Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται η ερμηνεία των οδηγιών 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος , και 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη .
2. Τα δύο υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα επικεντρώνονται σε τρία ζητήματα. Το πρώτο αφορά την εφαρμογή της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια. Στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω οδηγία έχει εφαρμογή, το δεύτερο ζήτημα αφορά την εφαρμογή του δικαιώματος ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως που χορηγείται στον καταναλωτή. Το τρίτο ζήτημα αφορά το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών όσον αφορά τον διαχρονικό περιορισμό του δικαιώματος ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως της σχετιζομένης με τη σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
3. Η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε μεταξύ του ζεύγους Heininger και της Bayerische Hypo- und Vereinsbank AG. Οι αναιρεσείοντες, για να χρηματοδοτήσουν την αγορά ενός διαμερίσματος κατά πλήρη κυριότητα, συνήψαν το 1993 με την αναιρεσίβλητη δάνειο ποσού 150 000 γερμανικών μάρκων (DEM), το οποίο εξασφαλίστηκε με μια «έγγειο οφειλή» του αυτού ποσού.
4. Με αγωγή ασκηθείσα τον Ιανουάριο του 1998, το ζεύγος Heininger ανακάλεσε τη δήλωση βουλήσεως που αφορούσε τη σύναψη της δανειακής συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Gesetz über den Widerruf von Haustürgeschäften und ähnlichen Geschäften (νόμου περί της ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως που αφορά συμβάσεις συναπτόμενες στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεων και παρόμοιες συναλλαγές, στο εξής: HWiG), της 16ης Ιανουαρίου 1986 .
Ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν τη σύμβαση αυτή επηρεασμένοι από ένα κτηματομεσίτη, ο οποίος ασκεί ως ελεύθερος επαγγελματίας δραστηριότητες για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης. Ο μεσίτης αυτός τους επισκέφθηκε στην οικία τους επανειλημμένα, χωρίς να του το έχουν ζητήσει. Τους «ώθησε» να αγοράσουν το διαμέρισμα και να συνάψουν το δάνειο, χωρίς να τους πληροφορήσει για την ύπαρξη δικαιώματος ανακλήσεως της σχετικής με τη σύμβαση δηλώσεως βουλήσεως.
5. Οι αναιρεσείοντες απαιτούν κυρίως από την αναιρεσίβλητη την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και των τόκων, καθώς και την απόδοση των εξόδων, που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση μιας συμβάσεως δανείου με έγγειο ασφάλεια . Ζητούν επιπλέον να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από τη σύμβαση πιστώσεως.
6. Το Landgericht (Γερμανία) απέρριψε την αγωγή τους. Το Berufungsgericht (Γερμανία) απέρριψε την έφεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής. Οι αναιρεσείοντες εμμένουν στην αγωγή τους ασκώντας αναίρεση (révision) ενώπιον του Bundesgerichtshof.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
A - Το κοινοτικό δίκαιο
Η οδηγία υπέρ των κατ' οίκον πωλήσεων
7. Σύμφωνα με το άρθρο 1:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από έναν έμπορο προς έναν καταναλωτή, οι οποίες συνάπτονται:
- κατά τη διάρκεια εκδρομής που οργανώνεται από τον έμπορο εκτός του εμπορικού του καταστήματος,
ή
- κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εμπόρου:
i) στο σπίτι του ίδιου ή άλλου καταναλωτή
[...],
όταν η επίσκεψη δεν γίνεται μετά από ρητή αίτηση του καταναλωτή.»
8. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2:
«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις:
α) συμβάσεις για την κατασκευή, πώληση και μίσθωση ακινήτων ή στις συμβάσεις που αφορούν άλλα δικαιώματα σχετικά με ακίνητα.
[...]»
9. Κατά το άρθρο 4:
«Στην περίπτωση συναλλαγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, οι έμποροι οφείλουν να πληροφορούν τους καταναλωτές σχετικά με το δικαίωμά τους να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 5, και να τους γνωστοποιούν το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου έναντι του οποίου μπορεί να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα.
[...]
Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών στην εθνική τους νομοθεσία, στην περίπτωση που δεν παρασχεθούν οι πληροφορίες που προβλέπει το παρόν άρθρο.»
10. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, «ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη μονομερή ανάληψη υποχρεώσεώς του, αποστέλλοντας ειδοποίηση μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον επτά ημερών από την παραλαβή εκ μέρους του της υπόμνησης που αναφέρει το άρθρο 4, και σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους που ορίζει η εθνική νομοθεσία.Η ειδοποίηση αρκεί να έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.»
11. Τέλος, το άρθρο 8 ορίζει ότι «η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο επίπεδο που καλύπτει η παρούσα οδηγία».
Η οδηγία περί καταναλωτικής πίστεως
12. Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης.
2. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας:
[...]
γ) "σύμβαση πίστωσης" είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση με τη μορφή προθεσμίας πληρωμής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.
Οι συμβάσεις για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανομένων και των παρεχομένων από οργανισμούς κοινής ωφελείας, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταβάλλει με δόσεις το σχετικό τίμημα κατά τη διάρκεια της παροχής τους, δεν θεωρούνται ως συμβάσεις πίστωσης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.
[...]»
13. Κατά το άρθρο 2:
«1. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:
α) στις συμβάσεις πίστωσης ή υπόσχεσης πίστωσης που προορίζονται:
- κυρίως για την κτήση ή διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εδαφικής έκτασης ή κτιρίου που έχει ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθεί,
[...]
3. Οι διατάξεις του άρθρου 4 και των άρθρων 6 έως 12 δεν εφαρμόζονται στις πιστωτικές συμβάσεις ή στις υποσχέσεις παροχής ενυπόθηκης πίστης εφόσον δεν έχουν ήδη αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δυνάμει της παραγράφου 1, στοιχείο α_.
[...]»
14. Κατά το άρθρο 15, «[η] παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της Συνθήκης».
Β - Το γερμανικό δίκαιο
15. Το άρθρο 1 του HWiG προβλέπει ένα δικαίωμα ανακλήσεως για τον πελάτη, οπότε μια συναλλαγή που πραγματοποιείται εκτός καταστήματος του εμπόρου δεν ισχύει παρά μόνον αν ο πελάτης δεν ανακαλέσει εγγράφως την αντίστοιχη δήλωση βουλήσεώς του εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας.
16. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του HWiG, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόνον αφότου δόθηκε στον πελάτη έγγραφη πληροφόρηση, υποκείμενη βάσει του νόμου και σε άλλες ουσιαστικές απαιτήσεις. Ελλείψει της πληροφορήσεως αυτής, το δικαίωμα ανακλήσεως του πελάτη αποσβέννυται μόνον ένα μήνα μετά την εκ μέρους εκάστου των μερών εκπλήρωση της συνολικής παροχής.
17. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του HWiG περιέχει μια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, καθόσον προβλέπει ότι, αν μια συναλλαγή υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, πληροί ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις μιας συναλλαγής υπό την έννοια του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως, μόνον οι διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου έχουν εφαρμογή.
18. Το άρθρο 1 του Verbraucherkreditgesetz (νόμου περί καταναλωτικής πίστεως, ο οποίος τροποποιεί τον γερμανικό Κώδικα ολιτικής Δικονομίας και άλλους νόμους, στο εξής: VerbrKrG) , ορίζει έτσι το πεδίο εφαρμογής του:
«1) Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις συμβάσεις πιστώσεως και στις μεσιτικές συμβάσεις πιστώσεως που συνάπτονται μεταξύ ενός προσώπου, το οποίο χορηγεί πίστωση (στο εξής: παρέχων την πίστωση) ή υποδεικνύει ή διαπραγματεύεται μια πίστωση (στο εξής: ενδιάμεσος πιστώσεως) κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, και ενός φυσικού προσώπου, υπό την επιφύλαξη ότι η πίστωση, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, δεν προορίζεται για την επαγγελματική δραστηριότητα που ήδη ασκεί το τελευταίο αυτό πρόσωπο (στο εξής: καταναλωτής).
2) Η σύμβαση πιστώσεως αποτελεί σύμβαση με τη οποία ο παρέχων την πίστωση χορηγεί ή υπόσχεται σε έναν καταναλωτή, εξ επαχθούς αιτίας, μια πίστωση, η οποία λαμβάνει τη μορφή δανείου, αναβολής πληρωμής ή άλλης χρηματοδοτικής ενισχύσεως.
[...]»
19. Το άρθρο 3 του VerbrKrG ορίζει τις εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του:
«2) Δεν εφαρμόζονται, επιπλέον [...]
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, σημείο 1, στοιχείο b, και τα άρθρα 7, 9 και 11 έως 13 στις συμβάσεις πιστώσεως στις οποίες η πίστωση εξαρτάται από τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί ακινήτου και χορηγείται υπό τις συνήθεις προϋποθέσεις που ισχύουν για πιστώσεις εξασφαλισμένες με ασφάλεια επί ακινήτου και για την ενδιάμεση χρηματοδότησή τους [...]».
20. Το άρθρο 7 του VerbrKrG, που προβλέπει δικαίωμα ανακλήσεως υπέρ του καταναλωτή, έχει ως εξής:
«1) Η δήλωση με την οποία ο καταναλωτής διατυπώνει τη βούλησή του για τη σύναψη συμβάσεως πιστώσεως δεν παράγει αποτελέσματα παρά μόνον αν ο ενδιαφερόμενος δεν την ανακαλέσει εγγράφως εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας.
2) Η εμπρόθεσμη αποστολή της ανακλήσεως αρκεί για την τήρηση της προθεσμίας. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει μόνον αφ' ης στιγμής ο καταναλωτής λάβει ευανάγνωστη πληροφόρηση, σχετικά με τη διάταξη της πρώτης περιόδου, την οποία ο καταναλωτής πρέπει να προσυπογράψει χωριστά και στην οποία πρέπει να υπάρχει μνεία του δικαιώματος ανακλήσεως, της απώλειας του δικαιώματος αυτού βάσει της παραγράφου 3, καθώς και του ονόματος και της διευθύνσεως του αποδέκτη της ανακλήσεως. Αν στον καταναλωτή δεν παρασχεθεί πληροφόρηση σύμφωνη προς τη δεύτερη περίοδο, το δικαίωμα ανακλήσεως δεν αποσβέννυται παρά μόνο όταν τα δύο συμβαλλόμενα μέρη εκτελέσουν πλήρως την παροχή, το αργότερο όμως ένα έτος μετά την εκ μέρους του καταναλωτή δήλωση ότι θέλει να συνάψει σύμβαση πιστώσεως.»
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Το Bundesgerichtshof, θεωρώντας ότι από τη διαφορά της κύριας δίκης ανακύπτει ένα πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει η οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31, στο εξής: οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων), εφαρμογή και επί των συμβάσεων δανείων με έγγειο ασφάλεια (άρθρο 3, παράγραφος 2, σημείο 2, του VerbrKrG) και υπερτερεί η οδηγία αυτή, όσον αφορά το δικαίωμα ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 5, έναντι της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (Ε 1987, L 42, σ. 48, στο εξής: οδηγία περί καταναλωτικής πίστεως);
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ως άνω ερώτημα:
Απαγορεύει η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων στον εθνικό νομοθέτη να εφαρμόζει την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, τρίτη περίοδος, του VerbrKrG για την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια σύμβαση συναφθείσα στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεων έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση δανείου με έγγειο ασφάλεια, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, σημείο 2, του VerbrKrG, εφόσον δεν παρασχέθηκαν τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας;»
22. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τίθεται το ζήτημα της προστασίας των καταναλωτών που δεν μπορούν να τύχουν της εφαρμογής της οδηγίας περί καταναλωτικής πίστεως. Στην περίπτωση αυτή, ερωτάται αν η σύμβαση, με την οποία ένας έμπορος χορηγεί σε καταναλωτή δάνειο για την αγορά ακινήτου, το οποίο συνήφθη στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων και αν στο πλαίσιο του δανείου αυτού μπορεί να εφαρμοστεί το δικαίωμα ανακλήσεως που η οδηγία αυτή προβλέπει, μολονότι τούτο αντίκειται στον VerbrKrG, ο οποίος εφαρμόζεται εις βάρος του HWiG.
IV - Επί της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια (πρώτο τμήμα του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος)
Α - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
23. Επισύρω την προσοχή του Δικαστήριο στο ακόλουθο γεγονός.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε ότι ενθάρρυνε το ζεύγος Heininger να αγοράσει ένα ακίνητο και να συνάψει προς τούτο δάνειο. Θέλησε επίσης να διευκρινίσει ότι, μεταξύ της επισκέψεως του μεσίτη στην οικία των αναιρεσειόντων και της τελικής συνάψεως της συμβάσεως δανείου, μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα επτά εβδομάδων. Τόνισε κυρίως ότι το ζεύγος Heininger μετέβη στην έδρα του τραπεζικού υποκαταστήματος για να υπογράψει τη σύμβαση και να εκπληρώσει τις διατυπώσεις της δανειακής συμβάσεως. Αν ο ισχυρισμός αυτός αποδειχθεί ακριβής, η υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων.
24. Επί του σημείου αυτού, υπενθυμίζω ότι η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ στηρίζεται σε σαφή διάκριση καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου και ότι κάθε εκτίμηση ή εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου .
Το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα αποκλειστικά να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους ενός κοινοτικού νομοθετήματος με βάση τα πραγματικά περιστατικά που του αναφέρει το εθνικό δικαστήριο . ροτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να στηριχθεί στα όσα αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής.
25. Μετά τις διευκρινίσεις αυτές, πρέπει να εξεταστεί η αίτηση για την έκδοση ερμηνευτικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
Β - Απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα
26. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων εφαρμόζεται στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια.
27. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της εν λόγω οδηγίας αποκλείει ρητώς τις «συμβάσεις για την κατασκευή, πώληση και μίσθωση ακινήτων ή [τις] συμβάσεις που αφορούν άλλα δικαιώματα σχετικά με ακίνητα» από το πεδίο εφαρμογής της.
28. Το Δικαστήριο ουδέποτε απάντησε ρητώς στο ερώτημα της εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων στη σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια . ρέπει συνεπώς να εξετασθεί κατ' αρχάς το καθ' ύλην πεδίο του άρθρου της 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_, για να κριθεί εν συνεχεία η ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στο συγκεκριμένο είδος συμβάσεως.
29. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εξεταστεί το γράμμα και ο σκοπός της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων.
Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων
30. Ως έχει διατυπωθεί, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων δεν αποκλείει τις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια από το πεδίο εφαρμογής του. Συναφώς, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί της καταναλωτικής πίστεως αναφέρει ρητώς ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται «στις συμβάσεις πίστωσης [...] που προορίζονται κυρίως για την κτήση ή διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί [...] κτιρίου που έχει ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθεί». Από τη διατύπωση αυτή προκύπτουν δύο παρατηρήσεις.
Αφενός, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι παρεκκλίσεις από το ατομικό δικαίωμα που καθιερώνει μια οδηγία πρέπει να ερμηνεύονται στενά .
Αφετέρου, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι, αν οι συντάκτες της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων ήθελαν να αποκλείσουν τις συμβάσεις πιστώσεως από το πεδίο εφαρμογής της, θα το είχαν αναφέρει ρητώς όπως το έπραξαν στην οδηγία περί καταναλωτικής πίστεως.
31. Επιπλέον, θεωρώ ότι η σύμβαση πιστώσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων. Συναφώς, δεν συμφωνώ με το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως η οποία, με τις παρατηρήσεις της, φρονεί ότι μια σύμβαση ενυπόθηκου δανείου προοριζόμενη για την αγορά του υποθηκευομένου ακινήτου συνιστά σύμβαση αφορώσα δικαιώματα σχετικά με ακίνητα, καθόσον δημιουργεί ένα εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου.
Συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να μην συγχέεται το αντικείμενο της συμβάσεως πιστώσεως (δηλαδή η απαίτηση) με την πώληση του ακινήτου. Η σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια δεν αφορά δικαιώματα επί ακινήτου, αλλά το ποσό που είναι αντικείμενο του δανείου. ρόκειται για δύο διακριτά στοιχεία. Η σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια, λόγω του αντικειμένου της, δεν εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων.
32. Κατά συνέπεια, η σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια, της οποίας το αντικείμενο αφορά ένα ενοχικό δικαίωμα και όχι ένα εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων βάσει του γράμματος του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α_.
Ο σκοπός της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων
33. Η δεύτερη σειρά παρατηρήσεων αφορά τους σκοπούς της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων. Η οδηγία αυτή επιμένει ρητώς στο ευάλωτο του καταναλωτή στο πλαίσιο τέτοιου είδους εμπορικών σχέσεων.
Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, «το ειδικό χαρακτηριστικό των συμβάσεων που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος είναι ότι, κατά κανόνα, οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν με πρωτοβουλία του εμπόρου, ενώ ο καταναλωτής είναι τελείως απροετοίμαστος και καταλαμβάνεται εξ απίνης · ότι συχνά ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να συγκρίνει την ποιότητα και την τιμή της προσφοράς με άλλες προσφορές· ότι γενικά αυτό το στοιχείο αιφνιδιασμού [...] υπάρχει [...] στις συμβάσεις που συνάπτονται στο κατ' οίκον εμπόριο [...]». Κατά συνέπεια, πρέπει «να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των καταναλωτών από κάθε αθέμιτη εμπορική πρακτική στις κατ' οίκον πωλήσεις» .
34. Ο σκοπός της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων είναι συνεπώς σαφής. ρόκειται για τη διασφάλιση της προστασίας του καταναλωτή που βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας οφειλόμενη στον αιφνιδιασμό που προκαλεί η επίσκεψη του εμπόρου, η οποία δεν πραγματοποιείται κατόπιν ρητής αιτήσεως του καταναλωτή.
35. Ο σκοπός της προστασίας του καταναλωτή βρίσκεται επίσης διαρκώς στο κέντρο της νομολογίας του Δικαστηρίου.
36. Το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένα πει με την απόφαση Dietzinger ότι «η οδηγία [περί των κατ' οίκον πωλήσεων] αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να υπαναχωρήσουν από σύμβαση που δεν συνήφθη κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη αλλά του εμπόρου, εφόσον ο πελάτης αυτός βρέθηκε ενδεχομένως σε αδυναμία να εκτιμήσει όλες τις συνέπειες της πράξεώς του» . Το Δικαστήριο έχει εξάλλου επιβεβαιώσει τη λύση αυτή με την απόφαση Berliner Kindl Brauerei .
37. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων, η οποία «δεν περιέχει άλλον περιορισμό όσον αφορά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της ανάλογα με τα οικεία είδη συμβάσεως, είτε αφορούν την προμήθεια αγαθών είτε την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρον ότι οι καταναλωτές ενεργούν για σκοπό δυνάμενο να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητά τους, αποσκοπεί στην προστασία των τελευταίων παρέχοντάς τους γενικό δικαίωμα υπαναχωρήσεως από σύμβαση που δεν συνήφθη κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη αλλά του εμπόρου, εφόσον ο πελάτης αυτός βρέθηκε ενδεχομένως σε αδυναμία να εκτιμήσει όλες τις συνέπειες της πράξεώς του» .
38. Η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων δεν αποσκοπεί συνεπώς να προστατεύσει «τον καταναλωτή κυρίως λόγω του ότι αποκτά ορισμένο αγαθό, αλλά λόγω του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απόκτηση αυτή ή η σύναψη της συμβάσεως» .
39. Θεωρώ σημαντικό να προσθέσω ότι, στα κράτη μέλη στα οποία οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται ενώπιον αρχής, έχουσας ως αποστολή τη διασφάλιση της συναινέσεως των μερών, η προσφυγή σε τρίτο πρόσωπο και σε έναν ελάχιστο βαθμό διατυπώσεων παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας δικαίου.
40. Η παρατήρηση αυτή διατυπώνεται προκειμένου να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της λύσεως που προτείνω στην υπόθεση αυτή. ροτείνω να γίνει δεκτή η εφαρμογή της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων επί μόνον των συμβάσεων δανείου με έγγειο ασφάλεια που συνάπτονται στο πλαίσιο αυτού του είδους των εμπορικών σχέσεων. Δεν προτείνω στο Δικαστήριο να επεκτείνει την εφαρμογή της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων σε όλες τις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια.
41. Η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων εφαρμόζεται συνεπώς μόνο στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια που συνάπτονται στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεως.
V - Επί της εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων (δεύτερο τμήμα του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος)
42. Εφόσον η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων εφαρμόζεται σε μια σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 5 της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής που συνήψε μια τέτοια σύμβαση υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω οδηγία διαθέτει το δικαίωμα ανακλήσεως που θεσπίζει το άρθρο αυτό.
43. ροτού δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, θέλω να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το αιτούν δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό θέτει το ερώτημα μιας ενδεχόμενης «υπεροχής» μεταξύ των οδηγιών περί των κατ' οίκον πωλήσεων και περί καταναλωτικής πίστεως. Η χρήση του όρου «υπεροχή» στη διάταξη περί παραπομπής δεν νομίζω ότι ασκεί επιρροή. Θεωρώ ότι η χρησιμοποίησή του οφείλεται σε μια προβληματική που εμπίπτει αποκελιστικά στο εθνικό δίκαιο.
44. Διαπιστώνω ότι ο VerbrKrG υπερακοντίζει την οδηγία περί καταναλωτικής πίστεως. Συγκεκριμένα, η οδηγία αυτή δεν προβλέπει δικαίωμα ανακλήσεως. Αντιθέτως, ο VerbrKrG παρέχει το δικαίωμα αυτό στον καταναλωτή.
45. Ο HWiG προβλέπει ρητώς την υπεροχή του VerbrKrG οσάκις μια εμπορική συναλλαγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των δύο αυτών νόμων. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών νόμων εμπεριέχουν συνεπώς το στοιχείο της υπεροχής .
46. Το ζήτημα δεν τίθεται κατ' αυτόν τον τρόπο ενώπιον του Δικαστήριου. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, «το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ των δύο οδηγιών δεν αποτελεί ζήτημα υπεροχής [...]» .
47. Συγκεκριμένα, στην παρούσα υπόθεση, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί καταναλωτικής πίστεως δεν έχει εφαρμογή. Το να τεθεί το ερώτημα της ενδεχόμενης υπεροχής μιας εκ των δύο οδηγιών έναντι της άλλης θα προϋπέθετε ότι έχουν αμφότερες εφαρμογή στην υπόθεση αυτή. Τούτο όμως δεν συμβαίνει.
48. Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι το δικαίωμα ανακλήσεως που προβλέπει η οδηγία υπέρ των κατ' οίκον πωλήσεων εφαρμόζεται στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια που συνάπτονται υπό τις προϋποθέσεις της κατ' οίκον πωλήσεως.
49. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά εν συνεχεία σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας το εν λόγω δικαίωμα ανακλήσεως μπορεί να ασκηθεί και τις κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά την πληροφόρηση του καταναλωτή.
VI - Επί του ζητήματος της προθεσμίας σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως και τις κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά την πληροφόρηση του καταναλωτή (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
50. Με το δεύτερο αυτό προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων αντίκειται σε μια εθνική νομοθεσία η οποία περιορίζει διαχρονικά το δικαίωμα ανακλήσεως, ακόμη και οσάκις ο καταναλωτής δεν έλαβε την πληροφόρηση που προβλέπει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.
51. Από το ζήτημα αυτό ανακύπτει ένα πρόβλημα στενά συνδεόμενο με τον τρόπο κατά τον οποίο ο εθνικός νομοθέτης μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη του τις οδηγίες περί των κατ' οίκον πωλήσεων και περί καταναλωτικής πίστεως.
52. Κατά το άρθρο 7 του VerbrKrG, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία μιας εβδομάδας για να ανακαλέσει εγγράφως τη σχετική με τη σύμβαση δήλωση βουλήσεώς του. ροβλέπονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις.
Στην πρώτη περίπτωση, ο έμπορος παρέσχε «ευανάγνωστη πληροφόρηση» στον πελάτη του . Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόνον αφότου ο καταναλωτής έλαβε την πληροφόρηση αυτή.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο καταναλωτής δεν έλαβε καμία πληροφόρηση. Η προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως λήγει μόνον όταν εκτελεστεί το σύνολο της παροχής. Ο νόμος θέτει έναν πρόσθετο περιορισμό, ορίζοντας μια προθεσμία ενός έτους αφότου ο καταναλωτής δήλωσε ότι θέλει να συνάψει τη σύμβαση πιστώσεως.
53. Με άλλα λόγια, ο VerbrKrG υπερακοντίζει την οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων. ροβλέπει ένα μηχανισμό ανακλήσεων των σχετικών με συμβάσεις πιστώσεως δηλώσεων βουλήσεως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν τηρήθηκε το δικαίωμα πληροφορήσεως, πράγμα που δεν πράττει το κείμενο της εν λόγω οδηγίας.
54. Ωστόσο, το ζήτημα που τίθεται είναι αν οι προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις πληρούν τις κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα πληροφορήσεως του καταναλωτή που περιέχονται στην οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων. Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν ευχερώς να προσδιοριστούν.
55. Το άρθρο 4 της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων έχει σαφή διατύπωση. Ορίζει ότι «οι έμποροι οφείλουν να πληροφορούν τους καταναλωτές σχετικά με το δικαίωμά τους να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 5 [...]».
56. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων παρέχει στον καταναλωτή μια προθεσμία τουλάχιστον επτά ημερών για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, από της παραλαβής της πληροφορήσεως.
57. Από την ανάγνωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η προθεσμία προβλέπεται ρητώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής έτυχε του δικαιώματος πληροφορήσεως.
58. Η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων σιωπά όσον αφορά οποιαδήποτε προθεσμία υπέρ του καταναλωτή στην περίπτωση κατά την οποία ο έμπορος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση πληροφορήσεως. Η οδηγία απλώς παραπέμπει στις εθνικές νομοθεσίες για την πρόβλεψη «κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών» στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση.
59. Επιπλέον, από το άρθρο της 4 προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω υποχρέωση πληροφορήσεως βαρύνει τον έμπορο ο οποίος «οφείλει» να συμμορφωθεί προς αυτήν. ρόκειται για μια υποχρέωση αποτελέσματος.
60. Η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής συνεπάγεται προσβολή ενός δικαιώματος το οποίο καθιερώνει το πρωτογενές δίκαιο.
Συγκεκριμένα, θέλω να επιμείνω στο ακόλουθο σημείο. Αν ο καταναλωτής δεν πληροφορηθεί την ύπαρξη του δικαιώματος ανακλήσεως, του είναι αδύνατον να το ασκήσει. Το αν αυτό το δικαίωμα είναι ενεργό στηρίζεται συνεπώς απολύτως στη συμπεριφορά του εμπόρου. Η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων βαρύνει τον έμπορο με μια ιδιαίτερη ευθύνη, καθόσον το δικαίωμα του καταναλωτή εξαρτάται από τη στάση του. Η εκ μέρους του εμπόρου μη τήρηση της υποχρεώσεώς του μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
61. Όπως όμως τονίζουν οι αναιρεσείοντες με τις παρατηρήσεις τους , αν η άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, ελλείψει σχετικής πληροφορήσεως, εξηρτάτο από μια προϋπόθεση περί τηρήσεως προθεσμίας, δεν θα είχε πλέον νόημα η επιδιωκόμενη προστασία στις συμβάσεις πιστώσεως που συνάπτονται στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεων.
62. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προθεσμία ενός έτους που προβλέπει η εθνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη προς τον επιτακτικό χαρακτήρα του δικαιώματος πληροφορήσεως. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι, ελλείψει πληροφορήσεως όσον αφορά την ύπαρξη του δικαιώματος ανακλήσεως, ο καταναλωτής αγνοεί το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει από την αρχική απόφασή του να συνάψει σύμβαση. Ο περιορισμός μιας προθεσμίας στην περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με την παροχή εμμέσως της δυνατότητας στον έμπορο να μη συμμορφωθεί προς μια υποχρέωση που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΚ και προβλέπεται ρητώς στην οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων.
63. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ήταν απαραίτητο να περιοριστεί η προθεσμία ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως για τη σύναψη της συμβάσεως για λόγους ασφαλείας δικαίου.
64. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη πρέπει να σεβαστεί το δικαίωμα πληροφορήσεως του καταναλωτή. Η υποχρέωση αυτή δεν είναι σιωπηρή. Αν γινόταν δεκτός ένας διαχρονικός περιορισμός της προθεσμίας, τούτο θα αποτελούσε λύση δυνάμενη να ενθαρρύνει τον έμπορο να τηρήσει αμελή στάση έναντι του καταναλωτή.
65. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το δικαίωμα ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως που αφορά σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται διαχρονικώς, εφόσον ο καταναλωτής δεν πληροφορήθηκε τη δυνατότητα που έχει να ασκήσει το δικαίωμα αυτό.
VII - Επί ενδεχομένου περιορισμού των αποτελεσμάτων της εκδοθησομένης αποφάσεως
66. Η αναιρεσίβλητη και η Γαλλική Κυβέρνηση επέσυραν, με τις παρατηρήσεις τους, την προσοχή του Δικαστηρίου στις οικονομικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης ελλείψεως διαχρονικού περιορισμού του δικαιώματος ανακλήσεως. Φρονούν ότι η εφαρμογή του δικαιώματος ανακλήσεως που προβλέπει η οδηγία περί των κατ' οίκον πωλήσεων στις συμβάσεις δανείου με έγγειο ασφάλεια συνιστά σημαντικό οικονομικό κίνδυνο για τους πιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι δεν επιθυμούν βεβαίως να φέρουν τον κίνδυνο αυτό.
67. Στον βαθμό που προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να εξετάσω αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να τεθεί διαχρονικός περιορισμός στα αποτελέσματα της εκδοθησομένης αποφάσεως.
68. Κατά πάγια νομολογία, το «Δικαστήριο μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη και λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές διαταραχές που θα μπορούσε να έχει η απόφασή του για το παρελθόν στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί καλοπίστως, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έχει δώσει σε μία διάταξη για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις εν λόγω έννομες σχέσεις [...]» .
69. ρος τούτο, το «Δικαστήριο [προβαίνει] στην εξακρίβωση της υπάρξεως των δύο βασικών κριτηρίων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί να αποφασιστεί ο περιορισμός αυτός, και συγκεκριμένα της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων κύκλων και του κινδύνου σημαντικών διαταραχών» .
70. Η προϋπόθεση περί της «καλής πίστεως» απαιτεί οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι να έχουν ευλόγως σχηματίσει εσφαλμένη άποψη όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής ή το περιεχόμενο της ερμηνευομένης κοινοτικής διατάξεως.
Εν προκειμένω, το άρθρο 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί των κατ' οίκον πωλήσεων παραπέμπει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών για την πρόβλεψη των κατάλληλων μέτρων για την προστασία του καταναλωτή, στην περίπτωση κατά την οποία ο έμπορος δεν εκπληρώνει την υποχρέωση πληροφορήσεως. Η αναιρεσίβλητη θεώρησε ευλόγως ότι ο περιορισμός ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως από το άρθρο 7 του VerbrKrG είχε εφαρμογή.
Ενόψει των διατάξεων αυτών, η αναιρεσίβλητη θεώρησε ευλόγως ότι το δικαίωμα ανακλήσεως, ελλείψει της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως πληροφορήσεως, υπέκειτο σε περιορισμό της προθεσμίας ασκήσεώς του.
71. Αντιθέτως, αμφιβάλλω για το αν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη «σοβαρών διαταραχών». Βεβαίως, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους η εκδοθησόμενη απόφαση ενέχει τον κίνδυνο να επιφέρει δυσβάστακτες συνέπειες για τις τράπεζες που έχουν χορηγήσει αυτό το είδος δανείων με έγγειο ασφάλεια. Ωστόσο, η αναιρεσίβλητη δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο στο οποίο να μπορεί να στηρίξει το επιχείρημά της. Δεν είμαι συνεπώς σε θέση, με βάση τα στοιχεία που διαθέτω, να προτείνω στο Δικαστήριο τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της εκδοθησομένης αποφάσεως.
ρόταση
72. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof:
«1) Μια σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια, που συνήφθη για την αγορά ακινήτου και στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος.
2) Η οδηγία 85/577 αντίκειται στον εκ μέρους εθνικής νομοθεσίας περιορισμό της προθεσμίας ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής δεν έτυχε του δικαιώματος πληροφορήσεως που παρέχει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.»
Full & Egal Universal Law Academy