Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην υπόθεση αυτή, το Högsta domstolen (Σουηδία) ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότηττας του εργοδότη (στο εξής: οδηγία 80/987). Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' αρχάς αν η επιφύλαξη του Βασιλείου της Σουηδίας όσον αφορά την οδηγία μπορεί να ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία διασταλτικά, οπότε ο κύκλος των εργαζομένων που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας να είναι ευρύτερος εκείνου που απορρέει από το ίδιο το κείμενο της επιφυλάξεως αυτής. Εν συνεχεία, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, όταν ένα κράτος μέλος έχει εφαρμόσει την οδηγία 80/987 αυτοπροσδιοριζόμενο ως το όργανο που οφείλει την εγγύηση την οποία αναφέρει η οδηγία αυτή, ένας εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί την εγγύηση αυτή παρά την ύπαρξη εθνικής διατάξεως που τον αποκλείει από την εν λόγω εγγύηση, εφόσον η διάταξη αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί στην επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας έναντι της οδηγίας.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 80/987 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συνιστούν οργανισμό εγγυήσεως πληρωμής των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που προκύπτουν από μη εκτελεσθείσες υποχρεώσεις του εργοδότη τους.
3. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία 80/987 ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται, κατ' εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών, λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία. Ο πίνακας των κατηγοριών μισθωτών τους οποίους αφορά ο αποκλεισμός αυτός περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 80/987.
4. Η πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (στο εξής: ράξη προσχωρήσεως) ορίζει στο παράρτημα Ι, τμήμα IV («Κοινωνική πολιτική»), σημείο Δ («Η εργατική νομοθεσία»), σε σχέση με την οδηγία 80/987, ότι στο παράρτημα της οδηγίας αυτής, στο τμήμα Ι («Μισθωτοί με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ιδιαίτερης φύσεως»), προστίθεται, όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας, η ακόλουθη επιφύλαξη:
«Μισθωτός, ή οι επιβιώσαντες αυτού, ο οποίος είτε μόνος του είτε με τους στενούς συγγενείς του ήταν ιδιοκτήτης σημαντικού τμήματος της επιχείρησης του εργοδότη και ασκεί σημαντική επιρροή επί των δραστηριοτήτων της. Αυτό ισχύει και όταν εργοδότης είναι ένα νομικό πρόσωπο χωρίς επιχείρηση.»
5. Το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει, όσον αφορά τους οργανισμούς εγγυήσεως, τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μιαν ορισμένη ημερομηνία.
2. Η ημερομηνία της παραγράφου είναι κατ' επιλογή των κρατών μελών:
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη.»
6. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας αυτής, το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ορισμένους συμπληρωματικούς κανόνες.
7. Το άρθρο 5 της οδηγίας 80/987 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητος·
β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές·
γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
Β - Η εθνική νομοθεσία
8. Το άρθρο 1 του lönegarantilagen (νόμου περί της εγγυήσεως της καταβολής των αμοιβών, στο εξής: νόμος περί της εγγυήσεως) ορίζει ότι το κράτος, βάσει του νόμου αυτού, έχει την υποχρέωση να εξοφλεί τις σχετικές με αμοιβές απαιτήσεις που οι μισθωτοί έχουν έναντι εργοδοτών των οποίων η αφερεγγυότητα έχει διαπιστωθεί στη Σουηδία ή σε άλλη χώρα του Βορρά. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, η πληρωμή που καλύπτεται από την εγγύηση αφορά μόνον τις απαιτήσεις σχετικά με αμοιβές ή άλλες παρεμφερείς αποζημιώσεις, οι οποίες θεωρούνται προνομιούχες βάσει του άρθρου 12 του förmånsrättslag (στο εξής: νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων). Τρεις μορφές του άρθρου 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων πρέπει να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω: μία μορφή πριν από την 1η Ιουλίου 1994, μία μορφή η οποία ίσχυε μεταξύ 1ης Ιουλίου 1994 και 1ης Ιουνίου 1997 και τέλος η τωρινή μορφή, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1997.
9. ριν από την 1η Ιουλίου 1994, η αντίστοιχη διάταξη προέβλεπε ότι ένας εργαζόμενος ο οποίος, μόνος ή μαζί με στενό συγγενή του, ήταν κύριος σημαντικής συμμετοχής σε εταιρία και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στη δραστηριότητά της, ουδενός προνομίου ετύγχανε όσον αφορά την αμοιβή του ή τη σύνταξή του. Σε σχετική υπόθεση (NJA 1980, σ. 743), το Högsta domstolen έκρινε ότι η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν και όταν μόνον ο στενός συγγενής του εργαζομένου κατείχε σημαντική συμμετοχή στην εταιρία, ενώ ο ίδιος ο εργαζόμενος δεν κατείχε καμία συμμετοχή.
10. Από τις μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τις τροποποιήσεις του άρθρου 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων προκύπτει ότι το άρθρο αυτό πρέπει να εφαρμόζεται υπό τη μορφή την οποία έχει κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως που διατάσσει τη θέση της εταιρίας υπό εκκαθάριση. Σύμφωνα με το άρθρο 12, τελευταίο εδάφιο, του νόμου, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1994 , ήτοι ως ίσχυε το άρθρο κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, ένας εργαζόμενος ο οποίος, μόνος ή μαζί με στενό συγγενή του, ήταν κύριος τουλάχιστον του ενός πέμπτου της εταιρίας κατά τους έξι μήνες πριν από την αίτηση θέσεως της εταιρίας αυτής υπό εκκαθάριση δεν μπορούσε να έχει κανένα προνόμιο όσον αφορά την αμοιβή του ή τη σύνταξή του και η εξαίρεση αυτή ίσχυε και όταν μόνον ο στενός συγγενής του εργαζομένου κατείχε τη συμμετοχή αυτή. Η τελευταία αυτή προσθήκη επικύρωσε την ενσωμάτωση στη νομοθεσία της νομολογίας του Högsta domstolen.
11. Μια νέα διάταξη που τροποποιούσε το άρθρο 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1997 . Ο σκοπός της τροποποιήσεως αυτής ήταν να διασφαλιστεί ότι το σουηδικό καθεστώς προστασίας των αμοιβών είναι μετά βεβαιότητας σύμφωνο προς το γράμμα της οδηγίας και της διατάξεως που περιέχει την επιφύλαξη με την οποία η οδηγία αυτή προσαρμόστηκε για το Βασίλειο της Σουηδίας. λέον, για να αποκλείονται οι σχετικές με αμοιβές απαιτήσεις ενός εργαζομένου από το ευεργέτημα του προνομίου, πρέπει, εντός των έξι μηνών πριν από την αίτηση περί θέσεως της εταιρίας υπό εκκαθάριση, ο εργαζόμενος, μόνος ή με στενούς συγγενείς του, να ήταν κύριος ουσιώδους συμμετοχής στην εταιρία και να είχε ασκήσει σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της. Συνεπώς, είναι απολύτως αναγκαίο σήμερα ο ίδιος ο εργαζόμενος να κατείχε συμμετοχή στην εταιρία.
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Η S. Gharehveran εργαζόταν σε μια εταιρία η οποία εκμεταλλευόταν ένα εστιατόριο. Ασκούσε ιδίως ορισμένες δραστηριότητες λογιστικής φύσεως. Ο σύζυγός της ήταν κύριος όλων των μεριδίων της εταιρίας, η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 17 Ιουλίου 1995. Στο πλαίσιο της θέσεως υπό εκκαθάριση, η S. Gharehveran υπέβαλε αίτηση πληρωμής του μισθού της βάσει του νόμου περί της εγγυήσεως. Στις 10 Αυγούστου 1995, ο εκκαθαριστής απέρριψε την αίτηση αυτή, με το αιτιολογικό ότι η S. Gharehveran ήταν στενός συγγενής του προσώπου στο οποίο ανήκε πλήρως η τεθείσα υπό εκκαθάριση επιχείρηση.
13. Κατόπιν της απορρίψεως αυτής της αιτήσεώς της, η S. Gharehveran άσκησε αγωγή ενώπιον του Lunds tingsrätt (Σουηδία), με την οποία ζήτησε να τροποποιηθεί η απόφαση του εκκαθαριστή και να γίνει δεκτή η αίτησή της περί πληρωμής του μισθού της βάσει του νόμου περί της εγγυήσεως. Με απόφαση της 20ής Μα_ου 1997, το Lunds tingsrätt απέρριψε την αγωγή αυτή. Η S. Gharehveran άσκησε κατόπιν αυτού έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Horvrätten över Skåne och Blekinge. Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 1998, το τελευταίο αυτό δικαστήριο δέχθηκε το βάσει του νόμου περί της εγγυήσεως αίτημά της περί πληρωμής του μισθού της. Με την απόφαση αυτή, το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι η S. Gharehveran συμμετείχε στις υποθέσεις της εταιρίας σε τέτοιο βαθμό ώστε έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε ασκήσει σημαντική επιρροή στις δραστηριότητες της εταιρίας αυτής. Ωστόσο, κατά την άποψη του hovrätt, δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ότι όλες οι μετοχές της εταιρίας ανήκαν στον σύζυγό της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εφαρμογή του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων - ως αυτός ίσχυε κατά τη θέση υπό εκκαθάριση της εταιρίας - θα συνεπαγόταν ότι η S. Gharehveran δεν θα είχε κανένα δικαίωμα επί πληρωμής των αμοιβών της βάσει του νόμου περί της εγγυήσεως. Ωστόσο, το hovrätt θεώρησε ότι το κείμενο αυτό του νόμου ήταν ασύμβατο προς την επιφύλαξη που είχε διατυπώσει το Βασίλειο της Σουηδία σε σχέση με την οδηγία 80/987, επιφύλαξη την οποία θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να εφαρμόσει στην περίπτωση της S. Gharehveran. Το hovrätt θεώρησε επιπλέον ότι η S. Gharehveran μπορούσε να στηριχθεί απευθείας στην οδηγία 80/987, για να προβάλει το δικαίωμά της επί της εγγυήσεως της πληρωμής των αμοιβών της βάσει του σουηδικού νομικού καθεστώτος.
14. Η Riksskatteverket (φορολογική υπηρεσία), ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Horvrätten över Skåne och Blekinge, ενώπιον του Högsta domstolen. Η Riksskatteverket ισχυρίζεται ότι ο νόμος περί των προνομιούχων απαιτήσεων, ως ίσχυε κατά τη θέση της εταιρίας υπό εκκαθάριση, ήταν συμβατός προς την επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας σε σχέση με την οδηγία 80/987. Φρονεί περαιτέρω ότι η οδηγία αυτή δεν παράγει άμεσο αποτέλεσμα, καθόσον αφήνει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την εφαρμογή της. Κατά τη Riksskatteverket, το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως δεν μπορεί να περιοριστεί στην εθνική έννομη τάξη μέσω της επιλογής συγκεκριμένου τρόπου εκτελέσεως, που συνίσταται εν προκειμένω σε ένα ταμείο εγγυήσεως χρηματοδοτούμενο από τις δημόσιες αρχές.
15. Ενόψει των προεκτεθέντων στοιχείων, το Högsta domstolen ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί βάσει του άρθρου 234 ΕΚ επί των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Έχει η ισχύουσα για τη Σουηδία εξαίρεση, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, σε συμφωνία με τη σουηδική νομολογία όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και ίσχυε μέχρι την 1η Ιουλίου 1994, την έννοια ότι έχει εφαρμογή επί εργαζομένου ο οποίος, μολονότι δεν κατέχει καμία συμμετοχή σε τεθείσα υπό εκκαθάριση εταιρία, είναι στενός συγγενής προσώπου το οποίο είναι κύριος ουσιώδους τμήματος της εταιρία αυτής;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική: στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος έχει εφαρμόσει την οδηγία 80/987/ΕΟΚ ορίζοντας ρητώς το Δημόσιο ως υπεύθυνο για την πληρωμή των απαιτήσεων των εργαζομένων έναντι εργοδότη ο οποίος έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, έχει η οδηγία το αποτέλεσμα ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα επί της εγγυήσεως της καταβολής των αμοιβών, σε αντίθεση με εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τον αποκλεισμό ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων από το ευεργέτημα της εγγυήσεως, χωρίς να υφίσταται διάταξη αντιστοιχούσα στις εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας που ισχύουν για το εν λόγω κράτος μέλος;»
16. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Νοεμβρίου 1999. Η Riksskatteverket, η S. Gharehveran και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία.
IV - Το ζήτημα της επιφυλάξεως που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας
Α - Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
17. Κατά τη Riksskatteverket, η περιεχόμενη στο παράρτημα της οδηγίας 80/987 εξαίρεση που αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένου υπόψη του τρόπου κατά τον οποίο η σχετική εθνική διάταξη εφαρμόζεται στη Σουηδία. Συγκεκριμένα, η επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας σε σχέση με το παράρτημα της οδηγίας 80/987 στηρίζεται στο κείμενο του νόμου που υφίστατο προηγουμένως στη Σουηδία, ειδικότερα δε στο άρθρο 12, τελευταίο εδάφιο, του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων, ως ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1994. Η Riksskatteverket φρονεί συνεπώς ότι το νομοθέτημα αυτό πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του σουηδικού δικαίου, λαμβανομένης συνεπώς υπόψη της ερμηνείας που του έδωσε το Högsta domstolen με την απόφαση του NJA 1980, σ. 743. Κατά τη Riksskatteverket, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον η οδηγία 80/987, όπως και η ράξη προσχωρήσεως, παρέχουν στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως βάσει του οποίου μπορούν να προβλέπουν ορισμένες εξαιρέσεις στην εθνική ρύθμισή τους. Οι εξαιρέσεις αυτές δεν θα είχαν νόημα αν δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν υπό το φως του εθνικού δικαίου.
18. Η S. Gharehveran φρονεί ότι θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου να στηριχθεί η ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων σε προϋφιστάμενη εθνική νομοθεσία και νομολογία.
19. Η Επιτροπή προτείνει επίσης να ερμηνευθεί το πρώτο ερώτημα υπό την έννοια ότι η επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας στο παράρτημα της οδηγίας 80/987 δεν αφορά έναν εργαζόμενο ο οποίος δεν είναι ο ίδιος κύριος κανενός τμήματος της επιχειρήσεως, αλλά του οποίου κάποιος στενός συγγενής κατέχει σημαντικό τμήμα της επιχειρήσεως. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η θέσπιση του άρθρου 12, τελευταίο εδάφιο, του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων και η παρέκκλιση της οποίας τυγχάνει το Βασίλειο της Σουηδίας βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987 δεν συμβιβάζονται. Η εξέταση των κατηγοριών εργαζομένων που παρατίθενται στο παράρτημα της οδηγίας 80/987 καταδεικνύει ότι οι παρεκκλίσεις περιγράφονται κατά τρόπο λεπτομερή και ακριβή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τέτοιες εξαιρέσεις χρήζουν συσταλτικής ερμηνείας.
Β - Εκτίμηση
20. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Högsta domstolen μπορεί να είναι σύντομη. Συγκεκριμένα, είναι πειστικά τα επιχειρήματα υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας του περιεχομένου της επιφυλάξεως του Βασιλείου της Σουηδίας, τόσο με βάση το κείμενο των οικείων διατάξεων όσο και με βάση τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 80/987 και το πλαίσιο της παρεκκλίνουσας διατάξεως.
21. Όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεως, οι σχετικές εθνικές και κοινοτικές διατάξεις είναι αναντίρρητα αντιφατικές. Το παράρτημα της οδηγίας απλώς αποκλείει από το καθεστώς τον εργαζόμενο ο οποίος, μόνος ή με τους στενούς συγγενείς του, ήταν ιδιοκτήτης σημαντικού τμήματος της επιχειρήσεως και άσκησε σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της. Κατά την επίμαχη εθνική ρύθμιση όμως, αρκεί ένας στενός συγγενής του εργαζομένου να είναι ιδιοκτήτης σημαντικού τμήματος της επιχειρήσεως ώστε ο εργαζόμενος αυτός να αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί εγγυήσεως. Η ομάδα των εργαζομένων που αποκλείεται από την εγγύηση βάσει της σουηδικής νομοθεσίας είναι συνεπώς ευρύτερη απ' ό,τι επιτρέπει το ισχύον κοινοτικό δίκαιο.
22. Κατ' ουσίαν, το Högsta domstolen ερωτά αν, εν προκειμένω, η εξαίρεση που προβλέπει η οδηγία μπορεί ωστόσο να ερμηνευθεί υπό έννοια σύμφωνη προς το εθνικό δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου κατά τον οποίο, προηγουμένως, το ανώτατο σουηδικό δικαστήριο ερμήνευσε την οικεία εθνική νομοθεσία.
23. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την ανάγκη τόσο της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της εφαρμογής της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση τα συμφραζόμενα της διατάξεως και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση .
24. Η εξαίρεση του Βασιλείου της Σουηδίας, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, τμήμα IV, σημείο Δ, της ράξεως προσχωρήσεως και η οποία, σήμερα, αποτελεί τμήμα του τμήματος Ι του παραρτήματος της οδηγίας 80/987, δεν παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο . ρέπει συνεπώς να δοθεί στην επιφύλαξη αυτή αυτοτελής ερμηνεία.
25. Το γεγονός ότι η επιφύλαξη στηρίχθηκε στο κείμενο του νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να μεταβάλει το συμπέρασμα αυτό. Αν υιοθετούσαμε άλλη άποψη, θα ερχόμασταν σε αντίθεση όχι μόνο προς τις αρχές της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου και της ισότητας ενώπιον του νόμου, αλλά και προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Συγκεκριμένα, θα ήταν αναγκαίο να υπάρχει ιδιαίτερη γνώση της εθνικής νομολογίας για να οριστεί ο κύκλος των δικαιούχων βάσει της σχετικής διατάξεως. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί εξάλλου πειστικό παράδειγμα όσον αφορά τις περιπλοκές που μπορούν να προκύψουν από αυτό.
26. Οι σκέψεις αυτές αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987, για την οποία πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με αναφορά στην ερμηνεία που έδωσε το ανώτατο σουηδικό δικαστήριο στο άρθρο 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων μέχρι την 1η Ιουλίου 1994. Θα προσθέσω στους λόγους αυτούς, πλεοναστικώς, τα ακόλουθα επιχειρήματα, που βασίζονται στον σκοπό της οδηγίας 80/987 και στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η σχετική εξαίρεση.
27. Δεδομένου του σκοπού της οδηγίας 80/987, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθούν στενά οι επιφυλάξεις που περιέχονται στο παράρτημα. Η οδηγία 80/987 εκδόθηκε για να θεσπισθούν οι αναγκαίες διατάξεις για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ειδικότερα για να διασφαλιστεί η πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εντός της Κοινότητας . Ενόψει αυτού του κοινωνικού σκοπού, φαίνεται σκόπιμο να περιοριστεί κατά το δυνατόν ο κύκλος των εργαζομένων που αποκλείονται από την προστασία έναντι της αφερεγγυότητας του εργοδότη τους . Αυτή ήταν ασφαλώς η επιθυμία του κοινοτικού νομοθέτη. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν επέλεξε ένα σύστημα στο οποίο θα εναπέκειτο στο εθνικό δίκαιο ο καθορισμός των κατηγοριών των αποκλειομένων εργαζομένων. Οι ομάδες εργαζομένων που δεν μπορούν να αξιώσουν την εγγύηση αναφέρονται κατά τρόπο εξαντλητικό στο παράρτημα της οδηγίας 80/987. Το επιχείρημα της Riksskatteverket ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την ερμηνεία των εξαιρέσεων που διαλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας δεν είναι κατά τη γνώμη μου βάσιμο.
28. Αν ορισμένα κράτη μέλη επιθυμούν να περιορίσουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987, διαθέτουν μόνο τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας. Το Βασίλειο της Σουηδίας έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, αναφέροντας στην ράξη προσχωρήσεως ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι, μόνοι ή με τους στενούς συγγενείς τους, ήσαν ιδιοκτήτες σημαντικού τμήματος της επιχειρήσεως ή της δραστηριότητας του εργοδότη και άσκησαν σημαντική επιρροή στις δραστηριότητες αυτές είναι οι μόνοι οι οποίοι δεν τυγχάνουν της προστασίας που παρέχει η οδηγία 80/987. Αν η πρόθεση των σουηδικών αρχών ήταν να διατυπώσουν επιφύλαξη και όταν η κυριότητα, αφενός, της επιχειρήσεως δεν ανήκε στους ίδιους τους εργαζόμενους, αλλά σε στενό συγγενή τους, θεωρώ ότι θα έπρεπε να το αναφέρουν ρητώς. Εύλογα η Επιτροπή τονίζει συναφώς ότι οι κατηγορίες των εργαζομένων που αποκλείονται από την προστασία της οδηγίας 80/987 και οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής περιγράφονται λεπτομερώς και ότι είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον συναφώς να επισημανθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία διατύπωσαν ρητή επιφύλαξη αφορώσα τον σύζυγο του εργοδότη. Το Βασίλειο της Σουηδίας δεν έκρινε προφανώς αναγκαίο να θέσει τέρμα στη διαφορά που υφίσταται μεταξύ του κειμένου της επιφυλάξεώς του και του τρόπου κατά τον οποίο η επιφύλαξη αυτή τίθεται σε εφαρμογή με την εθνική του νομοθεσία, ζητώντας προσαρμογή του τμήματος Ι του παραρτήματος της οδηγίας. Αντιθέτως, από την 1η Ιουλίου 1997, ο Σουηδός νομοθέτης αποφάσισε να καταστήσει τον νόμο σύμφωνο προς το εν λόγω παράρτημα.
29. ροτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την ακόλουθη απάντηση: Η σουηδική νομολογία σχετικά με την εθνική νομοθεσία που ίσχυε μέχρι την 1η Ιουλίου 1994 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987 .
V - Το ζήτημα του αποτελέσματος της οδηγίας 80/987
30. Διατυπώνοντας το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν πρέπει να εφαρμοστούν εν προκειμένω οι αποφάσεις Francovich κ.λπ. και Wagner Miret , με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να προβάλλουν κατά του Δημοσίου, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 για να επιτύχουν την καταβολή μισθών υπό το καθεστώς της εγγυήσεως. Το Högsta domstolen τονίζει ότι τα περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως διαφέρουν από τα περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Francovich κ.λπ. και Wagner Miret. Στην υπόθεση Francovich κ.λπ., το οικείο κράτος μέλος δεν είχε λάβει κανένα μέτρο εφαρμογής σχετικά με τον οργανισμό εγγυήσεως. Στην υπόθεση Wagner Miret, επρόκειτο για ένα θεσμό εγγυήσεως του οποίου η χρηματοδότηση πραγματοποιούνταν από εισφορές καταβαλλόμενες από τους εργοδότες και επιβαλλόμενες από τις δημόσιες αρχές . Το Βασίλειο της Σουηδίας έχει ορίσει ορισμένους δημόσιους οργανισμούς που οφείλουν την εγγύηση της καταβολής των αμοιβών, η οποία χρηματοδοτείται από ένα δημόσιο σύστημα κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.
Α - Οι κατατεθείσες παρατηρήσεις
31. H Riksskatteverket υποστηρίζει ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να αναγνωριστεί στην οδηγία 80/987 άμεσο αποτέλεσμα. Κατά την υπηρεσία αυτή, με τις αποφάσεις Francovich κ.λπ. και Wagner Miret, το Δικαστήριο απέρριψε το άμεσο αποτέλεσμα όσον αφορά τις διατάξεις της οδηγίας, στηριζόμενο στις προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου μια οδηγία να παράγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, το δε άμεσο αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι συνάρτηση των μέτρων εφαρμογής της οδηγίας που προέρχονται από το οικείο κράτος μέλος. Επιπλέον, φρονεί ότι, αν δεν υιοθετηθεί η θέση που προτείνει, τούτο θα σημαίνει ότι σε μια οδηγία θα μπορεί να αναγνωρίζεται άμεσο αποτέλεσμα εντός ορισμένων κρατών μελών και όχι εντός άλλων. Επιπλέον, στο πλαίσιο του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Κατά τη Riksskatteverket, αν η S. Gharehveran υπέστη ζημία επειδή, καθόσον την αφορά, το Βασίλειο της Σουηδίας δεν εφάρμοσε δεόντως την οδηγία, δικαιούται να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη, στηριζόμενη στο κοινοτικό δίκαιο. Η Riksskatteverket φρονεί ότι η αρχή αυτή καθιστά άχρηστη μια ευρεία εφαρμογή εν προκειμένω των αρχών του αμέσου αποτελέσματος.
32. Η S. Gharehveran, τέλος, φρονεί ότι, στην κατάσταση που διαπιστώθηκε στη Σουηδία, οι ιδιώτες μπορούν να απευθύνονται στο εθνικό δικαστήριο επικαλούμενοι την οδηγία 80/987. Αντίθετα προς την κατάσταση που είχε υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Francovich κ.λπ., εν προκειμένω, το Βασίλειο της Σουηδίας έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία και όρισε το σουηδικό Δημόσιο ως τον οργανισμό που φέρει την ευθύνη της εγγυήσεως των σχετικών με αμοιβές απαιτήσεων των εργαζομένων έναντι των εργοδοτών των οποίων έχει διαπιστωθεί η αφερεγγυότητα. Η S. Gharehveran φρονεί ότι η οδηγία ορίζει χωρίς διφορούμενα τον οργανισμό εγγυήσεως και ότι πρέπει συνεπώς να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα στην οδηγία.
33. Επιπλέον, η S. Gharehveran υποστηρίζει ότι η αγωγή της στηρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο. Επισημαίνει ότι, αφής στιγμής ένα κράτος μέλος προέβη στον καθορισμό του οργανισμού εγγυήσεως, οι αγωγές που στηρίζονται στην οδηγία δεν μπορούν να τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής αντιμετώπισης απ' ό,τι εκείνες που στηρίζονται στις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη μπορούν να αφήνουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στα εθνικά δικαστήρια, προκειμένου να δίδουν προτεραιότητα στο κοινοτικό δίκαιο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ερμηνεύοντας το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κοινοτικού δικαίου. Αν, συνιστώντας έναν οργανισμό εγγυήσεως, ένα κράτος μέλος κατέστησε δυνατή μια τέτοια ερμηνεία, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται μάλιστα, κατά την άποψη της S. Gharehveran, να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε το μόνο δυνατό αποτέλεσμα να είναι η εφαρμογή της οδηγίας.
34. Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την απάντηση ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εφαρμόζει εθνικές διατάξεις οι οποίες, αντίθετα προς το κείμενο της οδηγίας, αποκλείουν ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων από το δικαίωμα επί της εγγυήσεως των αμοιβών, όταν οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας έχουν ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο. Η Επιτροπή προβάλλει τρία επιχειρήματα προς στήριξη της θέσεως αυτής.
35. ρώτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα. Η Επιτροπή δέχεται ότι έχει απολύτως επίγνωση ότι μπορεί να φαίνεται δυσχερής η εφαρμογή, στην υπόθεση της κύριας δίκης, της αρχής της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού κανόνα, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το γράμμα του άρθρου 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων ήταν ασύμβατο προς την επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας στο παράρτημα της οδηγίας. Ωστόσο, η τροποποίηση του άρθρου 12 που επήλθε το 1997 κατέστησε το σουηδικό δίκαιο σύμφωνο προς την οδηγία 80/987. Δεδομένου όμως ότι η προσαρμογή αυτή ήταν ευνοϊκή για την S. Gharehveran, η Επιτροπή αναφέρει τη δυνατότητα που έχει το εθνικό δικαστήριο, σε παρόμοια περίπτωση, να εφαρμόζει τον νόμο υπό την τροποποιημένη μορφή του, η οποία είναι πλήρως σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
36. Εν συνεχεία, η Επιτροπή τονίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δεσμευτικό περιεχόμενο και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 80/987. Βεβαίως, στην απόφαση Francovich κ.λπ., το Δικαστήριο άφησε στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση, τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση των οργανισμών εγγυήσεως, αλλά, με την ίδια αυτή απόφαση, έκρινε ότι οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας ήσαν επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες όσον αφορά τον καθορισμό του κύκλου των δικαιούχων της εγγυήσεως και το περιεχόμενο της εγγυήσεως αυτής υπέρ των εργαζομένων. Η Επιτροπή, στηριζόμενη στις αποφάσεις Ratti και Francovich κ.λπ. , φρονεί ότι το εθνικό δικαστήριο θα έπρεπε να μπορεί, εν προκειμένω, να μην εφαρμόσει το άρθρο 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων, που συνεπάγεται ευρύτερους περιορισμούς απ' ό,τι η οδηγία 80/987 όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της. Σε αντίθετη περίπτωση, το δεσμευτικό περιεχόμενο και η πρακτική αποτελεσματικότητα των οδηγιών θα αποδυναμώνονταν και το εθνικό δικαστήριο δεν θα ενεργούσε εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το άρθρο 249 ΕΚ.
37. Τέλος, επικουρικώς, η Επιτροπή τονίζει ότι, εν προκειμένω, η κατάσταση πραγμάτων είναι ελαφρώς διαφορετική από εκείνη της υποθέσεως Wagner Miret. Εν προκειμένω, ο Σουηδός νομοθέτης έθεσε σε εφαρμογή κατά τρόπο πλήρη και ανεπιφύλακτο την υποχρέωση δημιουργίας οργανισμού εγγυήσεως του οποίου η χρηματοδότηση πραγματοποιείται από το κράτος, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε - ακόμα - στην υπόθεση Wagner Miret. Η Επιτροπή διερωτάται αν, σε μια τέτοια περίπτωση, δεδομένου ότι το οικείο κράτος μέλος έχει κατά κάποιο τρόπο απολέσει το περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας, η οδηγία αυτή δεν μπορεί να παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Ωστόσο, η λύση αυτή δεν συγκεντρώνει την προτίμησή της όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρόβλημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
Β - Εκτίμηση
38. Από τη διάταξη περί παραπομπής που εξέδωσε το Högsta domstolen συνάγω ότι το αιτούν δικαστήριο, διατυπώνοντας το δεύτερο ερώτημά του, επιθυμεί να διευκρινιστεί το ζήτημα αν ο τρόπος κατά τον οποίο το Βασίλειο της Σουηδίας εκτέλεσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 80/987, ήτοι με τη σύσταση ταμείου εγγυήσεως χρηματοδοτούμενου από το κράτος, μπορεί να ασκήσει επιρροή στα δικαιώματα τα οποία οι πολίτες μπορούν να προβάλλουν στηριζόμενοι στην εν λόγω οδηγία.
39. Στην κατ' έφεση δίκη, το Hovrätten över Skåne och Blekinge δέχθηκε την αγωγή της S. Charehveran, υιοθετώντας μια συλλογιστική βάσει της οποίας μπορούσε να υποτεθεί ότι το εύρος των δικαιωμάτων που οι πολίτες μπορούν να προβάλλουν βάσει της οδηγίας εξαρτιόταν, μεταξύ άλλων, από τον τρόπο κατά τον οποίο το οικείο κράτος μέλος έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία αυτή. Η S. Charehveran εκθέτει σαφώς την άποψη αυτή με τις γραπτές παρατηρήσεις της. Κατά την S. Charehveran, αφής στιγμής το Βασίλειο της Σουηδίας συνέστησε ταμείο εγγυήσεως χρηματοδοτούμενο από το κράτος, δεν μπορεί πλέον να αντιτάσσεται στο πλήρες άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας 80/987. Συγκεκριμένα, η S. Charehveran φρονεί ότι η κατάστασή της διαφέρει από εκείνη την οποία έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Francovich κ.λπ. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987 ουδόλως είχε τεθεί σε εφαρμογή. Η S. Charehveran θα μπορούσε να προσθέσει ότι ούτε στην κατάσταση που εξετάστηκε στο πλαίσιο της αποφάσεως Wagner Miret η οδηγία 80/987 είχε τεθεί ακόμη πλήρως σε εφαρμογή.
40. Θεωρώ ότι το κλειδί για τη λύση του προβλήματος που υποβλήθηκε στην εκτίμηση του Högsta domstolen δεν μπορεί να συναχθεί από τον τρόπο της εφαρμογής, στην εθνική έννομη τάξη, των άρθρων 3 και 5 της οδηγίας 80/987. Με τις αποφάσεις Francovich κ.λπ. και Wagner Miret, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διατάξεις αυτές παρείχαν στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση, τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση των οργανισμών εγγυήσεως. Οι ιδιώτες δεν μπορούν επομένως να επικαλούνται την οδηγία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να αξιώνουν την πληρωμή ανεξόφλητων απαιτήσεων για μισθούς, απευθυνόμενοι σε έναν οργανισμό εγγυήσεως ο οποίος δεν έχει ακόμη οργανωθεί ή ως προς τον οποίο δεν έχουν ακόμη αποκτήσει την ιδιότητα του δικαιούχου . Τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας 80/987 αφήνουν στον εθνικό νομοθέτη τη μέριμνα να καθορίσει τον τρόπο οργανώσεως και λειτουργίας των οργανισμών στους οποίους πρέπει να απευθύνονται οι αιτήσεις παρεμβάσεως. Το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν προς τούτο τα κράτη μέλη παραμένει ακόμη και μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τα άρθρα 3 και 5. Στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως που τα άρθρα αυτά τους παρέχουν, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να τροποποιήσουν, μεταγενέστερα, την επιλογή που έκαναν όσον αφορά την οργάνωση, τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση ενός οργανισμού εγγυήσεως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα δικαιώματα που οι πολίτες μπορούν να στηρίξουν στην οδηγία 80/987 δεν μπορούν να εξαρτώνται από τον εκάστοτε ειδικό τρόπο εφαρμογής της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη. Θεωρώ ότι τα δικαιώματα αυτά δεν μπορούν να απορρέουν παρά από την ίδια την οδηγία .
41. Το να εξαρτάται το εύρος των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν βάσει της οδηγίας 80/987 από το ζήτημα του τρόπου κατά τον οποίο ο εθνικός νομοθέτης εφάρμοσε τα άρθρα 3 και 5 θα μπορούσε να οδηγήσει στην παράδοξη κατάσταση όπου οι ιδιώτες, εντός δεδομένου κράτους μέλους, θα μπορούσαν να επικαλεστούν την οδηγία, ενώ άλλοι ιδιώτες δεν θα μπορούσαν να την επικαλεστούν εντός άλλων κρατών μελών. Η ενιαία εφαρμογή και η ισότητα έναντι του περιεχομένου του κοινοτικού δικαίου δεν θα διασφαλίζονταν πλέον. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση, τα κοινοτικά δικαστήρια θα έπρεπε να εμπλέκονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου διά των οποίων τέθηκε σε εφαρμογή η οδηγία στην εθνική έννομη τάξη.
42. ρέπει συνεπώς, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί η ιδέα της επέκτασης του άμεσου αποτελέσματος της οδηγίας 80/987 με επίκληση των εθνικών μέτρων εφαρμογής, εν προκειμένω της υπάρξεως ενός ταμείου εγγυήσεως χρηματοδοτούμενου από το κράτος.
43. Εξάλλου, η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά την εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη εφαρμογή των άρθρων 3 και 5, αλλά την περιοριστική οριοθέτηση του κύκλου των δικαιούχων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, εν πάση περιπτώσει κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου 1995 μέχρι 1ης Ιουνίου 1997. Διαπιστώθηκε ανωτέρω ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο ορισμός που έδιδε η εθνική νομοθεσία στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής δεν συμβιβαζόταν ούτε με την οδηγία 80/987 ούτε με την παρέκκλιση που επέτυχε το Βασίλειο της Σουηδίας στο πλαίσιο της ράξεως προσχωρήσεως. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η S. Charehveran βάλλει στην πραγματικότητα κατά του ότι αποκλείστηκε, λόγω του ότι η εθνική νομοθεσία δεν ήταν συμβατή, από το δικαίωμα να ζητήσει τη συνδρομή του ταμείου εγγυήσεως, δικαίωμα του οποίου η παροχή θα έπρεπε να αποτελεί αποτέλεσμα της οδηγίας 80/987.
44. Με τις αποφάσεις όμως Francovich κ.λπ. και Wagner Miret, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις της οδηγίας 80/987 που ορίζουν το πεδίο εφαρμογής της ήσαν επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ώστε να μπορεί το εθνικό δικαστήριο να καθορίζει τους δικαιούχους βάσει της οδηγίας. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το αυτό ισχύει όσον αφορά το περιεχόμενο της εγγυήσεως . Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναζητηθεί ο τρόπος με τον οποίο το εθνικό δικαστήριο μπορεί να δεχθεί τις αγωγές περί πληρωμής των απαιτήσεων των εργαζομένων οι οποίοι, όπως η S. Charehveran, κακώς αποκλείονται από την εγγύηση.
45. ρέπει προς τούτο να αναζητηθούν σημεία αναφοράς στη νομολογία στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι η υποχρέωση λήψεως όλων των γενικών ή ειδικών μέτρων που είναι αναγκαία για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που ορίζει μια οδηγία επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιοδοτικών αρχών . Επιπλέον, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες της οδηγίας διατάξεις είτε για μεταγενέστερες, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να ερμηνεύσει την οδηγία οφείλει να το πράξει κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα το οποίο αυτή επιδιώκει και να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο .
46. Η εφαρμογή της νομολογίας αυτής εν προκειμένω συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στην αρχή ότι το Βασίλειο της Σουηδίας έθεσε δεόντως σε εφαρμογή στο εθνικό του δίκαιο τις διατάξεις της οδηγίας 80/987 που αφορούν τον οργανισμό εγγυήσεως. ροκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 80/987, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τον επαρκώς ακριβή και ανεπιφύλακτο χαρακτήρα των διατάξεων της οδηγίας που καθορίζουν τον κύκλο των δικαιούχων, καθώς και την αναντίρρητη αντίθεση μεταξύ του άρθρου 12 του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων, ως ίσχυε τότε, και της επιφυλάξεως που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας στο πλαίσιο της οδηγίας 80/987.
47. Η αρχή της ερμηνείας της οδηγίας σε συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί, στηριζόμενο στις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου, αν το σουηδικό δίκαιο θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αμφισβητήσιμες διατάξεις της επίμαχης μορφής του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων πρέπει να προσαρμοστούν στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, οπότε η S. Charehveran θα μπορεί εν πάση περιπτώσει να τύχει της χρηματοδοτικής παρεμβάσεως του ταμείου εγγυήσεως. Ίσως το εθνικό δίκαιο να επιτρέπει προς τούτο κάπως ειδικούς τρόπους ερμηνείας. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει ιδίως να εξετάσει μήπως το εθνικό δίκαιο επιφυλάσσει τη δυνατότητα διορθώσεως της μη πλήρους εφαρμογής της οδηγίας 80/987 κατά την περίοδο που εκτείνεται από την 1η Ιανουαρίου 1995 - ημερομηνία προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση - μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997, υπό το φως της ορθής εφαρμογής που πραγματοποιήθηκε μετά την 1η Ιουνίου 1997. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί προς τούτο να λάβει υπόψη του ότι, πριν από την 1η Ιουλίου 1994, το κείμενο του νόμου περί των προνομιούχων απαιτήσεων ήταν σύμφωνο προς την επιφύλαξη που διατύπωσε το Βασίλειο της Σουηδίας σε σχέση με την οδηγία 80/987 .
48. Αν προκύψει ότι, με βάση μια ερμηνεία του εθνικού δικαίου σύμφωνη προς την οδηγία, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή της S. Charehveran, αυτή θα μπορούσε να στραφεί κατά του σουηδικού Δημοσίου για να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη εκτελέσεως της οδηγίας, καθόσον την αφορά . Στην περίπτωση αυτή επίσης, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει τους κανόνες που διέπουν την ευθύνη αυτή βάσει του κοινοτικού δικαίου.
VI - ρόταση
49. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Högsta domstolen:
«1) Η σουηδική νομολογία σχετικά με την εθνική νομοθεσία που ίσχυε μέχρι την 1η Ιουλίου 1994 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία της εξαιρέσεως που αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται συνεπώς σε εργαζόμενη η οποία δεν ήταν η ίδια ιδιοκτήτης κανενός τμήματος της οικείας επιχειρήσεως, αλλά της οποίας στενός συγγενής ήταν ιδιοκτήτης σημαντικού τμήματος της επιχειρήσεως.
2) Οσάκις ένα κράτος μέλος, αντίθετα προς την ισχύουσα γι' αυτό εξαίρεση από την οδηγία 80/987, αποκλείει, βάσει εθνικού νόμου θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας αυτής, ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων από την προστασία που τους προσφέρει η οδηγία, ο νόμος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί και να εφαρμοστεί έτσι ώστε να επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα. Εναπόκειται στο οικείο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει τον βαθμό στον οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εθνικός νόμος επιτρέπει μια ερμηνεία και μια εφαρμογή υπό την έννοια αυτή.»
Full & Egal Universal Law Academy