Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Τα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εξέταση της υποθέσεως, όπως εκτέθηκαν με τη διάταξη του ρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 1999 κατά της οποίας στρέφεται η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
2. Η South Wales Small Mines Association (ένωση μικρών ορυχείων της νότιας Ουαλίας, στο εξής: ένωση) είναι μια μη εγγεγραμμένη ένωση (unincorporated) αγγλικού δικαίου, χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία συστάθηκε για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μικρών επιχειρηματιών που εκμεταλλεύονται ανθρακωρυχεία και είναι εγκατεστημένοι στη νότια Ουαλία.
3. Ορισμένοι από αυτούς τους μικρούς επιχειρηματίες υπέβαλαν στις 5 Ιουνίου 1990 στην Επιτροπή, υπό την επωνυμία της ενώσεως, καταγγελία σχετικά με την εφαρμογή εμπορικών όρων συνεπαγομένων διακρίσεις αντίθετων προς τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
4. Με την απόφαση 15656 (στο εξής: απόφαση), την οποία περιέχει έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1998, η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει στο αρχείο την καταγγελία.
5. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην ένωση στις 5 Αυγούστου 1998 με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής.
6. Με έγγραφο της 18ης Αυγούστου 1998, που επιβεβαιώθηκε στις 26 Αυγούστου 1998, διάφοροι μικροί επιχειρηματίες ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τυπικώς την απόφαση, το οποίο η Επιτροπή αρνήθηκε να πράξει με έγγραφο της 24ης Αυγούστου 1998.
7. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού έλαβαν γνώση στις 16 Σεπτεμβρίου 1998 ότι η ένωση δεν είχε προσβάλει εμπροθέσμως την απόφαση, άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 21 Σεπτεμβρίου 1998, προσφυγή στηριζόμενη στα άρθρα 33, δεύτερο εδάφιο, και 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (υπόθεση Τ-148/98). Στο δικόγραφο της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι υπήρχε συνημμένο αντίγραφο της αποφάσεως. Η παρούσα υπόθεση απορρέει από την εν λόγω προσφυγή.
8. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 6 Οκτωβρίου 1998, η ένωση άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως βάσει του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (υπόθεση Τ-162/98).
9. Σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου σε αμφότερες τις υποθέσεις.
Κατόπιν των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, το ρωτοδικείο έκρινε ότι διέθετε επαρκή στοιχεία και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, δεν χρειαζόταν να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
10. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας, το ρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι έπρεπε να ενώσει τις δύο υποθέσεις για την έκδοση κοινής διατάξεως, την οποία εξέδωσε στις 29 Σεπτεμβρίου 1999.
11. Η αναίρεση ασκήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999.
Η επίδικη διάταξη
12. Με την επίδικη διάταξη, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή επί της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί στην υπόθεση Τ-162/98 ήταν απαράδεκτη, διότι είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα. Στην υπόθεση αυτή, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο Bernard John Llewellyn, γραμματέας της ενώσεως, με την ένορκη δήλωσή του της 4ης Ιανουαρίου 1999, βεβαίωσε ότι δεν έδωσε καμιά συνέχεια στην επιστολή της Επιτροπής .
13. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προσφυγή στην υπόθεση Τ-148/98 ασκήθηκε εμπροθέσμως, μόνον αν το ρωτοδικείο δεχόταν ως αληθή τον ισχυρισμό των προσφευγόντων, στους οποίους η απόφαση δεν είχε κοινοποιηθεί, ότι δεν έλαβαν γνώση της εν λόγω αποφάσεως πριν από τις 10 Αυγούστου 1998, ημερομηνία κατά την οποία ένας από αυτούς έλαβε «τυχαία» από τρίτο πρόσωπο αντίγραφο του εγγράφου που περιείχε την απόφαση αυτή.
14. Για να επαληθεύσει το αληθές των ισχυρισμών των προσφευγόντων, το ρωτοδικείο τούς ζήτησε, πρώτον, να διευκρινίσουν την ταυτότητα του τρίτου αυτού προσώπου· ακολούθως, τους ζήτησε να υποδείξουν την ταυτότητα του προσφεύγοντος που έλαβε το εν λόγω έγγραφο και, τρίτον, να περιγράψουν με ακρίβεια τις περιστάσεις υπό τις οποίες παραδόθηκε το έγγραφο αυτό και τον τρόπο με τον οποίο οι λοιποί προσφεύγοντες έλαβαν γνώση της αποφάσεως.
15. Οι προσφεύγοντες απάντησαν στα ερωτήματα αυτά ως εξής:
Στο πρώτο απάντησαν ότι «ο προσφεύγων Mostyn Jones δεν μπορεί να θυμηθεί την ταυτότητα του τρίτου προσώπου, αλλά νομίζει ότι έλαβε το αντίγραφο από ένα από τα πρόσωπα που εκπροσωπεί η δις Sarah Llewellyn Jones [δικηγόρος της ενώσεως]».
Απαντώντας στο δεύτερο ερώτημα, επισήμαναν ότι επρόκειτο για τον «Mostyn Jones».
Τέλος, στο τρίτο ερώτημα απάντησαν ότι «ο προσφεύγων κ. Jones δεν μπορεί να θυμηθεί τις ακριβείς περιστάσεις. Οι λοιποί προσφεύγοντες έλαβαν σχετικώς γνώση από τον κ. Jones, ο οποίος ενημέρωσε μερικούς από αυτούς σχετικά με την απόφαση, και από μετέπειτα απευθείας επικοινωνία μεταξύ τους» .
16. Το ρωτοδικείο εκτίμησε τα στοιχεία που διέθετε ως εξής:
«Δεδομένου ότι, αφενός, η Επιτροπή κοινοποίησε την Απόφαση μόνο στην [ένωση] και, αφετέρου, η Απόφαση δεν κοινοποιήθηκε ούτε καν στους δικηγόρους (solicitors) της [ενώσεως], οι οποίοι έλαβαν σχετικώς γνώση μόλις στις 8 Σεπτεμβρίου 1998, ο ισχυρισμός ότι ένας από τους προσφεύγοντες έλαβε στις 10 Αυγούστου 1998 αντίγραφο της Αποφάσεως από άγνωστο τρίτο πρόσωπο δεν είναι αληθοφανής.
Οι απαντήσεις που δόθηκαν στις ερωτήσεις του ρωτοδικείου ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αναξιοπιστία αυτή. Συγκεκριμένα, από τη λακωνική και αόριστη διατύπωση των απαντήσεων προκύπτει ότι ο Mostyn Jones, που θυμάται με ακρίβεια την ημερομηνία παραλαβής αντιγράφου της Αποφάσεως, ημερομηνία που συνιστά την προβαλλόμενη αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, λησμόνησε τόσο την ταυτότητα του προσώπου από το οποίο έλαβε το αντίγραφο όσο και τις περιστάσεις της παραλαβής αυτής.
Ως μόνη διευκρίνιση, ο Mostyn Jones αναφέρει ότι νομίζει ότι έλαβε το έγγραφο από ένα από τα πρόσωπα που εκπροσωπεί η δις Sarah Llewellyn Jones, δικηγόρος της [ενώσεως]. Η υπόθεση αυτή έρχεται, ωστόσο, σε αντίφαση, αφενός, με τα όσα δήλωσε ο Bernard John Llewellyn, ο οποίος ανέφερε ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε συνέχεια στην παραλαβή της επιστολής που περιείχε την Απόφαση και, αφετέρου, με το γεγονός ότι η Απόφαση περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων (solicitors) της [ενώσεως] μόλις στις 8 Σεπτεμβρίου 1998.
Επομένως, οι προσφεύγοντες δεν ήταν σε θέση να προβάλουν κατά τρόπο επαρκώς εμπεριστατωμένο και πειστικό το σημείο αφετηρίας της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί η προσφυγή τους ως ασκηθείσα εμπροθέσμως.
Από τα ανωτέρω συνάγεται κατ' ανάγκην ότι η προσφυγή στην υπόθεση T-148/98 πρέπει να θεωρηθεί εκπρόθεσμη» .
17. Βάσει αυτών, το ρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
Οι λόγοι αναιρέσεως
18. ρος στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τρεις λόγους που αντλούνται, αντιστοίχως, από πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και αλλοίωση ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
19. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, καθότι, με την επίδικη διάταξη, το ρωτοδικείο έκρινε μόνον ότι η προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα, στηριζόμενο σε εκτίμηση αμιγώς πραγματικών στοιχείων. Επικουρικώς, ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει καθέναν από τους προβληθέντες λόγους αναιρέσεως.
20. Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι, εφόσον η συλλογιστική του ρωτοδικείου στηρίζεται όντως σε πραγματικά στοιχεία, το ότι η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη με την επίδικη διάταξη αποτελεί νομικό ζήτημα σε σχέση με το οποίο μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή για το σύνολο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως: πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο
21. Σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, το ρωτοδικείο, που, κατά τα φαινόμενα, δέχεται σιωπηρά ότι η απόφαση τους αφορά υπό την έννοια του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, δεν απεφάνθη ρητά επ' αυτού. Αν είχε εξετάσει το εν λόγω ζήτημα, θα είχε διαπιστώσει ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να τους κοινοποιήσει την απόφαση και ότι, εφόσον δεν το έπραξε, έπρεπε να θεωρήσει αφετηρία της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής τη στιγμή που ένας από τους ενδιαφερόμενους έλαβε γνώση της πράξεως. Το ρωτοδικείο, ενεργώντας διαφορετικά, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο.
22. Η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ του αποδέκτη μιας αποφάσεως και οποιουδήποτε ενδιαφερομένου τρίτου. Δεν χρειάζεται να εξεταστούν τα αποτελέσματα που η εν λόγω έλλειψη διακρίσεως έχει για τη διαδικασία ούτε να αναζητηθούν οι συνέπειες που απορρέουν από τον ευρύτερο ορισμό των διαδίκων που μπορούν παραδεκτώς να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, σε σχέση με αυτούς που μπορούν να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, για να συναχθεί ότι ο λόγος αυτός είναι προδήλως αλυσιτελής.
Συγκεκριμένα, το ρωτοδικείο, ανεξαρτήτως του αν έκρινε ή δεν έκρινε ότι η απόφαση αφορά τους αναιρεσείοντες, εξέτασε το αν η προσφυγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, όπως εάν είχε κρίνει ότι η απόφαση τους αφορούσε και μελέτησε αναλυτικά - προτού τον απορρίψει - τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση της πράξεως μόνον αφότου αυτή κοινοποιήθηκε στην ένωση. Οι αναιρεσείοντες δεν θα είχαν αντιμετωπιστεί ευνοϊκότερα, αν το ρωτοδικείο είχε αναγνωρίσει ρητά ότι η απόφαση τους αφορούσε.
23. Στον βαθμό που η προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο μπορεί να συνίσταται στο γεγονός ότι το ρωτοδικείο δεν αναγνώρισε το δικαίωμα των αναιρεσειόντων να τους κοινοποιηθεί η απόφαση της Επιτροπής, ο ισχυρισμός είναι νέος: στην περίπτωση αυτή, οι αναιρεσείοντες ενεργούν κυρίως ως αποδέκτες της αποφάσεως και όχι ως άτομα τα οποία αφορά η εν λόγω απόφαση.
24. Τέλος, οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι έλαβαν γνώση της αποφάσεως στις 10 Αυγούστου 1998. Το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως αβάσιμο, καθότι τα ζητήματα σχετικά με τον υπολογισμό των προθεσμιών είναι δημοσίας τάξεως και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων. Επομένως, η θέση της Επιτροπής επ' αυτού στο πλαίσιο της διαδικασίας δεν ασκεί επιρροή.
25. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως: προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
26. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εκπρόθεσμη την προσφυγή στηριζόμενο σε στοιχεία των οποίων έλαβε γνώση στο πλαίσιο της υποθέσεως T-162/98, κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής από την ένωση. Τα στοιχεία αυτά δεν κοινοποιήθηκαν στους αναιρεσείοντες, οπότε δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το ρωτοδικείο παραβίασε ουσιώδη αρχή του φυσικού δικαίου και κανόνα συμφυή προς το δικαίωμα για άψογη δίκη.
27. Η Επιτροπή θεωρεί τον λόγο αυτό απαράδεκτο, καθότι αποβλέπει στην εκ νέου εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνει ότι το ρωτοδικείο θεώρησε ότι οι αναιρεσειόντες απάντησαν «λακωνικά και αόριστα» στα ερωτήματα που τους απηύθυνε. ροσθέτει ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αναφέρει ποιες παρατηρήσεις θα είχαν υποβάλει οι αναιρεσείοντες αν τους είχε δοθεί η δυνατότητα.
28. Είναι προφανές ότι το ρωτοδικείο δεν εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να αποφανθεί επί της τηρήσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με τους όρους που επιβάλλει η κατ' αντιμωλίαν διαδικασία.
29. ρέπει να υπομνησθεί ότι ασκήθηκαν δύο διαφορετικές προσφυγές και ότι, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το παραδεκτό των προσφυγών, ζήτημα επί του οποίου οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Δεδομένου ότι, με την ίδια διάταξη, το ρωτοδικείο, αφενός, αποφάσισε την ένωση των υποθέσεων και, αφετέρου, δεν προχώρησε στην προφορική διαδικασία, διότι θεώρησε ότι διέθετε επαρκή στοιχεία, η δικογραφία της υποθέσεως Gerry Plant κ.λπ. κατά Επιτροπής δεν κοινοποιήθηκε στην ένωση και ούτε οι προσφεύγοντες της δεύτερης υποθέσεως μπόρεσαν να έχουν πρόσβαση στη δικογραφία της πρώτης υποθέσεως.
30. Το ρωτοδικείο τους απηύθυνε τα ερωτήματα που υπενθύμισα ανωτέρω για να εκτιμήσει την ακρίβεια της ημερομηνίας κατά την οποία οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση της αποφάσεως. Αφού εξέτασε τις απαντήσεις που του δόθηκαν, το ρωτοδικείο θεώρησε ότι δεν ήταν αξιόπιστες και τόνισε ότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν σε θέση να του παράσχουν λεπτομερείς και πειστικές απαντήσεις προς στήριξη της απόψεώς τους. Επομένως, έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη.
31. Όσον αφορά τα ερωτήματα, το ρωτοδικείο έκρινε, κατ' αρχάς, ότι ο ισχυρισμός ότι ένας από τους προσφεύγοντες έλαβε από άγνωστο τρίτο πρόσωπο αντίγραφο της αποφάσεως στις 10 Αυγούστου 1998 δεν ήταν αληθοφανής, καθότι η Επιτροπή είχε κοινοποιήσει την απόφαση μόνο στην ένωση και το σχετικό έγγραφο δεν είχε κοινοποιηθεί στους δικηγόρους (solicitors) της, οι οποίοι έλαβαν σχετικώς γνώση μόλις στις 8 Σεπτεμβρίου 1998.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε γνώση του στοιχείου αυτού μέσω των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στην υπόθεση T-162/98 .
32. Ακολούθως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι οι λακωνικές και αόριστες απαντήσεις του Jones αντέφασκαν, παραδόξως, στην ακρίβεια με την οποία θυμόταν την ημερομηνία κατά την οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε αντίγραφο της αποφάσεως, γεγονός που κλονίζει την αληθοφάνεια των ισχυρισμών του.
33. Τέλος, το ρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του Jones ότι έλαβε το έγγραφο από ένα από τα άτομα που αντιπροσώπευε η δικηγόρος της ενώσεως, προβάλλοντάς του την ένορκη δήλωση του Bernard John Llewellyn ότι ουδεμία συνέχεια έδωσε στην επιστολή της Επιτροπής και ότι οι δικηγόροι της ενώσεως έλαβαν γνώση της αποφάσεως αυτής μόλις στις 8 Σεπτεμβρίου 1998.
Το περιεχόμενο της δηλώσεως του Bernard John Llewellyn περιελήφθη μόνο στη δικογραφία της υποθέσεως T-162/98.
34. Λόγω της φύσεώς της, η τεχνική που συνίσταται στην υποβολή των ισχυρισμών των διαδίκων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν σε κατ' αντιμωλίαν συζήτηση δεν ακολουθεί επιταγές απόλυτου χαρακτήρα. Μπορεί να πρόκειται απλώς για ένα μέσο με προορισμό να διευκολύνει την απονομή της δικαιοσύνης και να περιλάβει το σύνολο των πραγματικών και νομικών ζητημάτων επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί το δικαστήριο. Αυτό ισχύει, κατ' εξοχήν, στις έννομες τάξεις του αγγλοσαξωνικού συστήματος, όπου στην κατ' αντιμωλίαν διαδικασία («adversarial proceedings») δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο «ανακριτικό σύστημα» και θα μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως ενώ δεν το προέβαλαν οι διάδικοι. Στις έννομες τάξεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, ο κατ' αντιμωλίαν χαρακτήρας της διαδικασίας είναι πιο περιορισμένος: αφενός, τα δικαστήρια εφαρμόζουν το αξίωμα iura novit curia, οπότε παραλείπονται ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά την εφαρμογή του δικαίου· αφετέρου, το τεκμήριο αμεροληψίας του δικαστηρίου καλύπτει και πράξεις όπως η αίτηση εσωτερικής εκθέσεως ή η διεξαγωγή συγκεκριμένης αποδείξεως, γεγονός που, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, μειώνει την ανάγκη συζητήσεως.
35. Κατά την άποψή μου, οι σχετιζόμενες με την κατ' αντιμωλίαν διαδικασία απαιτήσεις χρήζουν ιδιαίτερης δικαστικής προστασίας μόνον όταν η παραβίασή τους συνιστά προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος, ήτοι όταν οδηγεί σε αδυναμία του διαδίκου να αμυνθεί.
36. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υιοθέτησε την αγγλοσαξωνική προσέγγιση της κατ' αντιμωλίαν διαδικασίας και έκρινε, με την απόφασή του Vermeulen κατά Βελγίου της 20ής Φεβρουαρίου 1996 , ότι το δικαίωμα στην κατ' αντιμωλίαν διαδικασία περιλαμβάνει «τη δυνατότητα των διαδίκων ποινικής ή αστικής δίκης να ενημερώνονται και να σχολιάζουν κάθε έγγραφο ή παρατήρηση που υποβάλλεται στο δικαστήριο, ακόμη και από ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό, με σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του». Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε επανειλημμένως χωρίς η πλήρης αμεροληψία και ανεξαρτησία των διαφόρων εμπλεκομένων στην υπόθεση δικαστικών λειτουργών, αμεροληψία και ανεξαρτησία που διέπουν τις πράξεις τους, να επηρεάσει, έστω και ελάχιστα, τη συλλογιστική αυτή.
Διαφαίνεται η επιθυμία επιβολής μιας ενιαίας προσεγγίσεως ως προς την οργάνωση της διαδικασίας, χωρίς να εξηγείται η αναγκαιότητά της, πέραν της «théorie des apparences» .
37. Το κατ' εξοχήν πεδίο εφαρμογής των κανόνων της κατ' αντιμωλίαν διαδικασίας είναι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι διάδικοι στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία αυτά, τα οποία εξ ορισμού προέρχονται εκτός δικαστηρίου, δεν καλύπτονται από το τεκμήριο της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας. Το να ληφθούν υπόψη χωρίς προηγούμενη συζήτηση θα αποτελούσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
38. Αυτό ισχύει εν προκειμένω: το ρωτοδικείο στήριξε την εκτίμησή του στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε διάδικος μιας δίκης προκειμένου να επιλύσει ζήτημα σχετικό με άλλη δίκη, χωρίς να κοινοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους διαδίκους της δεύτερης δίκης και, κατ' επέκταση, χωρίς να τους παράσχει τη δυνατότητα να τα αντικρούσουν.
39. Τουλάχιστον δύο από τις τρεις εκτιμήσεις, στις οποίες στηρίχθηκε το ρωτοδικείο για να απορρίψει τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν γνώση της αποφάσεως, πάσχουν από το προβαλλόμενο ελάττωμα. Επειδή το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αξιολογήσει την αξιοπιστία που πρέπει να προσδίδεται σε καθένα από τα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία, ζήτημα που εξαρτάται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως: αλλοίωση ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων
40. Σχετικά με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες παραθέτουν απλώς διάφορα πραγματικά περιστατικά χωρίς να προβάλλουν οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με την αλλοίωση ή την προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση που προσάπτουν στο ρωτοδικείο.
41. Επειδή ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως αποβλέπει μόνο στην εκ νέου εξέταση των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
Επί της περαιτέρω πορείας της υποθέσεως
42. Αν, όπως προτείνω, γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη διάταξη και, κατ' επέκταση, να υπάρξει νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο ουδόλως μπορεί να προβεί στη νέα αυτή εκτίμηση, δεν πρέπει να επιλύσει οριστικά τη διαφορά, αλλά να την αναπέμψει ενώπιον του ρωτοδικείου για νέα εξέταση.
Τα δικαστικά έξοδα
43. Σύμφωνα με το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέλκει η απόφανση επί των δικαστικών εξόδων.
ρόταση
44. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη που εξέδωσε το ρωτοδικείο στις 29 Σεπτεμβρίου 1999 (T-148/98 και T-162/98, Evans κ.λπ. κατά Επιτροπής), να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του ρωτοδικείου και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy