Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Αιτιολόγηση - Ανεπίτρεπτη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Περίληψη
$$Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που επιβάλλονται από μια οδηγία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-26/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο, και την N. Yerrell, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον P. Steinmetz, διευθυντή νομικών και πολιτιστικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, 5, rue Notre-Dame, Luxembourg,
καθού,
">που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και/ή μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/30/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 155, σ. 41), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και/ή μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/30/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 155, σ. 41, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο στις 30 Νοεμβρίου 1996, ενημερώνουν δε αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
3 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε ανακοίνωση σχετικά με τη λήψη μέτρων από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για να συμμορφωθεί προς την οδηγία και δεν διέθετε κανένα άλλο στοιχείο που να της επιτρέπει να συναγάγει τη θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων, με έγγραφο της 30ής Μαου 1997, όχλησε την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών, κατ' εφαρμογήν της διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης.
4 Μη έχοντας λάβει απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στις 22 Δεκεμβρίου 1997, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει εντός προθεσμίας δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
5 Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1998, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ενημέρωσε την Επιτροπή ότι σχέδιο κανονισμού για την εφαρμογή της οδηγίας είχε υποβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς γνωμοδότηση και διαβίβασε, με έγγραφο της 19ης Αυγούστου 1998, το κείμενο των κυβερνητικών τροποποιήσεων επί του εν λόγω σχεδίου κανονισμού.
6 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τη λήψη των τελευταίων αυτών μέτρων μεταφοράς της οδηγίας, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί ούτε την υποχρέωσή του να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία ούτε την καθυστέρηση που σημειώθηκε σχετικά. Προβάλλει πάντως ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε όσον αφορά τη θέσπιση του προμνημονευθέντος σχεδίου κανονισμού εξηγείται από το γεγονός ότι, επειδή ασκούσε την προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, ένα πρώτο σχέδιο κανονισμού θεσπίστηκε μόλις στις 6 Φεβρουαρίου 1998. Επί του σχεδίου αυτού επήλθαν διάφορες τροποποιήσεις, πράγμα που εξηγεί ότι ένα νέο κείμενο υποβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας μόλις στις 27 Ιανουαρίου 1999. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι, δεδομένου ότι έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ταχεία μεταφορά της οδηγίας, η προσφυγή της Επιτροπής θα είναι πλέον, εντός ολίγου, άνευ αντικειμένου και ζητεί από το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία.
8 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι λαμβάνει υπόψη την παρεχόμενη από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου πληροφορία, αλλά επαναλαμβάνει τη θέση της ότι ουδέν οριστικό μέτρο μεταφοράς της οδηγίας ελήφθη.
9 Επισημαίνεται, πρώτον, ότι η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί ότι δεν ελήφθησαν ακόμη τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
10 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία (βλ., ιδίως, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-401/98, Επιτροπή κατά Ελλάδος, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 9).
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
12 Πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/30/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy