Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας δεν εξετέλεσε όλες τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές (στο εξής: οδηγία ή οδηγία περί των καταχρηστικών ρητρών) . Το επίδικο ερώτημα είναι αν είναι αναγκαίο να περιληφθεί σε νομοθετική διάταξη ο «ενδεικτικός και μη εξαντλητικός» κατάλογος ρητρών που είναι δυνατό να κηρυχθούν καταχρηστικές, ο οποίος περιλαμβάνεται σε παράρτημα της οδηγίας. Η Σουηδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι αρκεί ο κατάλογος να περιληφθεί στην αιτιολογική έκθεση της νομοθεσίας περί μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Δανίας, οι οποίες επίσης δεν περιέλαβαν το κείμενο αυτό στις αντίστοιχες νομοθεσίες τους, υποστηρίζουν τη θέση της Σουηδίας.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Η οδηγία περί των καταχρηστικών ρητρών
2. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, αυτή έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, τηρουμένων των όρων της εθνικής νομοθεσίας τους, και ότι η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους σύμφωνα με τους ίδιους όρους, αν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.
3. Δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α_, ως «καταχρηστικές ρήτρες» πρέπει να νοούνται οι ρήτρες συμβάσεως όπως είναι αυτές που ορίζει το άρθρο 3. Το άρθρο 3 της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
2. [...]
3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»
4. Το άρθρο 4 της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της συμβάσεως περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. [...]»
5. Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει ότι:
«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2.»
6. Η οδηγία προβλέπει ελάχιστη εναρμόνιση. Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.
7. Η οδηγία έχει ένα παράρτημα με τίτλο «Ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3», το οποίο απαριθμεί, στο σημείο του 1, δεκαεπτά είδη συμβατικών ρητρών. Το περιεχόμενο ορισμένων από αυτές διευκρινίζεται στο σημείο 2. Η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρει συναφώς ότι:
«για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, ο κατάλογος των ρητρών που περιέχεται στο παράρτημα είναι, κατ' ανάγκην, ενδεικτικός και επομένως, δεκτικός προσθηκών, ή αυστηρότερης διατύπωσης ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής αυτών των ρητρών, από τα κράτη μέλη στα πλαίσια της νομοθεσίας τους».
8. Δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας, τα κράτη μέλη ήσαν υποχρεωμένα να θέσουν σε εφαρμογή τις απαιτούμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
Β - Η εθνική νομοθεσία
9. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο σουηδικό δίκαιο με τον lagen (1994:1512) om avtalsvillkor i konsumentförhållanden (νόμο περί των συμβατικών ρητρών στο πλαίσιο των σχέσεων με τους καταναλωτές) και με τον lagen (1994:1513) om ändring i lagen (1915:218) om avtal (νόμο περί τροποποιήσεως του νόμου περί των συμβάσεων).
10. Το παράρτημα της οδηγίας δεν περιελήφθη στο κείμενο των νόμων αυτών. εριλαμβάνεται, συνοδευόμενο από σχόλια, στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου 1994:1512.
ΙΙΙ - Η διαδικασία
11. Η διαδικασία διεξήχθη κανονικώς και σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης (νυν άρθρο 226 ΕΚ). Η προσφυγή της Επιτροπής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 1999.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπονται με τους καταναλωτές μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη του το παράρτημα που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας·
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Σουηδίας στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο της Σουηδίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
12. Ο ρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την παρέμβαση στην υπόθεση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Δανίας προς υποστήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου της Σουηδίας. Η Επιτροπή, καθώς και οι κυβερνήσεις των τριών αυτών κρατών μελών, εκπροσωπήθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2001.
IV - Αιτίαση της Επιτροπής και θέση του Βασιλείου της Σουηδίας
13. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κατάλογος που περιλαμβάνεται σε παράρτημα της οδηγίας πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, να μεταφερθεί στο σουηδικό δίκαιο περιλαμβανόμενος στο κείμενο της εθνικής νομοθεσίας. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να ικανοποιείται η απαίτηση περί ασφάλειας δικαίου, η νομική κατάσταση να είναι για τους ιδιώτες σαφής και ακριβής, παρέχοντας σ' αυτούς τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους .
14. Ισχυρίζεται ότι η οδηγία, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ), έχει διπλό σκοπό. Επιδιώκει, αφενός, την προσέγγιση των διατάξεων που ισχύουν στα κράτη μέλη όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές από τους επαγγελματίες, πωλητές αγαθών ή παρέχοντες υπηρεσίες . Το άρθρο 100 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ επιδιώκει, πράγματι, υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών με τη λήψη μέτρων που έχουν ως σκοπό την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Αφετέρου, η οδηγία έχει ως σκοπό τη βελτίωση της ενημερώσεως των καταναλωτών ως προς τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου . Η σκέψη ότι η αποτελεσματικότητα της προστασίας των καταναλωτών εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμά τους για ενημέρωση απορρέει επίσης από το άρθρο 153 ΕΚ (προστασία των καταναλωτών), που μπορεί επίσης να θεωρηθεί μία από τις βάσεις της οδηγίας.
15. Το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει ότι οι διατάξεις της έχουν ελάχιστο χαρακτήρα, ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 3, παραπέμπει σε ενδεικτικό κατάλογο περιλαμβανόμενο σε παράρτημα. Λαμβάνοντας υπόψη τον ελάχιστο χαρακτήρα των διατάξεων της οδηγίας, κατά την Επιτροπή, είναι εύλογο η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της να διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, στα πλαίσια της νομοθεσίας τους, να προσθέτουν ρήτρες, να τις διατυπώνουν αυστηρότερα (δηλαδή για να περιορίζουν περισσότερο την ελευθερία του επαγγελματία) ή να τροποποιούν συναφώς το πεδίο εφαρμογής, υπό την έννοια του σημείου 2 του παραρτήματος. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας τους, να αποκλείουν ορισμένες ρήτρες ή να τους προσδίδουν λιγότερο ευνοϊκή για τον καταναλωτή διατύπωση. Θα ήταν παράλογο να προβλέπεται ότι ο κατάλογος μπορεί «να αποτελέσει αντικείμενο προσθηκών ή πιο περιοριστικών διατυπώσεων [...] στο πλαίσιο της νομοθεσίας τους» αν αυτός δεν περιλαμβάνεται ήδη σ' αυτήν.
16. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας αποβλέπει στην εγκαθίδρυση πραγματικής εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη καλύτερης προστασίας των καταναλωτών βασιζομένης, μεταξύ άλλων, στην ενημέρωσή τους. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επιτευχθεί προσδίδοντας στα γενικά κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ακριβέστερο και πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ασφάλεια δικαίου επίσης ενισχύεται με τον τρόπο αυτό, τόσο για τους Σουηδούς όσο και για τους αλλοδαπούς επιχειρηματίες και καταναλωτές, ενώ οι διάφορες αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν πιο ομοιόμορφα τον νόμο. Ο κατάλογος συνιστά επίσης πολύ χρήσιμο εργαλείο για τους επαγγελματίες όταν συντάσσουν τις συμβάσεις προσχωρήσεώς τους. Με τον τρόπο αυτό, αρκετές διαφορές μπορούν να αποφεύγονται. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι στόχοι αυτοί μπορούν μόνο να επιτευχθούν, ειδικότερα όσον αφορά την ακρίβεια και την ενημέρωση, ανακοινώνοντας δημοσίως τον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας, μέσω δημοσιεύσεως του καταλόγου αυτού στην πράξη που τον μεταφέρει.
17. Απλή μνεία του καταλόγου στην αιτιολογική έκθεση νόμου δεν μπορεί να αρκεί. Συναφώς, το γεγονός ότι ο κατάλογος έχει ενδεικτικό χαρακτήρα δεν έχει σημασία. Αυτό σημαίνει μόνον, κατά την Επιτροπή, ότι οι απαριθμούμενες ρήτρες δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως καταχρηστικές και ότι το αρμόδιο δικαστήριο ή η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να είναι ελεύθεροι να εκτιμήσουν τη φύση τους ως προς τα γενικά κριτήρια που καθορίζουν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4 της οδηγίας. Εντούτοις, ο κατάλογος δεν έχει ως σκοπό μόνο να δίνει παραδείγματα και ενδείξεις όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου, αλλά θέλει επίσης να αποτελεί πηγή πληροφοριών. Η Επιτροπή αμφιβάλλει ότι το ενδιαφερόμενο και το μη ενδιαφερόμενο κοινό - περιλαμβανομένων των καταναλωτών, των ημεδαπών και των αλλοδαπών επιχειρηματιών, και των αρμοδίων για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας εθνικών αρχών - μπορεί πάντοτε να έχει εύκολη πρόσβαση στο κείμενο της αιτιολογικής εκθέσεως.
18. ρος στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, από την οποία συνάγει ότι δήλωση περιλαμβανομένη στην αιτιολογική σκέψη σχεδίου νόμου δεν συνιστά έγκυρο τρόπο μεταφοράς . Η Επιτροπή αναφέρει στη συνέχεια τι υποστηρίζεται από τη θεωρία στη Σουηδία, από την οποία προκύπτει ότι η σπουδαιότητα της αιτιολογικής εκθέσεως για την ερμηνεία των νόμων τείνει να μειωθεί λόγω της εντάξεως του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση .
19. Η Σουηδική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη ως προς όλους τους ισχυρισμούς της και τα επιχειρήματά της από τη Δανική και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής και υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί θέση σε εφαρμογή του καταλόγου του παραρτήματος μέσω νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διατάξεως. Επιδιώκουν κατ' ουσίαν να αποδείξουν ότι ο κατάλογος είναι μόνον ένα όργανο που καθιστά δυνατό στα δικαστήρια και τις εθνικές αρχές να ερμηνεύουν τα γενικά κριτήρια που καθορίζουν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4 της οδηγίας. Θεωρούν ότι ο κατάλογος δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα ούτε προορίζεται, κατά μείζονα λόγο, για τη δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ιδιωτών. Εξάλλου, η ενημέρωση του κοινού ως προς τις καταχρηστικές ρήτρες εξασφαλίζεται, κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, με πολλούς τρόπους και κατά τρόπο ικανοποιητικό.
V - Νομική εκτίμηση
20. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι τόσο το αν είναι σκόπιμη, δηλαδή επιθυμητή, η μεταφορά στο κείμενο της εθνικής νομοθεσίας του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας περί των καταχρηστικών ρητρών. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως πρόκειται για το ερώτημα αν το Βασίλειο της Σουηδίας έχει, κατά το κοινοτικό δίκαιο, υποχρέωση να το πράξει.
21. Η φύση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων των κρατών μελών που απορρέουν από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ προσδιορίζονται από το περιεχόμενο, την έκταση και τα χαρακτηριστικά των οδηγιών, ή ορισμένων εκ των μερών τους, που υποχρεούνται να θέσουν σε εφαρμογή, στο πλαίσιο της εθνικής τους νομοθεσίας ή κατ' άλλον τρόπο. Στη νομολογία του, το Δικαστήριο είθισται, στο όνομα της ασφάλειας δικαίου, να εμφανίζεται απαιτητικό ως προς τη θέση εφαρμογής διατάξεων οδηγιών που αναγνωρίζουν δικαιώματα στους ιδιώτες.
22. Το ερώτημα που τίθεται κυρίως εν προκειμένω είναι αν αρκεί, για να τεθεί σε εφαρμογή ο κατάλογος που βρίσκεται στο παράρτημα της οδηγίας, η Σουηδική Κυβέρνηση να παραπέμπει, στο πλαίσιο του νομοθετικού κειμένου περί μεταφοράς της ίδιας της οδηγίας, στις προπαρασκευστικές εργασίες στις οποίες το παράρτημα αυτό περιλαμβάνεται ολόκληρο και συνοδεύεται από σχόλιο. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει αρχικά να εξεταστεί η φύση και η νομική σημασία του παραρτήματος. Υπό το φως της εκτιμήσεως αυτής, θα μπορεί στη συνέχεια να εξεταστεί αν το Βασίλειο της Σουηδίας παρέβη ή όχι, στο πλαίσιο της θέσεως σε εφαρμογή, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
Α - Η φύση του παραρτήματος της οδηγίας
23. Η οδηγία έχει ως σκοπό, εκτός της διευκολύνσεως της πραγματοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς, να εξασφαλίζει την προστασία των ιδιωτών ως καταναλωτών όταν αποκτούν αγαθά ή υπηρεσίες στο πλαίσιο συμβάσεως. ρος τον σκοπό αυτό, το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τον τελευταίο, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας.
24. Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας αναφέρουν ότι τα κριτήρια εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπο γενικό, λαμβάνοντας υπόψη την απαίτηση καλής πίστεως . Δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α_, της οδηγίας, ως «καταχρηστικές ρήτρες» πρέπει να νοούνται οι ρήτρες συμβάσεως όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 3. Το άρθρο 3 δίνει τον πυρήνα του ορισμού τους. Ορίζει ότι ρήτρα συμβάσεως που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας καθορίζει ότι η ρήτρα πρέπει να μην έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως. Για να εκτιμηθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας ρήτρας απαιτείται στη συνέχεια να εξεταστεί υπό το πρίσμα των άρθρων 4 και 5. Έτσι, το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη «όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της συμβάσεως περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη» καθώς και ορισμένος αριθμός συμπληρωματικών παραγόντων όπως είναι η φύση της συμβάσεως. Το δε άρθρο 5 διατυπώνει, μεταξύ άλλων, τον περίφημο κανόνα ερμηνείας «contra praeferentem».
25. Ακολούθως, η οδηγία περιέχει, για να επαναλάβω τους όρους του άρθρου της 3, παράγραφος 3, «ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατό να κηρυχθούν καταχρηστικές».
26. Αντίθετα προς τα προβλεπόμενα από το εσωτερικό δίκαιο ορισμένων κρατών , το παράρτημα της οδηγίας δεν διακρίνει μεταξύ του καλουμένου «μαύρου καταλόγου», περιλαμβάνοντος ρήτρες θεωρούμενες καταχρηστικές, χωρίς ο χαρακτήρας αυτός να μπορεί να εκτιμηθεί από τον δικαστή ή τα οικεία διοικητικά όργανα στο πλαίσιο διακριτικής εξουσίας, και του καλουμένου «γκρίζου καταλόγου», περιγράφοντος υποτιθέμενες καταχρηστικές ρήτρες, αλλά ως προς τις οποίες στην πραγματικότητα αναστρέφεται το βάρος αποδείξεως. Αντιθέτως, το σημείο 1 του παραρτήματος παρουσιάζει κατάλογο δεκαεπτά διαφορετικών ειδών ρητρών διατυπουμένων κατά διαφορετικό τρόπο και οι οποίες, ως επί το πλείστον, αφήνουν περιθώριο εκτιμήσεως, χωρίς πάντως η οδηγία να συνδέει με αυτές τεκμήριο καταχρήσεως . ρόκειται για ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα, για παράδειγμα, να αποκλείουν ή να περιορίζουν «κατά τρόπο ανάρμοστο» τα νόμιμα δικαιώματα του καταναλωτή [υπό στοιχείο β_], να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του «δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση» [υπό στοιχείο ε_], να περιορίζουν «μη προσηκόντως» τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή [υπό στοιχείο π_], ή να προβλέπουν ότι η τιμή των αγαθών καθορίζεται κατά τον χρόνο της παραδόσεως, χωρίς ο καταναλωτής να έχει δικαίωμα που να του επιτρέπει να λύει τη σύμβαση στην περίπτωση που η τελική τιμή είναι «πολύ υψηλή» σε σχέση με την τιμή που συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη της συμβάσεως [υπό στοιχείο λ_]. Το σημείο 2 του παραρτήματος διευκρινίζει το πεδίο εφαρμογής ορισμένων από τις ρήτρες που απαριθμούνται στο σημείο 1 .
27. Ο χαρακτήρας και τα αποτελέσματα του νομίμου καταλόγου συζητήθηκαν επί μακρόν κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας. Η αρχική πρόταση της Επιτροπής περιλάμβανε ορισμό της εννοίας της «καταχρηστικής ρήτρας» στο άρθρο 2, παράγραφος 1. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, όριζε ότι «το παράρτημα περιλαμβάνει κατάλογο ειδών καταχρηστικών ρητρών». Το δε παράρτημα περιλάμβανε το ακόλουθο χωρίο: «τα ακόλουθα είδη ρητρών αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες αν έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα: [...]» . Μπορεί να συναχθεί από αυτό ότι οι συντάκτες της προτάσεως είχαν την πρόθεση οι απαριθμούμενες στον κατάλογο του παραρτήματος ρήτρες να θεωρούνται πάντοτε «καταχρηστικές» και, επομένως, απαγορευμένες. Αυτό προκύπτει επίσης από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία «είναι επιθυμητό να αναγνωριστούν ορισμένα είδη ρητρών που δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούνται στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές». Στην τροποποιηθείσα πρόταση οδηγίας της, η Επιτροπή διευκρίνισε τον δεσμευτικό χαρακτήρα του καταλόγου . Εντούτοις, το Συμβούλιο, παρά την πρόδηλη προτίμηση της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για κατάλογο με υποχρεωτικό χαρακτήρα, αποφάσισε υπέρ ενός ενδεικτικού καταλόγου.
28. Από την ιστορική αυτή αναδρομή φαίνεται ότι ο κατάλογος δεν νοείται ως δεσμευτικός κατάλογος ρητρών καθεαυτών απαραδέκτων. Το παράρτημα εμφανίζει, περιγραφικώς, ένα σύνολο ρητρών εν δυνάμει καταχρηστικών. Επαναλαμβάνοντας το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, πρόκειται για «ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατό να κηρυχθούν καταχρηστικές». Ο κατάλογος είναι αντιπροσωπευτικός στο μέτρο που περιλαμβάνει τις πλέον τυπικές και πλέον συνήθεις δεσμευτικές ρήτρες, αλλά ρήτρες που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτόν μπορούν επίσης, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να κηρύσσονται καταχρηστικές. Αντιθέτως, η παρουσία μιας ρήτρας στον κατάλογο είναι ενδεικτική μόνο, δεδομένου ότι αυτή η ρήτρα δεν πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρείται καταχρηστική, για παράδειγμα, όταν τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται για τον καταναλωτή αντισταθμίζονται με άλλες ρήτρες που είναι ευνοϊκές γι' αυτόν. Στο αρμόδιο δικαστήριο ή το αρμόδιο διοικητικό όργανο απόκειται να καθορίσει, κατά περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις λυσιτελείς περιστάσεις, αν οι οικείες ρήτρες της συμβάσεως είναι επίσης καταχρηστικές στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών. Το εφαρμοστέο συναφώς κριτήριο καταλήγει στο να κριθεί αν, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση ανατράπηκε σε βάρος του καταναλωτή.
29. Επομένως, ο κατάλογος προσφέρει στο Δικαστήριο και στις άλλες αρμόδιες αρχές, στις ομάδες συμφερόντων και στους ιδιώτες καταναλωτές και επαγγελματίες - ακόμη και προερχόμενους από άλλο κράτος μέλος - ένα έρεισμα ως προς την ερμηνεία της εννοίας της «καταχρηστικής ρήτρας». Το γεγονός της συγκεκριμενοποιήσεως με τον τρόπο αυτό του «ανοικτού κανόνα» του άρθρου 3, παράγραφος 1, δηλαδή του κυρίου κριτηρίου εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, τους παρέχει αυξημένη ασφάλεια.
30. Εξάλλου, το ίδιο το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ήδη τον κατάλογο του παραρτήματος ως εργαλείο ερμηνείας. Στην απόφασή του Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, το Δικαστήριο έκρινε καταχρηστική μια ρήτρα η οποία είχε σκοπό να απονέμει αρμοδιότητα για όλες τις διαφορές που απέρρεαν από τη σύμβαση στο δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η έδρα του επαγγελματία. Μια τέτοια ρήτρα απονέμουσα δικαιοδοσία υπάγεται στο σημείο 1, στοιχείο π_, του παραρτήματος της οδηγίας, ως ρήτρα που έχει σκοπό ή αποτέλεσμα να καταργεί ή να παρεμποδίζει την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή. Για να καταλήξει στον καταχρηστικό χαρακτήρα της απονέμουσας δικαιοδοσία ρήτρας, το Δικαστήριο έκρινε καθοριστικό το γεγονός ότι «δημιουργεί, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, σε βάρος του καταναλωτή σημαντική έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από τη σύμβαση», και όχι το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος .
Β - Η υποχρέωση μεταφοράς του παραρτήματος στο πλαίσιο νομοθετικής διατάξεως
31. Ως προς την αρχική της αιτίαση, η Επιτροπή θεωρεί ότι το παράρτημα πρέπει, για να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, να γραφεί και δημοσιευθεί στην εθνική νομοθεσία. Είναι ο μόνος τρόπος για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός της οδηγίας, δηλαδή η αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή και η βελτίωση της ενημερώσεώς του όσον αφορά τους εφαρμοστέους κανόνες.
32. Η άποψη αυτή της Επιτροπής πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, η οδηγία δεσμεύει όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Οι εθνικές αρχές παραμένουν αρμόδιες για να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
33. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο εμπεριστατωμένης νομολογίας, διευκρίνισε το περιεχόμενο της υποχρεώσεως των κρατών μελών. Κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση να θεσπίσει, στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξεώς του, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο . Τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο στον οικείο τομέα . Η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του εθνικού δικαίου πρέπει να είναι αρκετά ακριβής και σαφής. Οι δικαιούχοι πρέπει, για σκοπούς ασφάλειας δικαίου, να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η οικεία οδηγία αποβλέπει στην απονομή δικαιωμάτων στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι συνήθως δεν γνωρίζουν αρχές άλλης έννομης τάξης εκτός αυτής της δικής τους χώρας .
34. Αντιθέτως, κατά πάγια επίσης νομολογία, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί κατ' ανάγκη ρητή και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε μια σαφή και ειδική νομοθετική διάταξη. Έτσι, η ύπαρξη γενικών αρχών συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου μπορεί να καθιστά περιττή τη μεταφορά με νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα. Η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μπορεί, λόγω του περιεχομένου της οδηγίας, να αρκείται σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον με αυτό διασφαλίζεται πράγματι η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και συγκεκριμένο. Στην περίπτωση αυτή, στο μέτρο που η οδηγία αποβλέπει στη δημιουργία δικαιωμάτων για τους ιδιώτες, έχει σημασία επίσης οι τελευταίοι να είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους για να μπορούν ενδεχομένως να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων .
35. Το περιθώριο που διαθέτουν τα κράτη μέλη για να επιλέγουν τον τύπο και τα μέσα της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα εξαρτάται, επομένως, από το περιεχόμενο της τελευταίας. Η οικονομία της οικείας οδηγίας αποκαλύπτει ότι έχει δύο μέρη: το ένα είναι κανονιστικό και δεσμευτικό, και το άλλο ενδεικτικό και περιγραφικό. Για να εκτιμηθούν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών στο πλαίσιο της θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας, η τελευταία αυτή διάκριση είναι κατά τη γνώμη μου σημαντική.
36. Το κανονιστικό και δεσμευτικό μέρος της οδηγίας περιλαμβάνει το καθοριζόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, κριτήριο, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 2, 4 και 5, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στον ανοικτό κανόνα και συνδέονται αρρήκτως με αυτόν. Οι διατάξεις αυτές διευκρινίζουν τις περιστάσεις υπό τις οποίες μια συμβατική ρήτρα πρέπει να κηρύσσεται καταχρηστική, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την αποδέσμευση του καταναλωτή από την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί προς αυτή. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις αυτές της οδηγίας αναγνωρίζουν δικαιώματα στους ιδιώτες και μάλιστα στους υπηκόους άλλων κρατών μελών . Η θέση σε εφαρμογή της οδηγίας πρέπει να ανταποκρίνεται στις αυστηρές προϋποθέσεις που έχει θέσει συναφώς το Δικαστήριο. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι ο «τύπος» και τα «μέσα» πρέπει να συνίστανται σε νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, διότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο . Η συμφωνία της σουηδικής νομοθεσίας με τις διατάξεις αυτές δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
37. Το μη δεσμευτικό μέρος της οδηγίας αποτελείται από το παράρτημά της. Από την άποψη της οδηγίας, ο κατάλογος που περιλαμβάνται σ' αυτήν πρέπει να αποσυνδέεται από το κριτήριο του άρθρου 3, παράγραφος 1. Η Σουηδική, η Δανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ορθώς ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που η οδηγία αναγνωρίζει στους ιδιώτες δεν δημιουργούνται από τον κατάλογο του παραρτήματος. ράγματι, αυτός δεν δεσμεύει ούτε τις εθνικές αρχές ούτε τους ιδιώτες. Επομένως, ένας ιδιώτης ουδέποτε μπορεί να συνάγει το συμπέρασμα ότι μια ρήτρα, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, είναι καταχρηστική μόνον επειδή περιλαμβάνεται στον κατάλογο, διότι μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς το κείμενο και το περιεχόμενο του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας . Η οδηγία δεν προβλέπει ούτε καν ότι η παρουσία μιας ρήτρας του καταλόγου σε μια σύμβαση δημιουργεί τεκμήριο ότι αυτή είναι καταχρηστική. Αν και δεν είναι δυνατό, ως προς αυτό, να αποδοθεί υπερβολικά μεγάλη σημασία στο ιστορικό της οδηγίας, μπορεί κανείς να συνάγει εξ αυτού ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε επίσης την πρόθεση να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τον κατάλογο στο εθνικό τους δίκαιο. Ο κατάλογος είναι ενδεικτικού χαρακτήρα και η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας προϋποθέτει ότι λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις της υποθέσεως και της απαιτήσεως καλής πίστεως.
38. Καμία από τις διατάξεις της οδηγίας δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι ρήτρα περιλαμβανομένη στον κατάλογο του παραρτήματος πρέπει να κηρύσσεται καταχρηστική . Για τον λόγο αυτό, κατά τη γνώμη μου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να μεταφέρει κατά λέξη στην εθνική νομοθεσία το παράρτημα της οδηγίας περί των καταχρηστικών ρητρών. Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν υποχρεωμένο να εγγυηθεί αποτέλεσμα που η οδηγία δεν επιβάλλει. Το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται στο κανονιστικό μέρος της οδηγίας, από το οποίο απορρέουν τα δικαιώματα των ιδιωτών, αλλά καθιστά δυνατή τη βοήθεια των πολιτών και των οικείων αρχών κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανονιστικού αυτού μέρους. Η προβλεπόμενη από το τελευταίο παραπομπή σε μη δεσμευτικό παράρτημα, όπως είναι η περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεν αρκεί για να αποδοθεί στο παράρτημα αυτό ένας τέτοιος χαρακτήρας. Θεωρώ καθοριστική τη διάκριση αυτή, στην οποία προβαίνει η ίδια η οδηγία, μεταξύ δεσμευτικού και μη δεσμευτικού μέρους. Αν το Συμβούλιο είχε υιοθετήσει ένα κείμενο, όπου ο κατάλογος είχε δεσμευτικό χαρακτήρα, τα κράτη μέλη θα ήσαν κατ' αρχήν υποχρεωμένα να τον επαναλάβουν στην εθνική νομοθεσία. Το ίδιο θα είχε συμβεί, εξυπακούεται, αν ο δεσμευτικός κατάλογος περιλαμβανόταν στις ίδιες τις διατάξεις της οδηγίας .
39. Εξάλλου, θεωρώ ότι ένας ενδεικτικός και μη δεσμευτικός κατάλογος παραδειγμάτων, συνήθως, δεν έχει θέση σε νομοθετικό κείμενο. Θα ήταν καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, ο κοινοτικός νομοθέτης να διαλέξει να εκδώσει τον ενδεικτικό κατάλογο υπό τη μορφή συστάσεως ή, ενδεχομένως, υπό τη μορφή άλλου μη δεσμευτικού εγγράφου, όπως είναι μια ερμηνευτική ανακοίνωση. Μια τέτοια λύση θα ήταν περισσότερο σύμφωνη με τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της κοινοτικής νομοθεσίας .
40. Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, θεωρώ ότι η Επιτροπή, επικαλούμενη τον σκοπό της οδηγίας και την αρχή της ασφάλειας δικαίου, κακώς συνήγαγε το συμπέρασμα ότι το παράρτημα της οδηγίας πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με δεσμευτική νομοθετική διάταξη.
41. Η Επιτροπή στηρίχθηκε επίσης σε ορισμένα άλλα επιχειρήματα που επίσης δεν μου φαίνονται πειστικά.
42. Η Επιτροπή επικαλείται, πρώτον, την προβλεπόμενη από την οδηγία ελάχιστη εναρμόνιση, όπως προκύπτει ιδίως από τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της. Το επιχείρημα της Επιτροπής καταλήγει στον ισχυρισμό ότι θα ήταν παράλογο να προβλέπεται ότι ο κατάλογος μπορεί «να είναι δεκτικός προσθηκών, ή αυστηρότερης διατύπωσης [...] στα πλαίσια [της νομοθεσία των κρατών μελών]» αν δεν περιλαμβανόταν ήδη σ' αυτήν.
43. Ο χαρακτήρας της οδηγίας ως μέτρου ελαχίστης εναρμονίσεως προκύπτει σαφώς από το άρθρο της 8. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν, στον τομέα που διέπεται από την οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Αν ο κατάλογος έχει μεταφερθεί στη νομοθεσία τους, τα κράτη μέλη μπορούν, λόγω του ελαχίστου χαρακτήρα του ενδεικτικού καταλόγου, να επιλέγουν αυστηρότερη διατύπωση των ρητρών και/ή αύξηση του αριθμού τους. Η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα αυτή. Εξάλλου, ο ελάχιστος χαρακτήρας της οδηγίας προσφέρει στα κράτη μέλη και άλλες δυνατότητες. Έτσι, μπορούν να επιλέξουν να καταστήσουν τον ενδεικτικό κατάλογο δεσμευτικό στο πλαίσιο της νομοθεσίας τους . Η οδηγία καθιστά, επομένως, δυνατό στα κράτη μέλη να παρέχουν στους καταναλωτές ευρύτερη προστασία. Όπως ανέφερε η Φινλανδική Κυβέρνηση, συχνά στην πράξη, τα εθνικά δικαστήρια ή ο διαμεσολαβητής είναι αυτοί που συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τον ενδεικτικό κατάλογο του παραρτήματος της οδηγίας .
44. Λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο αυτό, η αυστηρή εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της δεκάτης έβδομης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας δεν μου φαίνεται κατάλληλη. Δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν και άλλα μέσα εκτός της νομοθεσίας για να αυξήσουν το επίπεδο προστασίας που προβλέπει η οδηγία. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της, από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι ο κατάλογος του παραρτήματος έχει ενδεικτικό χαρακτήρα και ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να συμπληρώνουν τις ρήτρες ή να τις διατυπώνουν αυστηρότερα στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξεώς τους. Αυτό μπορεί, αλλά δεν οφείλει, να γίνεται μέσω νομοθετικής πράξεως.
45. Δεύτερον, η Επιτροπή στηρίζεται γενικότερα στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη θέση σε εφαρμογή στη Δανία του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ , η οποία αναγνωρίζει στους εργαζομένους το άνευ όρων δικαίωμα για ισότητα των αμοιβών «για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία». Η Επιτροπή κατήγγειλε το γεγονός ότι το Βασίλειο της Δανίας εισήγαγε την αρχή της ισότητας των αμοιβών στη νομοθεσία της μόνον όσον αφορά την ίδια εργασία και όχι την εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της Δανικής Κυβερνήσεως σύμφωνα με τον οποίο η σημασία των όρων «ίδια εργασία» στην αιτιολογική έκθεση του οικείου νόμου ήταν τόσο ευρεία ώστε η έννοια αυτή περιελάμβανε επίσης την εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία. Μια δήλωση υπό την έννοια αυτή στην αιτιολογική έκθεση δεν αρκούσε για να διασφαλιστεί κατάλληλη ενημέρωση των ενδιαφερομένων προσώπων .
46. Όπως παρατηρεί η Δανική Κυβέρνηση, οι περιστάσεις της υποθέσεως αυτής και οι περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως δεν είναι οι ίδιες. Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 υπάγεται στο κανονιστικό μέρος της οδηγίας αυτής. Η διάταξη αναγνωρίζει στους εργαζομένους το θεμελιώδες δικαίωμα της ισότητας των αμοιβών. Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των ιδιωτών απαιτούν στην περίπτωση αυτή μια μη διφορούμενη διατύπωση, η οποία καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους και στα δικαστήρια να διασφαλίζουν την τήρησή τους. Επομένως, μια μνεία στην αιτιολογική έκθεση δεν είναι αρκετή.
47. Εν προκειμένω, το παράρτημα της οδηγίας σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες αποτελεί μη δεσμευτικό μέρος αυτής. Στο μέτρο που πρόκειται για τη θέση σε εφαρμογή του μη εξαντλητικού και ενδεικτικού καταλόγου καταχρηστικών ρητρών, μπορεί να αρκεστεί κανείς στην εφαρμογή λιγότερο αυστηρών κανόνων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. ράγματι, τα δικαιώματα των καταναλωτών δεν απορρέουν από το παράρτημα αλλά από το κανονιστικό μέρος της οδηγίας.
Γ - Η θέση σε εφαρμογή του παραρτήματος στο σουηδικό δίκαιο
48. αρά τις προηγηθείσες σκέψεις, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθιστούν γνωστό τον κατάλογο του παραρτήματος και τον κανονισμό του. Ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κατάλογος αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών, ιδίως για τους επιχειρηματίες. Ο κατάλογος αποσκοπεί στην υλοποίηση του σκοπού της οδηγίας ενημερώνοντας σχετικά τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς καταναλωτές και επαγγελματίες για τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους. Τα κράτη μέλη που δεν έχουν μεταφέρει τον κατάλογο στην εθνική τους νομοθεσία πρέπει, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα, υπό την έννοια του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα μεταφοράς που προσφέρουν επαρκή εγγύηση ότι το κοινό θα μπορέσει να λάβει γνώση περί αυτών. ρέπει να εκτιμηθεί αν το Βασίλειο της Σουηδίας ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αυτή.
49. Η Σουηδική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με τον νόμο 1994:1512, το ζήτημα του καταλόγου του παραρτήματος της οδηγίας εξετάστηκε σε βάθος. Τελικώς, ο Σουηδός νομοθέτης επέλεξε να μην επαναλάβει τον κατάλογο στις νομοθετικές διατάξεις αλλά να περιγράψει το περιεχόμενό του στην αιτιολογική έκθεση προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή του νόμου. Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, η νομοθετική αυτή τεχνική είναι συνήθης στη Σουηδία, δεδομένου ότι, συνήθως, τα νομοθετικά κείμενα δεν περιλαμβάνουν καταλόγους παραδειγμάτων.
50. Ιδιώτης που επιθυμεί να μάθει ποιες ρήτρες μπορούν να είναι καταχρηστικές και ο οποίος συμβουλεύεται, προς τον σκοπό αυτό, τους νόμους 1994:1512 και 1994:1513 βρίσκει σε καθένα από τα κείμενα αυτά παραπομπή στην αιτιολογική έκθεση . Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει ολόκληρο τον κατάλογο του παραρτήματος της οδηγίας. εριλαμβάνει επίσης ένα σχόλιο που διευκρινίζει το πεδίο εφαρμογής και τη σημασία του καταλόγου . Η αιτιολογική έκθεση αποτελεί αντικείμενο επίσημης δημοσιεύσεως και μπορεί επίσης να αναγνωσθεί δωρεάν στο διαδίκτυο.
51. Κατά μια παγίως αποδεκτή στη Σουηδία και κοινή στις βόρειες χώρες παράδοση, οι προπαρασκευαστικές εργασίες συνιστούν μείζον μέσο ερμηνείας των νόμων. Σύμφωνα με το γράμμα των νόμων, πρόκειται για ένα από τα κύρια μέσα ερμηνείας και εφαρμογής αυτών . Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, οι περισσότερες από τις ρήτρες που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας (δηλαδή δεκατέσσερις από τις δεκαεπτά) θεωρούνται στο εξής καταχρηστικές στο πλαίσιο της εθνικής νομολογίας και το αρμόδιο για εμπορικές υποθέσεις δικαστήριο ρητώς αναφέρθηκε στον κατάλογο στο πλαίσιο αποφάσεως που εκδόθηκε το 1997.
52. Εξάλλου, η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η ενημέρωση του κοινού εξασφαλίζεται με πολλούς τρόπους. Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να συμβουλευθεί δωρεάν, εκτός από την αιτιολογική έκθεση, άλλα προπαρασκευαστικά έγγραφα, όπως είναι οι σχετικές γνωμοδοτήσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Αφετέρου, η Konsumentverket δημοσίευσε διάφορα φυλλάδια προοριζόμενα για τους επαγγελματίες και του καταναλωτές, τα οποία περιγράφουν τις ρήτρες που θεωρούνται ή μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικές από τα σουηδικά δικαστήρια. Η Konsumentverket είναι το αρμόδιο εθνικό διοικητικό όργανο στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών και, υπό την ιδιότητά της αυτή, αποτελεί μέρος της δομής της Σουηδίας ως κράτους μέλους.
53. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε πραγματικά το αληθές των αναφερθέντων από τη Σουηδική Κυβέρνηση πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τη δημοσίευση και τη διάδοση του καταλόγου. Αρκέστηκε να δηλώσει ότι η διαδικασία αυτή ήταν ίσως ανεπαρκής για να διαφωτιστούν οι προερχόμενοι από άλλα κράτη μέλη ιδιώτες, στο μέτρο που ο κατάλογος δεν περιλαμβάνεται στο ίδιο το κείμενο της νομοθεσίας.
54. Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, μου φαίνεται πάντως ότι η σουηδική ρύθμιση καθιστά δυνατό στα δικαστήρια, στους επιχειρηματίες και στο κοινό εν γένει να λαμβάνουν γνώση σε επαρκή βαθμό του κειμένου του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας. Αυτόν μπορεί κανείς εύκολα να τον συμβουλευθεί σε επίσημες και ημιεπίσημες πηγές. Επιπλέον, από τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο φαίνεται επίσης ο ενδεικτικός και μη εξαντλητικός χαρακτήρας του καταλόγου. Ο σκοπός του τελευταίου, δηλαδή η παροχή ενός μέσου ερμηνείας για να εκτιμηθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας, συνεπώς, επιτυγχάνεται καθώς και το αποτέλεσμα που επιδιώκει, υπό την έννοια του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
55. Η επανάληψη στην αιτιολογική έκθεση και η σιωπηρή ή ρητή παραπομπή στον κατάλογο στο πλαίσιο άλλων εγγράφων και φυλλαδίων, στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό, μου φαίνονται επαρκείς. Στο μέτρο που η πληροφορία αυτή διαδίδεται και μέσω του διαδικτύου, μπορούν επίσης να έχουν επαρκή πρόσβαση σ' αυτήν και οι προερχόμενοι από άλλα κράτη μέλη ιδιώτες .
56. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν πέτυχε να αποδείξει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας παρέβη τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας. Είναι ενδεικτικό, αν και χωρίς σημασία, ότι δεν ανέφερε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το παραμικρό παράδειγμα περιπτώσεως κατά την οποία τα σουηδικά δικαστήρια ή άλλοι δημόσιοι φορείς της Σουηδίας, λαμβάνοντας υπόψη τις πηγές πληροφορήσεως που διαθέτουν, υπέπεσαν σε σφάλμα μη θεωρώντας ορισμένες σημαντικές ρήτρες ως καταχρηστικές. Ούτε απέδειξε ότι υπάρχει πράγματι ακόμη η δυνατότητα να συμβεί αυτό.
V - ρόταση
57. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας·
3) η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Δανίας να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy