Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητηθείσα παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 2ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-45/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την C. Bergeot, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (ΕΕ L 216, σ. 12), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (ΕΕ L 216, σ. 12, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
2 Το άρθρο 17 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη αφενός θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο στις 22 Ιουνίου 1996 ή βεβαιώνονται, το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας και αφετέρου ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
3 Επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε καμία ανακοίνωση από τη Γαλλική Κυβέρνηση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στη γαλλική έννομη τάξη και επειδή δεν διέθετε άλλα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναγάγει ότι η Γαλλική Δημοκρατία είχε θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις, αποφάσισε να κινήσει κατ' αυτού του κράτους μέλους τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Με έγγραφο οχλήσεως της 16ης Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή υπενθύμισε στη Γαλλική Δημοκρατία τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από την οδηγία και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στις 13 Μαρτίου 1997 ότι η ισχύουσα γαλλική νομοθεσία περιελάμβανε ήδη, από άποψη κανονιστικού περιεχομένου, την πλειονότητα των διατάξεων της οδηγίας, αναγνώρισαν όμως ότι, για να εξασφαλιστεί η επαρκής μεταφορά της οδηγίας, η νομοθεσία αυτή έπρεπε να συμπληρωθεί. Ανέφεραν ότι το σχέδιο νόμου με τις αναγκαίες διατάξεις θα κατετίθετο σύντομα στο Κοινοβούλιο.
5 Μη έχοντας λάβει καμία περαιτέρω ανακοίνωση σχετική με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή, με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1998, απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη προς τη Γαλλική Δημοκρατία. Με τη γνώμη αυτή η Επιτροπή επανέλαβε τις παρατηρήσεις που περιείχε η έγγραφη όχληση και κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
6 Με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1998, οι γαλλικές αρχές απάντησαν επί της αιτιολογημένης γνώμης ότι η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
7 Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η νομοθεσία της πρέπει να τροποποιηθεί για να προσαρμοστεί στην οδηγία, σημειώνει όμως ότι η πλειονότητα των διατάξεων της οδηγίας βρισκόταν ήδη ενσωματωμένη στην ισχύουσα εσωτερική νομοθεσία.
8 Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτήν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα έξοδα αυτά και η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy