Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - οσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα μηχανισμό κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές, στο πλαίσιο κοινοτικής διαμετακομίσεως, εμπορευμάτων που υποτίθεται ότι αποτελούν προϊόντα παραποιήσεως ή απομιμήσεως, τα οποία έχουν κατασκευαστεί νομίμως εντός κράτους μέλους και έχουν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους - Αιτιολόγηση - ροστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας - Δεν υφίσταται - Διαμετακόμιση μη εμπίπτουσα στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 30 και 36 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ)]
Περίληψη
$$αραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ) ένα κράτος μέλος το οποίο, βάσει της νομοθεσίας του περί πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία εφαρμόζεται στα σχέδια και υποδείγματα, εισάγει διαδικασίες κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές κατά εμπορευμάτων τα οποία έχουν νομίμως κατασκευαστεί εντός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διέλευσή τους από το έδαφος του οικειου κράτους μέλους, να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
Η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει στις εθνικές τελωνειακές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του δικαιώματος που αφορά σχέδια ή υποδείγματα ανταλλακτικών αυτοκινήτων οχημάτων, να κατακρατούν ανταλλακτικά που υποτίθεται ότι αποτελούν εμπορεύματα παραποιήσεως ή απομιμήσεως, για χρονική περίοδο δέκα ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αιτών μπορεί να προσφύγει ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων, έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Η ενδοκοινοτική διαμετακόμιση συνίσταται στη μεταφορά εμπορευμάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο διά του εδάφους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και ουδεμία χρήση της μορφής του προστατευομένου υποδείγματος ή σχεδίου συνεπάγεται. Επομένως, δεν εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων.
Δεδομένου ότι η κατασκευή και η διάθεση στο εμπόριο του προϊόντος είναι νόμιμες εντός των κρατών μελών στα οποία πραγματοποιούνται, η δε διαμετακόμιση δεν εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων εντός του κράτους μέλους στο οποίο διενεργείται, διαπιστώνεται ότι το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκαλείται από την κατακράτηση του προϊόντος στο τελωνείο εντός του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, ώστε να παρεμποδιστεί η διαμετακόμισή του δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
( βλ. σκέψεις 22, 43, 45, 49 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-23/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον R. B. Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον O. Couvert-Castéra, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους ο οποίος έχει τεθεί στη διάθεση της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και R. Loosli-Surrans, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph ΙΙ,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασίες κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές επί εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διαμετακόμισή τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά άλλου κράτους μέλους, όπου μπορούν να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida και L. Sevón, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, J.-P. Puissochet, P. Jann, H. Ragnemalm (εισηγητή), Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2000, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον R. Tricot, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και η Γαλλική Κυβέρνηση από την R. Loosli-Surrans,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Απριλίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασίες κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές επί εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διαμετακόμισή τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά άλλου κράτους μέλους, όπου μπορούν να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ).
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ) προβλέπει ότι οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 30 έως 34 «δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους (...) προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».
3 Στον τομέα της βιομηχανικής ιδιοκτησίας αναφορικά με σχέδια και υποδείγματα, ο κανονισμός (ΕΚ) 3295/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών) (ΕΕ L 341, σ. 8), δεν αφορά τα εμπορεύματα παραποιήσεως/απομιμήσεως που κατασκευάζονται και διατίθενται στην αγορά εντός της Κοινότητας, αλλά μόνον τα προερχόμενα από τρίτες χώρες.
4 Η οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998 (ΕΕ L 289, σ. 28), αναφέρεται στη νομική προστασία των σχεδίων ή υποδειγμάτων χωρίς να προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα. Η καταληκτική ημερομηνία για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας είναι η 28η Οκτωβρίου 2001.
5 Το άρθρο 14 της οδηγίας 98/71, που φέρει τον τίτλο «Μεταβατική διάταξη», προβλέπει:
«Έως ότου εγκριθούν τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής βάσει του άρθρου 18, τα κράτη μέλη διατηρούν σε ισχύ τις υπάρχουσες νομικές διατάξεις που αφορούν τη χρήση του σχεδίου ή υποδείγματος συστατικών που χρησιμοποιούνται για την επισκευή ενός σύνθετου προϊόντος κατά τρόπον ώστε να αποκατασταθεί η αρχική του εμφάνιση και εισάγουν αλλαγές στις εν λόγω διατάξεις μόνον εφόσον οι διατάξεις αυτές [και προβαίνουν σε τροποποιήσεις των εν λόγω διατάξεων μόνον εφόσον οι τροποποιήσεις αυτές] θέτουν ως στόχο την ελευθέρωση της αγοράς των εν λόγω συστατικών.»
6 Στην εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/71 διευκρινίζεται ότι «(...) σε καμία περίπτωση η μεταβατική διάταξη στο άρθρο 14 σχετικά με το σχέδιο ή υπόδειγμα ενός συστατικού που χρησιμοποιείται για την επισκευή ενός σύνθετου προϊόντος κατά τρόπον ώστε να αποκατασταθεί η αρχική του εμφάνιση δεν νοείται ότι συνιστά φραγμό ή εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία ενός προϊόντος που αποτελεί συστατικό συνθέτου προϊόντος».
7 ροκειμένου για μέτρα που αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η απόφαση 3052/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί διαδικασίας αμοιβαίας πληροφόρησης σχετικά με τα εθνικά μέτρα παρέκκλισης από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 321, σ. 1), στο άρθρο 1, αναφέρεται ιδίως στα μέτρα που έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα τη γενική απαγόρευση ή την άρνηση εγκρίσεως της διαθέσεως στην αγορά.
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση
8 Ο κώδικας πνευματικής ιδιοκτησίας, στα άρθρα του L. 335-10, L. 521-7 και L. 716-8, τα οποία εφαρμόζονται αντιστοίχως στα δικαιώματα του δημιουργού και στα συναφή δικαιώματα, στα κατατεθέντα σχέδια και υποδείγματα καθώς και στο δικαίωμα επί του σήματος, προβλέπει μηχανισμό κατακρατήσεως, από τις τελωνειακές αρχές, εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχει υπόνοια παραποιήσεως ή απομιμήσεως. Κατόπιν γραπτής αιτήσεως του κατόχου του προστατευομένου δικαιώματος, η διοίκηση των τελωνείων μπορεί να κατακρατήσει, για τη διενέργεια ελέγχων, τα εμπορεύματα για τα οποία ο κάτοχος του δικαιώματος ισχυρίζεται ότι είναι προϊόντα παραποιήσεως ή απομιμήσεως. Το μέτρο της κατακρατήσεως αίρεται αυτοδικαίως εφόσον ο αιτών, εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών από της γνωστοποιήσεως της κατακρατήσεως των εμπορευμάτων, δεν προσκομίσει στις τελωνειακές υπηρεσίες την απόδειξη προσφυγής ενώπιον των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων.
9 Η πώληση, η κατασκευή, η εισαγωγή και η κατοχή εμπορευμάτων αποτελούντων προϊόντα παραποιήσεως ή απομιμήσεως στη γαλλική επικράτεια συνιστούν ποινικά αδικήματα που καθορίζονται στα άρθρα L. 335-2 (δικαίωμα του δημιουργού), L. 521-4 (σχέδια και υποδείγματα) και L. 716-9 (δικαίωμα επί του σήμάτος) του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας.
10 Το Cour de cassation εξέδωσε πολλές αποφάσεις σχετικά με το αδίκημα της παραποιήσεως ή απομιμήσεως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εμπορεύματα που αποτελούσαν προϊόν παραποιήσεως ή απομιμήσεως διέρχονταν απλώς από τη γαλλική επικράτεια. Με απόφαση του τμήματος κακουργημάτων της 26ης Απριλίου 1990 στην υπόθεση Asin Crespo Ricardo κ.λπ. κατά Ministère public (Bulletin de la Cour de cassation, 1990, αριθ. 160), σχετικά με ανταλλακτικά αυτοκινήτων οχημάτων, έκρινε ότι εμπόρευμα που διέρχεται απλώς από το γαλλικό έδαφος προσβάλλει το δικαίωμα του κατόχου σήματος ή υποδείγματος. Η νομολογία αυτή εφαρμόζεται έστω και αν το εμπόρευμα κατασκευάστηκε νομίμως σε κράτος μέλος για να διατεθεί, επίσης νομίμως, στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος.
Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Η European Automobile Panel Association κατήγγειλε στην Επιτροπή ότι οι γαλλικές τελωνειακές αρχές προβαίνουν, στα σύνορα με την Ισπανία, στην κατακράτηση ανταλλακτικών αυτοκινήτων οχημάτων, τα οποία κατασκευάζονται στο τελευταίο κράτος μέλος και προορίζονται για την αγορά άλλου κράτους μέλους όπου επιτρέπεται η διάθεσή τους στο εμπόριο, αφού διέλθουν υπό καθεστώς διαμετακομίσεως από τη Γαλλία.
12 Διατείνεται ότι οι γαλλικές τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι τα εν λόγω ανταλλακτικά, προοριζόμενα για αυτοκίνητα οχήματα γαλλικής μάρκας, αποτελούν κατά το γαλλικό δίκαιο προϊόντα παραποιήσεως ή απομιμήσεως και προσβάλλουν κατά τον τρόπο αυτό δικαιώματα προστατευόμενα από τον κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, βάσει της προστασίας των κατατεθέντων σχεδίων ή υποδειγμάτων και του δικαιώματος του δημιουργού. Οι αρχές αυτές κατακρατούν στο τελωνείο τα εμπορεύματα στα οποία προσάπτεται ότι αποτελούν προϊόν παραποιήσεως ή απομιμήσεως ώστε να επιτραπτεί στους κατόχους των προστατευομένων δικαιωμάτων να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων τους εντός των τασσομένων προθεσμιών.
13 Οι υπάλληλοι της γενικής διευθύνσεως τελωνείων και εμμέσων φόρων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και ροϋπολογισμού συνέταξαν, ειδικότερα, δύο πρωτόκολλα παραβάσεων, αντιστοίχως στις 16 Ιανουαρίου και στις 26 Φεβρουαρίου 1997, σχετικά με ανταλλακτικά αυτοκινήτων οχημάτων γαλλικής μάρκας που κατασκευάστηκαν από ισπανικές εταιρίες και αγοράστηκαν από ιταλικές εταιρίες.
14 Με έγγραφο της 13ης Μα_ου 1997, η Επιτροπή ενημέρωσε τις γαλλικές αρχές ότι η κατακράτηση ανταλλακτικών στο τελωνείο μπορεί να συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον τα ανταλλακτικά αυτά δεν προορίζονται για τη διάθεση στο εμπόριο στη γαλλική επικράτεια, κατασκευάζονται δε νομίμως στην Ισπανία και διατίθενται στο εμπόριο επίσης νομίμως στην Ιταλία.
15 Με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 1997, οι γαλλικές αρχές απάντησαν κατ' αρχάς ότι τα εν λόγω ανταλλακτικά παραποιήσεως ή απομιμήσεως αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια των καταναλωτών λόγω της αμφίβολης ποιότητάς τους, κατόπιν ότι οι διενεργούμενοι από τις τελωνειακές αρχές έλεγχοι πριν από τη διάθεση στην αγορά εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι αποτελούν προϊόν παραποιήσεως ή απομιμήσεως είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας διότι είναι απαραίτητοι για την αποτελεσματική προάσπιση ενός από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 36 της Συνθήκης στόχους και, τέλος, ότι η καταπολέμηση της παραποιήσεως ή απομιμήσεως συμβάλλει στην προάσπιση των συμφερόντων των καινοτόμων βιομηχανιών και στον θεμιτό χαρακτήρα του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
16 Κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση αυτή, η Επιτροπή κοινοποίησε στις 3 Δεκεμβρίου 1997 στη Γαλλική Δημοκρατία έγγραφη όχληση, καλώντας την να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών. Στην όχληση αυτή, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επίμαχοι έλεγχοι και κατακρατήσεις είναι κατά την άποψή της αντίθετοι προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης και ότι θα μπορούσαν επίσης να είναι αντίθετοι προς το άρθρο 7 Α, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 14, παράγραφος 2, ΕΚ).
17 Στην απάντηση της 13ης Φεβουαρίου 1998, η Γαλλική Δημοκρατία ενέμεινε στην προηγούμενη επιχειρηματολογία της, προβάλλοντας ειδικότερα ότι, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα απόφαση Asin Crespo Ricardo κ.λπ. κατά Ministère public του Cour de cassation, οι κοινοτικοί κανόνες δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας επιτρέπουσας την κατακράτηση εμπορευμάτων παραποιήσεως ή απομιμήσεως τα οποία κυκλοφορούν στη γαλλική επικράτεια. Διευκρίνισε ότι οι έλεγχοι της διοικήσεως τελωνείων διενεργούνται στο σύνολο της γαλλικής επικράτειας και συνεπώς και στη ζώνη των συνόρων, αλλά το γεγονός που προκαλεί τη διενέργεια των ελέγχων αυτών δεν είναι κατά κανένα τρόπο η διέλευση των συνόρων.
18 Με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 1998, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στη Γαλλική Δημοκρατία, στην οποία επανέλαβε τη θέση της όσον αφορά τον χαρακτήρα της κατακρατήσεως στην οποία προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές αυτού του κράτους μέλους και την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης.
19 Σε απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη, οι γαλλικές αρχές προέβαλαν, με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, ότι η κατακράτηση εμπορευμάτων έχει ως στόχο την προάσπιση της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης και ότι η γαλλική νομοθεσία συνάδει πλήρως προς την ερμηνεία της αρχής της εδαφικότητας του εθνικού νόμου την οποία δέχεται το Δικαστήριο.
20 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής και διαπιστώνοντας ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Η προσαπτόμενη παράβαση και η εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατακράτηση ανταλλακτικών στην οποία προβαίνουν οι γαλλικές τελωνειακές αρχές συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
22 Επισημαίνεται συναφώς ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει στις εθνικές τελωνειακές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του δικαιώματος που αφορά σχέδια ή υποδείγματα ανταλλακτικών αυτοκινήτων οχημάτων, να κατακρατούν ανταλλακτικά που υποτίθεται ότι αποτελούν εμπορεύματα παραποιήσεως ή απομιμήσεως, για χρονική περίοδο δέκα ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αιτών μπορεί να προσφύγει ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων. Διαπιστώνεται ότι τέτοια κατακράτηση, η οποία επιβραδύνει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και μπορεί να καταλήξει στην πλήρη ακινητοποίησή τους αν το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο αποφασίσει την κατάσχεσή τους, έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
23 Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να ανασκευαστεί με το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η διαδικασία της κατακρατήσεως δεν περιορίζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών εφόσον δεν εφαρμόζεται μόνο κατά την είσοδο των εμπορευμάτων στη γαλλική επικράτεια, αλλά μπορεί να κινηθεί έναντι ανταλλακτικών ευρισκομένων σε κάθε σημείο της. ράγματι, λόγω του ότι η κατακράτηση εφαρμόζεται ιδίως στα εμπορεύματα με προέλευση ή προορισμό άλλα κράτη μέλη, έχει περιοριστικό αποτέλεσμα επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και συνιστά κατ' αρχήν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
24 ρέπει επομένως να εξετασθεί αν το μέτρο αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί.
25 Η Γαλλική Κυβέρνηση, πριν προσπαθήσει να δικαιολογήσει την επίμαχη διαδικασία κατακρατήσεως βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, υποστηρίζει ότι η γαλλική νομοθεσία περί κατακρατήσεως στο τελωνείο είναι σύμφωνη με διάφορες διατάξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου, ήτοι με την απόφαση 3052/95, τον κανονισμό 3295/94 και το άρθρο 14 της οδηγίας 98/71.
26 Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει κατ' αρχάς ότι τα κράτη μέλη διατήρησαν κατ' ουσίαν τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά τον έλεγχο των εμπορευμάτων που κυκλοφορούν στην επικράτειά τους και επικαλείται προς τούτο την απόφαση 3052/95, με την οποία εισάγεται διαδικασία αμοιβαίας ενημερώσεως σχετικά με τα εθνικά μέτρα παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Υποστηρίζει ότι δεν είναι ευχερώς νοητό ότι μέτρα που είναι δυνατό να ληφθούν και στη συνέχεια να κοινοποιηθούν βάσει της αποφάσεως αυτής, όπως η εν προκειμένω επίμαχη κατακράτηση στο τελωνείο, μπορούν καθεαυτά να συνιστούν παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
27 Αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, η απόφαση 3052/95 έχει κατ' ουσίαν ως στόχο να επιτραπεί η καλύτερη γνώση της εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στους μη εναρμονισμένους τομείς και να διαπιστωθούν τα υπάρχοντα προβλήματα ώστε να εξευρεθούν πρόσφορες λύσεις. Δεν έχει ως στόχο να καθορίσει το είδος των μέτρων που είναι συμβατά με τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το γεγονός ότι διαδικασία κατακρατήσεως στο τελωνείο εμπίπτει στο είδος των μέτρων που μνημονεύονται στην απόφαση 3052/95 δεν μπορεί συνεπώς, κατ' ουδένα τρόπο, να έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει τέτοια διαδικασία συμβατή με τους κανόνες της Συνθήκης.
28 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει στη συνέχεια ότι, δυνάμει του κανονισμού 3295/94, ο κάτοχος δικαιώματος σχετικά με σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να υποβάλει γραπτή αίτηση στις τελωνειακές αρχές για να παρέμβουν όταν εμπορεύματα παραποιήσεως ή απομιμήσεως προερχόμενα από τρίτες χώρες δηλώνονται για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, για εξαγωγή ή επανεξαγωγή, ή ακόμη ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια ελέγχου.
29 Δέχεται ότι ο κανονισμός 3295/94 δεν αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, αλλά προβάλλει ότι η προστασία την οποία προσφέρει κατά την είσοδο εμπορευμάτων παραποιήσεως ή απομιμήσεως προερχομένων από τρίτες χώρες μπορεί να εκμηδενιστεί όταν τα εμπορεύματα αυτά τίθενται, κατ' αρχάς, υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας εντός κράτους μέλους όπως το Βασίλειο της Ισπανίας, καθεστώς το οποίο τους προσδίδει την ιδιότητα κοινοτικού εμπορεύματος, μπορούν δε στη συνέχεια να διέλθουν χωρίς εμπόδια υπό καθεστώς διαμετακομίσεως από άλλο κράτος μέλος. Θα αρκούσε πράγματι να θέσουν ορισμένα κράτη μέλη εμπορεύματα υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας στο έδαφός τους για να μην μπορούν πλέον τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε έλεγχο σε άλλο κράτος μέλος το οποίο λαμβάνει αυστηρότερα μέτρα για την προστασία της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, όταν το έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους χρησιμοποιείται απλώς ως τόπος διελεύσεως. Τέτοια πρακτική θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει κενό περιεχομένου τον κανονισμό 3295/94 ή, τουλάχιστον, να περιορίσει σημαντικά τον στόχο του.
30 Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο κανονισμός 3295/94 δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση εφόσον αφορά μόνο τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες. ροβάλλει επιπλέον ότι είναι μεν ακριβές ότι ο κανονισμός παρέχει σημαντικές δυνατότητες ελέγχου για την αντιμετώπιση της εισαγωγής εντός των κρατών μελών εμπορευμάτων παραποιήσεως ή απομιμήσεως προερχομένων από τρίτες χώρες, ενώ παρόμοιες δυνατότητες δεν υφίστανται για τα κοινοτικά εμπορεύματα, αυτό όμως οφείλεται στο γεγονός ότι τα εμπορεύματα αυτά εμπίπτουν στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας που καθιερώνει η Συνθήκη.
31 Επισημαίνεται συναφώς ότι εκτιμήσεις αναφορικά με την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 3295/94 δεν μπορούν να δικαιολογήσουν παράβαση των κανόνων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
32 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει τέλος ότι η γαλλική νομοθεσία είναι συμβατή με το άρθρο 14 της οδηγίας 98/71. ροβάλλει ότι, ελλείψει εναρμονίσεως όσον αφορά την προστασία των σχεδίων ή υποδειγμάτων, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν τις υπάρχουσες νομικές διατάξεις τους στον εν λόγω τομέα. Κατά συνέπεια, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση που αποσκοπεί στην προστασία του εν λόγω δικαιώματος, επίσης κατά τη διαμετακόμιση ανταλλακτικών, επιτρέπεται από την ανωτέρω διάταξη.
33 ρέπει πάντως να υπομνησθεί ότι ναι μεν το άρθρο 14 της οδηγίας 98/71 επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν σε ισχύ τη νομοθεσία τους περί προστασίας των σχεδίων ή υποδειγμάτων ανταλλακτικών στην οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη, η δυνατότητα αυτή υφίσταται όμως εφόσον η εθνική νομοθεσία είναι συμβατή με τους κανόνες της Συνθήκης. Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά νόμιμες όλες τις εθνικές διατάξεις περί προστασίας των σχετικών δικαιωμάτων. Όπως πράγματι διευκρινίζει η εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/71, η εθνική νομοθεσία οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να τηρεί τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
34 ρέπει επομένως να εξεταστεί αν το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκαλείται από τη διαδικασία κατακρατήσεως στο τελωνείο μπορεί να δικαιολογηθεί, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, από την ανάγκη να διασφαλιστεί η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 36 της Συνθήκης.
35 Κατά την Επιτροπή, η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας δεν δικαιολογεί την κατακράτηση στο τελωνείο κοινοτικών εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση, για τα οποία ισχύει η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, εφόσον η απλή διαμετακόμιση δεν θίγει το ειδικό αντικείμενο του προστατευομένου δικαιώματος.
36 Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί απεναντίας ότι τα μέτρα κατακρατήσεως τα οποία ζητεί ο κάτοχος δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, εφόσον αποσκοπούν στο να καταστεί σεβαστό το αποκλειστικό δικαίωμά του, εμπίπτουν στο ειδικό αντικείμενο του εν λόγω δικαιώματος όπως αυτό αναγνωρίζεται από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. ροβάλλει ότι, στη Γαλλία, τα ανταλλακτικά προστατεύονται από το δικαίωμα επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων και ότι κάθε κατασκευαζόμενο ανταλλακτικό, το οποίο διατίθεται στο εμπόριο χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του εν λόγω δικαιώματος και βρίσκεται στο γαλλικό έδαφος, είτε προορίζεται για εισαγωγή ή εξαγωγή είτε τελεί υπό καθεστώς διαμετακομίσεως, συνιστά παραποίηση ή απομίμηση, και επομένως είναι δικαιολογημένη η παρέμβαση των τελωνειακών αρχών με την κατακράτηση του εμπορεύματος.
37 Για να δοθεί απάντηση στο κατά πόσον η κατακράτηση στο τελωνείο εμπορευμάτων τελούντων υπό καθεστώς διαμετακομίσεως, όπως προβλέπεται στη γαλλική νομοθεσία, δικαιολογείται από τη μνημονευόμενη στο άρθρο 36 της Συνθήκης εξαίρεση σχετικά με τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο στόχος της εξαιρέσεως αυτής, ήτοι ο συμβιβασμός μεταξύ των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του δικαιώματος βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, με την αποφυγή της διατηρήσεως ή της επιβολής τεχνητών περιχαρακώσεων εντός της κοινής αγοράς. Το άρθρο 36 δέχεται παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς μόνο στο μέτρο που οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της ιδιοκτησίας αυτής (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, Hag GF, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 12, και της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, C-61/97, FDV, Συλλογή 1988, σ. Ι-5171, σκέψη 13).
38 Όσον αφορά τα δικαιώματα επί σχεδίων ή υποδειγμάτων, ορισμένοι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν γίνει δεκτοί βάσει του άρθου 36 της Συνθήκης, όταν αποσκοπούν στην προστασία του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 53/87, CICRA και Maxicar, Συλλογή 1988, σ. 6039, σκέψη 11).
39 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η δυνατότητα του δικαιούχου προστατευομένου υποδείγματος να εμποδίζει τρίτους να κατασκευάζουν και να πωλούν ή να εισάγουν, χωρίς τη συγκατάθεσή του, προϊόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος, εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματός του (βλ., ιδίως, απόφαση 5ης Οκτωβρίου 1988, 238/87, Volvo, Συλλογή 1988, σ. 6211, σκέψη 8).
40 ρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν η δυνατότητα του δικαιούχου προστατευομένου υποδείγματος ανταλλακτικών να εμποδίζει τρίτους να μεταφέρουν υπό καθεστώς διαμετακομίσεως, χωρίς τη συγκατάθεσή του, προϊόντα που αποτελούν υλοποίηση του εν λόγω υποδείγματος εμπίπτει επίσης στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματός του.
41 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κατακράτηση στο τελωνείο εντάσσεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων, ήτοι του αποκλειστικού δικαιώματος του κατόχου να διαθέτει πρώτος στο εμπόριο ένα προϊόν που έχει ορισμένη εμφάνιση. Η εν λόγω κυβέρνηση έχει την άποψη, στηριζόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994, C-9/93, IHT Internationale Heiztechnik και Danziger (Συλλογή 1994, σ. Ι-2789), ότι, θέτοντας τα προϊόντα τους σε κυκλοφορία για πρώτη φορά επί του γαλλικού εδάφους, μέσω του καθεστώτος διαμετακομίσεως, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του αποκλειστικού δικαιώματος, οι κατασκευαστές αντιγράφων προστατευομένων ανταλλακτικών προσβάλλουν αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα.
42 Επισημαίνεται συναφώς ότι η κατασκευή, η πώληση και η εισαγωγή συνεπάγονται την εκ μέρους τρίτων χρήση της μορφής του προϊόντος που σκοπό έχει να προστατεύσει το δικαίωμα επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων. Η προς τρίτον έγκριση να κατασκευάζει ή να διαθέτει στο εμπόριο παρόμοια αντικείμενα και, κατά συνέπεια, να χρησιμοποιεί τη μορφή του αρχικού υποδείγματος παρέχεται επομένως, κανονικά, έναντι αμοιβής του κατόχου του δικαιώματος.
43 Απεναντίας, η ενδοκοινοτική διαμετακόμιση συνίσταται στη μεταφορά εμπορευμάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο διά του εδάφους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και ουδεμία χρήση της μορφής του προστατευομένου υποδείγματος ή σχεδίου συνεπάγεται. Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 84 των προτάσεών του, δεν οδηγεί άλλωστε στην καταβολή αμοιβής όταν η μεταφορά διενεργείται από τρίτο πρόσωπο με την έγκριση του κατόχου του δικαιώματος. Η ενδοκοινοτική διαμετακόμιση δεν εμπίπτει συνεπώς στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων.
44 Η θέση ενός εμπορεύματος σε κυκλοφορία στην οποία αναφέρεται η μνημονευόμενη στη σκέψη 41 νομολογία στην οποία στηρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είναι συνεπώς η απλή φυσική μεταφορά των εμπορευμάτων, αλλά συνίσταται στη διάθεση στην αγορά, ήτοι στη διάθεση στο εμπόριο των εμπορευμάτων. Εν προκειμένω όμως, το προϊόν διατίθεται στο εμπόριο όχι στη γαλλική επικράτεια, διά της οποίας απλώς διέρχεται, αλλά σε άλλο κράτος, όπου το προϊόν δεν προστατεύεται και μπορεί συνεπώς να πωλείται νομίμως.
45 Εφόσον η κατασκευή και η διάθεση στο εμπόριο του προϊόντος είναι νόμιμες στα κράτη μέλη όπου πραγματοποιούνται οι ενέργειες αυτές, η δε διαμετακόμιση δεν εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σχεδίου ή υποδείγματος εντός του κράτους μέλους όπου διενεργείται η διαμετακόμιση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκαλείται από την κατακράτηση του προϊόντος στο τελωνείο εντός του τελευταίου κράτους για να παρακωλυθεί η διαμετακόμισή του δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
46 Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει επιπλέον ότι η περιοριζόμενη σε δέκα ημέρες κατακράτηση στο τελωνείο είναι, εν πάση περιπτώσει, αναγκαία για να διαπιστωθεί ότι τα εμπορεύματα κατασκευάστηκαν σε κράτος μέλος άλλο από τη Γαλλική Δημοκρατία και προορίζονται επίσης για άλλο κράτος μέλος.
47 Επισημαίνεται συναφώς ότι από τον φάκελο της υποθέσεως και από τις παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι οι δέκα ημέρες της κατακρατήσεως στο τελωνείο δεν έχουν ως κύριο αντικείμενο να εξακριβωθούν τα κράτη μέλη προελεύσεως και προορισμού των εμπορευμάτων, αλλά να επιτραπεί στον κάτοχο του δικαιώματος να τα υποβάλει σε πραγματογνωμοσύνη για να αποδείξει ότι αποτελούν μη εγκεκριμένα αντίγραφα ανταλλακτικών και συνιστούν συνεπώς, βάσει του γαλλικού δικαίου, εμπορεύματα παραποιήσεως ή απομιμήσεως. Εφόσον όμως η απλή διαμετακόμιση μη εγκεκριμένων αντιγράφων δεν εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί των σχεδίων ή υποδειγμάτων, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να εξακριβωθεί αν τα ανταλλακτικά αποτελούν τέτοια αντίγραφα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατακράτησή τους στο τελωνείο.
48 Όσον αφορά την εξακρίβωση της προελεύσεως και του προορισμού των υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων, θα πρέπει να μπορεί να διενεργηθεί επί τόπου αν ο μεταφορέας κατέχει τα σχετικά έγγραφα ή αν είναι σε θέση να τα προσκομίσει αμέσως. Εν πάση περιπτώσει, η κατακράτηση η οποία μπορεί να διαρκέσει μέχρι δέκα ημέρες είναι δυσανάλογη εν σχέσει προς τον στόχο τέτοιας εξακριβώσεως και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενόψει του στόχου της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας που μνημονεύεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
49 Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασίες κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές επί εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διαμετακόμισή τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά άλλου κράτους μέλους, όπου μπορούν να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασίες κατακρατήσεως από τις τελωνειακές αρχές επί εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διαμετακόμισή τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά άλλου κράτους μέλους, όπου μπορούν να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ).
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy