Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Το tribunal de grande instance de Grenoble (Γαλλία) υπέβαλε, στην υπό κρίση υπόθεση, δύο προδικαστικά ερωτήματα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν η Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (στο εξής: Σύμβαση), δύο κοινοτικοί κανονισμοί και τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ) επιτρέπουν σε κράτος μέλος να προβλέπει ρύθμιση απαγορεύουσα οποτεδήποτε και στο σύνολο του εδάφους του κάθε εμπορική χρησιμοποίηση ζώων ανηκόντων σε μη οικόσιτα είδη, τα οποία γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Το δημόσιο διεθνές δίκαιο
2. Το κείμενο της Συμβάσεως ήταν διαθέσιμο για υπογραφή από τις 3 Μα_ου 1973. Η Σύμβαση αυτή έχει ως σκοπό την προστασία ορισμένων απειλουμένων ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, με ρύθμιση του διεθνούς εμπορίου. ρος επίτευξη των ως άνω σκοπών η Σύμβαση προβλέπει μια σειρά απαγορεύσεων και μέτρων ελέγχου.
3. Η Σύμβαση περιλαμβάνει διάφορα παραρτήματα. Το παράρτημα Ι έχει εφαρμογή σε όλα τα απειλούμενα με εξαφάνιση είδη, τα οποία υπόκεινται στο πλέον αυστηρό σχετικό σύστημα. Το παράρτημα ΙΙ έχει εφαρμογή, πρώτον, σε όλα τα είδη που μπορούν να απειληθούν με εξαφάνιση ελλείψει αυστηρής εμπορικής ρυθμίσεως και, δεύτερον, σε άλλα είδη για τα οποία πρέπει να προβλεφθεί αυστηρό καθεστώς.
4. Δυνάμει του άρθρου VII, παράγραφος 4, της Συμβάσεως, τα άτομα ζωικού είδους που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, τα οποία εκτρέφονται σε αιχμαλωσία για εμπορικούς σκοπούς, πρέπει να θεωρούνται ως άτομα ειδών του παραρτήματος ΙΙ. Το άρθρο XIV, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η Σύμβαση δεν θίγει το δικαίωμα των συμβαλλομένων μερών να λαμβάνουν αυστηρότερα εσωτερικά μέτρα όσον αφορά τους όρους που προβλέπονται για το εμπόριο, τη σύλληψη, την κατοχή ή τη μεταφορά ειδών περιλαμβανομένων στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, και ΙΙΙ, ή ακόμα να απαγορεύουν εντελώς τις ως άνω δραστηριότητες.
Β - Το κοινοτικό δίκαιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3626/82
5. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της Συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση , που ίσχυε μέχρι τις 31 Μα_ου 1997, αποσκοπούσε στην ενιαία εφαρμογή εντός της Κοινότητας των μέσων εμπορικής πολιτικής που έπρεπε να ληφθούν κατ' εφαρμογήν της Συμβάσεως.
6. Το άρθρο 6 περιλαμβάνει γενικές απαγορεύσεις:
«1. Απαγορεύεται η έκθεση για εμπορικούς λόγους, η πώληση, η κατοχή για πώληση, η προσφορά για πώληση ή η μεταφορά για πώληση των [ειδών] που αναφέρονται στο άρθρο 2, περίπτωση α_, και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, εκτός παρεκκλίσεως που μπορεί να επιτραπεί από τα κράτη μέλη για τους παρακάτω λόγους, έχοντας υπόψη τους στόχους της σύμβασης και τις διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
[...]»
7. Το άρθρο 15 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«1. Όσον αφορά τα είδη στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν ή να λάβουν πιο αυστηρά μέτρα, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης, και ιδίως του άρθρου 36, για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:
α) βελτίωση των συνθηκών επιβίωσης των ζωντανών δειγμάτων στις χώρες προορισμού·
β) διατήρηση των ιθαγενών ειδών·
γ) διατήρηση ενός είδους ή του πληθυσμού ενός είδους στη χώρα καταγωγής.
[...]»
8. Ο κανονισμός 3626/82 περιλαμβάνει το κείμενο της Συμβάσεως και των παραρτημάτων της Ι και ΙΙ στο παράρτημα Α.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 338/97
9. Ο κανονισμός (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους , αντικατέστησε τον κανονισμό 3626/82 από 1ης Ιουνίου 1997. Εκδόθηκε με σκοπό τη βελτίωση της προστασίας των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας λαμβάνοντας υπόψη τις επιστημονικές γνώσεις και τη δομή των εμπορικών συναλλαγών.
10. Δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού, για τα άτομα των ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα Α τα οποία γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία ή αναπαράγονται τεχνητώς εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τα είδη του παραρτήματος Β, εξαιρέσει της περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 8. Συναφώς, το παράρτημα Α αντιστοιχεί προς το παράρτημα Ι της Συμβάσεως και το παράρτημα Β προς το παράρτημα ΙΙ.
11. Το άρθρο 8 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο των εμπορικών δραστηριοτήτων:
«1. Η αγορά, η προσφορά προς αγορά, η απόκτηση για εμπορικούς σκοπούς, η έκθεση για εμπορικούς σκοπούς, η χρησιμοποίηση για κερδοσκοπικό σκοπό και η πώληση, η κατοχή με σκοπό την πώληση, η προσφορά προς πώληση ή η μεταφορά προς πώληση [...] ειδών του παραρτήματος Α απαγορεύονται.
[...]
3. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις άλλης κοινοτικής νομοθεσίας για τη διατήρηση της άγριας πανίδας και χλωρίδας, είναι δυνατές παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις της παραγράφου 1, υπό την προϋπόθεση ότι το διαχειριστικό όργανο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται τα [ζωικά ή φυτικά είδη] χορηγεί σχετικό πιστοποιητικό, το οποίο εκδίδεται κατά περίπτωση όταν τα [είδη αυτά]:
[...]
δ) είναι [άτομα] ζωικού είδους που γεννήθηκαν και εκτράφηκαν εν αιχμαλωσία ή δείγματα φυτικού είδους που έχουν αναπαραχθεί τεχνητώς, ή μέρος ή προϊόν που έχει ληφθεί από αυτά [...]
ή
[...]
5. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 ισχύουν και για τα [ζωικά ή φυτικά είδη] του παραρτήματος Β, εκτός εάν η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους βεβαιώνεται ότι [...] αυτά αποκτήθηκαν και, εάν δεν προέρχονται από την Κοινότητα, εισήχθησαν σε αυτήν σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί διατηρήσεως της άγριας πανίδας και χλωρίδας.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 939/97
12. Ο κανονισμός (ΕΚ) 939/97 της Επιτροπής, της 26ης Μα_ου 1997, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 338/97 , καθορίζει τις λεπτομέρειες των όρων και κριτηρίων που ισχύουν όσον αφορά τις αιτήσεις χορηγήσεως αδειών και πιστοποιητικών, καθώς και τη χορήγηση, το κύρος και τη χρησιμοποίηση των ως άνω εγγράφων. Τα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία ή που αναπαράγονται τεχνητά διέπονται από ιδιαίτερους κανόνες.
13. Το άρθρο 32 προβλέπει τις ακόλουθες εξαιρέσεις:
«Οι απαγορεύσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 338/97 και η διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατές παρεκκλίσεις χορηγούμενες κατά περίπτωση με έκδοση πιστοποιητικού, δεν ισχύουν για:
α) ζώντα [ζώα] που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία και ανήκουν σε είδη του παραρτήματος VIII και για υβρίδιά τους, εφόσον τα [ζώα] των σχολιαζόμενων ειδών έχουν σημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού·
β) ζώντα [ζώα] που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία τα οποία έχουν σημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού και συνοδεύονται από το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του παρόντος κανονισμού το οποίο έχει χορηγήσει στον εκτροφέα αρμόδιο διαχειριστικό όργανο κράτους μέλους·
[...]».
Γ - Το εθνικό δίκαιο
14. Οι διατάξεις του γαλλικού code rural (αγροτικού κώδικα) σχετικά με την προστασία της πανίδας και της χλωρίδας επιτρέπουν τη λήψη αυστηρότερων μέτρων έναντι των ρητώς προβλεπομένων από τους διεθνείς και κοινοτικούς κανόνες. Ο κώδικας αυτός ισχύει επίσης και για τα επίμαχα είδη ara.
15. Το άρθρο L. 211-1 του code rural ορίζει τα ακόλουθα:
«Όταν ένα ιδιαίτερο επιστημονικό συμφέρον ή η ανάγκη διατηρήσεως της βιολογικής κληρονομιάς δικαιολογούν τη διατήρηση μη οικόσιτων ζωικών ειδών ή φυτικών ειδών που δεν καλλιεργούνται, απαγορεύεται:
1ο Η καταστροφή ή η αφαίρεση ωών ή φωλεών, ο ακρωτηριασμός ή η καταστροφή, η σύλληψη ή η αφαίρεση, η εκ προθέσεως διατάραξη ή ο έγκλιματισμός ζώων που ανήκουν στα είδη αυτά ή, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ζώντα ζώα ή όχι, η μεταφορά τους, η μεταφορά προς πώληση, η χρησιμοποίησή τους, η κατοχή τους, η προσφορά τους προς πώληση, η πώληση ή η αγορά τους.
2ο [...]
3ο Η καταστροφή, η αλλοίωση ή η φθορά του ιδιαίτερου περιβάλλοντος των ως άνω ζωικών ή φυτικών ειδών.
[...]
Οι απαγορεύσεις κατοχής που επιβάλλονται κατ' εφαρμογήν των σημείων 1ο και 2ο του παρόντος άρθρου δεν αφορούν ζώα ή φυτά που βρίσκονται νομίμως στην κατοχή των ενδιαφερομένων κατά την έναρξη της ισχύος της απαγορεύσεως σχετικά με το είδος στο οποία αυτά ανήκουν.»
16. Το άρθρο L. 211-1 έχει ως εξής:
«Διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν επεξεργασίας από το Conseil d'État καθορίζει τους όρους βάσει των οποίων προσδιορίζεται:
1ο Ο πίνακας που απαριθμεί περιοριστικά τα μη οικόσιτα ζωικά ή μη καλλιεργούμενα φυτικά είδη τα οποία τυγχάνουν προστασίας·
2ο η διάρκεια των μονίμων ή προσωρινών απαγορεύσεων που επιβάλλονται με σκοπό τη διευκόλυνση της αποκαταστάσεως των ως άνω φυσικών πληθυσμών ή των οικοτόπων τους, καθώς και την προστασία των ζωικών ειδών στις χρονικές περιόδους ή στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αυτά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα·
3ο το τμήμα της εθνικής επικρατείας στο οποίο εφαρμόζονται οι απαγορεύσεις αυτές, περιλαμβανομένων των θαλασσίων δημοσίων περιοχών και των χωρικών υδάτων·
4ο η χορήγηση αδειών συλλήψεως ζώων ή κοπής φυτών για επιστημονικούς σκοπούς·
5ο η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την έρευνα, την παρακολούθηση και την προσέγγιση με σκοπό την καταγραφή εικόνας ή ήχου - ιδίως προκειμένου για λήψη φωτογραφιών - ζώων κάθε είδους και οι γεωγραφικές ζώνες στις οποίες ισχύει η εν λόγω ρύθμιση, καθώς και τα προστατευόμενα εκτός των ζωνών αυτών είδη·
6ο οι κανόνες τους οποίους πρέπει να τηρούν οι επιχειρήσεις που έχουν άδεια κατοχής ή εκτροφής εκτός του φυσικού περιβάλλοντος ειδών περιλαμβανομένων στο σημείο 1ο ή 2ο του άρθρου L. 211-1 με σκοπό τη διατήρηση και την αναπαραγωγή των ειδών αυτών·
7ο ο πίνακας των προστατευομένων περιοχών περί των οποίων γίνεται λόγος στο σημείο 4ο του άρθρου L. 211-1, τα συντηρητικά μέτρα προς αποφυγή της προκλήσεως φθορών στις περιοχές αυτές και η κατ' εξαίρεση χορήγηση αδειών αφαιρέσεως απολιθωμάτων για επιστημονικούς σκοπούς ή για διδασκαλία.»
17. Ο code rural περιλαμβάνει μια σειρά διατάξεων εφαρμογής. Το άρθρο R. 211-1 περιλαμβάνει ρύθμιση σχετικά με την αρμοδιότητα καταρτίσεως του κατά το άρθρο L. 211-2 πίνακα των μη οικόσιτων ζωικών ειδών που αποτελούν το αντικείμενο των απαγορεύσεων τις οποίες επιβάλλει το άρθρο L. 211-1. Το άρθρο R. 211-3 αφορά τη φύση των ισχυουσών απαγορεύσεων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο L. 211-1, καθώς και τη διάρκειά τους, την περιοχή την οποία αφορούν και τις περιόδους του έτους κατά τις οποίες ισχύουν. Το άρθρο R. 211-5 ορίζει ως μη οικόσιτα ζωικά είδη εκείνα τα οποία δεν έχουν υποστεί μεταβολή μέσω επιλογών με ανθρώπινη παρέμβαση.
18. Μια κοινή απόφαση των Υπουργών εριβάλλοντος και Γεωργίας της 15ης Μα_ου 1986 απαγορεύει οποτεδήποτε και στο σύνολο της γαλλικής επικράτειας ορισμένες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η μεταφορά, η μεταφορά προς πώληση, η χρησιμοποίηση, η προσφορά προς πώληση, η πώληση και η αγορά μη οικόσιτων ειδών, περιλαμβανομένων ορισμένων από τα επίμαχα είδη ara.
19. Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τις ποινές που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κοινοτικών ρυθμίσεων περιλαμβάνονται, όσον αφορά την επίμαχη χρονική περίοδο, σε υπουργική απόφαση της 1ης Μαρτίου 1993. Το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής προβλέπει, στην ουσία, ότι η κατοχή με σκοπό την πώληση, η μεταφορά με σκοπό την πώληση, η προσφορά προς πώληση, η αγορά και η χρησιμοποίηση για εμπορικούς σκοπούς ειδών περιλαμβανομένων στο παράρτημα Ι της Συμβάσεως απαιτεί χορήγηση αδείας από τον αρμόδιο για την προστασία της φύσεως υπουργό. Το άρθρο 4, που έχει εφαρμογή για τα είδη του παραρτήματος ΙΙ, προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως αντίστοιχης αδείας από τον νομάρχη του οικείου διοικητικού διαμερίσματος. Και στις δύο περιπτώσεις, ουδεμία άδεια απαιτείται όταν προσκομίζονται ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, η εν λόγω απαλλαγή δεν έχει ισχύ για τις δραστηριότητες που απαγορεύονται δυνάμει του άρθρου L. 211-1, του code rural.
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
20. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος στη διαδικασία της κύριας δίκης, Xavier Tridon, εκμεταλλεύεται ένα κέντρο τεχνητής επωάσεως ωών παπαγάλων στο Champagnier του γαλλικού διοικητικού διαμερίσματος Isère. Την 1η Οκτωβρίου 1993 υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως, αφενός, πιστοποιητικού ικανότητας για τη διατήρηση ζώων μη οικόσιτων ειδών σύμφωνα με το άρθρο L. 213-2 του code rural και, αφετέρου, αδείας λειτουργίας εγκαταστάσεως εκτροφής ψιττακιδών.
21. Με απόφαση του Υπουργού εριβάλλοντος της 16ης Μαρτίου 1995 ο X. Tridon, έλαβε πιστοποιητικό ικανότητας για την εκτροφή ψιττακιδών, εκτός των ειδών ara, cacatua και estrildidé.
22. Με απόφαση του Νομάρχη του διοικητικού διαμερίσματος Isère αριθ. 96-6815, της 11ης Οκτωβρίου 1996, ο X. Tridon έλαβε άδεια λειτουργίας εγκαταστάσεως εκτροφής ζώων μη οικόσιτων ειδών (ψιττακιδών εκτός από ara, cacatua και estrildidé), μη ανοιχτής για το κοινό.
23. Στις 16 Οκτωβρίου 1995 χορηγήθηκε στον X. Tridon με απόφαση του Υπουργού εριβάλλοντος ένα άλλο πιστοποιητικό ικανότητας για την εκτροφή ψιττακιδών (χωρίς περιορισμό ειδών) και estrildidé.
IV - Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
24. Στο πλαίσιο προανακρίσεως που διεξήχθη κατόπιν μηνύσεως σε βάρος του X. Tridon υποβληθείσας από τον αγοραστή ενός ara, διαπιστώθηκε ότι, μεταξύ του Νοεμβρίου 1995 και του Νοεμβρίου 1997, ο X. Tridon είχε παραχωρήσει στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών πτηνά ορισμένων ειδών ara. Επρόκειτο για πτηνά ara καλυπτόμενα από την υπουργική απόφαση της 15ης Μα_ου 1986, τα οποία είχαν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία.
25. Στην ποινική διαδικασία ο X. Tridon κατηγορείται για διάφορες παραβάσεις, ιδίως για την πώληση προστατευομένων ζώων.
26. Ο κατηγορούμενος στη διαδικασία της κύριας δίκης αμφισβητεί τη συμφωνία της υπουργικής αποφάσεως της 15ης Μα_ου 1986 προς τις οικείες κοινοτικές διατάξεις και προς τη Σύμβαση.
27. Το tribunal de grande instance de Grenoble υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Για τον προ της 1ης Ιουνίου 1997 χρόνο, έχουν την έννοια οι διατάξεις της Συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των απειλουμένων ειδών και ιδίως τα άρθρα VII και XIV, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3626/82, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, ιδίως τα άρθρα 6 και 15, και οι διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ ότι επιτρέπουν σε ένα κράτος μέλος να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ εσωτερική ρύθμιση που απαγορεύει, ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου και σε ολόκληρο το έδαφός του, οποιαδήποτε εμπορική χρησιμοποίηση ζώων μη οικόσιτων ειδών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία και που απαντούν σε φυσική κατάσταση στο σύνολο ή σε τμήμα του εδάφους του κράτους αυτού;
2) Από 1ης Ιουνίου 1997, έχουν την έννοια οι διατάξεις της Συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των απειλουμένων ειδών και ιδίως τα άρθρα VII και XIV, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους και οι διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ ότι επιτρέπουν σε ένα κράτος μέλος να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ εσωτερική ρύθμιση που απαγορεύει, ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου και σε όλο το έδαφος του κράτους αυτού, οποιαδήποτε εμπορική χρησιμοποίηση ζώων μη οικόσιτων ειδών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία και που απαντούν σε φυσική κατάσταση στο σύνολο ή σε τμήμα του εδάφους του κράτους αυτού;»
V - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
28. Δεδομένου ότι καμία από τις Κοινότητες δεν συνήψε τη Σύμβαση και δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σ' αυτήν κάποια από τις Κοινότητες, η ως άνω Σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη κοινοτικού οργάνου υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ). Ωστόσο, θεωρώ ότι το Δικαστήριο είναι αρμοδιο, καθόσον η Σύμβαση έχει σημασία όσον αφορά την ερμηνεία των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων. Το γεγονός ότι, κατά την Επιτροπή, η Σύμβαση δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετικά με το εμπόριο ατόμων ορισμένων ειδών πανίδας ή χλωρίδας εντός κάποιου συμβαλλόμενου μέρους δεν εμποδίζει την εν λόγω αρμοδιότητα, καθόσον οι κοινοτικές διατάξεις συμβάλλουν στην πραγματοποίηση σκοπών της Συμβάσεως.
29. Όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ που παρατίθενται στα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να εξεταστεί αν η παρούσα υπόθεση έχει πράγματι επαρκή συνδετικά στοιχεία με το κοινοτικό δίκαιο.
30. Το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο μόνον όσον αφορά την ερμηνεία διατάξεων της Συνθήκης· τα ερωτήματά του αφορούν κατά κύριο λόγο την ερμηνεία κανονισμών. Η εκτίμηση που ακολουθεί, εντούτοις, αφορά μόνον τα μέρη των ερωτημάτων που αφορούν τη Συνθήκη .
31. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, σημειώνω ότι ο X. Tridon και ο αγοραστής του πτηνού ara είναι εγκατεστημένοι, και οι δύο, στο ίδιο κράτος μέλος· με άλλα λόγια, όλα τα προσωπικού χαρακτήρα στοιχεία της υποθέσεως περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους . Τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας της κύριας δίκης προέρχονται και αυτά από το ίδιο κράτος μέλος. Έτσι, πρόκειται για πραγματικά περιστατικά καθαρά εσωτερικής φύσεως. Εντούτοις, ακόμα και όταν όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, όπως στην περίπτωση της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο, ένα εθνικό μέτρο μπορεί να έχει αποτελέσματα και επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών .
32. Επιπλέον, οι εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του code rural δεν περιορίζονται στα πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται στην εθνική επικράτεια .
33. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικές διατάξεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις της Συνθήκης ακόμα και αν δεν εφαρμόζονται στην πράξη στα εισαγόμενα εμπορεύματα, διότι μπορούν να έχουν αποτελέσματα περιορίζοντα το ενδοκοινοτικό εμπόριο έμμεσα ή δυνητικά .
34. Επιπλέον, δεν αποκλείεται γενικά το ενδεχόμενο της εισαγωγής των επίμαχων πτηνών από άλλο κράτος μέλος, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στην εφαρμογή της γαλλικής νομοθεσίας .
35. Τέλος, η διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης είναι «ένα μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, [χάρη στο οποίο] το πρώτο παρέχει στα δεύτερα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που τους είναι αναγκαία για τη λύση της διαφοράς, επί της οποίας έχουν κληθεί να αποφανθούν»
36. Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει .
37. Εν προκειμένω, ουδόλως είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης στερείται οιουδήποτε συνδέσμου με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης . Ακόμη, ουδόλως είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι αναγκαία για το εθνικό δικαστήριο .
38. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθούν τα προδικαστικά ερωτήματα και έναντι των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης.
VI - Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
39. Σε κάθε ένα από τα δύο προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί διαφορετική απάντηση σε συνάρτηση με τις κατηγορίες των σχετικών ειδών άγριας πανίδας, δεδομένου ότι πρέπει να ληφθεί ως βάση η σχετική κατάταξη των ειδών βάσει της Συμβάσεως, στην οποία στηρίζονται τα παραρτήματα του κανονισμού. Το παράρτημα Ι της Συμβάσεως, το οποίο επαναλαμβάνει ο κανονισμός 3626/82, αντιστοιχεί στο παράρτημα Α του κανονισμού 338/97. Το παράρτημα ΙΙ της Συμβάσεως, το οποίο επαναλαμβάνει ο κανονισμός 3626/82, αντιστοιχεί στο παράρτημα Β του κανονισμού 338/97.
40. Ο προσδιορισμός του παραρτήματος στο οποίο πρέπει να υπαχθούν τα πτηνά που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας της κύριας δίκης δεν αποτελεί αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων και αφορά τη συγκεκριμένη εφαρμογή των κανονισμών, αρμόδιο για την οποία είναι το αιτούν δικαστήριο.
41. Όσον αφορά το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το εφαρμοστέο πριν από την 1η Ιουνίου 1997 δίκαιο, δηλαδή τον κανονισμό 3626/82.
Α - Τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη
42. Όπως ορθά υποστηρίζουν η Γαλλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή και ο procureur de la République, ο κανονισμός 3626/82 προβλέπει ρητά μια σειρά απαγορεύσεων όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι της Συμβάσεως είδη. Η διάταξη αυτή προβλέπει, ασφαλώς, δυνατότητα παρεκκλίσεως για τα εκτρεφόμενα σε αιχμαλωσία ζώα, πρόκειται όμως για μια απλή δυνατότητα των κρατών μελών. Εφόσον δεν κάνουν χρήση της, η απαγόρευση εξακολουθεί να ισχύει.
Β - Τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη
43. Κατά τον procureur de la République, το αντικείμενο του κανονισμού 3626/82 είναι η εναρμόνιση και η ενίσχυση της προστασίας ορισμένων ειδών πανίδας και χλωρίδας. Έτσι, οι δύο αυτοί κανονισμοί παρέσχαν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα λήψεως αποτελεσματικότερων μέτρων. Αυτή η παροχή διακριτικής ευχέρειας υπερέχει της παρεκκλίσεως που προβλέπει χαλαρότερα μέτρα για ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, προσθέτει ο procureur de la République. Επιπλέον, κατ' αυτόν, τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν εθνικό μέτρο απαγορεύον το εμπόριο ζώων που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί σε αιχμαλωσία, καθόσον αυτό δικαιολογείται για λόγους σχετικούς με την προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, μέτρα διευκολύνοντα το εμπόριο θα οδηγούσαν σε κάθε είδους καταχρήσεις, διότι, όπως προσθέτει, είναι δυσχερής η παρακολούθηση όλων των συναλλαγών που αφορούν τέτοια ζώα.
44. ολλοί από τους διαδίκους της διαδικασίας αναφέρθηκαν, στο πλαίσιο αυτό, στην απόφαση Vergy . Η Γαλλική Κυβέρνηση και ο procureur de la République θεωρούν τη σχετική αναφορά ως άνευ σημασίας, με την αιτιολογία, ειδικότερα, ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε σχετικά με άλλη πράξη, ήτοι την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών . Στην ως άνω οδηγία υποστήριζεται ότι υπάγονται μόνο τα είδη που βρίσκονται σε άγρια κατάσταση και όχι τα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της επίδικης υποθέσεως. Ο X. Tridon και η Επιτροπή υπογράμμισαν επίσης ότι η εξετασθείσα στο πλαίσιο της αποφάσεως Vergy οδηγία είχε εφαρμογή μόνο για τα άγρια είδη.
45. Η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται, εξάλλου, ότι ένα από τα είδη που εξέτρεφε ο X. Tridon προστατευόταν ήδη από πολλά χρόνια και ότι δεν πρόκειται για είδος που αποτελεί εδώ και πολύ χρόνο αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών, όπως στην υπόθεση Vergy.
46. Η απόφαση Vergy αφορούσε πράγματι άτομο ενός μη προστατευόμενου είδους, ενώ η προαναφερθείσα οδηγία διέπει μόνον τα είδη πτηνών που ζουν σε άγρια κατάσταση. Σε αντίθεση με την υπόθεση αυτή, οι επίμαχοι εν προκειμένω κανονισμοί έχουν ακριβώς εφαρμογή και στα άτομα των προστατευομένων ειδών που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι χρήσιμο να εξεταστεί περαιτέρω η απόφαση Vergy.
47. Ο X. Tridon θεωρεί ότι η πλήρης εθνική απαγόρευση εμπορίου και μεταφοράς των επίμαχων ειδών προσβάλλει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Όσον αφορά τους όρους διατηρήσεως ζώων που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, ο X. Tridon παραπέμπει στις λεπτομερείς διατάξεις του κανονισμού 939/97, ειδικότερα, στα άρθρα 24, 34 και 36 του κανονισμού αυτού.
48. Όσον αφορά την άποψη του X. Tridon, που στηρίζεται στην ουσία στο μηχανισμό του κανονισμού 939/97, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει μόλις την 1η Ιουνίου 1997, δηλαδή μόνο μετά τη λήξη της περιόδου εφαρμογής του κανονισμού 3626/82.
49. Διάφοροι διάδικοι της διαδικασίας ανέφεραν ορθά το άρθρο 15 του κανονισμού 3626/82. Η διάταξη αυτή επιτρέπει ρητά στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα. Ωστόσο, προβλέπονται προς τούτο ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι απαριθμούνται περιοριστικά. Επιπλέον, η διάταξη αυτή επιβάλλει ρητά τον περιορισμό ότι τούτο ισχύει «τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως του άρθρου 36». Τέλος, τα κράτη μέλη πρέπει να πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα αυτά.
50. ρέπει να εξεταστεί καταρχάς αν η γαλλική ρύθμιση επιδιώκει την πραγματοποίηση ενός ή περισσοτέρων από τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 15 του κανονισμού 3626/82, όπως η βελτίωση των συνθηκών επιβιώσεως των ζωντανών ειδών ή τη διατήρηση των ιθαγενών ειδών ή ειδών στη χώρα καταγωγής τους. Κατά την άποψή μου, το ουσιώδες περιεχόμενο και ο κανονιστικός σκοπός των διατάξεων του code rural και των υπουργικών αποφάσεων αρκούν για να συναχθεί ότι η ως άνω ρύθμιση επιδιώκει σκοπούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 15.
51. Το ζήτημα αν η γαλλική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς τη Συνθήκη επιβάλλει εξέταση έναντι των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να πληροί επ' αυτού δύο προϋποθέσεις: τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να υπαγορεύονται από θεμιτούς λόγους και να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
52. Υπογραμμίζω καταρχάς ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ή να διατηρούν μέτρα, όταν αυτά δικαιολογούνται από ορισμένους λόγους οι οποίοι απαριθμούνται περιοριστικά. Οι λόγοι αυτοί περιλαμβάνουν και τον επιδιωκόμενο εν προκειμένω σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων . Επομένως, κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στην προστασία του περιβάλλοντος, η οποία εξάλλου μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 30.
53. Δεύτερον, για να μπορούν να γίνουν αποδεκτά, τα λαμβανόμενα από τη Γαλλική Δημοκρατία μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, η πραγματοποίηση του οποίου πρέπει να μην μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο και, έναντι των υφισταμένων κινδύνων, τα λαμβανόμενα μέτρα δεν πρέπει να είναι, παρ' όλ' αυτά, αποτελεσματικότερα έναντι εκείνων που επιβάλλουν λιγότερους περιορισμούς .
Επομένως, στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί ο πρόσφορος χαρακτήρας και η ανάγκη θεσπίσεως της γαλλικής ρυθμίσεως, καθώς το αν είναι ικανά να οδηγήσουν στην επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
54. ρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά το πλέον αυστηρό καθεστώς, δηλαδή εκείνο της απαγορεύσεως κάθε εμπορικής χρησιμοποιήσεως χωρίς γεωγραφικό ή χρονικό περιορισμό.
55. Θεωρώ πρόδηλο ότι μια τόσο πλήρης απαγόρευση είναι τουλάχιστον ικανή να διευκολύνει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων.
56. Όσον αφορά το αν το ως άνω μέτρο είναι αναγκαίο, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει στην ουσία τα ακόλουθα επιχειρήματα. Η υπαγωγή ειδών που ζουν σε αιχμαλωσία στο σύστημα προστασίας επιβάλλεται διότι η εκτροφή τους για εμπορικούς σκοπούς θα μπορούσε να έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες επί της διατηρήσεως του οικείου είδους. Η ελευθερία εκτροφής ζώων σε αιχμαλωσία θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας «πραγματικής» αγοράς για ζώα των οικείων ειδών. Λαμβανομένου υπόψη του υψηλού επιπέδου τιμών, θα ήταν μεγάλος ο πειρασμός αφαιρέσεως τέτοιων ζώων από το φυσικό τους περιβάλλον, διότι η εκτροφή σε αιχμαλωσία είναι δυσχερέστερη. Επιπλέον, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η γενετική κληρονομιά των εκτρεφόμενων σε αιχμαλωσία ζώων είναι λιγότερο διαφοροποιημένη. Επομένως, υφίσταται κίνδυνος γενετικών ανωμαλιών. Η ως άνω κυβέρνηση προσθέτει ότι η γενετική ομοιομορφία είναι επιζήμια για την τοπική πανίδα, ειδικότερα αν τα εκτρεφόμενα σε αιχμαλωσία ζώα ελευθερωθούν στο φυσικό περιβάλλον. Κατ' αυτήν, η τεχνητή επώαση δεν δίδει καμία αποτελεσματική λύση στο γενετικό πρόβλημα. Επιπλέον, υφίσταται κίνδυνος «ανταγωνισμού» στη φύση μεταξύ των αυτόχθονων πληθυσμών και εκείνων που προέρχεται από ζώα τα οποία εκτρέφονταν σε αιχμαλωσία. Γενικά, με τον τρόπο αυτό απειλείται η διαφοροποίηση των ειδών. Δεδομένου ότι οι δυνατότητες κτήσεως ζώων προστατευομένων από τη Σύμβαση είναι πολύ περιορισμένες, υφίσταται, επιπλέον, αύξηση της ζητήσεως ζώων που αφαιρούνται από το φυσικό τους περιβάλλον.
Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση αποτελεσματικών ελέγχων και ότι, ακόμη, υφίστανται πολλές δυνατότητες καταστρατηγήσεως του νόμου. Έτσι, ειδικότερα, είναι σχεδόν αδύνατη η επιτήρηση των εξαγωγών από τη Γουιάνα λόγω γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων της.
57. Η Επιτροπή θεωρεί, στην ουσία, ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες που να δικαιολογούν μιαν απόλυτη απαγόρευση εμπορίας. Ως εναλλακτικό μέτρο προτείνει ένα μηχανισμό χορηγήσεως πιστοποιητικών.
58. Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως το αναγκαίο της λήψεως των μέτρων που έλαβε η Γαλλική Δημοκρατία δεν μπορεί να αποδειχθεί χωρίς συμπληρωματικές πληροφορίες, επιβάλλει δε συγκεκριμένη εκτίμηση, η οποία θα πρέπει να στηριχθεί πιθανότατα και σε επιστημονικές μελέτες. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να λάβει ενδεχομένως μια τέτοια πρωτοβουλία.
59. Στο δικαστήριο αυτό απόκειται επιπλέον να ελέγξει αν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της υγείας και της ζωής ορισμένων ζωικών ειδών η σχετική με την απαγόρευση εθνική νομοθεσία, «ενόψει των συγκεκριμένων λεπτομερειών εφαρμογής της» . Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τις ακόλουθες πτυχές.
60. Οι περιορισμοί που συνεπάγεται μια τέτοια απαγόρευση πρέπει να σταθμιστούν έναντι του συμφέροντος της προστασίας της υγείας και της ζωής των καλυπτόμενων από το παράρτημα ΙΙ ειδών πτηνων.
61. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κίνδυνος εξαφανίσεως ενός συγκεκριμένου ζωικού είδους μπορεί μάλιστα να δικαιολογήσει την απαγόρευση κατοχής κάποιου άλλου είδους . Εν προκειμένω δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο εξαντλητικής εκτιμήσεως το ζήτημα αν η απαγόρευση εμπορικής χρησιμοποιήσεως ζώων ορισμένου είδους, που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, συμβάλλει, με παρόμοιο τρόπο, στην προστασία αγριών ζώων του ιδίου είδους.
62. Η μεταγενέστερη κοινοτική νομοθεσία δείχνει ότι, για την προστασία των ως άνω ειδών, είναι απολύτως δυνατή η λήψη μέτρων διαφορετικών έναντι εκείνων που έλαβε η Γαλλική Δημοκρατία.
Ωστόσο, η ύπαρξη λιγότερων περιοριστικών μέτρων δεν αρκεί, αυτή καθαυτή, για να συναχθεί ότι η γαλλική νομοθεσία αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας. Το αποφασιστικό ζήτημα είναι, αντιθέτως, το αν υφίσταται άλλος τρόπος για την πραγματοποίηση των επιδιωκόμενων σκοπών προστασίας, εξίσου αποτελεσματικός αλλά λιγότερο περιοριστικός. Συγκεκριμένα, επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η αυστηρή ρύθμιση εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο αποτελεσματικότητας.
63. ρέπει να ληφθεί ακόμη υπόψη το γεγονός ότι οι εθνικοί κανόνες που θεσπίζουν απαγορεύσεις συνιστούν ένα σύστημα προβλέπον ατομικές παρεκκλίσεις που χορηγούνται υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ότι το άρθρο L. 211-1 του code rural, καθώς και η υπουργική απόφαση του 1986, δίδουν την εντύπωση ότι η απαγόρευση την οποία επιβάλλουν είναι πρόσφορη.
64. Τέλος, τίθεται το ερώτημα μήπως η λήψη διαφορετικών μέτρων είναι αισθητά δαπανηρότερη ή και αν τα μέτρα αυτά είναι πραγματοποιήσιμα .
VII - Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
65. Όσον αφορά το παράγωγο δίκαιο, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι σχετικό με το εφαρμοστέο από 1ης Ιουνίου 1997 δίκαιο, δηλαδή τον κανονισμό 338/97 και τον κανονισμό 939/97.
Α - Τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη
66. Όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη, η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η επιβολή μιας απόλυτης απαγορεύσεως είναι θεμιτή. αράλληλα, αναφέρεται στις δυνατότητες παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 32 του κανονισμού 939/97 όσον αφορά τα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
67. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο X. Tridon υποστήριξε ότι η διάταξη του άρθρου 8 του κανονισμού 338/97, η οποία επεκτείνει τη σχετική απαγόρευση και στα ζώα του παραρτήματος Ι που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, αντιβαίνει προς το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι ισχύει για τα ζώα αυτά η ρύθμιση που ισχύει και για εκείνα που καλύπτονται από το παράρτημα ΙΙ.
68. Συναφώς, σημειώνω ότι, ναι μεν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 338/97 ορίζει πράγματι ότι ισχύει για τα ζώα αυτά η ρύθμιση που αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη, προβλέπει όμως ρητά εξαίρεση της εφαρμογής του άρθρου 8.
69. Όμως, το άρθρο 8 του κανονισμού 338/97 προβλέπει, στην παράγραφο 1, μιαν απόλυτη απαγόρευση όσον αφορά τα είδη του παραρτήματος Ι. Η εν λόγω απαγόρευση αποτελεί το αντικείμενο μιας σειράς εξαιρέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3. Τα είδη που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία διαλαμβάνονται στο στοιχείο δ_. Βάσει της διατάξεως αυτής, είναι δυνατή η ύπαρξη εξαιρέσεων από την παράγραφο 1, σύμφωνα με τις απαιτήσεις άλλης κοινοτικής νομοθεσίας για τη διατήρηση της άγριας πανίδας όταν πρόκειται για ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
70. Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής και όχι μόνον από το κείμενό της στη γλώσσα διαδικασίας , η ως άνω παρέκκλιση αποτελεί απλώς κανόνα που παρέχει μια δυνατότητα. Δεδομένου ότι εκείνοι οι οποίοι μπορούν να χορηγούν την παρέκκλιση αυτή δεν διευκρινίζονται, η διάταξη αυτή καλύπτει καταρχήν όλα τα αρμόδια για την εφαρμογή του κανονισμού όργανα.
71. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 παρέκκλιση δεν περιλαμβάνεται σε οδηγία αλλά σε κανονισμό. Το στοιχείο αυτό ουδόλως ασκεί επιρροή. Αντιθέτως, τούτο υποδηλώνει μάλιστα την εξουσία της αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους να εφαρμόσει - απευθείας - την παρέκκλιση.
72. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εξαιρέσεις από διατάξεις που προβλέπουν κάποιο κανόνα πρέπει να ερμηνεύονται στενά . Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 3, που προβλέπει εξαίρεση από την καταρχήν απαγόρευση την οποία θεσπίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1.
73. Επιπλέον των ως άνω διατάξεων του κανονισμού 338/97 που προβλέπουν παρεκκλίσεις, υφίσταται ακόμη, στο άρθρο 32 του κανονισμού 939/97, μία εξαίρεση η οποία μπορεί να έχει εφαρμογή στα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία. Η διάταξη αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα εξαίρεση τόσο από την απαγόρευση του άρθρου 8, παράγραφος 1, όσο και από εκείνη του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 338/97. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 συνεπάγεται τη μη εφαρμογή της απαγορεύσεως, χωρίς να απαιτείται κάποιο πιστοποιητικό υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3. Επομένως, πρόκειται για εξαίρεση ισχύουσα αυτοδικαίως.
74. Το άρθρο 32 του κανονισμού 939/97 προβλέπει εξαιρέσεις για δύο κατηγορίες ζώντων ζώων. Η πρώτη κατηγορία αφορά τα ζώα εκείνα των ειδών του παραρτήματος VIII του κανονισμού 939/97 που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία και έχουν δεόντως σημανθεί κατά το άρθρο 36 του κανονισμού αυτού.
75. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα ζώα που εκτρέφονται σε αιχμαλωσία και έχουν σημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 939/97, αλλά και συνοδεύονται από το πιστοποιητικό περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του ίδιου κανονισμού, χορηγούμενο στον εκτροφέα από το αρμόδιο διαχειριστικό όργανο κράτους μέλους. Έτσι, εφόσον πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις, δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 939/97.
Β - Τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη
76. Όσον αφορά τα είδη του παραρτήματος ΙΙ, πρέπει να υπογραμμιστεί καταρχάς ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 338/97, η προβλεπόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 1, απόλυτη απαγόρευση έχει εφαρμογή στα ζώα των ειδών αυτών. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, το άρθρο 8, παράγραφος 5, προβλέπει, ωστόσο, μία εξαίρεση για την περίπτωση στην οποία η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους έχει αποδείξεις ότι τα επίμαχα ζώα κτήθηκαν ή, αν δεν προέρχονται από την Κοινότητα, εισήχθησαν σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί διατηρήσεως της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Ενόψει της εξαιρέσεως αυτής, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητη η επιβολή μιας απόλυτης απαγορεύσεως.
77. Αναφερόμενη στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο κανονισμός αυτός επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα. Όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν κάνει διάκριση μεταξύ του προηγουμένως ισχύσαντος δικαίου και του νέου, οπότε οι παρατηρήσεις της περί του παραρτήματος ΙΙ αφορούν επίσης τη νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει ο κανονισμός 338/97.
78. ρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι ο εν λόγω κανονισμός στηρίζεται στο άρθρο 130 Σ της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποίησεως, άρθρο 175 ΕΚ). Το άρθρο 130 Τ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 176 ΕΚ) έχει, επομένως, εφαρμογή καταρχήν. Βάσει της διατάξεως αυτής, τα προβλεπόμενα δυνάμει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης μέτρα προστασίας δεν εμποδίζουν τη διατήρηση ή τη θέσπιση από κάθε κράτος μέλος μέτρων ενισχυμένης προστασίας. Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις συντρέχουν εν προκειμένω. Η προσφυγή στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού δεν έχει άλλη έννοια παρά μόνον καθόσον η σκέψη αυτή εκφράζει την πρόθεση του νομοθέτη να θεσπίσει ένα ελάχιστο όριο μέτρων. Η καταρχήν εξουσιοδότηση των κρατών μελών να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα προκύπτει ήδη από το πρωτογενές δίκαιο.
79. Δυνάμει του άρθρου 130 Τ της Συνθήκης, η ως άνω εξουσιοδότηση των κρατών μελών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα οικεία μέτρα είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη. Με το ισχύον κείμενο της διατάξεως αυτής, κατόπιν της Συνθήκης του Άμστερνταμ, επιβάλλεται ακόμη η κοινοποίηση των μέτρων αυτών στην Επιτροπή.
80. Όσον αφορά τη συμφωνία προς τη Συνθήκη, παραπέμπω στις παρατηρήσεις που εξέθεσα στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος σχετικά με τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη.
ρέπει ωστόσο να επιδεικνύεται η απαιτούμενη προσοχή ώστε τα ισχύοντα για τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη μέτρα να μην είναι αυστηρότερα από τα αφορώντα ζώα των ειδών του παραρτήματος Ι. Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον, οι προβλεπόμενες από τους κανονισμούς παρεκκλίσεις περί των ειδών του παραρτήματος Ι ισχύουν και για τα ζώα των ειδών του παραρτήματος ΙΙ. Τούτο όμως δεν ισχύει για τις εξαιρέσεις των οποίων η εφαρμογή εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως κάθε κράτους μέλους.
VIII - ρόταση
81. Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που του υπέβαλε το tribunal de grande instance de Grenoble:
«1) Στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη, ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της Συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη τη θέσπιση ρυθμίσεως απαγορεύουσας οποτεδήποτε και στο σύνολο του εδάφους τους κάθε εμπορική εκμετάλλευση ζώων ανηκόντων σε μη οικόσιτα είδη, που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
Όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 3626/82 και τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποίησεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ) έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν ρύθμιση απαγορεύουσα οποτεδήποτε και στο σύνολο του εδάφους τους κάθε εμπορική εκμετάλλευση ζώων ανηκόντων σε μη οικόσιτα είδη, που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, υπό την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη αποτελεσματικής προστασίας και ότι η προστασία αυτή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα.
2) Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη, ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους, και ο κανονισμός (ΕΚ) 939/97 της Επιτροπής, της 26ης Μα_ου 1997, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 338/97, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη τη θέσπιση εσωτερικής ρυθμίσεως απαγορεύουσας οποτεδήποτε και στο σύνολο του εδάφους τους κάθε εμπορική εκμετάλλευση ζώων ανηκόντων σε μη οικόσιτα είδη, που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία.
Τούτο δεν ισχύει όσον αφορά τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις ζώντων ζώων:
- τα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία και ανήκουν σε είδη του παραρτήματος VIII του κανονισμού 939/97, τα οποία έχουν δεόντως σημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 του ως άνω κανονισμού και
- τα ζώα που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία τα οποία έχουν σημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 939/97 και συνοδεύονται από το πιστοποιητικό περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του ίδιου κανονισμού, χορηγούμενο στον εκτροφέα από αρμόδιο διαχειριστικό όργανο κράτους μέλους.
Όσον αφορά τα καλυπτόμενα από το παράρτημα ΙΙ είδη, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 338/97 και τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν ρύθμιση απαγορεύουσα οποτεδήποτε και στο σύνολο του εδάφους τους κάθε εμπορική εκμετάλλευση ζώων ανηκόντων σε μη οικόσιτα είδη, που γεννώνται και εκτρέφονται σε αιχμαλωσία, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη αποτελεσματικής προστασίας και ότι η προστασία αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα και, αφετέρου, ότι η ως άνω ρύθμιση δεν είναι αυστηρότερη του συστήματος που ισχύει για τα καλυπτόμενα από το παράρτημα Ι είδη.»
Full & Egal Universal Law Academy