Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-47/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον P. Steinmetz, διευθυντή νομικών και πολιτιστικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, 5, rue Notre-Dame, Luxembourg,
καθού,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (ΕΕ L 216, σ. 12), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, L. Sevσn, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Οκτωβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (ΕΕ L 216, σ. 12, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ, το αργότερο στις 22 Ιουνίου 1996, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία ή εξασφαλίζουν τη θέσπιση από τους κοινωνικούς εταίρους, το αργότερο κατά την ίδια ημερομηνία, των αναγκαίων διατάξεων μέσω συμφωνίας, ενημερώνουν δε αμέσως σχετικά την Επιτροπή.
3 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, η Επιτροπή, με έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1997, όχλησε την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του σημείου αυτού.
4 Με απαντητικό έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1997, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αναφέρθηκε σε προπαρασκευαστικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας.
5 Μη έχοντας λάβει καμία περαιτέρω ανακοίνωση σχετικά με τη λήψη μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή απηύθυνε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στις 20 Ιανουαρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη στην οποία επανελάμβανε τις περιεχόμενες στην έγγραφη όχληση παρατηρήσεις, καλούσε δε το Λουξεμβούργο να συμμορφωρθεί προς αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
6 Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1998, οι λουξεμβουργιανές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή προσχέδιο του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας και ζήτησαν συμπληρωματική προθεσμία για την περάτωση της διαδικασίας μεταφοράς, προθεσμία την οποία χορήγησε η Επιτροπή.
7 Μη έχοντας λάβει καμία περαιτέρω ανακοίνωση από τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση σχετικά με τη λήψη του τελευταίου αυτού μέτρου που ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση των απορρεουσών από την οδηγία υποχρεώσεών της, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
8 Με την προσφυγή αυτή, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν μετέφερε την οδηγία εντός της ταχθείσας προθεσμίας και συνεπώς παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
9 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Υποστηρίζει ότι η πραγματική έκταση των εργασιών επεξεργασίας του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας υπερέβη κατά πολύ τις προβλέψεις και κατέστησε ιδίως αναγκαία τη σύσταση ειδικής διυπουργικής επιτροπής, η οποία εξέτασε επανειλημμένα τα στοιχεία αυτού του νομοσχεδίου το οποίο ενδιέφερε περισσότερα υπουργεία.
10 Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι, στις 19 Μαρτίου 1999, το νομοσχέδιο περί μεταφοράς της οδηγίας εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και διαβιβάστηκε στις 13 Απριλίου 1999 στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που αποτελεί νομοθετικό όργανο, καθώς και στα επιμελητήρια προς γνωμοδότηση η οποία είναι αναγκαία στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας του Λουξεμβούργου. Η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρει ότι η κατάθεση αυτού του σχεδίου νόμου ενώπιον του Κοινοβουλίου θα πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος Απριλίου 1999 και ότι η θέσπιση του νόμου θα επιτευχθεί συνεπώς κατά τη διάρκεια του 1999.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ζητεί από το Δικαστήριο, κυρίως, να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας για χρονική περίοδο που πρέπει να καθοριστεί και, επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή καταδικάζοντας την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
12 Διαπιστώνεται προκαταρκτικά ότι δεν συντρέχει λόγος για το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία.
13 Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, εφόσον η μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η παράβαση την οποία επικαλείται συναφώς η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
14 Πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy