Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Έλεγχος εκ μέρους του Δικαστηρίου της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Αποκλείεται, εκτός της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών
2. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Απόρριψη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α (νυν άρθρο 225 ΕΚ)· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 1]
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το ρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον, δηλαδή, η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. H εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψη 48 )
2. Υπενθυμίζεται ότι από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. ράγματι, το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών.
( βλ. σκέψη 63 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-13/99 P,
TEAM Srl, με έδρα τη Ρώμη, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους A. Tizzano και G. Μ. Roberti, δικηγόρους Νεάπολης, και στη συνέχεια από τον F. Caruso, επίσης δικηγόρο Νεάπολης, 39, via Santa Teresa a Chiaia, Νεάπολη,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 29 Οκτωβρίου 1998 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στην υπόθεση T-13/96 TEAM κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4073), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από την Μ.-J. Jonczy, κύρια νομική σύμβουλο, και τον L. Gussetti, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής στην πρωτοβάθμια δίκη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Sevón, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, P. J. G. Kapteyn, P. Jann (εισηγητή), H. Ragnemalm και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου 1999, η εταιρία ΤΕΑΜ Srl άσκησε, δυνάμει το άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 29ης Οκτωβρίου 1998, Τ-13/96, ΤΕΑΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4073, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή αποζημίωσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατόπιν, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής, της περιεχομένης σε έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1995, περί ακυρώσεως της διαδικασίας υποβολής προσφορών για την πραγματοποίηση μελέτης σκοπιμότητας περί του εκσυγχρονισμού μιας συνδέσεως σιδηροδρομικών γραμμών στη Βαρσοβία, και, αφετέρου, της περιορισμένης προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών της 4ης Δεκεμβρίου 1995 με αντικείμενο την πραγματοποίηση μελέτης σκοπιμότητας περί του εκσυγχρονισμού ενός σιδηροδρομικού κόμβου στη Βαρσοβία.
Νομικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
2 Το πρόγραμμα PHARE στηρίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3906/89 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με την οικονομική ενίσχυση ορισμένων χωρών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης (ΕΕ L 375, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2698/90 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού 3906/89, προκειμένου να επεκταθεί η οικονομική ενίσχυση και σε άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΕΕ L 257, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3906/89).
3 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3906/89 ορίζει τα εξής:
«Η επιλογή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν βάσει του παρόντος κανονισμού γίνεται αφού ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι προτιμήσεις και οι επιθυμίες που εκφράζουν οι ενδιαφερόμενες δικαιούχοι χώρες.»
4 Το άρθρο 23 των «General Regulations for Tenders and the Award of Service Contracts financed from PHARE/TACIS) Funds» (Γενικοί κανόνες περί της υποβολής προσφορών και της αναθέσεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που χρημαδοτούνται από πόρους των προγραμμάτων PHARE/TACIS, στο εξής: γενικοί κανόνες), διέπει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί ή να τερματιστεί μια διαδικασία προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών. Βάσει της παραγράφου 2, στοιχείο δ_, του εν λόγω άρθρου, αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, αν, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, καθίσταται αδύνατη η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών ή η εκτέλεση της συμβάσεως.
5 Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 23, παράγραφος 3, των γενικών κανόνων, σε περίπτωση ακυρώσεως της διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει σχετικώς τους διαγωνιζομένους οι οποίοι εξακολουθούν να δεσμεύονται από τις προσφορές τους.
6 Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είναι εταιρία μελετών ιταλικού δικαίου, η οποία αναπτύσσει δράση στον τομέα της κατασκευής, διαχειρίσεως και συντηρήσεως οικοδομημάτων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων και έργων υποδομής.
7 Στις 13 Ιουνίου 1995 η Επιτροπή δημοσίευσε περιορισμένη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για την πραγματοποίηση μελέτης σκοπιμότητας περί του εκσυγχρονισμού μιας συνδέσεως σιδηροδρομικών γραμμών στη Βαρσοβία (στο εξής: πρόσκληση της 13ης Ιουνίου 1995).
8 Η εν λόγω πρόσκληση απεστάλη, μεταξύ άλλων, στην ενάγουσα και στη Centralne Biuro Projektowo-Badawcze Budownictwa Kolejowego (Kolprojekt) (στο εξής: Kolprojekt), εταιρία πολωνικού δικαίου ανήκουσα στο δημόσιο, η οποία παρέχει υπηρεσίες εκπονήσεως μελετών στον τομέα των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών. Οι δύο επιχειρήσεις συνέστησαν κοινοπραξία και υπέβαλαν προσφορά.
9 Με τηλεομοιοτυπία της 16ης Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε τις μετέχουσες στον διαγωνισμό επιχειρήσεις ότι η εν λόγω πρόσκληση προς υποβολή προσφορών είχε ακυρωθεί, λόγω της θέσεως νέων στόχων και της τροποποιήσεως της συγγραφής υποχρεώσεων (στο εξής: επίδικη απόφαση).
10 Στις 4 Δεκεμβρίου 1995 η Επιτροπή, «εξ ονόματος της ολωνικής Κυβερνήσεως», δημοσίευσε νέα περιορισμένη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών (στο εξής: επίδικη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών). Στη συγγραφή υποχρεώσεων αναγραφόταν ότι η εργολήπτρια επιχείρηση έπρεπε να συνεργαστεί με την Kolprojekt και ότι το ποσό που είχε προβλεφθεί για τη συμμετοχή της τελευταίας αυτής εταιρίας ανερχόταν στο 25 % της χρηματοοικονομικής προσφοράς.
11 Με τηλεομοιοτυπία της 21ης Δεκεμβρίου 1995, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να καταρτίσει μια πιο συγκεκριμένη συγγραφή υποχρεώσεων και να καθορίσει νέα ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή προσφορών. Διευκρίνισε δε ότι, εν τω μεταξύ, αναστελλόταν η υποβολή προσφορών.
12 Στις 26 Ιανουαρίου 1996, η αναιρεσείουσα και η Kolprojekt άσκησαν ενώπιον του ρωτοδικείου αγωγή με την οποία ζήτησαν αφενός την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και της επίδικης προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που τους προξένησαν οι πράξεις αυτές.
13 Με τηλεομοιοτυπία της 28ης Μα_ου 1996, η ολωνική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να αποσύρει από το πρόγραμμα PHARE τη μελέτη που αφορά τη σύνδεση σιδηροδρομικών γραμμών στη Βαρσοβία και να την αντικαταστήσει με άλλα επείγοντα σχέδια στον τομέα των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών. Η ολωνική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η υποβολή προσφορών είχε ανασταλεί εδώ και πολλούς μήνες, ότι προβλεπόταν ο εκσυγχρονισμός της εν λόγω συνδέσεως και ότι είχαν προτεραιότητα νέες δραστηριότητες σε μια άλλη γραμμή.
14 Με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 1996, η Επιτροπή πληροφόρησε την ολωνική Κυβέρνηση ότι αποφάσισε να ακυρώσει όλη τη διαδικασία βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, των γενικών κανόνων.
15 Με υπόμνημα της 10ης Ιουνίου 1996, η Επιτροπή προέβαλε παρεμπίπτον ζήτημα, ζητώντας από το ρωτοδικείο να καταργήσει τη δίκη όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως, να κηρύξει απαράδεκτο το αίτημα αποζημιώσεως ή, επικουρικώς, να το απορρίψει ως αβάσιμο και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα και την Kolprojekt στα δικαστικά έξοδα που αφορούν το αίτημα αποζημιώσεως.
16 Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1997, Τ-13/96, TEAM και Kolprojekt κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-983), το ρωτοδικείο (τέταρτο τμήμα) κατάργησε τη δίκη ως προς το αίτημα ακυρώσεως και επιφυλάχθηκε να εξετάσει το αίτημα περί κηρύξεως απαραδέκτου του αιτήματος αποζημιώσεως μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
17 Με διάταξη της 8ης Μα_ου 1998 ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του ρωτοδικείου διέταξε τη διαγραφή της Kolprojekt από το ρωτόκολλο του ρωτοδικείου, διότι είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής.
18 Με έγγραφο της 11ης Μα_ου 1998, το ρωτοδικείο ζήτησε από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 64 του Κανονισμού του Διαδικασίας, να προσκομίσει το κείμενο των πρακτικών, εγγράφων και μνημονίων που αφορούν την επίδικη απόφαση και την επίδικη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, καθώς και τα έγγραφα που αντάλλαξε με τις πολωνικές αρχές, όσον αφορά τη διεξαγωγή των δύο διαδοχικών διαδικασιών υποβολής προσφορών.
19 Με έγγραφο της 20ής Μα_ου 1998, η Επιτροπή διαβίβασε τα έγγραφα πλην όμως ζήτησε να μην κατατεθούν στη δικογραφία και να μην κοινοποιηθούν στην αναιρεσείουσα παρά μόνον αφού το ρωτοδικείο αποφανθεί ως προς τον απόρρητο χαρακτήρα τους, κατ' εφαρμογήν των κριτηρίων που διατύπωσε με τη διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997, Τ-134/94, Τ-136/94 έως Τ-138/94, Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94, NMH Stahlwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2293). ρος στήριξη του αιτήματός της η Επιτροπή προέβαλε το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν προσφορές υποβληθείσες από επιχειρήσεις ανταγωνίστριες της αναιρεσείουσας η οποία και θα αποκόμιζε αθέμιτο πλεονέκτημα από τη γνώση των εγγράφων αυτών.
20 Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1998, το ρωτοδικείο επέστρεψε στην Επιτροπή τα προσαρτηθέντα στην επιστολή της 20ής Μα_ου έγγραφα και της ζήτησε να καταρτίσει ένα μη εμπιστευτικό κείμενο αυτών και να διαβιβάσει αντίγραφο στην αναιρεσείουσα. Με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας, γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα το έγγραφο της Επιτροπής και τη συνέχεια που του επιφύλαξε.
21 Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1998, η Επιτροπή απηύθυνε στο ρωτοδικείο μη εμπιστευτικό κείμενο των εν λόγω εγγράφων, διευκρινίζοντας ότι δεν μπορεί να διαθέσει ελεύθερα έγγραφα προερχόμενα από την ολωνική Κυβέρνηση ή διοίκηση. Το ρωτοδικείο διαβίβασε το εν λόγω έγγραφο καθώς και τα άλλα σχετικά έγγραφα στην αναιρεσείουσα η οποία τα παρέλαβε στις 12 Ιουνίου 1998.
22 Η προφορική διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου διεξήχθη στις 25 Ιουνίου 1998.
23 Κατά την εν λόγω προφορική διαδικασία η αναιρεσείουσα κατέθεσε δύο έγγραφα και συγκεκριμένα μια επιστολή της 21ης Αυγούστου 1995, του Υπουργείου Μεταφορών και Ναυτιλιακής Οικονομίας της Δημοκρατίας της ολωνίας προς την Επιτροπή και το εμπιστευτικό κείμενο των πρακτικών μιας συσκέψεως μεταξύ των αντιπροσώπων της Επιτροπής και του ίδιου υπουργείου σχετικά με την αξιολόγηση των υποβληθεισών προσφορών στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προσφορών της 13ης Ιουνίου 1995. Η Επιτροπή που έλαβε αντίγραφα των εγγράφων αυτών προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσκομίσεώς τους, επικαλούμενη το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
Η προσβαλλομένη απόφαση
24 Στις σκέψεις 27 έως 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι καίτοι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε το ακριβές ύψος της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη, το αίτημα αποζημιώσεώς της ήταν παραδεκτό εφόσον είχε αναφέρει σαφώς τα στοιχεία που επιτρέπουν την εκτίμηση της φύσεως και της εκτάσεως της προβληθείσας ζημίας.
25 Όσον αφορά τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, το ρωτοδικείο έκρινε στις σκέψεις 70 έως 72 ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως διαδικασίας υποβολής προσφορών, οι υποβαλόντες προσφορά δεν έχουν κατ' αρχήν δικαίωμα αποζημιώσεως, πλην των περιπτώσεων όπου η παράβαση του κοινοτικού δικαίου κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας έθιξε τις πιθανότητες ενός εξ αυτών να του ανατεθεί η σύμβαση.
26 Στις σκέψεις 73 και 74 το ρωτοδικείο έκρινε ότι, ακόμη και αν η αναιρεσείουσα είχε αποδείξει ότι η Επιτροπή παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας υποβολής προσφορών, η ενδεχόμενη αυτή παράβαση δεν διακύβευσε τις πιθανότητες της κοινοπραξίας να της ανατεθεί το έργο. Συγκεκριμένα, κατά το ρωτοδικείο, το στοιχείο που καθόρισε την τύχη της προσφοράς της κοινοπραξίας ήταν η απόσυρση της μελέτης που αποτελούσε το αντικείμενο των δύο προσκλήσεων για την υποβολή προσφορών. Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν απέδειξε ούτε ότι η απόσυρση αυτή ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο ούτε ότι την αιτία της αποτέλεσε η προβαλλομένη συμπεριφορά της Επιτροπής. Αντιθέτως μάλιστα η ίδια ισχυρίστηκε ότι η απόσυρση οφείλεται μόνον εν μέρει στην εν λόγω συμπεριφορά.
27 Συναφώς, το ρωτοδικείο αναφέρθηκε στην τηλεομοιοτυπία της 28ης Μα_ου 1996 από την οποία προέκυπτε ότι το πολωνικό Υπουργείο Μεταφορών και Ναυτιλιακής Οικονομίας επικαλέστηκε δύο κατηγορίες λόγων προς στήριξη του αιτήματος του να αποσυρθεί η μελέτη, η μια από τις οποίες αφορούσε εξωτερικούς παράγοντες. Το ρωτοδικείο επισήμανε ότι η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η απόσυρση οφείλεται μόνον εν μέρει στη συμπεριφορά της Επιτροπής. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε κατόπιν αυτού ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προβαλλομένης συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν είναι αρκούντως άμεσος.
28 Όσον αφορά τη ζημία εκ του διαφυγόντος κέρδους, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 76, ότι αυτό προϋποθέτει ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να της ανατεθεί το έργο. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν δεσμευόταν από την πρόταση της επιτροπής αξιολογήσεως αλλά διέθετε σημαντική διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα στοιχεία που θα ελάμβανε υπόψη για την ανάθεση, επρόκειτο για ζημία μελλοντική και υποθετική.
29 Όσον αφορά τα δύο έγγραφα που κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατά τη συνεδρίαση, το ρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 79 ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε συναφώς η Επιτροπή, διότι τα έγγραφα αυτά δεν παρουσίαζαν κανένα ενδιαφέρον για την επίλυση της διαφοράς. Κατά συνέπεια, δεν περιελήφθησαν στη δικογραφία και ως εκ τούτου δεν ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της αποφάσεως.
30 Κατόπιν αυτού, το ρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων που αφορούσαν το αίτημα της αποζημιώσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως
31 Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και στην παραβίαση της αρχής της «ισότητας των όπλων» όσον αφορά τη διεξαγωγή της διαδικασίας και ιδίως του αποδεικτικού μέσου που διέταξε το ρωτοδικείο στις 11 Μα_ου 1998· ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην παράβαση δικονομικών κανόνων κατά τη συλλογή των αποδείξεων και στην αλλοίωσή τους· με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση των αρχών της εξωσυμβατικής ευθύνης στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
32 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που περιλαμβάνει δύο σκέλη, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παραβίασε, αφενός, δικαιώματα άμυνας και, αφετέρου, την αρχή της ισότητας των όπλων.
33 Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο δεν ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει τα έγγραφα τα σχετικά με την επίδικη πρόσκληση υποβολής προσφορών πριν από τις 11 Μα_ου 1998 ενώ η προσκόμισή τους είχε ζητηθεί με το δικόγραφο της αγωγής πριν από δύο έτη και άνω, η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις επί των εν λόγω εγγράφων, δεδομένου ότι η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 25 Ιουνίου 1998, τα δε έγγραφα παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την επίλυση της διαφοράς. Επομένως, το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ελήφθη - και δη αδικαιολόγητα - με υπερβολική καθυστέρηση.
34 Επιπλέον, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε επί του λυσιτελούς και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εγγράφων αυτών αφού συμβουλεύτηκε μόνον την Επιτροπή, πράγμα που συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων.
35 Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 225 ΕΚ) και 51, πρώτο εδάφιο του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο (βλ. αποφάσεις της 28ης Μα_ου 1998, C-7/95 P, Deere κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-3111, σκέψη 18, και C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-3175, σκέψη 22).
36 Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει αν διαπράχθηκαν πλημμέλειες κατά την ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και οφείλει να εξακριβώσει αν τηρήθηκαν οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-8417, σκέψη 19).
37 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως της υπερβολικής καθυστέρησης στη διεξαγωγή της διαδικασίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα όσον αφορά ειδικότερα το αποδεικτικό μέσο που διέταξε το ρωτοδικείο, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το ρωτοδικείο είχε να επιλύσει ένα παρεμπίπτον διαδικαστικό ζήτημα επί του οποίου απεφάνθη με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1997. Μόνο μετά την ημερομηνία αυτή εξελίχθηκε η έγγραφη διαδικασία όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως. Στη συνέχεια το ρωτοδικείο είχε να ρυθμίσει τη δικονομική κατάσταση της Kolprojekt, κατάσταση της οποίας δεν έλαβε πλήρη γνώση παρά μόνο στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1997. Αφού διέταξε, στις 8 Μα_ου 1998, τη διαγραφή της Kolprojekt από το ρωτόκολλο του ρωτοδικείου, ζήτησε, στις 11 Μα_ου 1998, από την Επιτροπή να του διαβιβάσει τα έγγραφα, την προσκόμιση των οποίων είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα.
38 Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η αναιρεσείουσα έλαβε στις 12 Ιουνίου 1998 κοινοποίηση του μη εμπιστευτικού κειμένου των εγγράφων που είχε καταθέσει η Επιτροπή, δηλαδή περίπου δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία της συνεδριάσεως. Η αναιρεσείουσα είχε συνεπώς στη διάθεσή της επαρκή χρόνο ώστε να λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά και, ενδεχομένως, να απαντήσει.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές η αναιρεσείουσα αβασίμως υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο προσέβαλε δικαιώματα άμυνας αποφασίζοντας τη λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, αφενός, με καθυστέρηση και, αφετέρου, σε ημερομηνία πολύ κοντά στην ημερομηνία της συνεδριάσεως.
40 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά τον χειρισμό των εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν του αποδεικτικού μέσου που διατάχθηκε στις 11 Μα_ου 1998, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, το ρωτοδικείο μπορεί να διατάξει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας όπως είναι «η προσκόμιση εγγράφων ή οποιουδήποτε στοιχείου που έχει σχέση με την υπόθεση».
41 Το άρθρο 64, παράγραφος 4, του κανονισμού προβλέπει συναφώς ότι:
«Κάθε διάδικος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να προτείνει τη λήψη ή την τροποποίηση μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, ακούγονται οι άλλοι διάδικοι προτού διαταχθούν τα μέτρα αυτά.
Όταν οι περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν, το ρωτοδικείο ενημερώνει τους διαδίκους για τα μέτρα που προτίθεται να λάβει και τους παρέχει την ευκαιρία να υποβάλουν προφορικώς ή γραπτώς τις παρατηρήσεις τους.»
42 Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα ζήτησε την προσκόμιση ορισμένου αριθμού εγγράφων και το ρωτοδικείο δέχθηκε το αίτημα αφού άκουσε την Επιτροπή, εξέτασε τα έγγραφα που προσκόμισε αυτή και έλαβε θέση επί της ενστάσεως που είχε προβάλει με το έγγραφο της 20ής Μα_ου 1998, σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εγγράφων.
43 Διαπιστώνεται επίσης ότι τα έγγραφα της Επιτροπής της 20ής Μα_ου και της 5ης Ιουνίου 1998 που περιείχαν τα της ενστάσεως σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εν λόγω εγγράφων καθώς και η αρχική τοποθέτηση του ρωτοδικείου της 4ης Ιουνίου 1998 κοινοποιήθηκαν στην αναιρεσείουσα.
44 Ωστόσο, από την ενώπιον του ρωτοδικείου δικογραφία δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε εγγράφως την ένσταση που προέβαλε η Επιτροπή ούτε από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 25ης Ιουνίου 1998 ότι διατύπωσε σχετικό ισχυρισμό.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ρωτοδικείο κρίνει ότι η αναιρεσείουσα αβασίμως υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων.
46 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
47 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο εσφαλμένα και αδικαιολόγητα έκρινε στη σκέψη 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα κατά τη συνεδρίαση δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την επίλυση της διαφοράς και αρνήθηκε να τα περιλάβει στη δικογραφία. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά επιβεβαιώνουν το παράνομο της συμπεριφοράς της Επιτροπής και τον αποφασιστικό ρόλο της στην τροποποίηση και την εξέλιξη της διαδικασίας προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, το ρωτοδικείο, κατ' αυτόν τον τρόπο, αλλοίωσε αποδεικτικά στοιχεία και η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίζει έλλειψη αιτιολογίας ως προς αυτό το σημείο, η οποία πρέπει να επισύρει την αναίρεσή της.
48 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το ρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον, δηλαδή, η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (προπαρατεθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, σκέψη 24).
49 Ωστόσο, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του ρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως εκ τούτου, να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 25).
50 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, αφενός, ότι το ρωτοδικείο, παραπέμποντας σε προηγούμενο συλλογισμό του από τον οποίο προέκυπτε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατά τη συνεδρίαση δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την επίλυση της διαφοράς, αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την απόφασή του να μην τα περιλάβει στη δικογραφία.
51 Αφετέρου, δεν προκύπτει ότι κατά τούτο το ρωτοδικείο αλλοίωσε το αποδεικτικό στοιχείο που προέβαλε η αναιρεσείουσα.
52 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
53 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο εσφαλμένο χαρακτηρισμό της ζημίας της οποίας ζήτησε την αποκατάσταση. Συγκεκριμένα, η ζημία αυτή δεν προκύπτει από το γεγονός ότι η σύμβαση δεν ανατέθηκε στην αναιρεσείουσα αλλά από την απώλεια πιθανοτήτων επιτυχίας.
54 Είναι γεγονός, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, ότι σε περίπτωση παρατυπίας της διαδικασίας προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, ο διαγωνιζόμενος που τήρησε τους όρους συμμετοχής μπορεί να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη τόσο από την «απώλεια πιθανοτήτων» να του ανατεθεί η σύμβαση όσο και από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε με τη συμμετοχή του στην εν λόγω διαδικασία.
55 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, είχε ιδιαίτερα μεγάλες πιθανότητες να της ανατεθεί η σύμβαση για την οποία εκδόθηκε η πρόσκληση υποβολής προσφορών της 13ης Ιουνίου 1995 και ότι το ρωτοδικείο, παραβιάζοντας τις μνημονευθείσες στην προηγουμένη σκέψη αρχές που διέπουν την αποζημίωση, υπέπεσε σε νομική πλάνη. Εξάλλου, η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίζει έλλειψη αιτιολογίας ως προς αυτό το σημείο.
56 Συναφώς, από τις σκέψεις 71 έως 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το ρωτοδικείο εξέτασε πράγματι το αίτημα της αναιρεσείουσας κατά το μέτρο που στηριζόταν στην απώλεια πιθανοτήτων να της ανατεθεί η σύμβαση, την οποία αφορούσε η πρόσκληση υποβολής προσφορών της 13ης Ιουνίου 1995.
57 Επομένως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
58 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο εσφαλμένη ανάλυση του συνδέσμου αιτιότητας καθότι έκρινε ότι η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε παράνομες πράξεις και ενέργειες της Επιτροπής αλλά μάλλον στη διαγραφή από το πρόγραμμα του σχεδίου μελέτης σκοπιμότητας που αποφασίστηκε αυτοτελώς από τις πολωνικές αρχές.
59 Κατά την αναιρεσείουσα, οι μεταγενέστερες αποφάσεις της ολωνικής Κυβερνήσεως είχαν ως αιτία, ή τουλάχιστον ως συντρέχουσα αιτία, την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής.
60 Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, είναι βέβαιο ότι η επιτροπή αξιολογήσεως την είχε προτείνει ως ανάδοχο της συμβάσεως, ότι η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι δεν συμμερίζεται την εκτίμηση της επιτροπής αυτής και θα επιθυμούσε να προβεί όχι σε νέα πρόσκληση υποβολής προσφορών αλλά σε επανεξέταση των προσφορών που είχαν υποβληθεί κατά την πρώτη διαδικασία, ότι ο σύμβουλος του πολωνικού Υπουργείου Μεταφορών και Ναυτιλιακής Οικονομίας είχε κρίνει ότι η επιλογή της Επιτροπής δεν ήταν δικαιολογημένη και είχε αμφισβητήσει τη νομιμότητα του τρόπου ενεργείας που πρότεινε αυτή και ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής αξιολογήσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, ο κ. Kozuchowski, εκπρόσωπος της Δημοκρατίας της ολωνίας στην επιτροπή αυτή, αρνήθηκε να εγκρίνει τη νέα αυτή διαδικασία και να υπογράψει τα πρακτικά που είχε καταρτίσει η Επιτροπή.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της ολωνικής Κυβερνήσεως να αποσύρει από το πρόγραμμα PHARE τη μελέτη σχετικά με τη σύνδεση σιδηροδρομικών γραμμών στη Βαρσοβία δεν υπήρξε το αποτέλεσμα αυτοτελούς επιλογής της αλλά η αναγκαία συνέπεια αυθαιρέτων παραλείψεων και παρεμβάσεων της Επιτροπής. Αντιθέτως, οι πολωνικές αρχές ευνοούσαν την ανάθεση της συμβάσεως στην επιχείρηση που είχε υποβάλει την καλύτερη προσφορά σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της επιτροπής αξιολογήσεως. Η καθυστέρηση στην ανάθεση της συμβάσεως που οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής υπήρξε σημαντικό στοιχείο που συνέβαλε στην εν λόγω απόφαση περί διαγραφής του σχεδίου.
62 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την εκτίμηση του αιτιώδους συνδέσμου κατά το μέτρο που δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η εν προκειμένω προβαλλομένη ζημία προέκυπτε από παρατυπίες της Επιτροπής κατά τη διαχείριση της διαδικασίας αναθέσεως της συμβάσεως ούτε το γεγονός ότι επήλθε πριν από τη λήψη της προαναφερθείσας αποφάσεως περί διαγραφής του σχεδίου. Επιπλέον, το ρωτοδικείο παρέβλεψε τη σημασία της προστασίας των επιχειρήσεων, τα νόμιμα συμφέροντα των οποίων θίγονται από την παράτυπη διαχείριση μιας διαδικασίας αναθέσεως συμβάσεως. Εξάλλου, η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίζει σ' αυτό το σημείο και έλλειψη αιτιολογίας.
63 Υπενθυμίζεται ότι από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. ράγματι, το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Deere κατά Επιτροπής, σκέψη 21, και New Holland Ford κατά Επιτροπής, σκέψη 25).
64 Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 37).
65 Το Δικαστήριο κρίνει ότι, αφενός, κατά το μέτρο που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ζημία της προκύπτει από διάφορες παράνομες πράξεις και ενέργειες της Επιτροπής, αμφισβητεί την εκ μέρους του ρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και ότι υπ' αυτή την έννοια ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
66 Αφετέρου, κατά το μέτρο που η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα και της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην Επιτροπή δεν ήταν αρκούντως άμεσος, διότι αποτελούσε έναν μόνον από τους λόγους που προκάλεσαν την απόφαση της ολωνικής Κυβερνήσεως να ζητήσει τη διαγραφή από το πρόγραμμα PHARE της μελέτης σχετικά με τη σύνδεση σιδηροδρομικών γραμμών στη Βαρσοβία, διαπιστώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο νομικό ισχυρισμό προκειμένου να στηρίξει τα επιχειρήματα αυτά και το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως ένα τέτοιο ισχυρισμό.
67 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει και αυτό να απορριφθεί.
68 Απ' όλες τις προηγηθείσες θεωρήσεις προκύπτει ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να γίνει δεκτός και, κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται επί της διαδικασίας αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την ΤΕΑΜ Srl στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy