Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στο πλαίσιο των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-541/99 και C-542/99, ο Giudice di pace di Viadana (Ιταλία) υποβάλλει στο Δικαστήριο τρία ερωτήματα που αφορούν την έννοια του «καταναλωτή» που χρησιμοποιείται στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (στο εξής: οδηγία).
Ι - Οι επίδικες διατάξεις κοινοτικού δικαίου
2. Σκοπός της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή.
3. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας, ως «καταναλωτής» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η εν λόγω οδηγία, ενεργεί για σκοπούς ασχέτους προς τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
4. Το άρθρο 2, στοιχείο γ_, της οδηγίας ορίζει τον «επαγγελματία» ως κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η ίδια οδηγία, ενεργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής.
ΙΙ - Η διαφορά της κύριας δίκης
5. Οι επιχειρήσεις Cape Snc (στο εξής: Cape) και OMAI Srl (στο εξής: OMAI) εγκατέστησαν, η καθεμιά στους χώρους της, μηχανήματα αυτόματης πωλήσεως, τα οποία τους προμήθευσε η Idealservice Srl (στο εξής: Idealservice) προς αποκλειστική χρήση του προσωπικού τους. Σε αντιδικία προς την Idealservice, που είναι εγκατεστημένη στη Viadana, ενώπιον του Giudice di Pace di Viadana, οι επιχειρήσεις Cape και OMAI επικαλούνται, στο πλαίσιο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, ακυρότητα της ρήτρας απονομής αποκλειστικής δωσιδικίας, την οποία περιέχουν οι συμβάσεις της Idealservice, στηριζόμενες στη διάταξη του ιταλικού δικαίου που συνιστά μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας. Ισχυρίζονται ότι η ρήτρα επιλογής αρμοδίου δικαστηρίου είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 1469 bis, αριθ. 19, του ιταλικού Αστικού Κώδικα και, συνεπώς, ανενεργή μεταξύ των διαδίκων δυνάμει του άρθρου 1469 quinquies του ίδιου κώδικα.
6. Η παραπεμπτική διάταξη τονίζει ότι οι διάδικοι, οι οποίοι επικαλούνται τον καταχρηστικό χαρακτήρα της εν λόγω ρήτρας, συνήψαν τις επίδικες συμβάσεις προμηθείας αποκλειστικώς και μόνον για να θέτουν στη διάθεση των εργαζομένων τους ορισμένα προϊόντα, και συγκεκριμένα αναψυκτικά, τα οποία είναι άσχετα προς τη συγκεκριμένη δραστηριότητα των δύο επιχειρήσεων.
7. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η Idealservice αντικρούει αυτές τις ενστάσεις, ισχυριζόμενη ότι οι αντίδικοί της δεν μπορούν να θεωρούνται ως καταναλωτές, προς εφαρμογή των διατάξεων περί καταχρηστικών ρητρών. ρώτον, είναι εταιρίες και όχι φυσικά πρόσωπα και, δεύτερον, υπέγραψαν τις επίδικες συμβάσεις στο πλαίσιο της ασκήσεως της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.
8. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι διατάξεις του ιταλικού Αστικού Κώδικα, από την ερμηνεία των οποίων εξαρτάται η αρμοδιότητά του προς εκδίκαση των δύο εκκρεμών διαφορών, συνιστούν απλή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι έννοιες του «επαγγελματία» και του «καταναλωτή» κατά το άρθρο 1469 bis του ιταλικού Αστικού Κώδικα αποτελούν κατά γράμμα μεταφορά του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Κρίνοντας ότι η επίλυση των δύο εκκρεμών ενώπιόν του διαφορών εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει, με διατάξεις της 12ης Νοεμβρίου 1999, στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Μπορεί ένας επιχειρηματίας που, συνάπτοντας με άλλον επιχειρηματία σύμβαση επί υποδείγματος το οποίο έχει καταρτίσει ο τελευταίος, καθ' όσον αυτή εμπίπτει στην χαρακτηριστική του επαγγελματική δραστηριότητα, αγοράζει αγαθό ή υπηρεσία προς αποκλειστικό όφελος του προσωπικού του, όλως άσχετο προς τη δική του χαρακτηριστική επαγγελματική δραστηριότητα, να θεωρηθεί ως καταναλωτής; Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να λεχθεί ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας ενήργησε για σκοπούς μη απτομένους της επιχειρήσεως;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του προηγουμένου ερωτήματος, μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής κάθε υποκείμενο ή φορέας, οσάκις ενεργεί για σκοπούς ξένους προς την χαρακτηριστική επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα την οποία ασκεί ή μη εξυπηρετούντες λειτουργικώς τη δραστηριότητα αυτή; Ή μήπως η έννοια του καταναλωτή αναφέρεται αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα, αποκλείοντας κάθε άλλο υποκείμενο;
3) Μπορεί μια εταιρία να θεωρηθεί ως καταναλωτής;»
IV - Εκτίμηση
10. Μου φαίνεται ενδεδειγμένο να αρχίσω την εξέταση από το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η έννοια του «καταναλωτή» αναφέρεται αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα.
11. Συμμερίζομαι την άποψη της Γαλλικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Επιτροπής και της Idealservice, ότι στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
12. ράγματι, όπως εκθέτει η Επιτροπή, το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας «προβλέπει ακριβώς ότι ως καταναλωτής πρέπει να θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο". A contrario, το άρθρο 2, στοιχείο γ_, ορίζει την έννοια του επαγγελματία παραπέμποντας τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα. Επομένως, από μια απλή ανάγνωση της σχετικής διατάξεως προκύπτει ότι η έννοια του καταναλωτή αφορά αποκλειστικά τα φυσικά πρόσωπα και δεν καλύπτει ούτε τις εταιρίες ούτε τα νομικά πρόσωπα γενικότερα».
13. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει, άλλωστε, ο σκοπός της οικείας κοινοτικής νομοθεσίας. Όπως υπέμνησε το Δικαστήριο με την απόφαση Océano Grupo Editorial και Salvat Editores , «το σύστημα προστασίας που εγκαθιδρύει η οδηγία στηρίζεται στην ιδέα ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση σε σχέση προς τον επαγγελματία, όσον αφορά τόσο τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο της πληροφορήσεως, θέση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει εκ των προτέρων καταρτίσει ο επαγγελματίας, χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους».
14. Αυτή τη βούληση προστασίας μιας κατηγορίας προσώπων που βρίσκονται σε ασθενέστερη έναντι του επαγγελματία θέση, και μόνον αυτή, επιβεβαιώνει η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 3 της οδηγίας, κατά τα οποία μόνον οι συμβατικές ρήτρες για τις οποίες δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση αποτελούν το αντικείμενο της οδηγίας.
15. Είναι, όμως, εύλογος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι αυτή ακριβώς η κατηγορία φυσικών προσώπων που δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας ευρίσκεται σε δικαιοπρακτική θέση ασθενέστερη και ασύμμετρη έναντι των επαγγελματιών, τους οποίους ορίζει το άρθρο 2, στοιχείο γ_, της οδηγίας.
16. Αντιθέτως, τα νομικά πρόσωπα και οι εταιρίες συνήθως δεν βρίσκονται στην ίδια ασθενέστερη θέση και δεν συντρέχει, επομένως, λόγος, να τους παρασχεθεί προστασία, η οποία άλλωστε - εφόσον συνιστά παρέκκλιση από τη δικαιοπρακτική ελευθερία - πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
17. Ας προστεθεί ακόμη ότι, με τη νομολογία του τη σχετική με το άρθρο 13 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο ερμήνευσε την έννοια του «καταναλωτή» ως σημαίνουσα τον «τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη» ή ως αφορώσα «άτομο» , πράγμα που κατ' ανάγκην συνεπάγεται ότι πρόκειται για φυσικό πρόσωπο.
18. Η νομολογία αυτή φαίνεται να συνάδει με την παρούσα υπόθεση, εφόσον ο σκοπός των άρθρων 13 επ. της Συμβάσεως είναι κατ' ουσίαν όμοιος με τον της οδηγίας. ράγματι, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Shearson Lehman Hutton, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το ειδικό σύστημα που καθιέρωσαν τα άρθρα 13 επ. της Συμβάσεως των Βρυξελλών διαπνέεται από τη μέριμνα προστασίας του καταναλωτή λόγω της ιδιότητάς του ως συμβαλλομένου ο οποίος λογίζεται ως οικονομικώς ασθενέστερος και νομικώς ως διαθέτων λιγότερη πείρα από τον αντισυμβαλλόμενό του» .
19. Η Ισπανική και η Γαλλική Κυβέρνηση μνημονεύουν ακόμη τις εθνικές τους νομοθεσίες, οι οποίες επεκτείνουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την παρεχόμενη από την οδηγία στους καταναλωτές προστασία και σε νομικά πρόσωπα ή σε εμπόρους. ροτρέπουν, κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η οδηγία δεν εναντιώνεται σε μια τέτοια επέκταση της προστασίας. Υπέρ της απόψεως αυτής φαίνεται να συνηγορεί η διατύπωση του άρθρου 8 της οδηγίας.
20. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι η προτροπή αυτή υπερβαίνει το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Συγκεκριμένα, το υποβαλλόμενο από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα αφορά την έννοια του «καταναλωτή» κατά το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας. Αντιθέτως, δεν υφίσταται καμμία ένδειξη ότι, για να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να εκδικάσει την κύρια διαφορά, πρέπει να γνωρίζει υπό ποίες προϋποθέσεις μπορούν ενδεχομένως τα κράτη μέλη να επεκτείνουν την προβλεπόμενη από την οδηγία προστασία σε πρόσωπα άλλα πέραν των καταναλωτών, όπως στα νομικά πρόσωπα ή στους εμπόρους.
21. ροτείνω, επομένως, να απαντήσετε στο αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «καταναλωτής» αναφέρεται μόνον σε φυσικά πρόσωπα.
22. Η απάντηση αυτή αρκεί για να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να εκδικάσει τις διαφορές της κύριας δίκης. Και τούτο διότι από την παραπεμπτική διάταξη προκύπτει σαφώς ότι οι δύο διάδικοι που διεκδικούν την ιδιότητα του «καταναλωτή» είναι εταιρίες.
23. Εν όψει άλλωστε της απαντήσεως του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος, μου φαίνεται ότι παρίσταται πλέον άσκοπη η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο επιχειρηματίας που αγοράζει αγαθό ή υπηρεσία προς αποκλειστική χρήση του προσωπικού του, όλως άσχετη προς τη δική του χαρακτηριστική επαγγελματική και εμπορική δραστηριότητα, ενεργεί για σκοπούς συναρτωμένους προς την επιχείρησή του.
24. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο μάς ζητεί να ερμηνεύσουμε τί σημαίνει - στο πλαίσιο του ορισμού του «καταναλωτή» κατά το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας - το ότι αυτός «ενεργεί για σκοπούς ασχέτους προς τις επαγγελματικές του δραστηριότητες».
25. Όπως καταδεικνύει η απόφαση Di Pinto , δυσχερώς μπορεί να ερμηνευθεί η έννοια αυτή χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι εκείνος που «ενεργεί» είναι φυσικό πρόσωπο.
26. Στην προαναφερθείσα απόφαση Di Pinto, το Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «καταναλωτής» που περιέχεται στην οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος . Στην οδηγία αυτή, ο «καταναλωτής» ορίζεται ως «το φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις συναλλαγές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα».
27. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έμπορος, στον οποίο γίνεται πρόταση συνάψεως συμβάσεως για τη διαφήμιση της πωλήσεως της εμπορικής του επιχειρήσεως, δεν έπρεπε να θεωρείται ως καταναλωτής, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις τις οποίες συνήπτε ήσαν «πράξεις διαχειρίσεως που διενεργούνται για να ικανοποιήσουν ανάγκες διαφορετικές από τις οικογενειακές ή προσωπικές ανάγκες του εμπόρου» .
28. Η αναφορά στις «οικογενειακές ή προσωπικές ανάγκες» δείχνει ότι η ιδιότητα του καταναλωτή ως φυσικού προσώπου επηρεάζει το περιεχόμενο της έννοιας του ότι «επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα», κατά την οδηγία 85/577, ή ότι «ενεργεί για σκοπούς ασχέτους προς τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», κατά την οδηγία 93/13.
29. ροτείνω, επομένως, να μη δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
V - Συμπέρασμα
30. ροτείνω να δοθεί στον Giudice di pace di Viadana η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος "καταναλωτής" αναφέρεται μόνον στα φυσικά πρόσωπα.»
Full & Egal Universal Law Academy