Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - Αγωγή ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας - Σύμβαση περί χορηγήσεως κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο σχεδίου αφορώντος την προώθηση ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη - Μονομερής καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογήν των συμβατικών διατάξεων - Αίτημα επιστροφής του προκαταβληθέντος ποσού, πλέον συμβατικών τόκων - Ευθύνη εις ολόκληρον των οφειλετών για το κύριο ποσό - Τόκοι οφειλόμενοι από τον οφειλέτη που είναι υπεύθυνος για τη μη εκτέλεση της παροχής
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181 (νυν άρθρο 238 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-59/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους F. de Sousa Fialho και O. Couvert-Castéra, και στη συνέχεια από τους H. van Lier και A. Caeiros, επικουρουμένους από τον E. Braga, advogado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
Manuel Pereira Roldãο & Filhos Lda, με έδρα τη Marinha Grande (ορτογαλία),
Instituto Superior Técnico, με έδρα τη Λισσαβώνα (ορτογαλία), εκπροσωπούμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça και T. Aragãο Morais, advogados,
και
King, Taudevin & Gregson (Holdings) Ltd,
εναγομένων,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή ασκηθείσα από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), με αίτημα την ανάκτηση προκαταβολής την οποία η Επιτροπή χορήγησε στους εναγομένους στο πλαίσιο της συμβάσεως αριθ. IN 90/91 PO/UK, σχετικά με δραστηριότητες προωθήσεως των ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη (πρόγραμμα Thermie),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, και τους C. Gulmann και J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2001, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον A. Caeiros, επικουρούμενο από τον E. Braga, και το Instituto Superior Técnico από τους L. Pais Antunes και P. Farinha Alves, advogados,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας συνομολογηθείσας βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), αγωγή κατά της Manuel Pereira Roldãο & Filhos Lda (στο εξής: MPR), του Instituto Superior Técnico (στο εξής: IST) και της King, Taudevin & Gregson (Holdings) Ltd (στο εξής: KTG), με αντικείμενο την επιστροφή ποσού 357 813 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως αριθ. IN 90/91 PO/UK (στο εξής: σύμβαση), πλέον των τόκων ποσού 185 833,78 ευρώ, που κατέστησαν απαιτητοί την 1η Ιανουαρίου 1999, και πλέον των τόκων που θα παραχθούν μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο
2 Η σύμβαση συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπουμένης από την Επιτροπή, αφενός, και των MPR, IST και KTG (στο εξής συλλήβδην: συμβαλλόμενοι), αφετέρου, στο πλαίσιο σχεδίου αφορώντος την προώθηση ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη (πρόγραμμα Thermie).
3 Η σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο της 9, παράγραφος 1, διέπεται από το πορτογαλικό δίκαιο. Το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο για τη λύση κάθε σχετικής με τη σύμβαση διαφοράς, λαμβανομένης υπόψη της ρήτρας διαιτησίας που προβλέπεται στο άρθρο 12 του παραρτήματός της ΙΙ.
4 Οι εργασίες που εντάσσονταν στο σχέδιο έπρεπε να αρχίσουν την 1η Ιανουαρίου 1993 και να περατωθούν στις 31 Δεκεμβρίου 1995. Η Επιτροπή δεσμεύθηκε να αναλάβει το 40 % του κόστους του εν λόγω σχεδίου. Δεσμεύθηκε επίσης να προκαταβάλει το 30 % του κόστους αυτού, ήτοι ποσό 357 813 ECU, πράγμα το οποίο έπραξε στις 22 Φεβρουαρίου 1993.
5 Ως συντονίστρια του σχεδίου, η MPR έλαβε το προκαταβληθέν ποσό. Υπό την ιδιότητα αυτή, όφειλε επίσης να ενημερώσει την Επιτροπή για κάθε καθυστέρηση στην έναρξη των εργασιών και να της υποβάλει την πρώτη εξαμηνιαία τεχνική έκθεση, την πρώτη εξαμηνιαία οικονομική έκθεση και την πρώτη αποκαλούμενη «Data Base Sheet» έκθεση κατά τον έβδομο μήνα μετά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο f, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή μπρούσε να καταγγείλει τη σύμβαση αν κάποιος από τους συμβαλλομένους δεν άρχιζε τις εργασίες κατά την προβλεπομένη ημερομηνία και αν αυτή δεν αποδεχόταν τη νέα ημερομηνία που θα πρότεινε ο συμβαλλόμενος αυτός.
7 Το άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως προέβλεπε κατ' αρχήν ευθύνη εις ολόκληρο των συμβαλλομένων έναντι της Επιτροπής. Ωστόσο, το υπό στοιχείο c χωρίο της διατάξεως αυτής διευκρίνιζε ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα αναλάμβαναν τις υποχρεώσεις του μη ανταποκριθέντος στις δεσμεύσεις του συμβαλλομένου που αφορούσαν την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού, εφόσον μπορούσαν να αποδείξουν εγκύρως στην Επιτροπή ότι δεν είχαν συμβάλει στη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οικείου συμβαλλομένου και ότι είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις ενημερώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως.
8 Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνταν να ενημερώσουν την Επιτροπή, μέσω του συντονιστή του σχεδίου, σχετικά με την έναρξη των εργασιών και να την ειδοποιήσουν παραχρήμα σχετικά με την ολοκλήρωση ή τη διακοπή των εργασιών αυτών, καθώς και σχετικά με κάθε συμβάν ή κάθε περιστατικό που θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την εκτέλεση της συμβάσεως.
9 Δεδομένου ότι από μια τεχνική επίσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1993 στην MPR διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες δεν είχαν αρχίσει, η Επιτροπή απέστειλε, στις 20 Οκτωβρίου 1993, επιστολή στην MPR και, αντίγραφο αυτής, στο IST και στην KTG, για να καταγγείλει το γεγονός ότι η MPR δεν την είχε ειδοποιήσει για την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί στην έναρξη του σχεδίου και για το ότι το προκαταβληθέν ποσό είχε δαπανηθεί για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους προοριζόταν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απαίτησε την επιστροφή της προκαταβολής εντός προθεσμίας δύο μηνών, άλλως θα προχωρούσε στην καταγγελία της συμβάσεως χωρίς άλλες διατυπώσεις, βάσει του άρθρου της 8.
10 Η MPR, απαντώντας στην επιστολή αυτή, πληροφόρησε την Επιτροπή, με αχρονολόγητη επιστολή η οποία παραλήφθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1993, ότι δεν συμφωνούσε με τον ισχυρισμό ότι οι εργασίες δεν είχαν αρχίσει, καθόσον ορισμένες από αυτές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί από το IST και από την KTG. Η MPR ανέφερε επίσης ότι ήταν διατεθειμένη να εξετάσει όλες τις εναλλακτικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν τη συνέχιση της εκτελέσεως της συμβάσεως.
11 Με επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 1994 απευθυνόμενη στην MPR, αντίγραφο της οποίας απεστάλη στο IST και στην KTG, η Επιτροπή ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένη να συζητήσει τα ζητήματα που έθεσε η MPR, αφού πρώτα της προσκομιστεί η απόδειξη ότι το προκαταβληθέν ποσό ήταν διαθέσιμο στον λογαριασμό στον οποίο είχε μεταφερθεί.
12 Από επιστολή της 16ης Μα_ου 1994, απευθυνθείσα σε έκαστο των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει, κατά την ημερομηνία αυτή, κανένα τραπεζικό πιστοποιητικό περί του ότι το ποσό της προκαταβολής ήταν διαθέσιμο. Με την επιστολή αυτή, η Επιτροπή χορήγησε τελευταία προθεσμία ενός μήνα για την προσκόμιση του πιστοποιητικού αυτού, άλλως θα εφαρμόζονταν αμέσως οι διατάξεις του άρθρου 8 της συμβάσεως.
13 Με επιστολή της 14ης Ιουνίου 1994, η MPR ζήτησε από την Επιτροπή να αναβάλει τη λήψη της αποφάσεώς της, επικαλούμενη, αφενός, την αναδιάρθρωση της Indústria Portuguesa de Cristais, η οποία θα πραγματοποιούνταν κατά τον επόμενο μήνα, και, αφετέρου, την ανάγκη τροποποιήσεως του σχεδίου μετά την πτώχευση της KTG.
14 Με επιστολή της 7ης Ιουλίου 1994 απευθυνθείσα στην MPR και στο IST, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεχόταν να αναβάλει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994 τη λήψη της αποφάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που προέβαλε η MPR με την από 14 Ιουνίου 1994 επιστολή της.
15 H MPR δεν τήρησε τις νέες συμφωνηθείσες προθεσμίες και δεν προέβη σε καμία επιστροφή χρηματικών ποσών.
16 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατήγγειλε τη σύμβαση με επιστολή της 7ης Ιουνίου 1995, απευθυνθείσα στην MPR και στο IST. Επίσης, απέστειλε στην MPR, στις 10 Νοεμβρίου 1995, ένταλμα εισπράξεως, με το οποίο ζήτησε την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού.
17 Η MPR δεν ανταποκρίθηκε σε αυτή την αίτηση επιστροφής.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
18 Η MPR δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να της επιδικάσει τα αιτήματά της έναντι της εναγομένης αυτής.
19 Όσον αφορά την KTG, δεν κατέστη δυνατή η κοινοποίηση της προσφυγής ελλείψει στοιχείων περί της τωρινής διευθύνσεως της εταιρίας αυτής. Η Επιτροπή ειδοποίησε κατόπιν αυτού το Δικαστήριο, με έγγραφο της 26ης Απριλίου 1999, ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχίσει όσον αφορά τους δύο λοιπούς εναγομένους, οπότε παραιτήθηκε σιωπηρώς από τη συνέχιση της διαδικασίας όσον αφορά την KTG.
20 Το IST ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αβάσιμη την αγωγή όσον αφορά το IST και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Επί της επιστροφής της προκαταβολής
21 Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκ μέρους ενός ή περισσοτέρων συμβαλλομένων, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των ποσών που κατέβαλε ως χρηματοδοτική συνδρομή.
22 Από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι στις 22 Φεβρουαρίου 1993 η Επιτροπή προκατέβαλε στην MPR ποσό 357 813 ECU και ότι η Επιτροπή, επικαλούμενη την εκ μέρους της MPR μη εκτέλεση ορισμένων από τις συμβατικές υποχρεώσεις της, κατήγγειλε τη σύμβαση βάσει του άρθρου 8 του παραρτήματός της ΙΙ.
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς, κατ' αρχάς, ότι η MPR δεν άρχισε τις εργασίες εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, εν συνεχεία, ότι η MPR παρέλειψε να την ενημερώσει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της συμβάσεως, σχετικά με τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στην εκτέλεση του σχεδίου, και ότι η MPR χρησιμοποίησε, κατά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο a, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, το προκαταβληθέν ποσό για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους αυτό προοριζόταν.
24 Δεδομένου ότι όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί αποδείχθηκαν, πρέπει να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής, όσον αφορά την εκ μέρους της MPR επιστροφή της ληφθείσας προκαταβολής.
25 Ούτε το IST αμφισβητεί τη μη εκτέλεση της συμβάσεως. Ωστόσο, επικαλούμενο την εξαίρεση από την εις ολόκληρο ευθύνη που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο c, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, υποστηρίζει ότι δεν έχει σχέση με την εκ μέρους της MPR μη εκτέλεση της συμβάσεως, καθόσον έλαβε όλα τα δυνατά μέτρα για να ωθήσει την MPR στην έναρξη των εργασιών, και ότι ενημέρωσε την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, του εν λόγω παραρτήματο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Επιτροπή, λόγω του ότι άσκησε αγωγή καθ' όλων των συμβαλλομένων, δεν μπορεί πλέον να προβάλει την εις ολόκληρον ευθύνη τους.
26 ρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι το IST δεν συνέβαλε στη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της MPR.
27 Συγκεκριμένα, όχι μόνον η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την καλή πίστη του IST και το συμφέρον του προς εκτέλεση του σχεδίου, αλλά επιπλέον αποδείχθηκε ότι το IST παρακίνησε επανειλημμένως την MPR να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου και να εκπληρώσει τις προβλεπόμενες στη σύμβαση υποχρεώσεις.
28 Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το IST δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση να ενημερώσει παραχρήμα την Επιτροπή σχετικά με κάθε συμβάν ή κάθε περιστατικό που θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την εκτέλεση της συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως.
29 Συγκεκριμένα, μόλις στις 17 Ιουλίου 1995, ήτοι δύο και πλέον έτη αφού έλαβε γνώση των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η MPR για την έναρξη του σχεδίου και ενάμισι και πλέον έτος αφού έλαβε αντίγραφο της από 20 Οκτωβρίου 1993 επιστολής της Επιτροπής με την οποία απαιτήθηκε η επιστροφή της προκαταβολής εντός προθεσμίας δύο μηνών, το IST επικοινώνησε για πρώτη φορά εγγράφως με την Επιτροπή, πληροφορώντας την ότι δεν είχε λάβει από την MPR καμία συνεισφορά στα έξοδα και ότι η MPR ήταν η μόνη υπεύθυνη για τη διακοπή του σχεδίου.
30 Από άλλες μορφές επικοινωνίας, όπως επαφές με τρίτους ή τηλεφωνικές κλήσεις των οποίων οι ημερομηνίες δεν διευκρινίστηκαν από το IST, δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ειδοποιήθηκε παραχρήμα σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως.
31 Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι το IST δεν πληροφόρησε αμέσως την Επιτροπή σχετικά με την ύπαρξη περιστατικών τα οποία ωστόσο γνώριζε πλήρως και τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την εκτέλεση της συμβάσεως.
32 Επιπλέον, κακώς το IST ισχυρίζεται ότι η ευθύνη των συμβαλλομένων δεν είναι εις ολόκληρον, καθόσον η Επιτροπή άσκησε καθ' όλων συλλήβδην αγωγή.
33 Συγκεκριμένα, το καθεστώς της εις ολόκληρον ευθύνης που προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 517 και 519, παράγραφος 1, του πορτογαλικού Αστικού Κώδικα (στο εξής: Αστικός Κώδικας) επιτρέπει στον δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από ένα μόνον οφειλέτη είτε από όλους τους οφειλέτες. Σ' αυτήν ακριβώς την ευχέρεια έγκειται ο δικαιολογητικός λόγος της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή από τον κίνδυνο αφερεγγυότητας ενός των οφειλετών.
34 Έτσι, με μια αγωγή όπως η υπό κρίση, ο δανειστής μπορεί να επιτύχει, κατ' αρχάς, να υποχρεωθούν εις ολόκληρον όλοι οι οφειλέτες σε καταβολή της οφειλής. Ακολούθως, προσφεύγοντας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, θα μπορεί να απαιτήσει το σύνολο της εν λόγω καταβολής από τον οφειλέτη τον οποίο θα επιλέξει.
35 Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι, αφενός, το IST δεν τήρησε τις απαιτήσεις του άρθρου 2, στοιχείο c, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως και ότι, αφετέρου, ευθύνεται εις ολόκληρον έναντι της Επιτροπής, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα να υποχρεωθεί το IST σε επιστροφή της προκαταβολής των 357 813 ECU εις ολόκληρον με την MPR.
Επί των τόκων
36 Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, οφείλονται τόκοι από την ημερομηνία λήψεως του προκαταβληθέντος ποσού, υπολογιζόμενοι με το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας στις πράξεις που εκτελεί σε ECU και το οποίο δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μήνα, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.
37 Κατά την Επιτροπή, την 1η Ιανουαρίου 1999, οι απαιτητοί τόκοι ανέρχονταν σε 185 833,78 ECU και πρέπει να προστεθούν στο ποσό αυτό οι τόκοι που θα παραχθούν μέχρι την ολοσχερή επιστροφή της προκαταβολής.
38 Δεδομένου ότι η MPR δεν προέβαλε συναφώς καμία αμφισβήτηση με την αλληλογραφία που προηγήθηκε της ασκήσεως της παρούσας αγωγής και δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανένα στοιχείο της δικογραφίας από το οποίο να μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω το βάσιμο του αιτήματος της Επιτροπής, πρέπει να υποχρεωθεί η MPR να της καταβάλει τους συμβατικούς τόκους επί του προκαταβληθέντος ποσού από της 22ας Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνίας κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι η MPR έλαβε την προκαταβολή των 357 813 ECU, μέχρι την ολοσχερή επιστροφή της εν λόγω προκαταβολής.
39 Το IST υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από αυτό η καταβολή των τόκων καθόσον, κατά το άρθρο 520 του Αστικού Κώδικα, μόνον ο οφειλέτης που ευθύνεται για την αδυναμία εκτελέσεως μιας παροχής οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία που υπερβαίνει την αξία της παροχής αυτής.
40 Κατά το IST, δεδομένου ότι η αδυναμία εκτελέσεως της παροχής οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της MPR, αυτή είναι ο μόνος συμβαλλόμενος από τον οποίο η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την καταβολή των τόκων.
41 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως, η μη χρηματική ενοχή που απέρρεε αρχικώς από τη σύμβαση μετετράπη σε χρηματική ενοχή έχουσα ως αντικείμενο την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού.
42 ρόκειται συνεπώς για εκκαθαρισμένη αξίωση της Επιτροπής έναντι των συμβαλλομένων, η οποία υπόκειται, κατά συνέπεια, στις διατάξεις του άρθρου 520 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες, «αν η παροχή κατέστη αδύνατη λόγω γεγονότος καταλογιζομένου σε έναν από τους οφειλέτες, όλοι ευθύνονται εις ολόκληρο για το ποσό της παροχής· μόνον όμως ο οφειλέτης στον οποίο καταλογίζεται το γεγονός υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας η οποία υπερβαίνει την αξία αυτή και, αν πρόκειται περί πλειόνων οφειλετών, η ευθύνη τους είναι εις ολόκληρον».
43 ρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτό το νομικό καθεστώς εφαρμόζεται όχι μόνο στις περιπτώσεις φυσικής αδυναμίας εκτελέσεως της παροχής, αλλά και στις περιπτώσεις καθυστερήσεως του οφειλέτη. Οι τόκοι που προκύπτουν από την καθυστέρηση αυτή οφείλονται αποκλειστικά από τον οφειλέτη που ευθύνεται για τη μη εκτέλεση της παροχής.
44 Είναι όμως βέβαιον ότι η εκ μέρους της MPR μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της δεν μπορεί να καταλογιστεί στο IST.
45 Κατ' αρχάς, το IST άσκησε, με επιστολή της 9ης Ιουνίου 1994, ευθέως πίεση στην MPR για να επιστρέψει στην Επιτροπή τη ληφθείσα προκαταβολή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν η συμπεριφορά του IST είχε συμβάλει ή όχι στο αποτέλεσμα.
46 Εν συνεχεία, το IST ουδέποτε έλαβε κάποιο ποσό από την Επιτροπή, μόνο δε όταν έλαβε αντίγραφο της από 20 Οκτωβρίου 1993 επιστολής της Επιτροπής προς την MPR έλαβε γνώση της διενεργηθείσας από την Επιτροπή πληρωμής προς την MPR.
47 Τέλος, όπως τονίστηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε την καλή πίστη του IST ούτε το συμφέρον του προς εκτέλεση της συμβάσεως.
48 Επομένως, όχι μόνο το IST δεν συνέβαλε στην εκ μέρους της MPR μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, αλλά κατέβαλε προσπάθειες προς αποφυγή της, ασκώντας πίεση στην MPR για να εκπληρώσει την υποχρέωση επιστροφής στην Επιτροπή του προκαταβληθέντος ποσού.
49 Κατόπιν των προεκτεθέντων και υπό το φως του άρθρου 520 του Αστικού Κώδικα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το IST δεν οφείλει να καταβάλει στην Επιτροπή τους τόκους που προκύπτουν από την παράλειψη επιστροφής του προκαταβληθέντος ποσού.
50 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), πρέπει να αντικατασταθεί η αναφορά στο ECU από την αναφορά στο ευρώ, με αναλογία ενός ευρώ προς ένα ECU.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της MPR και του IST και οι διάδικοι αυτοί ηττήθηκαν κατά το ουσιώδες μέρος της διαφοράς, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει αλληλεγγύως τη Manuel Pereira Roldãο & Filhos Lda και το Instituto Superior Técnico να καταβάλουν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό των 357 813 ευρώ.
2) Η Manuel Pereira Roldãο & Filhos Lda υποχρεούται να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως τόκους που ήσαν απαιτητοί την 1η Ιανουαρίου 1999, το ποσό των 185 833,78 ευρώ, καθώς και τους συμβατικούς τόκους από της ημερομηνίας αυτής μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως της κύριας οφειλής.
3) Καταδικάζει τη Manuel Pereira Roldãο & Filhos Lda και το Instituto Superior Técnico στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy