Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι δεν όρισε τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/62/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996, για την εκτίμηση και τη διαχείριση της ποιότητας του αέρα του περιβάλλοντος , εντός των εκ της οδηγίας ταχθεισών προθεσμιών.
2. Το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί την προσαπτομένη σ' αυτό παράβαση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η ταχθείσα στα κράτη μέλη προθεσμία του άρθρου 11 της οδηγίας σχετικά με τη μεταφορά των διατάξεών της στο εσωτερικό δίκαιο δεν παρήλθε ακόμη.
3. Η επίλυση της διαφοράς προϋποθέτει την ερμηνεία του άρθρου 11 της οδηγίας.
Ι - Νομικό πλαίσιο
4. Στόχος της οδηγίας είναι ο προσδιορισμός των βασικών αρχών μιας κοινής στρατηγικής στον τομέα της εκτιμήσεως και της διαχειρίσεως της ποιότητας του αέρα.
5. Το άρθρο 3 της οδηγίας, που επιγράφεται «Εφαρμογή και αρμοδιότητες», ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη ορίζουν, στα κατάλληλα επίπεδα, αρμόδιες αρχές και οργανισμούς στους οποίους ανατίθενται:
- η εφαρμογή της οδηγίας,
- η εκτίμηση της ποιότητας του αέρα του περιβάλλοντος,
- η έγκριση των μηχανισμών μέτρησης (μεθόδων, συσκευών, δικτύων, εργαστηρίων),
- η διασφάλιση της ποιότητας των μετρήσεων που διενεργούνται με τους μηχανισμούς μέτρησης, μέσω της εξακρίβωσης ότι η ποιότητα αυτή τηρείται από τους εν λόγω μηχανισμούς μέτρησης, ιδίως με εσωτερικούς ελέγχους ποιότητας, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τις απαιτήσεις των ευρωπαϊκών ποιοτικών προτύπων,
- η ανάλυση των μεθόδων εκτίμησης,
- ο συντονισμός, στην επικράτειά τους, των κοινοτικών προγραμμάτων για τη διασφάλιση της ποιότητας, τα οποία οργανώνονται από την Επιτροπή.
Τα κράτη μέλη, όταν παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες της πρώτης περίπτωσης, τις καθιστούν προσιτές και στο κοινό.»
6. Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας προκύπτει ότι το Συμβούλιο, με πρόταση της Επιτροπής, καθορίζει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996, τις οριακές τιμές και τα δέοντα όρια συναγερμού που μπορούν να εφαρμοστούν σε ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους όπως το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του αζώτου, τα λεπτά σωματίδια όπως οι αιθάλες, τα αιωρούμενα σωματίδια και ο μόλυβδος.
7. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 22 Απριλίου 1999 την οδηγία 1999/30/ΕΚ σχετικά με τις οριακές τιμές διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων και μολύβδου στον αέρα του περιβάλλοντος .
8. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι «μετά την εκ μέρους του Συμβουλίου έγκριση της πρώτης πρότασης που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση [...], τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές, τα εργαστήρια και τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 [...]».
9. Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία τουλάχιστον 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 4. Η προθεσμία αυτή παρήλθε στις 21 Μαϊου 1998.
10. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει ότι «οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιλαμβάνουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της παραπομπής αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη.»
ΙΙ - Το διαδικαστικό πλαίσιο
Α - H προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία
11. Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει από το Βασίλειο της Ισπανίας καμία ανακοίνωση σχετικά με τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της οδηγίας ούτε άλλο ενημερωτικό στοιχείο που θα της επέτρεπε να συναγάγει ότι το κράτος αυτό θέσπισε τις διατάξεις που απαιτούνταν για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του, ζήτησε από το κράτος αυτό, με έγγραφο οχλήσεως της 6ης Δεκεμβρίου 1996 και σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του εντός δίμηνης προθεσμίας από τη λήψη του εν λόγω εγγράφου.
12. Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, η Επιτροπή του απηύθυνε, στις 11 Δεκεμβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία το κάλεσε να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης.
13. Με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 1999, οι ισπανικές αρχές αμφισβήτησαν την προσαφθείσα σ' αυτές παράβαση. Ισχυρίστηκαν ότι τους ήταν αδύνατο να μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους τις σχετικές με το περιεχόμενο των άρθρων 1, 2, 4 και 12 διατάξεις της οδηγίας, καθώς και με εκείνο των παραρτημάτων της, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε ορίσει τις οριακές τιμές και τα όρια συναγερμού που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, όσον αφορά ειδικώς την υποχρέωση ορισμού αρμόδιων αρχών και οργανισμών που προβλέπονται από το άρθρο 3 της οδηγίας, οι ισπανικές αρχές υποστήριξαν ότι η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής αναβλήθηκε έως τη θέσπιση από το Συμβούλιο ειδικών κανόνων καθορισμού οριακών τιμών και ορίων συναγερμού των ατμοσφαιρικών ρύπων.
14. Η Επιτροπή, θεωρώντας μη ικανοποιητικές τις εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το Βασίλειο της Ισπανίας εκτιμούσε ότι δεν όφειλε να μεταφέρει στο εθνικό του δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 3, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Β - Τα αιτήματα των διαδίκων μερών
15. Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 1999.
16. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας ορίσει τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/62, παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
17. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ - Αιτιάσεις της Επιτροπής και παρατηρήσεις των διαδίκων μερών
18. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων τις οποίες διατύπωσε το Βασίλειο της Ισπανίας με την απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, προτίθεται να περιορίσει το αντικείμενο της προσφυγής της στο ζήτημα του ορισμού αρμόδιων αρχών και οργανισμών στους οποίους ανατίθεται η εφαρμογή της οδηγίας, όπως προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής.
19. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η θέση του Βασιλείου της Ισπανίας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 3 και 11 της οδηγίας, τα οποία επιβάλλουν αντιστοίχως υποχρεώσεις διαφορετικής φύσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ορίζουν στα ενδεδειγμένα επίπεδα τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς στους οποίους ανατίθεται η εφαρμογή της οδηγίας. Το άρθρο 11 επιτάσσει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των ως άνω οριζόμενων αρχών και οργανισμών.
20. H προθεσμία συμμορφώσεως προς την υποχρέωση του άρθρου 3 τάσσεται από το άρθρο 13 της οδηγίας. Βάσει του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την απορρέουσα από το άρθρο 3 υποχρέωση τουλάχιστον δεκαοκτώ μήνες μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι μέχρι τις 21 Μαϊου 1998.
21. Το Βασίλειο της Ισπανίας εμμένει στη θέση του αρχής, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα προσφυγή παραβάσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, καθόσον η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων του άρθρου 3 της οδηγίας δεν παρήλθε ακόμη. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3. Συναφώς, διευκρινίζει ότι, από συνταγματικής απόψεως, στην Ισπανία, το κράτος και οι αυτόνομοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα σε ζητήματα περιβάλλοντος. Βάσει των ισχυουσών εθνικών διατάξεων, ο ορισμός των οργανισμών και αρχών για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 3 της οδηγίας εναπόκειται αποκλειστικά στους αυτόνομους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως οι οποίοι είναι αρμόδιοι σε θέματα οργανώσεως, κανονισμού και λειτουργίας των θεσμικών τους οργάνων αυτοδιοικήσεως. Όσον αφορά την κεντρική διοίκηση του κράτους - ήτοι τη γενική διεύθυνση ποιότητας και περιβαλλοντικής εκτιμήσεως του Υπουργείου εριβάλλοντος -, σ' αυτήν ανατίθεται η ευθύνη για τον συντονισμό των μέτρων τα οποία θεσπίζουν οι αυτόνομοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως σε εθνικό επίπεδο.
22. Το Βασίλειο της Ισπανίας εκτιμά ότι συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του άρθρου 3 της οδηγίας, καθόσον οι αυτόνομοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως του Βασιλείου προέβησαν στους αναγκαίους ορισμούς. ρος απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, προσκομίζει έναν πίνακα με τους κανόνες που θεσπίστηκαν σχετικά από καθεμιά από τους εν λόγω οργανισμούς.
23. Η Επιτροπή εμμένει στις αιτιάσεις της κατά του Βασιλείου της Ισπανίας. Όσον αφορά τα επικουρικώς προβληθέντα επιχειρήματα του Βασιλείου της Ισπανίας, διευκρινίζει ότι οι κανόνες τους οποίους θέσπισαν οι αυτόνομοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως και οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως κείμενα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο δεν εκπληρώνουν τις απορρέουσες από το άρθρο 3 της οδηγίας υποχρεώσεις. Συναφώς, υποστηρίζει ότι τα κείμενα αυτά δεν παρουσιάζουν επαρκή σαφήνεια έναντι των επιταγών του άρθρου 3 της οδηγίας. Αναφέρει, εξάλλου, ότι, αντίθετα προς το άρθρο 13 της οδηγίας, τα εσωτερικής τάξης κείμενα αυτά δεν παραπέμπουν ρητώς στην οδηγία.
IV - Εκτίμηση
Ως προς τα κυρίως προβληθέντα επιχειρήματα του Βασιλείου της Ισπανίας
24. Το Βασίλειο της Ισπανίας αντικρούει την παράβαση που του προσάπτεται υποστηρίζοντας, κυρίως, ότι η προθεσμία μεταφοράς των επιταγών του άρθρου 3 στο εσωτερικό δίκαιο δεν παρήλθε ακόμη. ρος στήριξη του ισχυρισμού αυτού, βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 11.
25. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας.
26. Όπως έχει επισημάνει η Επιτροπή, από το γράμμα των άρθρων 3 και 11 προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη διαφορετικής φύσεως υποχρεώσεις. ρόκειται, κατά πρώτον, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, περί ορισμού των αρμόδιων οργανισμών και αρχών σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας. Κατά δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας, πρόκειται περί γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή των εν λόγω αρμόδιων οργανισμών και αρχών.
27. Από τα άρθρα 11 και 3 προκύπτει εντούτοις ότι οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο εντός διαφορετικών προθεσμιών. ράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας, η υποχρέωση διατυπώσεως ορισμού των προς τούτο εξουσιοδοτημένων αρχών πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο το αργότερο εντός δεκαοκτώ μηνών μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Αντιθέτως, η υποχρέωση γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή της συμμορφώσεως προς τις επιταγές του άρθρου 3 της οδηγίας εξαρτάται από τη θέσπιση εκ μέρους του Συμβουλίου οριακών τιμών και ορίων συναγερμού ορισμένων ρυπών, οι οποίοι απαριθμούνται στο παράρτημα Ι. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν με την οδηγία στις 22 Απριλίου 1999, η προθεσμία για την εκπλήρωση της απορρέουσας από το άρθρο 11 υποχρεώσεως δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει πριν την ημερομηνία αυτή.
28. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει, κατά πάγια νομολογία, ότι, οσάκις μια οδηγία περιέχει διάφορες υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν εντός διαφόρων προθεσμιών, είναι δυνατό να προσαφθεί παράβαση των απορρεουσών από το άρθρο 169 της Συνθήκης υποχρεώσεων στα κράτη μέλη που αναμένουν την παρέλευση των καταληκτικών ημερομηνιών για να συμμορφωθούν προς υποχρεώσεις οι οποίες μπορούν να τύχουν άμεσης εκπληρώσεως .
29. Ανάλογη λύση επιβάλλεται προκειμένου να αποφευχθεί η αναβολή της εφαρμογής μιας οδηγίας μέχρι την ολοκλήρωση του τελευταίου μέτρου που απαιτείται για την πλήρη εφαρμογή της.
30. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας όφειλε να μεταφέρει τις επίδικες διατάξεις το αργότερο μέχρι τις 21 Μαϊου 1998. Το επιχείρημα επομένως του Βασιλείου της Ισπανίας ότι, ελλείψει θεσπίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου οριακών τιμών και ορίων συναγερμού ορισμένων ρύπων, δεν μπορεί να του προσαφθεί η μη συμμόρφωση προς τις απορρέουσες από το άρθρο 3 της οδηγίας υποχρεώσεις δεν είναι βάσιμο.
Ως προς τα επικουρικώς προβληθέντα επιχειρήματα του Βασιλείου της Ισπανίας
31. Η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσει η αιτιολογημένη γνώμη. Οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο . Εν προκειμένω, η προθεσμία αυτή ήταν δίμηνη, αρχής γενομένης από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης η οποία υποβλήθηκε με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998.
32. Επιπλέον, τα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να είναι αρκετά σαφή και συγκεκριμένα ώστε να παρέχεται στους δικαιούχους η δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους . Επομένως, μια διάταξη από την οποία προκύπτει σιωπηρή υποχρέωση, σύσταση ή κύρωση δεν εξασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή οδηγίας με τρόπο αρκετά σαφή και συγκεκριμένο.
33. Επίσης, κατά πάγια νομολογία , οσάκις μια οδηγία επιβάλλει τη θέσπιση σαφούς πράξεως περί μεταφοράς και ιδίως οσάκις προβλέπει ρητώς ότι οι θεσπισθείσες από τα κράτη μέλη διατάξεις μεταφοράς περιλαμβάνουν παραπομπή σ' αυτήν ή συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, μπορεί να προσαφθεί στο κράτος μέλος που δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
34. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του Βασιλείου της Ισπανίας, είναι προφανές ότι οι ισπανικές αρχές δεν όρισαν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 3 της οδηγίας αρμόδιες αρχές πριν την παρέλευση της προθεσμίας που τάχθηκε από την αιτιολογημένη γνώμη. Τα κείμενα τα οποία παρουσίασε το Βασίλειο της Ισπανίας ως κείμενα μεταφοράς των απορρεουσών από το άρθρο 3 της οδηγίας υποχρεώσεων δεν πληρούν τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.
35. ράγματι, από το γράμμα του άρθρου 3 της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές τις οποίες πρέπει να ορίσουν τα κράτη μέλη είναι επιφορτισμένες με ειδικά καθήκοντα για τα οποία απαιτούνται διάφορες αρμοδιότητες διοικητικής και τεχνικής φύσεως. ροβλέπεται ρητώς ότι στις αρχές αυτές, οι οποίες επιβάλλεται να οριστούν, ανατίθεται:
- η εφαρμογή της οδηγίας
- η εκτίμηση της ποιότητας του αέρα
- η έγκριση των μηχανισμών μετρήσεως (μεθόδων, συσκευών, δικτύων, εργαστηρίων)
- οι εσωτερικοί έλεγχοι ποιότητας
- η ανάλυση των μεθόδων εκτιμήσεως [...].
36. Λαμβανομένων όμως υπόψη των εξηγήσεων που παρέσχε το Βασίλειο της Ισπανίας και των εγγράφων που προσκόμισε, τα κείμενα που θέσπισαν οι αυτόνομοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές εξαιτίας ιδίως της ελλείψεως σαφήνειας που παρουσιάζουν σε σχέση με το γράμμα της οδηγίας. ράγματι, δεν γίνεται καμία αναφορά στις ειδικές αποστολές που ανατέθηκαν στους διαφόρους εξουσιοδοτημένους ή εγκεκριμένους οργανισμούς. Επιπλέον, όποιοι και αν είναι οι ισχύοντες κανόνες οργανώσεως ή δικαιοδοσίας στο ισπανικό έδαφος, το Βασίλειο της Ισπανίας υποχρεούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 249 ΕΚ), να προβλέψει την ακριβή και πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. Επομένως, οι εξηγήσεις του κράτους αυτού, σύμφωνα με τις οποίες εναπόκειται στους αυτόνομους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως η αποκλειστική ευθύνη για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 3 της οδηγίας, δεν μπορούν να απαλλάξουν το εν λόγω κράτος από τις υποχρεώσεις του ενόψει των διατάξεων του άρθρου 169 της Συνθήκης .
37. Επιπλέον, από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία προβλέπει ότι οι σχετικές ιδίως με το άρθρο 3 διατάξεις μεταφοράς πρέπει να περιλαμβάνουν «παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή (να) συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους». Οι κανόνες όμως τους οποίους επικαλείται το Βασίλειο της Ισπανίας - ήτοι τα θεσπισθέντα από τις εριφερειακές Διοικήσεις νομοθετήματα - δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή.
38. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
39. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και το κράτος αυτό ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ρόταση
40. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας του Συμβουλίου 96/62/ΕΚ, της 27ης Σεπτεμβρίου 1996, για την εκτίμηση και τη διαχείριση της ποιότητας του αέρα του περιβάλλοντος, και ιδίως μη έχοντας ορίσει τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy