναντι των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας και έναντι του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002.
60. Η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον η Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας όσον αφορά τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
IV – Πρόταση
61. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά της αποφάσεως SG(99) D/6463 της Επιτροπής για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, καθόσον αυτή στρέφεται κατά της περιεχομένης στην απόφαση αυτή αναστολής των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας που συνήφθησαν το 1991 μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και των επιχειρήσεων του ομίλου Tirrenia di Navigazione και κατά της αναστολής του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002.
2) Δέχεται την προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής SG(99) D/6463, καθόσον αυτή στρέφεται κατά της αναστολής των φορολογικών ελαφρύνσεων, και ακυρώνει την εν λόγω απόφαση ως προς αυτό το σημείο.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ C 306, σ. 2.
3 – Συλλογή 2001, σ. I‑7303.
4 – ΕΕ L 318, σ. 9.
5 – Το Δικαστήριο δεν πληροφορήθηκε από κανέναν από τους διαδίκους για την έκδοση της πρώτης μερικής αποφάσεως, η οποία και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μόλις στις 4 Δεκεμβρίου 2001. Η παρεμπίπτουσα απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001 εκδόθηκε, χωρίς να καταστεί δυνατό να ληφθεί υπόψη η ενδεχομένως σημασία της μερικής αποφάσεως για την έκβαση της διαδικασίας.
6 – Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
7 – Σκέψη 1 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως (παρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
8 – ΕΕ L 83, σ. 1.
9 – Οι δύο μερικές αποφάσεις έχουν καταστεί στο μεταξύ απρόσβλητες όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία λόγω παρόδου της αντίστοιχης προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 230, παράγραφος 5, ΕΚ.
10 – Διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Νοεμβρίου 2002, Salzgitter κατά Επιτροπής, T‑90/99 (Συλλογή 2002, σ. II‑4535, σκέψη 16).
11 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
12 – Βλ. κατωτέρω τα σημεία 21 επ. και 28 επ.
13 – Βλ. κατωτέρω το σημείο 25.
14 – Βλ. κατωτέρω το σημείο 29 επ.
15 – Βλ. ιδίως την αιτιολογική σκέψη 41 της πρώτης μερικής αποφάσεως και την αιτιολογική σκέψη 164 της δεύτερης μερικής αποφάσεως ως προς τον «αδιάσπαστο» σύνδεσμο των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας, αφενός, με τις επιδοτήσεις εκμεταλλεύσεως βάσει του πενταετούς σχεδίου για το χρονικό διάστημα 1995-1999 και, αφετέρου, με τις μη διευκρινιζόμενες λεπτομερέστερα λοιπές επενδυτικές ενισχύσεις, ως προς τις οποίες η Επιτροπή θεώρησε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι συνιστούν ενδεχομένως έμμεση εγγύηση.
16 – Στην αιτιολογική σκέψη 42 της πρώτης μερικής αποφάσεως ανευρίσκονται επίσης παρατηρήσεις για την προώθηση της αποκτήσεως δύο πλοίων, ως προς τα οποία όμως δεν σημαίνει ότι υφίσταντο αυτοτελή μέτρα, διότι προφανώς είτε αποτελούσαν μέρος του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002 είτε πάλι, δεδομένου ότι «η απόσβεσή τους δύναται ολοσχερώς να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της ετήσιας επιδότησης», αποτελούσαν μέρος των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας.
17 – Αιτιολογική σκέψη 20 επ. της πρώτης μερικής αποφάσεως, αιτιολογική σκέψη 73 επ. της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
18 – Άρθρο 1 (αιτιολογική σκέψη 43), της πρώτης μερικής αποφάσεως, άρθρο 1 (αιτιολογική σκέψη 171) της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
19 – Αιτιολογική σκέψη 26 επ. της πρώτης μερικής αποφάσεως, αιτιολογική σκέψη 84 επ. της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
20 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 15.
21 – Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑245/97, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑11261, σκέψη 72), και της 16ης Οκτωβρίου 1997, C‑177/96, Banque Indosuez κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑5659, σκέψη 27).
22 – Αιτιολογική σκέψη 42 της πρώτης μερικής αποφάσεως, αιτιολογική σκέψη 166 της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
23 – Στην αιτιολογική σκέψη 42 της πρώτης μερικής αποφάσεως απαντούν μεν απαρχές μιας εκτιμήσεως, πλην όμως μόνο σε σχέση με την επενδυτική ενίσχυση για δύο συγκεκριμένως μνημονευόμενα πλοία της κύριας επιχειρήσεως του ομίλου Tirrenia. Η Επιτροπή, πάντως, διαπιστώνει συναφώς ότι «η απόσβεσή τους μπορεί να δύναται ολοσχερώς να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της ετήσιας επιδότησης» Επομένως, οι επενδυτικές αυτές ενισχύσεις αποτελούσαν μάλλον μέρος των συμβάσεων για τις υποχρεώσεις παροχής δημοσίας υπηρεσίας (βλ. συναφώς το σημείο 15 ανωτέρω) παρά του επιχειρηματικού προγράμματος δραστηριοτήτων 1999-2002.
24 – Αιτιολογική σκέψη 42 της πρώτης μερικής αποφάσεως.
25 – Η επιδιωκόμενη με την παρούσα προσφυγή ακύρωση του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσβαλλομένης προσβαλλομένη αποφάσεως θα ήταν επομένως ουσιαστικώς άνευ εννοίας, ακόμη κι αν η προσφυγή ευδοκιμούσε.
26 – Κεφάλαια IIδ και IIIα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Αιτιολογική σκέψη 13 της πρώτης μερικής αποφάσεως, αιτιολογική σκέψη 47 της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
28 – Αιτιολογική σκέψη 18 της πρώτης μερικής αποφάσεως, αιτιολογική σκέψη. 56 της δεύτερης μερικής αποφάσεως.
29 – Βλ. επίσης ανωτέρω, το σημείο 22.
30 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 19.
31 – Ζήτημα καταργήσεως δίκης λόγω κατ’ ουσίαν ελλείψεως αντικειμένου, όπως αναλύθηκε ανωτέρω στο σημείο 25 επ. ως προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα σε σχέση με το επιχειρηματικό πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1999-2002, δεν τίθεται ούτε εδώ. Θα ήταν πράγματι νοητό οι λόγω της προσβαλλομένης αποφάσεως προσωρινώς μη χορηγηθείσες φορολογικές ελαφρύνσεις να μπορούσαν να χορηγηθούν εκ των υστέρων μετά την αναδρομικώς εξάλειψη του ανασταλτικού αποτελέσματος κατόπιν επιτυχούς προσφυγής ακυρώσεως.
32 – Η δεύτερη μερική απόφαση στην παρούσα διαδικασία εκδόθηκε για παράδειγμα πέντε σχεδόν έτη μετά την απόφαση για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας.
33 – Δεδομένου ότι εν προκειμένω προβλήθηκαν άλλοι λόγοι ακυρώσεως, δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθούμε με το ζήτημα σε ποιους ουσιαστικούς λόγους θα μπορούσε καν να στηριχθεί η προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τις φορολογικές ελαφρύνσεις. Πράγματι, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενη εν πάση περιπτώσει στις πληροφορίες που διέθετε κατά το χρονικό αυτό σημείο, από τις οποίες φαινόταν απολύτως δυνατή η ύπαρξη ενισχύσεως.
34 – Άλλως, αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να συνεπάγεται σημαντικό προκαταρκτικό χρονικό διάστημα μέχρι την κίνηση της διαδικασίας, τον αποκλεισμό τρίτων (π.χ. ανταγωνιστών), οι οποίοι μπορούν να συμμετέχουν μόνο στην επίσημη διαδικασία, από τις έρευνες ως προς ένα βασικό ζήτημα της περί ενισχύσεως αποφάσεως και, τέλος, τον περιορισμό ουσιαστικώς της επίσημης διαδικασίας στο ζήτημα των δυνατοτήτων δικαιολογήσεως κατά τα άρθρα 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ και 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
35 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑269/99, T‑271/99 και T‑272/99, Diputación Foral de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑4217, σκέψη 37), και T‑346/99, T‑347/99 και T‑348/99, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑4259, σκέψη 33).
36 – Η υπογράμμιση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο.
37 – Πάντως, οι μεταβολές της «νομικής καταστάσεως» που εκτίθενται στη σκέψη 59 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως (παρατεθείσας στην υποσημείωση NOTEREF _Ref66109667 \h 3) προς αιτιολόγηση του παραδεκτού της προσφυγής είναι σχεδόν αδύνατο να εξαλειφθούν πλέον αναδρομικώς ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως μιας προσφυγής ακυρώσεως.
38 – Με αυτό το δεδομένο, όμως, θα συνιστάτο σε ουσιαστικώς κάθε περίπτωση, κατά την οποία αμφισβητείται στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας ο χαρακτήρας ενός μέτρου ως ενισχύσεως, να επιχειρείται η προληπτικώς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της οικείας αποφάσεως για την επίσημη κίνηση της διαδικασίας προκειμένου να τηρηθεί η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 230, παράγραφος 5, ΕΚ. Μπορεί πάντως να υποτεθεί ότι –σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει μέχρι τούδε– δεν θα γίνεται παραίτηση από τέτοιες προσφυγές, όταν με την τελική απόφαση διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται ενίσχυση. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια σημαντική αύξηση υποθέσεων.
39 – Σκέψη 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως (παρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
40 – Σκέψη 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως (παρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
41 – Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2000, C‑288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑8237, σκέψη 99), της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, «Boussac» (Συλλογή 1990, σ. I‑307, σκέψη 29), της 10ης Ιουλίου 1986, 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2321, σκέψη 28), και της 23ης Οκτωβρίου 1974, 17/74, Transocean (Συλλογή τόμος 1974, σ. 441, σκέψη 15).
42 – Σκέψη 55 επ. της παρεμπίπτουσας αποφάσεως (παρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
43 – Αυτό πάντως δεν συμβαίνει οπωσδήποτε σε όλες τις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται μόλις κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας ότι τα επικρινόμενα στη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρα ουδέποτε αποτέλεσαν ενίσχυση.
44 – Από το εισαγωγικό μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως, και δη από το τέλος αυτού, προκύπτει ότι μια τέτοια αίτηση παροχής πληροφοριών διαβιβάσθηκε προς τις ιταλικές αρχές πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ως προς το περιεχόμενο, δεν είναι γνωστό τίποτε το συγκεκριμένο.
45 – Πάγια νομολογία, βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ., (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 24), και της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 140/82, 146/82, 221/82 και 226/82, Walzstahl-Vereinigung και Thyssen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 951, σκέψη 27).
46 – Κεφάλαιο «Συμπεράσματα» της προσβαλλομένης αποφάσεως.
47 – Σκέψη 52 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως (παρατεθείσας στην υποσημείωση 3).
48 – Σκέψη 62 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως (παρατεθείσας στην υποσημείωση 3).
49 – ΕΕ L 364, σ. 7.
50 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815).
Full & Egal Universal Law Academy