Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Κανονιστικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Η οδηγία 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (EE L 319, σ. 7), και η οδηγία 96/86/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1996, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 94/55 (EE L 335, σ. 43), επιβάλλουν στα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ πριν από την 1η Ιανουαρίου 1997 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με τις οδηγίες και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή.
2. Η Επιτροπή, επειδή δεν έλαβε καμία πληροφορία για τις θεσπισθείσες από την Ιρλανδία διατάξεις, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις δύο αυτές οδηγίες, απηύθυνε στο κράτος αυτό, στις 31 Μαρτίου 1998, έγγραφο οχλήσεως με το οποίο το καλούσε, επίσης, να υποβάλει τις τυχόν παρατηρήσεις του σχετικά με το ζήτημα εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του. Με έγγραφο της 26ης Μα_ου 1998, οι ιρλανδικές αρχές απάντησαν ότι είχαν ήδη επεξεργασθεί το σχέδιο των νομοθετικών διατάξεων που ήταν αναγκαίες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των δύο οδηγιών και ότι προέβλεπαν οι εν λόγω διατάξεις να θεσπιστούν και να τεθούν σε ισχύ σε σύντομο χρονικό διάστημα.
3. Επειδή δεν έλαβε ακολούθως καμία πληροφορία σχετικά με τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση, στις 16 Οκτωβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των δύο οδηγιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες και κάλεσε την κυβέρνηση αυτή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
4. Με απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη στις 24 Νοεμβρίου 1998, η Ιρλανδική Κυβέρνηση επανέλαβε ότι οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου για την μεταφορά της οδηγίας θα ετίθεντο σε ισχύ μετά την έγκρισή τους από το Κοινοβούλιο.
Επί της υπάρξεως της παραβάσεως
5. Σύμφωνα με το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ), η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Κατά το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 94/55, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/86, η υποχρέωση αυτή διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 της πρώτης οδηγίας και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της δεύτερης. ρος τον σκοπό αυτό, οι εν λόγω διατάξεις ορίζουν ως καταληκτική ημερομηνία την 1η Ιανουαρίου 1997 και υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να ανακοινώσουν αμέσως στην Επιτροπή τη θέσπιση των οικείων εσωτερικών μέτρων.
6. Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν θέσπισε τα μέτρα εσωτερικού δικαίου που είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση προς τις οδηγίες. εριορίζεται να επισημάνει ότι η διαδικασία μεταφοράς απαιτούσε τη συμμετοχή πολλών αρχών και κυβερνητικών υπηρεσιών και ότι είχε ήδη συσταθεί μια διυπουργική ομάδα εργασίας επιφορτισμένη με την εκπόνηση σχεδίου περιλαμβάνοντος τα απαραίτητα για τη συμμόρφωση προς την οδηγία εθνικά μέτρα.
7. Ενόψει των ανωτέρω, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Ιρλανδία θέσπισε τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί με τις δύο οδηγίες, ούτε, a fortiori, ότι διαβίβασε ακολούθως στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, διαπιστώνεται ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις δύο οδηγίες.
8. Το αμυντικό επιχείρημα της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως σχετικό με το, όπως ισχυρίζεται, περίπλοκο της εθνικής διαδικασίας προς θέσπιση των διατάξεων μεταφοράς των οδηγιών δεν πρέπει να γίνει δεκτό. Είναι, πράγματι, γνωστό ότι οι ενυπάρχουσες στις εθνικές νομοθετικές διαδικασίες δυσκολίες ουδόλως μειώνουν την ευθύνη των κρατών μελών για την καθυστέρηση στην εκπλήρωση των κοινοτικών υποχρεώσεων και, ιδίως, στη θέσπιση των μέτρων μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
9. Με βάση τα προεκτεθέντα, διαπιστώνεται η ευθύνη της Ιρλανδίας για τις παραβάσεις που η Επιτροπή τής προσήψε με την αιτιολογημένη γνώμη της 16ης Οκτωβρίου 1998.
Επί των δικαστικών εξόδων
10. Η Ιρλανδία ηττήθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η προσφυγή ασκήθηκε από την Επιτροπή, η Ιρλανδία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ροτάσεις
11. Ενόψει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί με την οδηγία 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, και την οδηγία 96/86/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1996, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 94/55, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες·
2) να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy