Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου της προσφυγής από το Δικαστήριο - Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Περίληψη
$$Στο πλαίσιο της ασκουμένης δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ) προσφυγής, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
(βλ. σκέψη 17)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-58/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu και τη Μ. Πατακιά, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον I. M. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας το άρθρο 1, παράγραφος 5, και το άρθρο 2 του κωδικοποιημένου κειμένου του νομοθετικού διατάγματος 332, της 31ης Μαου 1994 (GURI αριθ. 126, της 1ης Ιουνίου 1994), που μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεως, στον νόμο 474, της 30ής Ιουλίου 1994, περί της επιταχύνσεως των διαδικασιών πωλήσεως των μεριδίων που διατηρούν το κράτος και οι δημόσιοι οργανισμοί στις μετοχικές εταιρίες (GURI αριθ. 177, της 30 Ιουλίου 1994), καθώς και τα διατάγματα σχετικά με τις «ειδικές εξουσίες» που καθορίστηκαν στην περίπτωση της ιδιωτικοποιήσεως της ΕΝΙ SpA και της Telecom Italia SpA, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ) και 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 56 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, D. A. O. Edward, L. Sevσn και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), A. La Pergola, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann, H. Ragnemalm και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2000, κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον I. M. Braguglia και η Επιτροπή από τον E. Traversa, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας το άρθρο 1, παράγραφος 5, και το άρθρο 2 του κωδικοποιημένου κειμένου του νομοθετικού διατάγματος 332, της 31ης Μαου 1994 (GURI αριθ. 126, της 1ης Ιουνίου 1994), που μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεως, στον νόμο 474, της 30ής Ιουλίου 1994, περί της επιταχύνσεως των διαδικασιών πωλήσεως των μεριδίων που κρατούν το κράτος και οι δημόσιοι οργανισμοί στις μετοχικές εταιρίες (GURI αριθ. 177, της 30 Ιουλίου 1994), καθώς και τα διατάγματα σχετικά με τις «ειδικές εξουσίες» που καθορίστηκαν στην περίπτωση της ιδιωτικοποιήσεως της ΕΝΙ SpA και της Telecom Italia SpA, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ) και 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 56 ΕΚ).
2 Το άρθρο 1 του κωδικοποιημένου κειμένου προσδιορίζει τους τρόπους πωλήσεως των μετοχών που διατηρούν το κράτος και οι δημόσιοι οργανισμοί. Η παράγραφος 5 αυτής της διατάξεως προβλέπει ότι οι αρμόδιες υπουργικές αρχές μπορούν - προς τον σκοπό της επεξεργασίας και της εκτελέσεως των πράξεων εισφοράς - να αναθέσουν ορισμένα καθήκοντα (μελετητικά, συμβουλευτικά, εκτιμητικά, επικουρικά, διοικητικά και διευθυντικά) σε «εθνικές ή αλλοδαπές εταιρίες που έχουν αποδείξει την εμπειρία και την διαχειριστική τους ικανότητα, καθώς και σε επαγγελματίες που είναι εγγεγραμμένοι επί πέντε τουλάχιστον έτη στα μητρώα που προβλέπονται από τον νόμο».
3 Το άρθρο 2 του κωδικοποιημένου κειμένου αφορά τις «ειδικές εξουσίες» που ανατίθενται στο κράτος και τους δημοσίους οργανισμούς. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι διάταγμα του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου ορίζει τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, των ενεργειακών πηγών και των άλλων υπηρεσιών με δημόσιο χαρακτήρα, που ελέγχονται αμέσως ή εμμέσως από το κράτος, στα καταστατικά των οποίων πρέπει να θεσπισθεί με απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως, πριν από τη θέσπιση κάθε πράξεως που θα επέφερε την απώλεια ελέγχου, διάταξη η οποία να αναθέτει στον Υπουργό Οικονομικών μία ή περισσότερες «ειδικές εξουσίες» από αυτές που απαριθμούνται στην παράγραφο αυτή, όπως η εξουσία ρητής συναινέσεως, η εξουσία διορισμού τουλάχιστον ενός ή περισσοτέρων διαχειριστών και ενός οικονομικού ελεγκτή, καθώς και το δικαίωμα αρνησικυρίας κατά ορισμένων αποφάσεων.
4 Από τον φάκελο προκύπτει ότι αυτές οι «ειδικές εξουσίες» πρέπει να ασκούνται «με γνώμονα τους εθνικούς στόχους ως προς την οικονομική και βιομηχανική πολιτική». Το περιεχόμενο της ρήτρας που απονέμει τις «ειδικές εξουσίες» προσδιορίζεται από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρο 2, παράγραφος 1 bis). Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 2 αυτής της αποφάσεως εφαρμόζονται επίσης στις εταιρίες τις οποίες ελέγχουν, αμέσως ή εμμέσως, οι δημόσιοι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταφορών και των άλλων υπηρεσιών με δημόσιο χαρακτήρα· στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω οργανισμοί υποκαθιστούν τον Υπουργό Οικονομικών στον ορισμό των εταιριών που αποτελούν αντικείμενο των «ειδικών εξουσιών» και στον καθορισμό της εκτάσεως και της ασκήσεως αυτών των εξουσιών (άρθρο 2, παράγραφος 3).
5 Με διάταγμα του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου, η Ιταλική Κυβέρνηση εισήγαγε στις 5 Οκτωβρίου 1995 τις «ειδικές εξουσίες» που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κωδικοποιημένου κειμένου στο καταστατικό της ΕΝΙ SpA (η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς της ενεργείας και της πετροχημείας).
6 Στις 21 Μαρτίου 1997, διάταγμα του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου όρισε ότι η STET SpA και η Telecom Italia SpA (αντιστοίχως holding και εταιρία εκμεταλλεύσεως του τομέα των τηλεπικοινωνιών) θα έπρεπε να περιλάβουν στα καταστατικά τους τις «ειδικές εξουσίες» πριν να ιδιωτικοποιηθούν. Η STET SpA και η Telecom Italia SpA στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν. Στις 24 Μαρτίου 1997, εκδόθηκαν δύο αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, η πρώτη από τις οποίες προσδιόριζε το περιεχόμενο των «ειδικών εξουσιών», και η δεύτερη όριζε στο 3 % των δικαιωμάτων ψήφου την αποφασιστική συμμετοχή προς τον σκοπό της ασκήσεως της ειδικής εξουσίας εγκρίσεως που απονέμεται στον Υπουργό Οικονομικών.
7 Με έγγραφο οχλήσεως της 3ης Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, πληροφόρησε την Ιταλική Κυβέρνηση για το ασυμβίβαστο των προαναφερθεισών εθνικών διατάξεων με τα άρθρα 52, 59 και 73 Β της Συνθήκης.
8 Η Ιταλική Κυβέρνηση απήντησε με έγγραφο της 13ης Μαου 1998. Η Επιτροπή δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα που παρουσίασε η Ιταλική Κυβέρνηση και της απηύθυνε, στις 10 Αυγούστου 1998, αιτιολογημένη γνώμη, στους όρους της οποίας έπρεπε να προσαρμοσθεί η Ιταλική Δημοκρατία εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως.
9 Με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1998, η Ιταλική Κυβέρνηση απήντησε στην αιτιολογημένη γνώμη και δεσμεύθηκε να συμμορφωθεί με τη θέσπιση ενός σχεδίου νόμου που τροποποιεί τις επίμαχες διατάξεις.
10 Παρόλο που η Επιτροπή έλαβε την έγγραφη δέσμευση της Ιταλικής Κυβερνήσεως, διαπίστωσε ότι η καθυστέρηση στην τήρησή της γινόταν ανησυχητική, εφόσον το σχέδιο νόμου δεν είχε εισαχθεί στην Ιταλική Βουλή.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
12 Όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κωδικοποιημένου κειμένου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης, αποκλείει από την άσκηση ορισμένων έργων όλους τους επαγγελματίες που ασκούν νομίμως τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη ή που εγκαταστάθηκαν προσφάτως στην Ιταλία.
13 Όσον αφορά τις «ειδικές εξουσίες» που ανατίθενται στο Υπουργείο Οικονομικών δυνάμει του άρθρου 2 του κωδικοποιημένου κειμένου, η Επιτροπή θεωρεί κατ' ουσίαν ότι τέτοιες εξουσίες, οι οποίες είναι ικανές να εμποδίσουν ή να καταστήσουν δυσκολότερη την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται η Συνθήκη, οφείλουν να εκπληρώνουν τέσσερις προϋποθέσεις, δηλαδή να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, να δικαιολογούνται από λόγους αποκλειστικά γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλες να εγγυηθούν την πραγματοποίηση του σκοπού τον οποίο επιδιώκουν και να μη προχωρούν πέρα απ' ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξή του. Επειδή δεν προκύπτει από πουθενά ότι οι προϋποθέσεις αυτές ικανοποιούνται εν προκειμένω και επειδή αυτές οι «ειδικές εξουσίες» απονέμουν στις ιταλικές αρχές την εξουσία να προβούν δυνάμει σε διακρίσεις, η οποία μπορεί να ασκηθεί με αυθαίρετο τρόπο, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι ανωτέρω «ειδικές εξουσίες» είναι ασυμβίβαστες προς τα άρθρα 52 και 73 Β της Συνθήκης.
14 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι οι επικρινόμενες εθνικές διατάξεις είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο. Επιβεβαίωσε μόνον την πρόθεσή της να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη της 10ης Αυγούστου 1998 και συμπλήρωσε ότι το σχέδιο νόμου που είχε προετοιμάσει προς τον σκοπό αυτό είχε εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 1998 και είχε εισαχθεί ενώπιον της Βουλής.
15 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση προσδιόρισε τους στόχους της ρύθμισης για τις «ειδικές εξουσίες», η οποία θεσπίστηκε με διάταγμα του προέδρου του υπουργικού συμβουλίου της 4ης Μαου 1999 (GURI 1999, αριθ. 109) και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.
16 Με την ευκαιρία αυτή, η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε ότι το διάταγμα της 4ης Μαου 1999 είχε μεταφερθεί στο άρθρο 66 του δημοσιονομικού νόμου αριθ. 488, της 23ης Δεκεμβρίου 1999, για το έτος 2000 (GURI αριθ. 302, της 27ης Δεκεμβρίου 1999), κατά τρόπον ώστε αυτή η μεταφορά να αναταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων και της ασφαλείας του δικαίου που προβάλλει η Επιτροπή.
17 Κατά πάγια νομολογία,η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 20, και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-302/95, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-6765, σκέψη 13).
18 Επομένως, εν προκειμένω η προθεσμία αυτή εξέπνευσε δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης της 10ης Αυγούστου 1998.
19 Συνακολούθως, οι νομοθετικές ή ρυθμιστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
20 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 1, παράγραφος 5, και 2 του κωδικοποιημένου κειμένου, καθώς και τα διατάγματα ως προς τις «ειδικές εξουσίες» στις περιπτώσεις των ιδιωτικοποιήσεων της ENI SpA και της Telecom Italia SpA, η Ιταλική Δημοκρατία περέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 52, 59 και 73 Β της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας τα άρθρα 1, παράγραφος 5, και 2 του κωδικοποιημένου κειμένου του νομοθετικού διατάγματος 332, της 31ης Μαου 1994, που μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεως, στον νόμο 474, της 30ής Ιουλίου 1994, περί της επιταχύνσεως των διαδικασιών πωλήσεως των μεριδίων που διατηρούν το κράτος και οι δημόσιοι οργανισμοί στις μετοχικές εταιρίες, καθώς και τα διατάγματα σχετικά με τις «ειδικές εξουσίες» που καθορίστηκαν στην περίπτωση της ιδιωτικοποιήσεως της ΕΝΙ SpA και της Telecom Italia SpA, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ) και 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 56 ΕΚ).
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy