Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί βάσει του άρθρου 226 ΕΚ από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέλειψε να θεσπίσει εμπροθέσμως όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 95/30/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της εκθέσεώς τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) .
Ι - Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1. Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας έληξε στις 30 Νοεμβρίου 1996. Με έγγραφο οχλήσεως της 30ής Μα_ου 1997, η Επιτροπή κάλεσε την Αυστριακή Κυβέρνηση βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) να υποβάλει εντός δύο μηνών τις παρατηρήσεις της επί της προσαπτομένης μη μεταφοράς της οδηγίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση απάντησε στην Επιτροπή αναφέροντας ότι η μεταφορά της οδηγίας θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα τον Δεκέμβριο του 1997.
2. Δεδομένου ότι η Αυστρία εξακολουθούσε να μην έχει θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα, η Επιτροπή απηύθυνε με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη. Με την αιτιολογημένη γνώμη κάλεσε την Αυστρία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της. Με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 1998, η Αυστριακή Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι ένα μέρος των αναγκαίων μέτρων έχει ήδη ληφθεί, ενώ το άλλο μέρος βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας. Στη συνέχεια, με έγγραφα της 4ης και 15ης Σεπτεμβρίου, 16ης Οκτωβρίου και 23ης Νοεμβρίου 1998 και της 10ης Φεβρουαρίου, 8ης και 9ης Απριλίου 1999, πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με μέτρα που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή της οδηγίας.
3. Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία. Εν όψει των εγγράφων που κατατέθηκαν, το Δικαστήριο κάλεσε στις 20 Νοεμβρίου 2000 τους διαδίκους να δώσουν γραπτές εξηγήσεις. Και οι δύο διάδικοι ανταποκρίθηκαν σ' αυτό.
4. Η Επιτροπή συνάγει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν θέσπισε πριν από τις 30 Νοεμβρίου 1996 όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία. Η Επιτροπή προβάλλει ότι κατά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή στις 2 Σεπτεμβρίου 1998, διάφορες ρυθμίσεις στο ομοσπονδιακό επίπεδο και στο επίπεδο των εννέα ομοσπόνδων κρατών (Μπούργκενλαντ, Καρινθία, Κάτω Αυστρία, Άνω Αυστρία, Ζάλτσμπουργκ, Στυρία, Τυρόλο, Βιέννη και Φόραρλμπεργκ) δεν είχαν ακόμα τεθεί σε ισχύ ή δεν είχαν ακόμα ανακοινωθεί στην Επιτροπή. Ναι μεν η Αυστρία θέσπισε ορισμένα μέτρα μεταφοράς έστω και μετά τις 2 Σεπτεμβρίου 1998, πλην όμως η μεταφορά της οδηγίας είναι ακόμα ελλιπής.
5. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ουσιαστικώς δεν αμφισβητεί την παράβαση. Τονίζει εν προκειμένω ότι στην Αυστρία, λόγω της ομοσπονδιακής διαρθρώσεως, ο τρόπος που εφαρμόστηκε η οδηγία είναι εντονότατα επηρεασμένος από τον διαχωρισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ του ομοσπονδιακού κράτους και των ομοσπόνδων κρατών. έραν του γενικού διαχωρισμού αρμοδιοτήτων ο οποίος προβλέπεται από το Σύνταγμα, στην παρούσα υπόθεση υφίσταται και ειδικός διαχωρισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ του ομοσπονδιακού κράτους, των ομοσπόνδων κρατών και των δήμων/κοινοτήτων όσον αφορά την παιδεία και το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, για τη μεταφορά των οδηγιών στα ομόσπονδα κράτη είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο να υπάρχει συντονισμός με τον ομοσπονδιακό νομοθέτη για να εξασφαλίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση κατέθεσε στο Δικαστήριο λεπτομερή κατάλογο ο οποίος δείχνει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η μεταφορά της οδηγίας. Από τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι εν τω μεταξύ η μεταφορά έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σε όλα τα διοικητικά επίπεδα.
ΙΙ - Κρίση επί της προσφυγής της Επιτροπής
6. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, η Δημοκρατία της Αυστρίας έπρεπε να τη μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το αργότερο στις 30 Νοεμβρίου 1996 και να ενημερώσει αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Η υποχρέωση αυτή απορρέει επίσης από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο η οδηγία δεσμεύει, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, και από το άρθρο 10 ΕΚ .
7. Η Αυστρία δεν αμφισβητεί ότι ακόμα δεν έχουν θεσπιστεί πλήρως τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Ο ισχυρισμός της ότι εσωτερικές δυσχέρειες έχουν επιβραδύνει τη διαδικασία μεταφοράς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων ή προθεσμιών που τάσσει μια οδηγία .
8. Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο μιας προσφυγής που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ καθορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Το ζήτημα αν έχουν τηρηθεί υποχρεώσεις πρέπει να κρίνεται αναλόγως της καταστάσεως στην οποία βρισκόταν το κράτος μέλος κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τις τροποποιήσεις που έγιναν στη συνέχεια . Από τη δικογραφία προκύπτει ότι όταν έληξε η προθεσμία αυτή, στις 2 Σεπτεμβρίου 1998, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν είχε θεσπίσει όλα τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία. Ως εκ τούτου, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
9. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επομένως, η Δημοκρατία της Αυστρίας πρέπει, σύμφωνα με αίτημα της Επιτροπής, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ - Συμπέρασμα
Εν όψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 95/30/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της εκθέσεώς τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή·
β) να καταδικάσει βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy