Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σιτηρά - Ρύζι - Επιστροφές στην παραγωγή - Άμυλο και εστεροποιημένο ή αιθεροποιημένο άμυλο - Έννοια του «ενδιαφερομένου» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 2169/86 - Αγοραστής αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του προμηθευτή του να χρησιμοποιήσει κανονικά το αγορασθέν προϊόν - Δεν περιλαμβάνεται - Μη εφαρμογή της προβλεπόμενης ποινής
(Κανονισμός 2169/86 της Επιτροπής, άρθρο 7 § 5, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 165/89)
Περίληψη
$$Ο όρος «ενδιαφερόμενος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 2169/86, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 165/89, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τον αγοραστή αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του προμηθευτή του να χρησιμοποιήσει το αγορασθέν προϊόν μόνο για την παρασκευή προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, στον αγοραστή αυτόν δεν μπορεί να επιβληθεί η κύρωση του άρθρου 7, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το εν λόγω προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών.
( βλ. σκέψη 28 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-2/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hessisches Finanzgericht, Kassel (Γερμανία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Döhler GmbH
και
Hauptzollamt Darmstadt,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης (ΕΕ L 189, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 165/89 της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ L 20, σ. 14, και διορθωτικό EE L 60, σ. 56),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann (εισηγητή) και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, προϊσταμένη τμήματος,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Döhler GmbH, εκπροσωπούμενη από τον J. Dietze, δικηγόρο Αμβούργου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Niejahr, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Döhler GmbH και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μα_ου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 7ης Μα_ου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου 1999, το Hessisches Finanzgericht, Kassel, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης (ΕΕ L 189, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 165/89 της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ L 20, σ. 14, και διορθωτικό EE L 60, σ. 56, στο εξής: τροποποιηθείς κανονισμός 2169/86).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Döhler GmbH (στο εξής: Döhler) και του Hauptzollamt Darmstadt (στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με την πληρωμή, ως κύρωση, ποσού το οποίο υπολογίστηκε βάσει των επιστροφών στην παραγωγή που καταβλήθηκαν στους παραγωγούς αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Οι επιχειρήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν το άμυλο ή προϊόν παράγωγο του αμύλου για την παραγωγή ορισμένων προϊόντων μπορούν γι' αυτόν τον λόγο να τύχουν επιστροφών στην παραγωγή.
Ο κανονισμός 2169/86
4 Ο κανονισμός 2169/86 παρέχει στον παρασκευαστή, που ορίζεται στο άρθρο 1 ως «το άτομο το οποίο χρησιμοποιεί το άμυλο για την παραγωγή των εγκεκριμένων προϊόντων», τη δυνατότητα να ζητήσει επιστροφή στην παραγωγή.
5 Κατά το άρθρο 4, ο παρασκευαστής ο οποίος επιθυμεί να ζητήσει επιστροφή στην παραγωγή πρέπει να λάβει «πιστοποιητικό επιστροφής».
6 Το άρθρο 7 προβλέπει:
«1. Η έκδοση πιστοποιητικού υπόκειται στη σύσταση εγγύησης από τον παρασκευαστή στην αρμόδια αρχή, ίσης προς 25 ECU ανά τόνο βασικού αμύλου πολλαπλασιαζόμενης επί τον συντελεστή ενδεχομένως που αντιστοιχεί στον τύπο αμύλου που χρησιμοποιείται, όπως αναφέρεται στο παράρτημα.
2. Η κύρια απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 είναι η επεξεργασία της ποσότητας αμύλου που αναφέρεται στην αίτηση στα αναφερόμενα εγκεκριμένα προϊόντα, εντός της περιόδου ισχύος του πιστοποιητικού. Ωστόσο, στην περίπτωση που ένας παρασκευαστής έχει προβεί στην επεξεργασία τουλάχιστον 95 % της ποσότητας που αναφέρεται στην αίτηση θεωρείται ότι έχει τηρήσει την κύρια απαίτηση.
3. Και σε περίπτωση ανωτέρας βίας η εγγύηση αποδεσμεύεται.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3642/87
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3642/87 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1987, που τροποποίησε τον κανονισμό 2169/86 (ΕΕ L 342, σ. 10), πρόσθεσε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2169/86 ένα δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής:
«Ωστόσο, όταν το προϊόν που αναφέρεται στο πιστοποιητικό υπάγεται στη διάκριση 39.06 Β Ι του Κοινού Δασμολογίου (ΣΟ 3505 10 50), η εγγύηση πρέπει να ισούται με το 105 % της επιστροφής στην παραγωγή που χορηγείται για την παρασκευή του εν λόγω προϊόντος.»
8 Ο κανονισμός 3642/87 πρόσθεσε επίσης στο άρθρο 7 του κανονισμού 2169/86 μια νέα παράγραφο 4, κατά την οποία η εγγύηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να αποδεσμεύεται εάν η αρμόδια αρχή έχει λάβει την απόδειξη ότι το προϊόν που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 3505 10 50, ήτοι το εστεροποιημένο ή αιθεροποιημένο άμυλο, χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή προϊόντων πλην εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2169/86.
9 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3642/87, οι προσθήκες αυτές δικαιολογούνται από το ότι η πείρα έχει δείξει πως «η ιδιαίτερη φύση του εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου (που έχει τη δυνατότητα να μετατρέπεται σε επιλέξιμη πρώτη ύλη) μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένες κερδοσκοπικές μεταποιήσεις προκειμένου να επωφεληθεί ακόμη μία φορά από την επιστροφή για την αρχική ποσότητα».
Ο κανονισμός 165/89
10 Ο κανονισμός 165/89 τροποποίησε εκ νέου το άρθρο 7 του κανονισμού 2169/86. Εξάλλου, η παράγραφος 4 αντικαταστάθηκε από το εξής κείμενο:
«Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η εγγύηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, αποδεσμεύεται εάν η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόδειξη που πιστοποιεί ότι το προϊόν που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 3505 10 50:
α) έχει χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή προϊόντων άλλων από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι ή
β) έχει εξαχθεί προς τρίτες χώρες.
Στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο α_, η απόδειξη αυτή προσκομίζεται με την υποβολή, στην αρμόδια αρχή, δηλώσεως του παρασκευαστή στην οποία αναφέρεται:
- στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω προϊόν θα πρέπει να υποστεί άλλη μεταποίηση, ότι θα χρησιμοποιήσει το προϊόν αυτό για να παρασκευάσει άλλα από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι
και
- ότι θα πουλήσει το εν λόγω προϊόν σε άτομο που θα αναλάβει την ίδια υποχρέωση, της οποίας θα διατηρήσει αντίγραφο που θα βρίσκεται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής
και
- ότι έλαβε γνώση των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 5.
Σε περίπτωση άμεσων κοινοτικών εξαγωγών προς τρίτες χώρες, η εγγύηση αποδεσμεύεται εάν περιέλθει στην αρμόδια αρχή η απόδειξη ότι το εν λόγω προϊόν εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Όταν το εν λόγω προϊόν αποτελεί αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών ή εξάγεται προς τρίτες χώρες μέσω του τελωνειακού εδάφους ενός άλλου κράτους μέλους, η απόδειξη προσκομίζεται με την υποβολή αντιγράφου του πιστοποιητικού ελέγχου Τ5 (...).
Στην περίπτωση κατά την οποία το αντίγραφο ελέγχου Τ5 δεν επιστρέφεται στο τελωνείο ή την αρμόδια αρχή που το εξέδωσε, εντός 150 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεώς του για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του ενδιαφερόμενου, ο τελευταίος μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή αίτηση ισοτιμίας (...)».
11 Αφετέρου, προστέθηκε μια νέα παράγραφος 5:
«Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να ελέγξει, με τα κατάλληλα μέσα στα οποία συμπεριλαμβάνονται και εκ των υστέρων δειγματοληπτικοί έλεγχοι, ότι τηρήθηκε η δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4. Εάν διαπιστωθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τους όρους που καθορίζονται από το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους θα απαιτήσει, με την επιφύλαξη εθνικών κυρώσεων, την πληρωμή από τον ενδιαφερόμενο ποσού ισοδυνάμου με 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που εφαρμόζεται στο εν λόγω προϊόν κατά την διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
12 Η Döhler παρασκευάζει και εμπορεύεται διάφορα προϊόντα για τη βιομηχανία τροφίμων.
13 Σύμφωνα με έκθεση ελέγχου που κατάρτισε η αρμόδια γερμανική αρχή τον Δεκέμβριο του 1992, η προσφεύγουσα αγόρασε, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1988 και 31ης Δεκεμβρίου 1990, 916 925 kg εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου που εμπίπτει στον κωδικό ΣΟ 3505 10 50 από τον Βέλγο παρασκευαστή Amylum NV (στο εξής: Amylum) και τη Cerestar Deutschland GmbH (στο εξής: Cerestar), Γερμανό διανομέα του Ολλανδού παρασκευαστή Cerestar Benelux BV.
14 Στην Amylum, η Döhler δήλωσε, για το ημερολογιακό έτος 1989, ότι τα άμυλα που είχε αγοράσει προορίζονταν για ίδια χρήση και για την παρασκευή τελικών προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86 και ότι τα άμυλα αυτά δεν θα μεταπωληθούν σε τρίτους. Στη Cerestar, η Döhler δήλωσε, με το δελτίο παραδόσεων, ότι τα αγορασθέντα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή προϊόντων που δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86.
15 Κατά την Döhler, οι Amylum και Cerestar έλαβαν επιστροφές στην παραγωγή βάσει του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86.
16 Από τα 916 925 kg εστεροποιημένων ή αιθεροποιημένων αμύλων που είχε αγοράσει, η Döhler πώλησε 726 860 kg ως είχαν εντός της Κοινότητας, μεταξύ άλλων στην Döhler Food Service GmbH, θυγατρική της κατά 100 %, η οποία με τη σειρά της παρέδωσε τα προϊόντα αυτά σε αρτοποιεία και ζαχαροπλαστεία.
17 Η Döhler δεν απαίτησε από τους αγοραστές της την υποβολή της δηλώσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86.
18 Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1994, το Hauptzollamt, βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, απαίτησε από την Döhler την πληρωμή ποσού 181 330,71 γερμανικών μάρκων (DEM). Η ημερομηνία διαπιστώσεως της μη σύννομης χρησιμοποιήσεως ελήφθη υπόψη για τον προσδιορισμό της περιόδου των δώδεκα μηνών που ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, περιόδου η οποία, επομένως, καθορίστηκε από τον Μάιο 1991 έως τον Απρίλιο 1992.
19 Επειδή η διοικητική ένσταση που υπέβαλε κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε, η Döhler προσέφυγε ενώπιον του Hessisches Finanzgericht. Το τελευταίο, θεωρώντας ότι ανέκυπτε ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερη φράση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο για την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 165/89, της 24ης Ιανουαρίου 1989, την έννοια ότι ο όρος "ενδιαφερόμενος" καλύπτει επίσης τον αγοραστή ενός προϊόντος που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 3505 1050, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του παρασκευαστή και/ή του πωλητή του προϊόντος αυτού να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνο για την παρασκευή προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α) ρέπει να απαιτηθεί από τον αγοραστή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το οικείο προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών, ακόμη κι αν η συσταθείσα από τον παρασκευαστή εγγύηση αποδεσμεύθηκε, συνεπεία, ενδεχομένως, ψευδούς δηλώσεως περί αναλήψεως δεσμεύσεως, στην οποία εν γνώσει του προέβη ο αναφερόμενος στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ενδιαφερόμενος;
β) Είναι δυνατό να απαιτηθεί από τον αγοραστή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το οικείο προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι πλέον δυνατό να διαπιστωθεί αν ο αγοραστής υπέβαλε δήλωση περί αναλήψεως δεσμεύσεως, πλην όμως είναι βέβαιο, αφενός, ότι το προϊόν δεν υπέστη επεξεργασία ούτε από τον αρχικό ούτε από μετέπειτα αγοραστή, με σκοπό την παρασκευή προϊόντος διαφορετικού από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, και, αφετέρου, ότι δεν αποδείχθηκε μεταγενέστερα ότι το προϊόν υπέστη την ως άνω επεξεργασία;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
οιό είναι το χρονικό σημείο ενάρξεως της περιόδου των "12 προηγουμένων μηνών" που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερη φράση, του κανονισμού 2169/86;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν ο όρος «ενδιαφερόμενος», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται επίσης στον αγοραστή αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου, ο οποίος ανέλαβε έναντι του προμηθευτή του την υποχρέωση να χρησιμοποιήσει το αγορασθέν προϊόν μόνο για την παρασκευή προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια ότι, όταν ο αγοραστής δεν τηρεί την υποχρέωση αυτή, μπορεί να του επιβληθεί η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το οικείο προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών.
21 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε λόγω του ότι, ενώ ο τροποποιηθείς κανονισμός 2169/86 χρησιμοποιεί σταθερά τον όρο «παρασκευαστής» στις λοιπές διατάξεις του, διατάξεις των οποίων η διατύπωση προέκυψε με τον κανονισμό 165/89, το άρθρο 7, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 2169/86 χρησιμοποιεί τον όρο «ενδιαφερόμενος».
22 Η Döhler υποστηρίζει ότι ο «ενδιαφερόμενος» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται μόνο στον παρασκευαστή. Κατ' αυτήν, από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, προκύπτει ότι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν μόνον αν οι εκ των υστέρων έλεγχοι αποκαλύψουν ότι δεν τηρήθηκε «η δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4». Ο όρος «δήλωση», χρησιμοποιούμενη στον ενικό, αναφέρεται σαφώς στη δήλωση την οποία ο παρασκευαστής οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια αρχή, αποκλειομένης της δεσμεύσεως που ο αγοραστής οφείλει να αναλάβει έναντι του παρασκευαστή.
23 Η Döhler προσθέτει ότι ο στόχος του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας τα άμυλα ή τα εστεροποιημένα ή αιθεροποιημένα άμυλα να τυγχάνουν αχρεωστήτως περισσοτέρων της μιας επιστροφών στην παραγωγή, διαφυλάσσεται. Κατ' αυτήν, εφόσον η κανονική χρήση αποτελεί την κύρια απαίτηση που βαρύνει τον παρασκευαστή, σ' αυτόν πρέπει να καταλογίζεται η εκ μέρους του αγοραστή μη κανονική χρήση των προϊόντων του παρασκευαστή ως να επρόκειτο για δική του υπαιτιότητα (απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Αυγούστου 1994, C-347/93, Boterlux, Συλλογή 1994, σ. Ι-3933).
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει την αντίθετη ανάλυση. Στηριζόμενη επίσης στη διατύπωση των συναφών διατάξεων, προβάλλει ότι η διαφορά ορολογίας μεταξύ του άρθρου 7, παράγραφοι 4 και 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, όπου χρησιμοποιείται ο όρος «ενδιαφερόμενος», και των προηγούμενων άρθρων του ίδιου κανονισμού, όπου χρησιμοποιείται ο όρος «παρασκευαστής», αποκαλύπτει τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να μην περιορίσει μόνο στον παρασκευαστή την κύρωση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5. Η χρήση του όρου «ενδιαφερόμενος» αποβλέπει προδήλως στο να καταστήσει δυνατή την τιμωρία του αντισυμβαλλομένου ο οποίος, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχων, δεν τήρησε τη δήλωση αναλήψεως υποχρεώσεως που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο. Μπορεί κάλλιστα να πρόκειται τόσο για τον παρασκευαστή όσο και για τον αγοραστή.
25 Η Επιτροπή προσθέτει ότι σκέψεις αφορώσες την οικονομία του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86 στηρίζουν την ερμηνεία αυτή. Κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, ο παρασκευαστής οφείλει να μεταβιβάσει στον αγοραστή τη δική του ανάληψη υποχρεώσεως ως προς την πρόσφορη χρήση του προϊόντος. Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να επιτρέπει να στοιχειοθετείται η πρωτογενής ή δευτερογενής ευθύνη του παρασκευαστή λόγω του ότι ο αγοραστής δεν τήρησε τη δέσμευσή του. Έτσι, το ότι αποκλείεται η δυνατότητα επιβολής κυρώσεως στον αγοραστή συνεπάγεται ότι η αναληφθείσα δέσμευση ως προς την πρόσφορη χρήση δεν θα είχε συνέχεια.
26 Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα που αντλείται από τη γραμματική ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, στην περίπτωση κατά την οποία το αντίγραφο ελέγχου Τ5, του οποίου η προσκόμιση συνιστά απόδειξη ότι το εν λόγω προϊόν εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δεν επιστρέφεται στις αρμόδιες αρχές εντός της ταχθείσας προθεσμίας «για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του ενδιαφερόμενου, ο τελευταίος μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή αίτηση ισοτιμίας». Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 14 των προτάσεών του, ο «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον παρασκευαστή, ο οποίος προτίθεται να αποδεσμεύσει την εγγύηση που ο ίδιος έχει δώσει. Επομένως, αν κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού ως ενδιαφερόμενος νοείται μόνον ο παρασκευαστής, δεν είναι δυνατόν ο ίδιος ακριβώς νομικός όρος, όταν χρησιμοποιείται στην επόμενη παράγραφο, να έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής.
27 Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς την οικονομία και τον σκοπό του εφαρμοσθέντος συστήματος καθόσον διαφυλάσσει το κοινοτικό συμφέρον. Το συμφέρον αυτό απαιτεί όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86 κύρωση επιβάλλεται κάθε φορά που αποδεσμεύεται αδικαιολόγητα η προβλεπόμενη στο ίδιο άρθρο εγγύηση. Ερμηνεία της διατάξεως αυτής υπό την έννοια ότι ο παρασκευαστής, και μόνον αυτός, καλείται να καταβάλει το ποσό που ορίζει το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 5, οσάκις ο ίδιος ή ένας από τους αγοραστές του που αγόρασαν από αυτόν το άμυλο ή το εστεροποιημένο ή αιθεροποιημένο άμυλο δεν έκαναν κατάλληλη χρήση των προϊόντων αυτών συμβάλλει στο να διασφαλίζεται όντως η εφαρμογή της προβλεπόμενης κυρώσεως. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της διαδικασίας που θεσπίστηκε με τον τροποποιηθέντα κανονισμό 2169/86, ο παρασκευαστής είναι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο βρισκόταν σε ευθεία σχέση με τις αρμόδιες διοικητικές αρχές και του οποίου η φερεγγυότητα πιστοποιείται από το γεγονός ότι παρέσχε εγγύηση ίση προς το ποσό της προβλεπόμενης κυρώσεως. Το συμφέρον του παρασκευαστή διαφυλάσσεται από τη δυνατότητα, που παρέχεται στον παρασκευαστή ο οποίος, σύμφωνα με τις επιταγές του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, ζήτησε από τους δικαιοδόχους του αγοραστές να αναλάβουν την υποχρέωση πρόσφορης χρησιμοποιήσεως των κτηθέντων προϊόντων, να στραφεί κατά των αγοραστών αυτών, βάσει των κανόνων περί της συμβατικής ευθύνης, προς αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε η συμπεριφορά τους.
28 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «ενδιαφερόμενος», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2169/86, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τον αγοραστή αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του προμηθευτή του να χρησιμοποιήσει το αγορασθέν προϊόν μόνο για την παρασκευή προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, στον αγοραστή αυτόν δεν μπορεί να επιβληθεί η κύρωση του άρθρου 7, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το εν λόγω προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
29 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα παρέλκει.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 7ης Μα_ου 1998 το Hessisches Finanzgericht, Kassel, αποφαίνεται:
Ο όρος «ενδιαφερόμενος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 165/89 της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 1989, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τον αγοραστή αμύλου ή εστεροποιημένου ή αιθεροποιημένου αμύλου ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του προμηθευτή του να χρησιμοποιήσει το αγορασθέν προϊόν μόνο για την παρασκευή προϊόντων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, στον αγοραστή αυτόν δεν μπορεί να επιβληθεί η κύρωση του άρθρου 7, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή η καταβολή ποσού ίσου με το 105 % της υψηλότερης επιστροφής στην παραγωγή που ίσχυε για το εν λόγω προϊόν κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών.
Full & Egal Universal Law Academy