Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο αφορούν την ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και, ειδικότερα, των διατάξεων περί των ποσοτήτων αναφοράς που καθιερώθηκαν το 1984 προς τον σκοπό της αντιμετωπίσεως των πλεονασμάτων στην παραγωγή γάλακτος εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
2. Η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε λόγω της διαφωνίας των συμβαλλομένων ως προς τη χορήγηση της ποσότητας αναφοράς μετά τη λήξη της μισθώσεως και την απόδοση της μισθωθείσας εκμεταλλεύσεως στους κυρίους της.
3. Ο μισθωτής, ονόματι P. H. Thomsen , επιδιώκει να διατηρήσει την ποσότητα αναφοράς, ενώ οι εκμισθωτές, οι κληρονόμοι Henningsen , αξιώνουν να τους μεταβιβαστεί.
4. Θα ήθελα να υπενθυμίσω το ιστορικό της διαφοράς.
Ι - Ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
5. Ο P. H. Thomsen διαχειζόταν εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής από το 1982, αρχικά σε συνεργασία με τον πατέρα του, υπό μορφή εταιρίας του αστικού δικαίου, και στη συνέχεια, μετά τη λύση της εταιρίας αυτής, μόνος του. Στις 30 Απριλίου 1981 ο πατέρας του P. H. Thomsen μίσθωσε από τον P. Henningsen ορισμένες γεωργικές εκτάσεις μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1993. Ο P. Henningsen πέθανε το 1991 και οι κληρονόμοι του προέβησαν, με έγγραφο της 20ής Αυγούστου 1993, σε έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως. Κατόπιν συμβιβασμού ο οποίος προέβλεπε την παράταση της ισχύος της συμβάσεως μισθώσεως, ο P. H. Thomsen και ο πατέρας του απέδωσαν στις 30 Σεπτεμβρίου 1995 τα μίσθια στους κληρονόμους Henningsen.
6. Κατόπιν αιτήσεως των κληρονόμων αυτών της 24ης Νοεμβρίου 1995, η καθής διοικητική αρχή, το Amt für ländliche Räume Husum, εξέδωσε στις 16 Ιανουαρίου 1996 πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιούσε ότι από την 1η Οκτωβρίου 1995 είχε μεταβιβαστεί στους κληρονόμους αυτούς, ως εκμισθωτές τμήματος της εκμεταλλεύσεως, ορισμένη ποσότητα αναφοράς. Η έκδοση της αποφάσεως αυτής είχε στηριχθεί στο άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 4, της Milchgarantiemengen-Verordnung (γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί εγγυημένων ποσοτήτων γάλακτος), της 21ης Μαρτίου 1994 .
7. Ο P. H. Thomsen, κατόπιν της απορρίψεως της προσφυγής του από την καθής στην κύρια δίκη διοικητική αρχή, άσκησε ένδικη προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 16ης Ιανουαρίου 1996, όπως είχε διαμορφωθεί με την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1996 που εκδόθηκε επί της διοικητικής προσφυγής του. Ο P. H. Thomsen ισχυρίστηκε ότι, κατά τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι ποσότητες αναφοράς μπορούν να μεταβιβάζονται μόνο σε παραγωγούς γάλακτος. Κατά τον προσφεύγοντα, οι κληρονόμοι Henningsen ουδέποτε υπήρξαν παραγωγοί γάλακτος ούτε έχουν την πρόθεση να γίνουν παραγωγοί γάλακτος στο μέλλον.
8. Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1998 το αρμόδιο Verwaltungsgericht (Γερμανία) απέρριψε την προσφυγή, με το σκεπτικό ότι η έννοια «παραγωγός», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 , πρέπει, λαμβανομένων υπόψη και των άλλων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού, να ερμηνεύεται ευρέως, δηλαδή καλύπτει τόσο τους πρώην όσο και τους εν δυνάμει παραγωγούς. Κατά το δικαστήριο αυτό, ως γαλακτοπαραγωγός νοείται συνεπώς όποιος δικαιούται ποσότητες αναφοράς, έστω και αν ούτε πωλεί ούτε παραδίδει γάλα.
9. Κατά της αποφάσεως του Verwaltungsgericht ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε έφεση ενώπιον του Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht (Γερμανία).
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
10. Το 1984, δεδομένου ότι εξακολουθούσε να μην υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων , ένα σύστημα συμπληρωματικών εισφορών επί του γάλακτος. Κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, οφείλεται συμπληρωματική εισφορά για τις ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν την εκάστοτε καθοριζόμενη ποσότητα αναφοράς.
11. Οι γενικοί κανόνες για την επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων .
12. Ο κανονισμός 857/84 καταργήθηκε με τον κανονισμό 3950/92, ο οποίος παρέτεινε την ισχύ αυτού του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς μέχρι την 1η Απριλίου 2000, ενώ αρχικά προβλεπόταν ότι θα ίσχυε μέχρι την 1η Απριλίου 1993.
13. Το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92 προβλέπει τα εξής:
«[...] οι ποσότητες αναφοράς τις οποίες διαθέτουν οι παραγωγοί που δεν έχουν θέσει σε εμπορία γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα για περίοδο δώδεκα μηνών προστίθενται στο εθνικό απόθεμα και μπορούν να ανακατανεμηθούν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Όταν ο παραγωγός ξαναρχίζει την παραγωγή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων εντός προθεσμίας που καθορίζει το κράτος μέλος, του χορηγείται ποσότητα αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, το αργότερο την 1η Απριλίου που έπεται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησής του.»
14. Το άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92 ορίζει τα εξής:
«1. Η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τις χρησιμοποιούμενες για τη γαλακτοκομική παραγωγή εκτάσεις ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια και ενδεχομένως συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών. Το μέρος της ποσότητας αναφοράς το οποίο ενδεχομένως δεν μεταβιβάζεται με την εκμετάλλευση προστίθεται στο εθνικό απόθεμα.
[...]
2. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών, στην περίπτωση αγροτικών μισθώσεων που εκπνέουν χωρίς δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης με ανάλογους όρους ή σε περιπτώσεις που [παράγουν] συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα, οι διαθέσιμες ποσότητες αναφοράς στις εν λόγω εκμεταλλεύσεις μεταβιβάζονται συνολικά ή εν μέρει στους παραγωγούς οι οποίοι τις ξαναπαίρνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν θεσπίσει ή πρόκειται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των μερών.»
15. Το άρθρο 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1560/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 , δίδει στην έννοια «παραγωγός» τον εξής ορισμό:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοείται ως:
[...]
γ) παραγωγός: κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, η εκμετάλλευση των οποίων βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος ενός κράτους μέλους:
- που πωλεί γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή
ή/και
- που παραδίδει στον αγοραστή.
[...]»
Η γερμανική νομοθεσία
16. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ρύθμισε οργανωτικά τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς με την MGV.
17. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της MGV, σε περίπτωση μισθώσεως τμήματος εκμεταλλεύσεως, μεταβιβάζεται συγχρόνως στον μισθωτή η ανάλογη ποσότητα αναφοράς. Η ποσότητα αυτή ισούται με τον λόγο της εκτάσεως του μισθωμένου τμήματος της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιείται για γαλακτοπαραγωγή προς τη συνολική έκταση της εκμεταλλεύσεως.
18. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της MGV, αν ο μισθωτής δεν μπορεί να παρατείνει την ισχύ της συμβάσεως και θέλει να συνεχίσει τη γαλακτοπαραγωγή, μεταβιβάζεται στον εκμισθωτή το ήμισυ των σχετικών ποσοτήτων αναφοράς, με ανώτατο όριο τα 2 500 χιλιόγραμμα ανά εκτάριο (kg/ha). Η μείωση αυτή στο ήμισυ, δηλαδή σε 2 500 kg/ha, δεν ισχύει, αν ο εκμισθωτής χρειάζεται τις ποσότητες αναφοράς για να παραγάγει γάλα για λογαριασμό του ή για λογαριασμό του/της συζύγου του ή των τέκνων του.
19. Κατά το άρθρο 9 της MGV, ο γαλακτοπαραγωγός πρέπει να προσκομίσει στον αγοραστή πιστοποιητικό που να έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του Land, εν προκειμένω από το Amt für ländliche Räume, και στο οποίο να αναγράφονται η μεταβιβαζόμενη ποσότητα αναφοράς, η ημερομηνία της μεταβιβάσεως, ο μεταβιβάζων γαλακτοπαραγωγός και η περιεκτικότητα της εν λόγω ποσότητας σε λιπαρά.
20. Σε περίπτωση που ο εκμισθωτής εκμισθώνει αμέσως τις σχετικές εκτάσεις σε άλλο μισθωτή, εκδίδεται κατ' αρχάς ένα πρώτο πιστοποιητικό για τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς από τον πρώτο μισθωτή στον εκμισθωτή και στη συνέχεια η αρμόδια αρχή εκδίδει ένα δεύτερο πιστοποιητικό για τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς από τον εκμισθωτή στον νέο μισθωτή.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία του Verwaltungsgericht, η έννοια «παραγωγός», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92, καλύπτει τόσο τους παλαιούς παραγωγούς γάλακτος όσο και τους μελλοντικούς, δηλαδή τους εν δυνάμει, «παραγωγούς».
22. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ανωτέρω ερμηνεία είναι ορθή. Κατά την κρίση του, το γράμμα του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92 είναι σαφές και το συμπέρασμα από τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα ήταν ότι η μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92 μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον όταν αυτός στον οποίο περιέρχεται η εκμετάλλευση είναι ήδη παραγωγός κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως ή τουλάχιστον γίνεται παραγωγός από το χρονικό αυτό σημείο.
23. Αντίθετα, οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 του κανονισμού 3950/92 δεν πληρούνται, αν ορισμένα τμήματα της εκμεταλλεύσεως στα οποία αντιστοιχούν ποσότητες αναφοράς μεταβιβάζονται, κατόπιν πωλήσεως, μισθώσεως ή αποδόσεως μισθωμένων εκτάσεων, σε πρόσωπο που δεν είναι παραγωγός και δεν έχει την πρόθεση να αρχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή ή έστω να μεταβιβάσει προς τον σκοπό αυτό τις εν λόγω εκτάσεις σε τρίτους.
24. Κρίνοντας ότι για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, την έννοια ότι, σε περίπτωση λήξεως της ισχύος συμβάσεων αγροτικών μισθώσεων, οι διαθέσιμες ποσότητες αναφοράς στις οικείες εκμεταλλεύσεις μπορούν να μεταβιβάζονται εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν θεσπίσει ή πρέπει να θεσπίσουν τα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των μερών, μόνον εφόσον οι εκμισθωτές κατά τον χρόνο αποδόσεως του μισθίου είναι παραγωγοί, υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92;
2) Σε περίπτωση κατά την οποία στην έννοια του παραγωγού, η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, πρέπει να δοθεί ευρύτερη ερμηνεία, ερωτάται το εξής: Είναι στις περιπτώσεις αυτές δυνατή η μεταβίβαση ακόμη και όταν οι εκμισθωτές δεν έχουν την πρόθεση να αρχίσουν την εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά θέλουν να μεταβιβάσουν τις ποσότητες αναφοράς μαζί με τις υπό εκμετάλλευση εκτάσεις σε τρίτους;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, ερωτάται το εξής: ρέπει οι τρίτοι στους οποίους πρόκειται να μεταβιβαστούν οι ποσότητες αναφοράς να είναι οπωσδήποτε παραγωγοί, υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του εν λόγω κανονισμού;»
IV - Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25. Με τα τρία ερωτήματα που υποβάλλει και που πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 έχει την έννοια ότι η μεταβίβαση στον εκμισθωτή της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς, κατόπιν λήξεως της ισχύος συμβάσεως αγροτικής μισθώσεως, είναι δυνατή μόνο όταν ο εκμισθωτής αυτός είτε έχει την ιδιότητα του «παραγωγού» είτε μεταβιβάζει τη διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς σε τρίτον που έχει την ιδιότητα αυτή.
26. Όπως τόνισε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, το γράμμα των άρθρων 7, παράγραφος 2, και 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92 είναι σαφέστατο .
27. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92, οι διαθέσιμες ποσότητες αναφοράς στις οικείες εκμεταλλεύσεις μεταβιβάζονται συνολικά ή εν μέρει στους παραγωγούς οι οποίοι τις ξαναπαίρνουν. Από το άρθρο άρθρο 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92 προκύπτει ότι, για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, νοείται ως «παραγωγός» ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που πωλεί γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή ή/και παραδίδει τέτοια προϊόντα στον αγοραστή.
28. Κατά συνέπεια, ο εκμισθωτής που ούτε πωλεί ούτε παραδίδει γάλα κατά την ημερομηνία λήξεως της μισθώσεως δεν μπορεί να αξιώνει να του χορηγηθεί η διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς που ανήκε στον μισθωτή.
29. Εξάλλου, από την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως για τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος συνάγεται ότι στους γεωργοκτηνοτρόφους δεν χορηγείται ποσότητα αναφοράς παρά μόνο εφόσον έχουν την ιδιότητα του παραγωγού . Σε περίπτωση μεταβιβάσεως ποσότητας αναφοράς, κατόπιν μισθώσεως της εκτάσεως γης προς την οποία συναρτάται, η μεταβίβαση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92 παρά μόνον αν ο μισθωτής έχει την ιδιότητα του παραγωγού .
30. Όπως όμως επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση, η ποσότητα αναφοράς την οποία αφορούσε η προπαρατεθείσα απόφαση EARL de Kerlast μεταβιβαζόταν στον μισθωτή και όχι στον εκμισθωτή.
31. Μολονότι όμως η υπόθεση της κύριας δίκης δεν έχει ως αντικείμενο το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92, δηλαδή τη διάταξη που ερμήνευσε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση, το άρθρο αυτό θέτει μια ίδια προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, η προπαρατεθείσα απόφαση EARL de Kerlast μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία εν προκειμένω.
32. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προβλέπει, συγκεκριμένα, την ταυτόχρονη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς και της εκμεταλλεύσεως σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται η εκμετάλλευση. Αν δεν πρόκειται για την απόδοση της εκμεταλλεύσεως στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως, η κατάσταση είναι πάντως παρόμοια, διότι η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται σε πρόσωπο που μπορεί να είναι, όπως ο εκμισθωτής, ο κύριος της εκμεταλλεύσεως. Κατά το άρθρο αυτό, η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται. Όταν η μεταβίβαση γίνεται προς τον αγοραστή ή τον κληρονόμο, πρέπει να πληρούται η προϋπόθεση ότι ο αποκτών ασκεί δραστηριότητα παραγωγού.
33. Η προπαρατεθείσα απόφαση EARL de Kerlast επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτής της προϋποθέσεως. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι με την προπαρατεθείσα απόφαση Ballmann είχε δεχτεί ότι από την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως για τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος συνάγεται ότι δεν χορηγείται ποσότητα αναφοράς στους γεωργοκτηνοτρόφους που δεν έχουν την ιδιότητα του παραγωγού.
34. Δεν βλέπω κανένα λόγο να καταλήξουμε σε διαφορετικό συμπέρασμα.
35. Εν προκειμένω το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92 και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού κάνουν λόγο ακριβώς για τη μεταβίβαση της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς «στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται [η εκμετάλλευση]» ή, αντίστοιχα, των διαθεσίμων ποσοτήτων αναφοράς «στους παραγωγούς οι οποίοι τις ξαναπαίρνουν». Δεν νομίζω ότι είναι σκόπιμο να ερμηνευθούν διαφορετικά δύο διατάξεις που έχουν κατ' ουσία την ίδια διατύπωση, εκτός αν δεν ενδιαφέρει το γεγονός ότι η διαφορετική αυτή ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Η ανάγκη ενιαίας ερμηνείας των δύο παραγράφων του άρθρου 7 υπαγορεύεται εξάλλου από την ερμηνεία που προσδίδεται, εντός του ίδιου του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στις τρεις περιπτώσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Η ιδιότητα του παραγωγού, την οποία απαιτεί η προπαρατεθείσα απόφαση EARL de Kerlast, σε περίπτωση μεταβιβάσεως ποσότητας αναφοράς κατόπιν μισθώσεως, πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχει και στην περίπτωση πωλήσεως ή κληρονομικής διαδοχής, εκτός αν ο όρος «παραγωγοί στους οποίους περιέρχεται [η εκμετάλλευση]» ερμηνευθεί διαφορετικά, μολονότι ο όρος αυτός αφορά, εντός της εν λόγω διατάξεως, και τις τρεις αυτές περιπτώσεις.
36. Η αρχή που συνάγεται κατά τα ανωτέρω από την εν γένει οικονομία της εφαρμοστέας ρυθμίσεως δεν αναιρείται από άλλους λόγους βάσει των οποίων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, όσον αφορά την εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με την ιδιότητα του παραγωγού, η διάκριση μεταξύ αφενός μισθωτή, αγοραστή ή κληρονόμου και αφετέρου του εκμισθωτή στον οποίο πρόκειται να αποδοθεί η εκμετάλλευσή του. Όπως ακριβώς ο αγοραστής ή ο κληρονόμος, ο εκμισθωτής είναι κύριος της εκμεταλλεύσεως. Κατά συνέπεια, είναι φυσικό να ισχύει και γι' αυτόν η προϋπόθεση περί της ιδιότητας του παραγωγού.
37. Οι παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης υπενθυμίζουν ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως, η ποσότητα αναφοράς μεταβιβαζόταν στον αγοραστή, στον μισθωτή ή στον κληρονόμο, χωρίς να αναφέρει την επίμαχη προϋπόθεση. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό 3950/92, αλλά από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του τελευταίου αυτού κανονισμού προκύπτει, κατά τους παρεμβαίνοντες, ότι δεν κρίθηκε σκόπιμη η αλλαγή της αρχικής επιλογής, δηλαδή «της αρχής [...] ότι η συναρτώμενη προς ορισμένη εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον αγοραστή, στον μισθωτή ή στον κληρονόμο, σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως». Από την αιτιολογική σκέψη αυτή οι παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης συνάγουν ότι η αντικατάσταση των όρων «αγοραστής», «μισθωτής» ή «κληρονόμος» από τον όρο «παραγωγός» δεν καθιστά αναγκαία την επιβολή προϋποθέσεως σχετικά με την άσκηση της δραστηριότητας παραγωγής.
38. Με την ερμηνεία αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ένα κείμενο της Επιτροπής, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84, καθόριζε τους τρόπους εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που είχε ήδη θεσπιστεί , και ειδικότερα διασαφήνιζε τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, του κανονισμού 1371/84 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως, η ποσότητα αναφοράς μεταβιβαζόταν στον παραγωγό που αναλάμβανε την εκμετάλλευση. Κατά συνέπεια, η πρόθεση που εκδήλωσε ο κοινοτικός νομοθέτης, με το προοίμιο του κανονισμού 3950/92, να μη μεταβάλει την αρχική ρύθμιση δεν πρέπει να ερμηνευθεί μόνο υπό την έννοια ότι επιδίωκε τη διατήρηση της αρχής περί μεταβιβάσεως στον αγοραστή, στον μισθωτή ή στον κληρονόμο. Δείχνει επίσης ότι πρόθεσή του ήταν να διατηρήσει την επίμαχη προϋπόθεση. Ειδάλλως, ο κοινοτικός νομοθέτης θα το είχε καταστήσει οπωσδήποτε σαφές προβαίνοντας σε ειδική μνεία περί αυτού στο προοίμιο και απαλείφοντας την εν λόγω προϋπόθεση από το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92. Η προϋπόθεση αυτή όμως, η οποία περιλαμβανόταν στον κανονισμό 1371/84, που είναι κανονισμός της Επιτροπής, περιλαμβάνεται πλέον στον κανονισμό 3950/92, που είναι κανονισμός του Συμβουλίου.
39. Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 3950/92, είχε την πρόθεση να μεταβάλει την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως για τη συμπληρωματική εισφορά, όπως την περιέγραψε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση EARL de Kerlast.
40. Η απόφαση St. Martinus Elten , για την οποία η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιβεβαιώνει την αρχή ότι η εκμετάλλευση αποδίδεται στον εκμισθωτή μαζί με τις αντίστοιχες ποσότητες αναφοράς, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι ο εκμισθωτής δεν χρειάζεται να είναι παραγωγός.
41. Με την ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, «κατά τη λήξη μιας μισθώσεως, η ποσότητα αναφοράς επανέρχεται στον εκμισθωτή όταν ο πρώην μισθωτής δεν σκοπεύει να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος» . ράγματι, δεν γίνεται καμία μνεία της προϋποθέσεως περί ασκήσεως από τον εκμισθωτή κάποιας παραγωγικής δραστηριότητας. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο εκμισθωτής στην εν λόγω υπόθεση ήταν μια καθολική εκκλησιαστική ενορία που δεν είχε καμία πρόθεση να παραγάγει η ίδια γάλα.
42. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση St. Martinus Elten δεν γίνεται καμία μνεία της επίμαχης πρϋπόθεσης, μολονότι η προϋπόθεση αυτή προβλεπόταν ήδη στο άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του κανονισμού 1371/84, ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο στην κύρια δίκη χρόνο .
43. Εντούτοις, δεν συνάγω από την ανωτέρω απόφαση τα ίδια συμπεράσματα με τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της.
44. Όταν το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την προπαρατεθείσα απόφαση St. Martinus Elten, τη ρύθμιση που έπρεπε να εφαρμοστεί στην ποσότητα αναφοράς κατά τη λήξη της μισθώσεως, το κρίσιμο στοιχείο που έλαβε συναφώς υπόψη του ήταν ότι ο μισθωτής δεν σκόπευε να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος . Στην υπόθεση εκείνη δεν εξετάστηκε καθόλου το ζήτημα αν η ενορία είχε την επίμαχη ιδιότητα του παραγωγού. Φρονώ συνεπώς ότι το Δικαστήριο επέλυσε το ζήτημα της χορηγήσεως της ποσότητας αναφοράς με βάση το μόνο πραγματικό στοιχείο που διέθετε, δηλαδή το γεγονός ότι ο μισθωτής θα έπαυε να παράγει γάλα. Αφού ο μισθωτής δεν θα ήταν πλέον παραγωγός, οπωσδήποτε δεν είχε το δικαίωμα να διατηρήσει την επίμαχη ποσότητα αναφοράς.
45. Η ορθότητα της διαπιστώσεως αυτής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο ανέφερε τόσο το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 όσο και το ταυτάριθμο άρθρο του κανονισμού 1546/88 , εκ των οποίων μόνο το δεύτερο κάνει μνεία της προϋποθέσεως περί της ιδιότητας του παραγωγού, χωρίς να παραθέτει κανένα λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να δώσει το προβάδισμα στο ένα από τα δύο αυτά κείμενα. Αν όμως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88, που θεσπίστηκε πάντως κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού 857/84, είχε προσθέσει παράτυπα στο τελευταίο αυτό άρθρο την επίμαχη προϋπόθεση, φρονώ ότι δεν θα είχε σε καμία περίπτωση παραλείψει να παραθέσει ακριβείς αιτιολογίες επ' αυτού.
46. Η έλλειψη μνείας της προϋποθέσεως ότι ο εκμισθωτής πρέπει να έχει την ιδιότητα του παραγωγού δεν εξηγείται συνεπώς παρά μόνο από το γεγονός ότι το προδικαστικό ερώτημα, που αφορούσε το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς σε περίπτωση λήξεως της μισθώσεως, εξετάστηκε σε σχέση με τη δραστηριότητα του μισθωτή.
47. Τώρα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η αρχή ότι η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με τις εκτάσεις στις οποίες αντιστοιχεί ασκεί επιρροή επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί εν προκειμένω στα προδικαστικά ερωτήματα. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη είναι, κατ' αρχήν, να επανέρχεται με τη λήξη της μισθώσεως η ποσότητα αναφοράς στον εκμισθωτή, ο οποίος ανακτά τη φυσική εξουσία επί της εκμεταλλεύσεως . Έτσι, το Δικαστήριο παγίωσε την αρχή ότι η ποσότητα αναφοράς πρέπει να συναρτάται σταθερά προς την αντίστοιχη έκταση γης, ώστε να αποφεύγονται η κερδοσκοπία με αντικείμενο τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις και η συγκέντρωση των ποσοστώσεων αυτών στα χέρια ορισμένων παραγωγών οι οποίοι έχουν την τάση να πραγματοποιούν εντατική εκμετάλλευση .
48. Η εφαρμογή της αρχής περί ταυτόχρονης μεταβιβάσεως των εκτάσεων και των ποσοτήτων αναφοράς δεν θα ήταν άμοιρη συνεπειών εν προκειμένω. Η εφαρμογή αυτή θα επέβαλλε τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι, μετά τη λήξη της μισθώσεως της εκμεταλλεύσεως, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη μεταβίβαση στον εκμισθωτή της ποσότητας αναφοράς που ανήκε προηγουμένως στον μισθωτή το να έχει ο εκμισθωτής την ιδιότητα του παραγωγού.
49. Δεν είναι αυτή η λύση που θα ήθελα να προτείνω στην παρούσα υπόθεση.
50. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπται ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής επιδέχεται εξαιρέσεις.
51. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Ballmann και EARL de Kerlast, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για τη χορήγηση και τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς είναι να έχει ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως την ιδιότητα του παραγωγού.
52. Ομοίως, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Wachauf και St. Martinus Elten, το Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή αυτή, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ισχύει μόνο υπό την επιφύλαξη της ευχέρειας των κρατών μελών να χορηγούν το σύνολο ή μέρος της ποσότητας αναφοράς στον αποχωρούντα μισθωτή. Η παρέκκλιση αυτή υπαγορευόταν από την ισχύουσα τότε διάταξη, δυνάμει της οποίας «στην περίπτωση αγροτικών συμβολαίων που λήγουν, αν ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου υπό ανάλογους όρους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση [ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης] που είναι αντικείμενο του συμβολαίου τίθεται εν όλω ή εν μέρει στη διάθεση του εξερχόμενου μισθωτή, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος» .
53. Το Δικαστήριο συνήγαγε έτσι τις λογικές συνέπειες μιας νομοθετικής διατάξεως που περιόριζε, εν προκειμένω υπέρ του μισθωτή, την έκταση εφαρμογής της επίμαχης αρχής.
54. Δεν υπάρχει λόγος να ακολουθήσει το Δικαστήριο διαφορετική συλλογιστική στην προκειμένη υπόθεση, στην οποία η έννοια του «παραγωγού» πρέπει να ερμηνευθεί ως η έκφραση της πρόθεσης του κοινοτικού νομοθέτη να εξαρτήσει το δικαίωμα του εκμισθωτή να ανακτήσει την ποσότητα αναφοράς από την απόδειξη του ότι έχει την ιδιότητα του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που πραγματοποιεί πωλήσεις ή παραδόσεις γάλακτος, δηλαδή την ιδιότητα «παραγωγού» υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92.
55. Ουσιαστικά πρόκειται δηλαδή για την εφαρμογή στον ίδιο τον κύριο της εκμεταλλεύσεως του κανόνα περί προλήψεως των κερδοσκοπικών συναλλαγών τις οποίες θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν οι γεωργοκτηνοτρόφοι που διακόπτουν ή δεν επιθυμούν να συνεχίσουν την παραγωγή γάλακτος. Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά τη χορήγηση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, «δικαιολογείται η άρνηση χορηγήσεως γαλακτοκομικής ποσοστώσεως σε παραγωγό που υποβάλλει σχετικό αίτημα με σκοπό όχι την επανάληψη της εμπορίας γάλακτος σε μόνιμη βάση αλλά την απόκτηση, λόγω της χορηγήσεως αυτής, ενός καθαρά οικονομικού πλεονεκτήματος, με την εκμετάλλευση της αγοραίας αξίας την οποία απέκτησε στο μεταξύ η γαλακτοκομική ποσόστωση» .
56. Η επίμαχη προϋπόθεση ισχύει και για τους τρίτους στους οποίους αποφασλιζει ο εκμισθωτής να εμπιστευθεί την εκμετάλλευσή του. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92, αναφερόμενο στους παραγωγούς, δεν περιορίζει τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς μόνο στους εκμισθωτές. Επιτρέπει στους εκμισθωτές αυτούς να συνάψουν, μόλις περιέλθει στην κατοχή τους η εκμετάλλευσή τους, σύμβαση μισθώσεως με νέο μισθωτή, ο οποίος συνεπώς δεν μπορεί να είναι αποδέκτης της ποσότητας αναφοράς παρά μόνο αν είναι «παραγωγός» υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92.
57. Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 η ερμηνεία που προτείνω και εγώ στο Δικαστήριο. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναγνώρισε πάντως ότι η λύση αυτή δεν δίδει στον εκμισθωτή τη δυνατότητα να ανακτήσει την ποσότητα αναφοράς για να αρχίσει εκ νέου τη δραστηριότητα παραγωγού, εφόσον έχει διακόψει τη δραστηριότητα αυτή λόγω π.χ. της μισθώσεως της εκμεταλλεύσεώς του.
58. ράγματι, η προτεινόμενη ερμηνεία, ακόμη και αν είναι ορθή από νομική άποψη, δεν καθιστά δυνατή τη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς στον εκμισθωτή που τελεί στην ανωτέρω αναφερθείσα κατάσταση. ρόκειται για ατέλεια της ισχύουσας ρυθμίσεως, λόγω της οποίας δικαιολογείται να δοθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 ερμηνεία που να συμβιβάζει το γράμμα και την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως με την ανάγκη διασφαλίσεως της δυνατότητας μεταβιβάσεως της ποσότητας αναφοράς στον κύριο της εκμεταλλεύσεως που επιθυμεί να αναλάβει εκ νέου την παραγωγή γάλακτος.
59. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η έννοια «παραγωγός» πρέπει να ερμηνευθεί βάσει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92.
60. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι ποσότητες αναφοράς τις οποίες διαθέτουν οι παραγωγοί που δεν έχουν εμπορευθεί γάλα για περίοδο δώδεκα μηνών προστίθενται στο εθνικό απόθεμα και μπορούν να ανακατανεμηθούν. ροβλέπεται επίσης ότι, όταν ο παραγωγός ξαναρχίζει την παραγωγή γάλακτος εντός ορισμένης προθεσμίας, του χορηγείται ποσότητα αναφοράς.
61. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η προσωρινή διακοπή της παραγωγής γάλακτος δεν συνεπάγεται την εξάλειψη της ιδιότητας του παραγωγού. Ο αγρότης που διακόπτει την παραγωγή και παράδοση γάλακτος επί δώδεκα μήνες θεωρείται παραγωγός κατά το διάστημα αυτό.
62. Φρονώ ότι η λύση που προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92.
63. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η εν λόγω διάταξη ορίζει την έννοια «παραγωγός» «για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού». Τούτο σημαίνει ότι, αν δεν προβλέπεται κάποιος άλλος ορισμός από άλλο άρθρο του κανονισμού αυτού εν όψει της εφαρμογής κάποιου ειδικού κανόνα που να συνιστά παρέκκλιση, οποιαδήποτε χρήση του όρου «παραγωγός» πρέπει να ερμηνεύεται ως συγκεκριμένη εφαρμογή της έννοιας που ορίζεται στο άρθρο 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92.
64. Επομένως, παραγωγός, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που πωλεί στον καταναλωτή ή παραδίδει στον αγοραστή γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα και όχι αυτός που έχει διακόψει την εν λόγω δραστηριότητα. Αν ο τελευταίος αυτος χαρακτηριζόταν ως παραγωγός, θα έπρεπε να δίδεται ο ίδιος χαρακτηρισμός σε όλους τους κατόχους γεωργικής εκμεταλλεύσεως που παρήγαν γάλα στο παρελθόν, έστω και αν δεν έχουν την πρόθεση να αρχίσουν και πάλι να παράγουν γάλα, πράγμα που θα αντέβαινε στα άρθρα 7 και 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3950/92. Ομοίως, οποιοσδήποτε κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως εξέφραζε, έστω και αόριστα, την πρόθεση να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή θα δικαιούνταν να του μεταβιβαστούν οι ποσότητες αναφοράς, εφόσον είχε την ιδιότητα του εκμισθωτή της εκμεταλλεύσεως.
65. Νομίζω όμως ότι η ατέλεια την οποία επισήμανα ανωτέρω μπορεί να διορθωθεί εν μέρει. ρος τούτο προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις εφαρμοστέες διατάξεις με κύριο γνώμονα το περιεχόμενό τους και την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως.
66. Έτσι, το Δικαστήριο μπορεί να χαρακτηρίσει ως παραγωγό, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92, όχι μόνο τον εκμισθωτή που είναι κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως και πωλεί στον καταναλωτή ή παραδίδει στον αγοραστή γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και τον εκμισθωτή που αναλαμβάνει τη δέσμευση να αρχίσει τις πωλήσεις ή παραδόσεις αυτές μόλις λήξει η μίσθωση.
67. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει λόγος να γίνει διάκριση μεταξύ του εκμισθωτή που παράγει γάλα και του εκμισθωτή για τον οποίο αποδεικνύεται ότι προτίθεται πράγματι να αρχίσει την παραγωγή γάλακτος.
68. Η τήρηση της δεσμεύσεως αυτής μπορεί να διασφαλιστεί από τα κράτη μέλη, μέσω των προϋποθέσεων που καθορίζουν.
ρόταση
69. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, έχει την έννοια ότι η μεταβίβαση στον εκμισθωτή της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς, κατόπιν της λήξεως της ισχύος συμβάσεως αγροτικής μισθώσεως, είναι δυνατή μόνο όταν ο εκμισθωτής αυτός έχει την ιδιότητα του "παραγωγού", υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του εν λόγω κανονισμού, ή μεταβιβάζει, κατά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, τη διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς σε τρίτον που έχει την ιδιότητα αυτή. Η έννοια "παραγωγός", όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92, καλύπτει επίσης τον εκμισθωτή που αναλαμβάνει τη δέσμευση να ασκήσει δραστηριότητα "παραγωγού", υπό την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γ_, του κανονισμού αυτού, μόλις λήξει η μίσθωση.»
Full & Egal Universal Law Academy