Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το 1996, στο πλαίσιο σειράς μέτρων για να αποτραπεί η εξάπλωση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), η Ολλανδική Κυβέρνηση διέταξε τη σφαγή των βρετανικών μόσχων που βρίσκονταν στην ημεδαπή και όρισε ότι θα καταβληθεί αποζημίωση στους κτηνοτρόφους. Στη συνέχεια, η βάση για τον υπολογισμό του ποσού της αποζημιώσεως άλλαξε μετά τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως με αναδρομική ισχύ. Ένας κτηνοτρόφος, του οποίου η αποζημίωση είχε υπολογιστεί βάσει όσων ίσχυαν στην αρχή, αμφισβητεί τον νέο υπολογισμό της αποζημιώσεως ο οποίος έγινε βάσει όσων ίσχυαν μετά.
2. Υπό τις συνθήκες αυτές το College van Beroep voor het bedrijfsleven επιθυμεί να πληροφορηθεί αν οι ολλανδικές αρχές είχαν την εξουσία να θεσπίσουν τους αρχικούς εθνικούς κανόνες και, αναλόγως της απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, αν το κοινοτικό δίκαιο αποκλείει την καταβολή αποζημιώσεως σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες, ειδικότερα δε υπό το πρίσμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που ενδεχομένως δημιουργήθηκε βάσει του αρχικού υπολογισμού.
Η κοινοτική νομοθεσία
Κρατικές ενισχύσεις και κοινή οργάνωση των αγορών βοείου κρέατος
3. Βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ), οποιαδήποτε ενίσχυση που χορηγείται απο κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής θεωρείται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Όμως, μεταξύ άλλων, η ενίσχυση για την αποκατάσταση ζημιών από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.
4. Κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ), η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται εκ των προτέρων για κάθε σχέδιο να χορηγηθεί ή τροποποιηθεί μια ενίσχυση. Αν θεωρήσει ότι ένα σχέδιο δεν είναι συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, πρέπει να αποφασίσει, αφού παράσχει στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, αν η ενίσχυση πρέπει να καταργηθεί ή τροποποιηθεί. Το σχετικό κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν ληφθεί τελική απόφαση.
5. Η κοινή οργάνωση των αγορών βοείου κρέατος διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού αναφέρει ότι η δημιουργία ενιαίας αγοράς βασιζόμενης σε σύστημα κοινών τιμών θα ετίθετο σε κίνδυνο με τη χορήγηση ορισμένων ενισχύσεων, οπότε οι σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεις της Συνθήκης πρέπει να έχουν εφαρμογή στον τομέα του βοείου κρέατος· η εφαρμογή αυτή προβλέπεται από το άρθρο 24 του εν λόγω κανονισμού.
6. Το άρθρο 23 του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1261/71 , ορίζει: «ροκειμένου να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί της ελευθέρας κυκλοφορίας που θα επέφερε η εφαρμογή μέτρων προοριζομένων για την καταπολέμηση της διαδόσεως των ασθενειών στα ζώα, είναι δυνατόν να ληφθούν έκτακτα μέτρα στηρίξεως της αγοράς που θίγεται από αυτούς τους περιορισμούς, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27 []. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μόνο κατά το μέτρο και για το χρονικό διάστημα που είναι αυστηρώς αναγκαία για τη στήριξη αυτής της αγοράς.»
7. Το προοίμιο του κανονισμού 1261/71, η από τον οποίο τροποποίηση του άρθρου 23 του κανονισμού 805/68 είναι εκείνη που ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, αναφέρει ότι έκτακτα μέτρα, που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας και ζωής των ζώων, συχνά εμποδίζουν τη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής· ότι, στις πιο πολλές περιπτώσεις, η περισσότερο αποτελεσματική και, από οικονομική άποψη, λιγότερο επαχθής λύση συνεπάγεται τη λήψη ειδικών μέτρων τα οποία όμως, αν εφαρμοστούν αυτοτελώς από τα κράτη μέλη, συγκρούονται με κοινοτικές διατάξεις· και ότι, για να αρθούν τα μειονεκτήματα αυτά, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστούν στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής και ταχεία εφαρμογή εκτάκτων μέτρων στηρίξεως των αγορών.
Δημόσια υγεία και υγεία των ζώων
8. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/425/EOK ορίζει μεταξύ άλλων:
«Εάν, κατά τη διάρκεια του ελέγχου που πραγματοποιείται στον τόπο προορισμού της αποστολής ή κατά τη μεταφορά, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού διαπιστώνουν:
α) την παρουσία παραγόντων υπεύθυνων για ασθένεια που αναφέρεται στην οδηγία 82/894/ΕΟΚ [], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 90/134/ΕΟΚ της Επιτροπής [], ζωονόσου, ασθένειας ή οιασδήποτε αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για τον άνθρωπο ή ότι τα προϊόντα προέρχονται από περιοχή μολυσμένη από επιζωοτική ασθένεια, οι προαναφερόμενες αρχές επιβάλλουν την απομόνωση του ζώου ή της παρτίδας ζώων στον πλησιέστερο σταθμό απομόνωσης ή τη θανάτωσή τους ή/και την καταστροφή τους.
Τα έξοδα για τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο μέτρα βαρύνουν τον αποστολέα, τον εντολοδόχο του ή το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τα προϊόντα ή τα ζώα αυτά.
[...]
Μπορούν να εφαρμόζονται τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπονται στο άρθρο 10.
[...]»
9. Το άρθρο 10 της οδηγίας αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που εμφανιστεί νόσος των ζώων. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εμφανιστεί οποιαδήποτε ασθένεια των ζώων που αναφέρει η οδηγία 82/894 ή οποιαδήποτε ζωονόσος, ασθένεια ή αιτία που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για την υγεία των ανθρώπων πρέπει να ειδοποιήσει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Το κράτος μέλος προορισμού δύναται, για σοβαρούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων, να λάβει συντηρητικά μέτρα εν αναμονή της θεσπίσεως μέτρων από την Επιτροπή και πρέπει να τα ανακοινώσει αμελλητί στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 4, η Επιτροπή οφείλει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την κατάσταση και να θεσπίζει οποιαδήποτε μέτρα είναι αναγκαία.
Η κρίση της ΣΕΒ
10. Στις 20 Μαρτίου 1996, στο πλαίσιο πολλών κρουσμάτων σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι έχει λάβει ορισμένα μέτρα κατόπιν νέων πληροφοριών για την εμφάνιση κρουσμάτων της ασθένειας Creutzfeldt-Jakob που ενδέχεται να έχουν σχέση με τη ΣΕΒ. Κατόπιν αυτού, άλλα κράτη μέλη αποφάσισαν να απαγορεύσουν τις εισαγωγές ζώντων βοοειδών και βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην απόφαση 96/239/ΕΚ , η Επιτροπή σημείωσε ότι, αν και τότε δεν ήταν δυνατή η λήψη οριστικής θέσεως σχετικά με τη δυνατότητα μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η ύπαρξη κινδύνου μεταδόσεως. Δεδομένου ότι η εντεύθεν αβεβαιότητα είχε δημιουργήσει σοβαρές ανησυχίες στους καταναλωτές, η Επιτροπή αποφάσισε, ως επείγον μέτρο, να απαγορεύσει τη μεταφορά κάθε βοοειδούς, βοείου κρέατος και παραγώγου προϊόντος από το Ηνωμένο Βασίλειο στα άλλα κράτη μέλη .
11. ερί τις τρεις εβδομάδες αργότερα, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 717/96 με βάση το άρθρο 23 του κανονισμού 805/68. Το προοίμιο του κανονισμού αυτού αναφέρεται στην απαγόρευση των εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά σημειώνει ότι μόσχοι που γεννήθηκαν εκεί εξήχθησαν για πάχυνση σε άλλα κράτη μέλη πριν από την επιβολή της απαγορεύσεως. Η δυνατότητα να εισέλθουν τέτοιοι μόσχοι στην αλυσίδα διατροφής δημιούργησε στους καταναλωτές έλλειψη εμπιστοσύνης για το βόειο κρέας και διατάραξε τις αγορές στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες. Κατά συνέπεια, ήταν αναγκαίο να θεσπισθούν έκτακτα μέτρα για να στηριχθούν οι αγορές αυτές με την καθιέρωση ενός συγχρηματοδοτούμενου από την Κοινότητα καθεστώτος που να παρέχει στα εν λόγω κράτη μέλη τη δυνατότητα να αγοράσουν τα σχετικά ζώα για να τα θανατώσουν και μετά να τα καταστρέψουν. Το τίμημα που θα καταβαλλόταν στους παραγωγούς έπρεπε να τους αποζημιώσει για τη μη πώληση των σχετικών μόσχων και ήταν ενδεδειγμένο να βασιστεί στην πιο πρόσφατη τιμή των σφαγίων μόσχου στην κοινοτική αγορά, δηλαδή σε 2,8 ECU ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου.
12. Έτσι, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96 επέτρεψε στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αγοράσουν όλα τα βοοειδή ηλικίας στις 20 Μαρτίου 1996 το πολύ έξι μηνών που κατά την ημερομηνία αυτή βρίσκονταν σε εκμετάλλευση της ημεδαπής και που προσκομίστηκαν σε αυτές από παραγωγό δυνάμενο να αποδείξει ότι γεννήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά το άρθρο 2, το καταβλητέο τίμημα ήταν 2,8 ECU ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου και έπρεπε να συγχρηματοδοτηθεί από την Κοινότητα σε ποσοστό 70 %. Το άρθρο 3 όριζε ότι το Βέλγιο, η Γαλλία και οι Κάτω Χώρες πρέπει να θεσπίσουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή του κανονισμού και την πλήρη συμμόρφωση προς αυτόν και να ενημερώσουν το συντομότερο δυνατό την Επιτροπή για τα μέτρα που θέσπισαν και για οποιαδήποτε τροποποίησή τους.
13. Κατά το άρθρο 7, ο κανονισμός 717/96 τέθηκε σε ισχύ την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 20 Απριλίου 1996, αλλά έπρεπε να εφαρμοστεί από τις 11 Απριλίου 1996.
Η ολλανδική νομοθεσία
14. Όμως, οι ολλανδικές αρχές είχαν ήδη λάβει μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα σοβαρά υγειονομικά προβλήματα που ήσαν τότε στο προσκήνιο. Στις 3 Απριλίου 1996, στο πλαίσιο της ολλανδικής νομοθεσίας περί αγελαίων ζώων και περί υγείας και ευζωίας των ζώων, ο Υπουργός Γεωργίας, εριβάλλοντος και Αλιείας μετά από διαβούλευση με τον Υφυπουργό Δημοσίας Υγείας, Ευζωίας και Αθλητισμού, έλαβε απόφαση βάσει της οποίας οι μόσχοι που γεννήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να σφαγούν .
15. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής σημειωνόταν: «το μέτρο σφαγής των ζώων στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ, κατά το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να θανατώσουν και/ή καταστρέψουν τα ζώα, αν από έλεγχο στον τόπο προορισμού προκύψει ότι τα ζώα προέρχονται από περιοχή μολυσμένη με επιζωοτική ασθένεια.»
16. Στις 3 Απριλίου θεσπίστηκαν κανόνες και για την αποζημίωση των ιδιοκτητών των μόσχων που θα σφάζονταν , κανόνες οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ στις 9 Απριλίου 1996. Κατά τους κανόνες αυτούς όπως είχαν αρχικώς, το ποσό της αποζημιώσεως έπρεπε να είναι η βάσει εκτιμήσεως από εμπειρογνώμονα εμπορική αξία των συγκεκριμένων μόσχων πριν από τη μεταφορά τους έξω από την εκμετάλλευση όπου φυλάσσονταν. Με ισχύ από τις 17 Απριλίου 1996 προστέθηκε η ρήτρα ότι, «όταν βάσει ευρωπαϊκής ρυθμίσεως καθοριστεί ποσό αποζημιώσεως, θα ισχύει το τελευταίο αυτό ποσό». Οι κανόνες τροποποιήθηκαν περαιτέρω στις 26 Απριλίου 1996 κατά το ότι η αποζημίωση έπρεπε να είναι 2,8 ECU ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96. Η τροποποίηση αυτή είχε αναδρομική ισχύ από τις 11 Απριλίου 1996.
17. Οι κανόνες περί αποζημιώσεως (προφανώς όπως είχαν αρχικώς) ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1996, από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών. Το έγγραφο αυτό ανέφερε ότι στο μέτρο του δυνατού οι κανόνες συνάδουν με το πνεύμα των υφισταμένων διατάξεων που διέπουν την αποζημίωση στην περίπτωση που θεσπίζονται προληπτικά μέτρα μετά την εμφάνιση νόσου των ζώων.
Η διαφορά της κύριας δίκης
18. Στις 19 Απριλίου 1996, η αξία μόσχων ιδιοκτησίας της H. van den Bor BV (στο εξής: Van den Bor) εκτιμήθηκε από εμπειρογνώμονα σε 619 001,25 ολλανδικά φιορίνια (NLG) πριν από την αγορά τους προς σφαγή, και στη Van den Bor κοινοποιήθηκε δήλωση του περιφερειακού διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας ελέγχου αγελαίων ζώων και κρέατος με την οποία βεβαιωνόταν ότι η εκτίμηση αυτή συνιστά το ποσό που θα καταβληθεί ως αποζημίωση. Όπως προκύπτει, οι μόσχοι αγοράσθηκαν από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως στις 25 Απριλίου 1996.
19. Στις 4 Ιουνίου 1996 ο οργανισμός παρεμβάσεως απέστειλε στη Van den Bor βεβαίωση αγοράς, με την οποία ανέφερε ότι θα καταβληθεί τίμημα 5,99 NLG (δηλαδή 2,8 ECU) ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου. Κατόπιν αυτού, προκύπτει ότι καταβλήθηκε συνολικό ποσό 609 266,10 NLG.
20. Η Van den Bor υπέβαλε κατά αυτού του νέου υπολογισμού διοικητική ένσταση η οποία δεν ευδοκίμησε. Ειδικότερα, η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική της ένσταση σημείωσε ότι, όταν ο περιφερειακός διευθυντής συνέταξε τη δήλωσή του στις 19 Απριλίου 1996, το σύστημα αποζημιώσεως είχε ήδη τροποποιηθεί και η τροποποίηση είχε τύχει της δέουσας δημοσιότητας καθόσον, μεταξύ άλλων, είχε δημοσιευθεί στο Staatscourant στις 16 Απριλίου.
21. Στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven, η Van den Bor ισχυρίζεται στην ουσία ότι ούτε ο εκτιμητής ούτε ο υπάλληλος της υπηρεσίας ελέγχου αγελαίων ζώων και κρέατος έδωσαν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την αλλαγή των κανόνων, και προφανώς ούτε οι ίδιοι γνώριζαν την αλλαγή επί άλλες δύο εβδομάδες κατά τις οποίες συνεχίστηκε η εκτίμηση των βρετανικών μόσχων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Van den Bor είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι θα καταβληθεί το ποσό τής εκτιμήσεως.
22. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven εκτίμησε ότι, αν εφαρμογή έχει μόνον το εθνικό δίκαιο, η Van den Bor είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Όμως, τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι αν ο οργανισμός παρεμβάσεως ήταν υποχρεωμένος από το κοινοτικό δίκαιο να καθορίσει την αποζημίωση όπως την καθόρισε τελικά. Στην περίπτωση αυτή, ανακύπτουν ορισμένα ζητήματα, ειδικότερα δε σχετικά με την εξουσία των ολλανδικών αρχών να θεσπίσουν δικούς τους κανόνες εν αναμονή της θεσπίσεως κοινοτικής ρυθμίσεως. Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«1) Είχε ο Υπουργός Γεωργίας, εριβάλλοντος και Αλιείας την εξουσία να θεσπίσει, πριν από τη θέσπιση σχετικών κοινοτικών διατάξεων, εθνικές διατάξεις που καθιστούσαν δυνατή την καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη ο ενδιαφερόμενος λόγω της σφαγής βρετανικών μόσχων όπως την προβλέπουν αποφάσεις του εν λόγω υπουργού της 3ης Απριλίου 1996;
2) Αν στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο να γίνει σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιουργήθηκε από διοικητική απόφαση στο πλαίσιο των πιο πάνω εθνικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν ότι θα καταβληθεί συγκεκριμένη αποζημίωση, όταν στην περίπτωση που έχει εφαρμογή μόνο το εθνικό δίκαιο η εμπιστοσύνη αυτή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη;
3) Αν στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, απαγορεύουν το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα ο κανονισμός 717/96 να καθορίσουν οι εν λόγω εθνικές διατάξεις το ποσό της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο;»
23. Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις και κατά την προφορική διαδικασία. Η Van den Bor δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ανάλυση
Το πρώτο ερώτημα: η εξουσία θεσπίσεως εθνικών κανόνων
24. Όπως παρατήρησα στο σημείο 19 των προτάσεών μου στην υπόθεση Denkavit , από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι, όπου υπάρχει κοινή οργάνωση των αγορών, εξουσία των κρατών μελών να δράσουν με αυτοτέλεια στον σχετικό τομέα υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που το συγκεκριμένο θέμα δεν ρυθμίζεται σε κοινοτικό επίπεδο ή έχει χορηγηθεί ειδική εξουσία από το κοινοτικό δίκαιο . Όμως, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων . Εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να λάβουν μέτρα που υπονομεύουν την κοινή οργάνωση των αγορών, που εισάγουν παρέκκλιση από αυτήν ή που εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της .
25. Για τους λόγους που παρέθεσα στα σημεία 23 έως 32 εκείνων των προτάσεών μου, θεωρώ ότι, στο κοινοτικό δίκαιο, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425 ήταν γενικά επαρκής νομική βάση για να διατάξουν οι ολλανδικές αρχές τη σφαγή και καταστροφή των μόσχων από περιοχή μολυσμένη με ΣΕΒ, και ρητώς σε αυτή τη βάση θεσπίστηκαν οι ολλανδικοί κανόνες. Επί πλέον, πριν από τη θέσπιση μέτρων από την Επιτροπή (υπό τον μανδύα του κανονισμού 717/96), το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας επέτρεπε στα κράτη μέλη να λάβουν συντηρητικά μέτρα.
26. Όμως, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά τους κανόνες με τους οποίους διατάχθηκε η σφαγή των μόσχων, αλλά αφορά τους θεσπισμένους την ίδια ημέρα κανόνες που προβλέπουν την καταβολή αποζημιώσεως στυς ιδιοκτήτες των μόσχων αυτών. Μπορούσαν και οι κανόνες αυτοί να θεσπιστούν με το ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο έρεισμα;
- ροστασία της υγείας
27. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε στην ουσία, ειδικότερα δε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι το σύστημα αποζημιώσεως είναι αδιαχώριστο από τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας στον οποίο απέβλεπε η υποχρεωτική σφαγή των μόσχων. Το να διαταχθεί σφαγή σε τέτοια ευρεία κλίμακα χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση στους ιδιοκτήτες θα δημιουργούσε, σε ευθεία αντίθεση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, τον σοβαρό κίνδυνο να αποκρυβεί η καταγωγή των μόσχων και να φθάσει το κρέας τους στην αγορά.
28. Η Επιτροπή δεν αρνείται τον κίνδυνο αυτόν, αλλά εν πάση περιπτώσει θεωρεί ότι η καταβολή αποζημιώσεως είχε διττό σκοπό. έραν του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας υπήρχε και σκοπός να ρυθμιστεί η αγορά, καθόσον ήταν αναγκαίο να σταθεροποιηθεί η αγορά με το να καθησυχαστούν οι καταναλωτές ως προς το ότι το κρέας που αγοράζουν δεν μπορεί να είναι μολυσμένο. Ο δεύτερος σκοπός ήταν σημαντικότερος και πρέπει να καθορίσει το πώς πρέπει να χαρακτηριστεί η αποζημίωση.
29. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την Επιτροπή ότι η πτυχή που αφορά τη ρύθμιση της αγοράς υπερισχύει της πτυχής που αφορά την προστασία της υγείας, οπότε για την καταβολή αποζημιώσεως δεν μπορούσε να αντληθεί εξουσία από την οδηγία 90/425. Αν ήταν δικαιολογημένο να προστατευθεί η δημόσια υγεία με το να εξασφαλιστεί ότι στην αλυσίδα διατροφής δεν θα εισέλθει κρέας από ενδεχομένως ύποπτους μόσχους και αν η υπόσχεση αποζημιώσεως ήταν αναγκαία για να αποτραπεί ο κίνδυνος μη συμμορφώσεως προς την επιταγή να γίνει σφαγή, τότε το γεγονός ότι τέτοια μέτρα μπορεί να συνέβαλαν και στη σταθεροποίηση μιας σοβαρά διαταραγμένης αγοράς δεν είναι ικανό να αναιρέσει την εξουσία που χορηγείται από τα άρθρα 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και/ή 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/425 - αρκεί βέβαια ο σκοπός προστασίας της δημόσιας υγείας να μην ήταν απλώς βοηθητικός ή παρεμπίπτων σε σχέση με την επιδίωξη ενός διαφορετικού σκοπού. Εν προκειμένω, η αιτιολογία της υπουργικής αποφάσεως με την οποία συστάθηκε το σύστημα αποζημιώσεως αναφέρει μόνον υγειονομικές φροντίδες και την οδηγία 90/425.
30. Θεωρώ ότι υπό τις εντελώς έκτακτες περιστάσεις που ίσχυαν τότε, ήταν δικαιολογημένο να επιδιώξει η Ολλανδική Κυβέρνηση για λόγους δημόσιας υγείας να αφανιστεί ολοσχερώς από την αλυσίδα διατροφής κάθε κρέας από βρετανικούς μόσχους. Θα υπενθυμίσω ότι τότε υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή τρόπο μεταδόσεως της ΣΕΒ στα βοοειδή και τη διάρκεια του χρόνου επωάσεως , σε συνδυασμό με σοβαρή ανησυχία ως προς τον αναδυόμενο κίνδυνο μεταδόσεως σε ανθρώπους υπό μορφή μιας μοιραίας, ανίατης και ιδιαίτερα επώδυνης ασθένειας.
31. Επί πλέον, και από την Κοινότητα η κατάσταση αντιμετωπίστηκε κυρίως ως ζήτημα προστασίας της υγείας και όχι ως ζήτημα παρεμβάσεως στην αγορά. Κατά την έκτακτη σύνοδό του από την 1η έως τις 3 Απριλίου 1996, το Συμβούλιο τόνισε «ότι είναι αποφασισμένο να θέσει σε εφαρμογή όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας. Ο πρώτιστος στόχος είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας βάσει των καλυτέρων διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων» . Επίσης, όπως το Δικαστήριο έκρινε τον Ιούλιο του έτους εκείνου , στην απόφαση 96/239 η Επιτροπή «έλαβε πρωτίστως υπόψη την προστασία της δημόσιας υγείας στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, όπως εξ άλλου είχε την υποχρέωση από τις οδηγίες 90/425 και 89/662».
32. εραιτέρω, θεωρώ ότι στο πλαίσιο αυτό ήταν δικαιολογημένο να προβλεφθεί η καταβολή αποζημιώσεως στους παραγωγούς. Όσο πεπεισμένος και αν είναι σχετικά με την ανάγκη διαφυλάξεως της δημόσιας υγείας, ουδείς παραγωγός δύναται να δει με αταραξία την εξάλειψη των αγελαίων ζώων του, η οποία είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, ενδεχομένως και οικονομική καταστροφή, αν δεν ληφθεί αποζημίωση. αρά ταύτα, ενδέχεται να μην έχει αυτόματο δικαίωμα να λάβει αποζημίωση. Η Ολλανδική Κυβέρνηση τόνισε με τις παρατηρήσεις της στην υπόθεση Denkavit και στις υποθέσεις Booker Aquaculture και Hydro Seafood ότι γενικά κάθε ιδιώτης πρέπει να επιβαρύνεται με τη ζημία που ο ίδιος έχει υποστεί και ότι οι απώλειες που οφείλονται σε ασθένεια ή υποψιαζόμενη ασθένεια είναι κατ' αρχήν ένας συνηθισμένος κίνδυνος για την κτηνοτροφία . Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι εύκολο να δει κανείς ότι μερικοί παραγωγοί θα μπορούσαν να έχουν τον πειρασμό να αποφύγουν την υποχρεωτική σφαγή με το να αποκρύψουν την καταγωγή των μόσχων τους, οπότε το κρέας από τους μόσχους αυτούς θα μπορούσε να εισέλθει απαρατήρητο στην αλυσίδα διατροφής. Μέχρις ότου καθιερώθηκε η κοινοτική αποζημίωση, νομίζω ότι η εξασφάλιση που παρείχε η εθνική αποζημίωση ήταν καταλληλότατο μέσο για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός.
33. Ίσως αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425 ορίζει ότι τα «έξοδα» σχετικά με τα μέτρα επιβαρύνουν τον υπεύθυνο για τα ζώα, πλην όμως δεν θεωρώ ότι η λέξη αυτή αφορά τη ζημία που προκαλείται από την απώλεια των ζώων - σε τέτοιες περιπτώσεις η αποζημίωση για την απώλεια αυτή είναι πάγιο χαρακτηριστικό τόσο των εθνικών όσο και των κοινοτικών μέτρων (περιλαμβανομένου του κανονισμού 717/96). Κατά την άποψή μου, η λέξη «έξοδα» αφορά αντιθέτως κονδύλια όπως οι δαπάνες για τη μεταφορά των ζώων στο καθορισμένο σφαγείο.
34. Στο πλαίσιο αυτό, θα υπενθυμίσω ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν επεδίωξε να εφαρμόσει το δικό της σύστημα αποζημιώσεως αντί του κοινοτικού συστήματος όπως αυτό έχει υπό τον κανονισμό 717/96. Όταν ήταν γνωστό ότι θα εκδοθεί κοινοτικός κανονισμός, οι κανόνες τροποποιήθηκαν για να προβλεφθεί μια μελλοντική αλλαγή και, άπαξ εκδόθηκε κοινοτικός κανονισμός, ο κανονισμός αυτός τηρήθηκε πλήρως. Επί πλέον, από τη δικογραφία και από όσα η Ολλανδική Κυβέρνηση είπε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι ουδέποτε καταβλήθηκε αποζημίωση βάσει του αρχικού εθνικού συστήματος, αλλά αποζημίωση καταβλήθηκε μόνο βάσει του κανονισμού 717/96.
35. Έτσι, έχω την άποψη ότι η οδηγία 90/425 επέτρεπε στην Ολλανδική Κυβέρνηση να προβλέψει για λόγους δημόσιας υγείας, εν αναμονή της καθιερώσεως κοινοτικού συστήματος αποζημιώσεως, την καταβολή αποζημιώσεως στους ιδιοκτήτες των μόσχων που θα σφάζονταν. Η άποψη αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η αποζημίωση συντελούσε στο να επιτευχθούν και άλλοι στόχοι όπως η σταθεροποίηση ή στήριξη μιας αγοράς.
36. Όμως, αν το Δικαστήριο δεν συμμεριστεί την άποψη αυτή, η αποζημίωση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των κανόνων περί παρεμβάσεως στις αγορές και περί κρατικών ενισχύσεων.
- αρέμβαση στις αγορές και κρατικές ενισχύσεις
37. Στην περίπτωση που το σύστημα αποζημιώσεως εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των κανόνων περί κοινής οργανώσεως των αγορών βοείου κρέατος και περί κρατικών ενισχύσεων, κατά την άποψή μου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση είχε την εξουσία να εφαρμόσει το δικό της σύστημα.
38. Από το κείμενο του άρθρου 23 του κανονισμού 805/68 είναι σαφές ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος απόκειται μόνο στην Επιτροπή και όχι στα κράτη μέλη. Επί πλέον, το σύστημα αυτό, συνεπαγόμενο καταβολές από ένα κράτος μέλος υπέρ μιας κατηγορίας παραγωγών που εμπλέκονται στο εμπόριο με άλλα κράτη μέλη, εμπίπτει στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, οπότε διέπεται και από το άρθρο 24 του κανονισμού 805/68.
39. αρά ταύτα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το σύστημα αποτελεί ενίσχυση για την αποκατάσταση ζημιών από θεομηνίες ή έκτακτα γεγονότα και ότι επομένως είναι συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, στοιχείο β_, της Συνθήκης ΕΚ . Όμως, στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 93, παράγραφος 3, απαιτεί να ενημερώσουν εκ των προτέρων τα κράτη μέλη την Επιτροπή για τα σχέδιά τους χορηγήσεως ενισχύσεως και να απόσχουν από την εφαρμογή της ενισχύσεως μέχρις ότου η Επιτροπή (ή το Συμβούλιο, αναλόγως της περιπτώσεως) λάβει την απόφασή του.
40. Η Επιτροπή διατείνεται ότι το σύστημα αποζημιώσεως δεν γνωστοποιήθηκε ορθώς, αλλά δεν ανέπτυξε τους λόγους του ισχυρισμού αυτού. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσκόμισε ένα έγγραφο της 15ης Απριλίου 1996 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της προς τον αρμόδιο για τη γεωργία γενικό διευθυντή της Επιτροπής, το οποίο τον πληροφορούσε για το σύστημα αποζημιώσεως και στο οποίο, όπως προκύπτει, είχαν επισυναφθεί φωτοτυπίες σχετικά με το σύστημα αυτό. Το έγγραφο αυτό δεν φαίνεται να ακολουθούσε κάποιο έντυπο που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, όπως το έντυπο που περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙ του από 2 Αυγούστου 1995 εγγράφου της προς τα κράτη μέλη , παρέλειπε πολλές από τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα αυτό και δεν απεστάλη στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής όπως απαιτείται από το εν λόγω παράρτημα. Όμως, οι επιταγές αυτές δεν περιλαμβάνονται σε νομικώς δεσμευτικό έγγραφο , και το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι για να θεωρηθεί μια ανακοίνωση πλήρης είναι αρκετό να περιέχει τέτοιες πληροφορίες ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στην Επιτροπή να διαμορφώσει μια πρώτη άποψη σχετικά με το συμβιβαστό της ενισχύσεως με τη Συνθήκη . Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εδώ δεν έχει επαρκή στοιχεία για να συναγάγει ότι το επίμαχο ολλανδικό σύστημα δεν γνωστοποιήθηκε προσηκόντως στην Επιτροπή κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
41. Όμως, δεν αμφισβητείται ότι ουδέποτε ελήφθη απόφαση εγκρίσεως του συστήματος, αλλά προκύπτει ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση ουδέποτε επεδίωξε να το εφαρμόσει πριν γίνει σύμφωνο με τις διατάξεις του κανονισμού 717/96, συμμορφούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο με τον κανονισμό 805/68 και προλαμβάνουσα οποιαδήποτε ανάγκη γνωστοποιήσεως ή εγκρίσεως.
Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα: δικαιολογημένη εμπιστοσύνη
42. ρώτ' απ' όλα, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει το ολλανδικό δίκαιο περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. αρά ταύτα, θα διακινδυνεύσω να εκφέρω την άποψη ότι πρόκειται για ευεργετικό κανόνα βάσει του οποίου ο ιδιώτης δύναται θεμιτώς να αναμείνει ότι όντως θα καταβληθεί σε αυτόν το ακριβές ποσό που έγγραφο της διοικήσεως αναφέρει ως καταβλητέο σε αυτόν όταν i) οι διατάξεις περί καθορισμού του ποσού αυτού είχαν προηγουμένως τροποποιηθεί με τη δέουσα δημοσιότητα, οπότε το τελικό ποσό είναι πιθανόν να υπολογισθεί επί διαφορετικής βάσεως, και ii) στον ιδιώτη δεν έχει ανακοινωθεί βλαπτικό μέτρο ή βλαπτική απόφαση σχετικά με το πιο πάνω έγγραφο, αλλά iii) αυτός απλώς έχει τηρήσει μια προϋπόθεση που δεν μπορούσε νομίμως να αποφύγει, όποιο ποσό και αν αναφερόταν.
43. Μετά, δύναται να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη υπό το κοινοτικό δίκαιο, το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο, της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με πληρωμές από εθνικές αρχές αφορά καταστάσεις όπου είχε καταβληθεί παρανόμως ενίσχυση και αυτή έπρεπε να ανακτηθεί. Η παρούσα κατάσταση διαφέρει κατά το ότι η Van den Bor επιθυμεί να επικαλεστεί κάτι που απλώς είναι μια φερόμενη εξασφάλιση ότι τα καταβληθεί ένα ορισμένο ποσό.
44. Στο πλαίσιο της ανακτήσεως μιας ενισχύσεως που καταβλήθηκε παρανόμως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η έννομη κοινοτική τάξη δεν μπορεί να απαγορεύσει εθνική νομοθεσία η οποία εξασφαλίζει την τήρηση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου στο πλαίσιο της αναζητήσεως», αλλά ότι, «λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 93 της Συνθήκης, δεν δικαιολογείται, καταρχήν, η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως, παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. ράγματι, ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή» .
45. Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, είναι σαφές ότι, αν θεωρηθεί ότι το σύστημα αποζημιώσεως αποτελεί κρατική ενίσχυση που δεν ανακοινώθηκε ορθώς στην Επιτροπή, τότε η Van den Bor κατ' ουδένα τρόπον θα μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι θα καταβληθεί η ενίσχυση.
46. Όμως, αν το σύστημα αποζημιώσεως θεωρηθεί είτε ως ενίσχυση που ανακοινώθηκε ορθώς είτε (όπως προτείνω) ως νόμιμο μέρος επιτρεπόμενου από την οδηγία 90/425 μέτρου προστασίας της υγείας, τότε το κλειδί του προβλήματος βρίσκεται στην αναδρομική ισχύ του κανονισμού 717/96.
47. Άπαξ ο κανονισμός αυτός κατέστη εφαρμοστέος, τα κράτη μέλη κατ' αρχήν δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν οποιοδήποτε εθνικό μέτρο (όποιος και να είναι ο χαρακτηρισμός του) που παρέκκλινε από αυτόν. Θα υπενθυμίσω ότι ο κανονισμός 717/96 εκδόθηκε στις 19 Απριλίου 1996, τέθηκε σε ισχύ στις 20 Απριλίου και έπρεπε να εφαρμοστεί από τις 11 Απριλίου. Το έγγραφο εκτιμήσεως της αξίας των μόσχων το οποίο εγχειρίστηκε στη Van den Bor εκδόθηκε στις 19 Απριλίου, δηλαδή μετά την ημερομηνία από την οποία ο κανονισμός έπρεπε να εφαρμοστεί αλλά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ.
48. Αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι, αν και γενικώς η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποκλείει το να τεθεί κοινοτικό μέτρο σε ισχύ πριν από τη δημοσίευσή του, κατ' εξαίρεση μπορεί να πράγματα να έχουν αλλιώς όταν i) το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και ii) η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων γίνεται δεόντως σεβαστή .
49. Στην παρούσα υπόθεση, νομίζω ότι πληρούται η πρώτη από τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Ο κύριος σκοπός του κανονισμού, όπως είναι σαφές από τον τίτλο και το προοίμιό του, ήταν να στηρίξει την αγορά σε τρία κράτη μέλη, εξασφαλίζοντας ειδικότερα ότι τα εν λόγω κράτη μέλη δεν θα φέρουν ολόκληρο το βάρος της αποζημιώσεως των παραγωγών που θίγονταν από τα αναγκαία μέτρα σφαγής, αλλά ότι η Κοινότητα θα συμβάλει κατά 70 % στη συνολική δαπάνη, όπως είχε κάνει κατά το παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Εφόσον τουλάχιστον η Ολλανδική Κυβέρνηση είχε ήδη αρχίσει να εφαρμόζει ένα πρόγραμμα σφαγής, η αναδρομική ισχύς ήταν αναγκαία για να καταστεί δυνατή η συνδρομή της Κοινότητας.
50. Θεωρώ ότι πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η προσδοκία που οι Ολλανδοί παραγωγοί μπορούσαν να έχουν στις 19 Απριλίου 1996 ήταν ότι θα λάβουν πλήρη αποζημίωση για τους μόσχους που θα σφάζονταν, αλλά ότι το ποσό που θα καταβαλλόταν ήταν πιθανόν να υπολογιστεί βάσει κοινοτικού μέτρου που θα θεσπιζόταν σύντομα. Οι αρχικοί ολλανδικοί κανόνες προέβλεπαν πλήρη αποζημίωση βάσει της εμπορικής αξίας των μόσχων όπως εκτιμήθηκε πριν από τη μεταφορά τους έξω από την εκμετάλλευση, ενώ ο κανονισμός 717/96 προέβλεψε πλήρη αποζημίωση βάσει της πιο πρόσφατης τιμής σφαγίων μόσχου στην κοινοτική αγορά, εκφραζομένης ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου. Ήταν όντως πιθανό τα ποσά που καθορίστηκαν στις δύο περιπτώσεις να είναι πολύ κοντινά και είναι αξιοσημείωτο ότι για τη Van den Bor προκύπτει ότι η διαφορά ήταν μικρή. Σε πολλές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων μπορεί απλώς να ήταν ένας ακριβέστερος καθορισμός του ποσού που είχε εκτιμήσει ο εμπειρογνώμονας· σε μερικές περιπτώσεις, η πάγια τιμή ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου μπορεί να ήταν για τον παραγωγό ευνοϊκότερη από μια εκτίμηση ενός εμπειρογνώμονα, καθόσον κατά το ολλανδικό σύστημα η τελευταία έπρεπε να μειωθεί αν το απαιτούσε η κατάσταση του ζώου. Υπό τις συνθήκες αυτές, έχω την άποψη ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των Ολλανδών εκτροφέων μόσχων έγινε σεβαστή και ότι η αναδρομική ισχύς του κανονισμού 717/96 είναι δικαιολογημένη.
51. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οι ολλανδικές αρχές έπρεπε από τις 11 Απριλίου 1996 να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του κανονισμού αυτού κατά την εφαρμογή του συστήματός τους αποζημιώσεως.
Συμπέρασμα
52. Υπό το πρίσμα όλων των πιο πάνω σκέψεων, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στα ερωτήματα του College van Beroep voor het bedrijfsleven την εξής απάντηση:
«Ο Ολλανδός Υπουργός Γεωργίας, εριβάλλοντος και Αλιείας είχε την εξουσία βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και/ή του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου να θεσπίσει στις 3 Απριλίου 1996 εθνικά μέτρα για να καταστεί δυνατή η καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που απέρρευσε από τη σφαγή βρετανικών μόσχων για λόγους δημόσιας υγείας. Όμως, από τις 11 Απριλίου 1996 που κατέστη εφαρμοστέος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 717/96 οι ολλανδικές αρχές δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν τους κανόνες αυτούς κατά τρόπο που δεν στοιχεί με τον κανονισμό αυτόν.»
Full & Egal Universal Law Academy