Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - Ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση με αυτούς στις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας - Οδηγία 94/45 - Υποχρέωση μιας επιχειρήσεως ανήκουσας σε όμιλο επιχειρήσεων να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων - Υποχρέωση επιβαλλόμενη ακόμη και προτού αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρήσεως ασκούσας τον έλεγχο στο πλαίσιο του ομίλου - εριεχόμενο
(Οδηγία 94/45 του Συμβουλίου, άρθρο 11 §§ 1 και 2)
Περίληψη
$$Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε μια επιχείρηση ανήκουσα σε όμιλο επιχειρήσεων την υποχρέωση να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, έστω και αν δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι η διεύθυνση στην οποία οι εργαζόμενοι απευθύνονται αποτελεί διεύθυνση ελέγχουσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων.
Οσάκις τα στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση ή την οργάνωση ενός ομίλου επιχειρήσεων συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριακών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς, εναπόκειται στις επιχειρήσεις του ομίλου αυτού να παρέχουν τα εν λόγω στοιχεία, που κατέχουν ή που είναι σε θέση να συλλέξουν, στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν τη σχετική αίτηση. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί η κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον ίδιο σκοπό, εφόσον η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορέσουν να εκτιμήσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων.
( βλ. σκέψεις 36, 41, διατακτ. 1-2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-62/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landesarbeitsgericht Düsseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Betriebsrat der bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG
και
bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή, J.-P. Puissochet, R. Schintgen και F. Macken (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Betriebsrat der bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον T. Schmidt, Rechtsanwalt,
- η bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον E. Huber, Rechtsanwalt,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και C.-D. Quassowski,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. Pesendorfer,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Γκουλούση και J. C. Schieferer,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 21ης Ιανουαρίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Φεβρουαρίου 1999, το Landesarbeitsgericht Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Betriebsrat der bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG (επιτροπής επιχειρήσεως της εταιρίας bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG, στο εξής: επιτροπή επιχειρήσεως) και της εταιρίας bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG, με έδρα το Straelen (Γερμανία) (στο εξής: εργοδότης), σχετικά με την άρνηση της τελευταίας αυτής εταιρίας να παράσχει στην επιτροπή επιχειρήσεως, προκειμένου να συσταθεί ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως, πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το απασχολούμενο προσωπικό και τη διάρθρωση των επιχειρήσεων του ομίλου bofrost* στον οποίο αυτή ανήκει.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας προβλέπει, στις παραγράφους του 1 και 2, τα εξής:
«1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να βελτιωθεί το δικαίωμα των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.
2. ρος το σκοπό αυτό συνιστάται ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεων ή διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ' αυτούς σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, εφόσον υποβληθεί σχετικά αίτημα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, με σκοπό την ενημέρωση των εν λόγω εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς υπό τις προϋποθέσεις, κατά τον τρόπο και με τα αποτελέσματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία.»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως γ_ και ε_, της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) "επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας", κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε καθένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη·
β) "όμιλος επιχειρήσεων", κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις·
γ) "κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων", κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,
- έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη,
και
- τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος·
[...]
ε) "κεντρική διεύθυνση", η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης».
5 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει την έννοια «ελέγχουσα επιχείρηση» ως εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "ελέγχουσα επιχείρηση" νοείται η επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση "ελεγχόμενη επιχείρηση", για παράδειγμα λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή κανόνων που τη διέπουν.
2. Η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχειρήσεως αμέσως ή εμμέσως:
α) κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης,
ή
β) διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση,
ή
γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.»
6 Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι «[η] κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής [επιτροπής] επιχείρησης ή μιας διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και τον κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων».
7 Τέλος, το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε η διεύθυνση των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες βρίσκονται στο έδαφός του, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία, αδιακρίτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται στο έδαφός του ή όχι.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες οι ζητούμενες από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_, παρέχονται από τις επιχειρήσεις.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία με τον Gesetz über Europäische Betriebsräte, της 28ης Οκτωβρίου 1996 (νόμο περί των ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως, BGBl. 1996 Ι, σ. 1548, στο εξής: EBRG).
9 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του EBRG, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητές τους εντός της Κοινότητας και έχουν την έδρα τους στο γερμανικό έδαφος, καθώς και στους ομίλους επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητας, εφόσον η επιχείρηση που ασκεί τον έλεγχο του ομίλου έχει την έδρα της στο γερμανικό έδαφος.
10 Το άρθρο 5 του EBRG, που θεσπίστηκε προκειμένου να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 11 της οδηγίας, ορίζει τα εξής:
«1. Η κεντρική διεύθυνση πρέπει να διαβιβάζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον μέσο αριθμό εργαζομένων και την κατανομή τους εντός των κρατών μελών, τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις, καθώς και τη διάρθρωση της εταιρίας ή του ομίλου εταιριών.
2. Μια επιτροπή επιχειρήσεως ή μια κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως μπορεί να προβάλει το δικαίωμα που παρέχει η παράγραφος 1 ανωτέρω έναντι της τοπικής διευθύνσεως της εγκαταστάσεως ή της επιχειρήσεως· η διεύθυνση αυτή οφείλει να λάβει από την κεντρική διεύθυνση τα στοιχεία και τα έγγραφα που είναι αναγκαία για να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες.»
11 Το άρθρο 6 του EBRG ορίζει την έννοια της «ελέγχουσας επιχειρήσεως» κατά τρόπο ανάλογο με εκείνο του άρθρου 3 της οδηγίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης
12 Ο όμιλος bofrost*, στον οποίο ανήκει ο εργοδότης, περιλαμβάνει διάφορες εταιρίες εγκατεστημένες τόσο στη Γερμανία όσο και σε άλλα κράτη μέλη.
13 Η επιτροπή επιχειρήσεως είναι η επιτροπή επιχειρήσεως μιας από τις εταιρίες που ανήκουν στον όμιλο bofrost*.
14 Τον Απρίλιο του 1997, οι επιχειρήσεις του ομίλου bofrost* που είναι εγκατεστημένες στο ευρωπαϊκό έδαφος συνήψαν μεταξύ τους μια «Gleichordnungskonzernvertrag», δηλαδή μια ειδική συμφωνία προκειμένου να υπάρχει ισοτιμία μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο, έτσι ώστε καμία από αυτές να μη δεσπόζει και να μην υπάρχει μεταξύ τους καμία σχέση εξαρτήσεως.
15 Με τη διεθνή αυτή συμφωνία, ανέθεσαν τη διεύθυνση του ομίλου στην Ευρώπη σε μια «Lenkungsausschuß» (διευθύνουσα επιτροπή). Δημιούργησαν επίσης μια συμβουλευτική επιτροπή των εταίρων, της οποίας προεδρεύει ο Josef H. Boquoi και της οποίας η έγκριση είναι αναγκαία για τη λήψη, αφενός, ορισμένων αποφάσεων που αφορούν τις επιχειρηματικές υποθέσεις και, αφετέρου, των αποφάσεων που δεν εμπίπτουν στο σύνηθες πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητας.
16 Ήδη τον Απρίλιο του 1993, οι επιχειρήσεις του ομίλου bofrost* που είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία είχαν συνάψει μεταξύ τους συμφωνία παρόμοιου είδους.
17 Ο εργοδότης, απαντώντας, με έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 1997, σε διάφορες αιτήσεις που του απηύθυνε η επιτροπή επιχειρήσεως ζητώντας να της γνωστοποιηθούν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το απασχολούμενο προσωπικό και τη διάρθρωση των επιχειρήσεων του ομίλου bofrost*, προκειμένου να προετοιμάσει τη δημιουργία ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην οδηγία, αρνήθηκε οριστικά να της γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά.
18 Στις 3 Μαρτίου 1998, η επιτροπή επιχειρήσεως άσκησε αγωγή ενώπιον του Arbeitsgericht Wesel, προκειμένου να λάβει τα στοιχεία αυτά. Υποστήριξε ότι επληρούντο οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, του EBRG, καθόσον ο Josef Boquoi κατείχε, τουλάχιστον στις εταιρίες του ομίλου bofrost* που έχουν την έδρα τους στη Γερμανία, πλειοψηφική συμμετοχή στην οποία μπορούσε να στηριχθεί το τεκμήριο του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του EBRG.
19 Η επιτροπή επιχειρήσεως υποστήριξε ότι ο εργοδότης δεν μπορούσε να καταρρίψει το τεκμήριο αυτό προβάλλοντας τη συναφθείσα στο πλαίσιο του ομίλου διεθνή συμφωνία. Κατά την επιτροπή επιχειρήσεως, ο Josef Boquoi, ως πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής των εταίρων, ασκούσε δεσπόζουσα επιρροή στη διευθύνουσα επιτροπή του ομίλου στην Ευρώπη και, στην πράξη, ασκούσε επίσης τέτοια επιρροή στο σύνολο των εγκατεστημένων στην Ευρώπη εταιριών του ομίλου.
20 Ο εργοδότης ζήτησε την απόρριψη της αγωγής της επιτροπής επιχειρήσεως, ισχυριζόμενος ότι ο EBRG δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσε να αναγνωριστεί το επίδικο δικαίωμα πληροφορήσεως υπέρ της επιτροπής επιχειρήσεως.
21 Κατά τον εργοδότη, το άρθρο 5 του EBRG προϋποθέτει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου προϋποθέσεις, ήτοι ότι υφίσταται όμιλος επιχειρήσεων ευρωπαϊκής κλίμακας και ότι η έδρα της ελέγχουσας επιχειρήσεως βρίσκεται στη Γερμανία, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω. Κατά τον εργοδότη, ούτε ο Josef Boquoi ούτε καμιά επιχείρηση μπορούσε να ασκήσει τον νομικό ή πραγματικό έλεγχο στο πλαίσιο του ομίλου. Όσον αφορά τον Josef Boquoi, δεν είναι εταίρος σε καμία από τις εταιρίες του ομίλου bofrost* που είναι επιφορτισμένες με τη διεύθυνση των ετερορρύθμων εταιριών, αλλά μόνο στις εταιρίες που είναι ετερόρρυθμοι εταίροι. Επιπλέον, ούτε ως μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής των εταίρων έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις γερμανικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις του ομίλου.
22 Με απόφαση της 5ης Αυγούστου 1998, το Arbeitsgericht έκρινε βάσιμη την αίτηση παροχής πληροφοριών της επιτροπής επιχειρήσεως.
23 Στις 23 Νοεμβρίου 1998, ο εργοδότης άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Düsseldorf. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο θεώρησε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του EBRG πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επιτροπή επιχειρήσεως μπορεί βασίμως να ζητήσει από τον εργοδότη τα στοιχεία σχετικά με το μέσο συνολικά απασχολούμενο προσωπικό και την κατανομή του στα κράτη μέλη, καθώς και σχετικά με τη διάρθρωση, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων συμμετοχής του Josef Boquoi ως επιχειρηματία, ακόμη και αν δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη ελέγχουσας επιχειρήσεως υπό την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 6 του EBRG.
24 Ωστόσο, κρίνοντας ότι η ερμηνεία αυτή των εθνικών διατάξεων δεν μπορεί να υιοθετηθεί αν αποδειχθεί αντίθετη προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, την έννοια ότι το δικαίωμα πληροφορήσεως που προβλέπει υφίσταται και όταν δεν έχει (ακόμη) αποδειχθεί ότι στο πλαίσιο του ομίλου επιχειρήσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας αυτής, υφίσταται ελέγχουσα επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
εριλαμβάνει το κατά το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ δικαίωμα πληροφορήσεως και το δικαίωμα της επιτροπής επιχειρήσεως να ζητεί από την ερωτώμενη επιχείρηση να της παράσχει πληροφορίες όσον αφορά τα στοιχεία από τα οποία συνάγεται το τεκμήριο του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ;
3) εριλαμβάνει το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ και το δικαίωμα της επιτροπής επιχειρήσεως να ζητεί από την επιχείρηση την κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν τις πληροφορίες;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
25 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει σε μια επιχείρηση που ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων την υποχρέωση να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, ακόμη και αν δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι υφίσταται ελέγχουσα επιχείρηση στο πλαίσιο του ομίλου επιχειρήσεων.
26 Ο εργοδότης φρονεί ότι από το κείμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας προκύπτει ότι η υποχρέωση πληροφορήσεως δεν βαρύνει την επιχείρηση παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχει κατ' αρχάς αποδειχθεί ότι πρόκειται για ελέγχουσα επιχείρηση στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων. Κατ' αυτόν, αν γινόταν δεκτή κάθε άλλη αντίθετη ερμηνεία θα ήταν αδύνατο να καθοριστεί σε ποιες επιχειρήσεις επιβάλλεται υποχρέωση παροχής των πληροφοριακών στοιχείων ή πώς και κατά ποιο τρόπο η επιχείρηση που βαρύνεται με την παροχή των στοιχείων πρέπει να συλλέξει τα απαιτούμενα στοιχεία σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις με τις οποίες δεν έχει σύνδεσμο στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων υπό την έννοια της οδηγίας.
27 Η επιτροπή επιχειρήσεως, η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβένρηση, καθώς και η Επιτροπή, φρονούν ότι, προκειμένου να επιτευχθεί ο κύριος σκοπός της οδηγίας - ήτοι η διεθνική πληροφόρηση και διαβούλευση με τους εργαζομένους - είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η πρόσβαση των ενδιαφερομένων εργαζομένων στα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούν να κρίνουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διεθνικής διαβουλεύσεως με αυτούς και, ενδεχομένως, να διατυπώσουν ορθώς την αίτησή τους. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει επίσης τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη σχέσεως ελέγχου μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας.
28 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί, κατ' αρχάς, ότι η οδηγία έχει ως σκοπό, όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της, να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας ή σε ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας θα έχουν ορθή ενημέρωση και θα υπάρχει διαβούλευση με αυτούς οσάκις λαμβάνονται αποφάσεις που τους επηρεάζουν εντός κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνου στο οποίο εργάζονται.
29 Όπως προκύπτει από τη γενική οικονομία της, η οδηγία προβλέπει ότι η διεθνική ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς διασφαλίζεται, κατ' ουσίαν, μέσω ενός συστήματος διαπραγματεύσεων μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, και των εκπροσώπων των εργαζομένων.
30 ρέπει, εν συνεχεία, να τονιστεί ότι το άρθρο 11 της οδηγίας προβλέπει, στην παράγραφό του 1, ότι η διεύθυνση των εγκαταστάσεων μιας επιχειρήσεως κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών ενός ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
31 Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι το περιεχόμενο των υποχρεώσεων αυτών δεν μπορεί να περιορίζεται, όσον αφορά τους εργοδότες, σε μόνη την κεντρική διεύθυνση, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας.
32 Τέλος, για να μπορεί η οδηγία να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, είναι απαραίτητο, όπως ορθώς τονίζουν η επιτροπή επιχειρήσεως, η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, να διασφαλίζεται η πρόσβαση των ενδιαφερομένων εργαζομένων στα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούν να καθορίζουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως, εφόσον έχει αποδειχθεί η ύπαρξή της, και των εκπροσώπων των εργαζομένων.
33 Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο δικαίωμα πληροφορήσεως συνιστά αναγκαίο προαπαιτούμενο για τον καθορισμό της υπάρξεως επιχειρήσεως ή ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, η δε ύπαρξη αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς.
34 Όσον αφορά τους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως που ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας, το εν λόγω υπέρ αυτών δικαίωμα πληροφορήσεως υφίσταται συνεπώς ήδη προτού ακόμα αποδειχθεί ότι, στο πλαίσιο του ομίλου, υφίσταται ελέγχουσα επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας αυτής.
35 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο αναφέρει γενικώς τα «μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της [εν λόγω] οδηγίας», χωρίς να περιορίζεται στην κεντρική διεύθυνση, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, ή στους εκπροσώπους των εργαζομένων.
36 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε μια επιχείρηση ανήκουσα σε όμιλο επιχειρήσεων την υποχρέωση να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, έστω και αν δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι η διεύθυνση στην οποία οι εργαζόμενοι απευθύνονται αποτελεί διεύθυνση ελέγχουσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
37 Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που αφορούν το περιεχόμενο της υποχρεώσεως πληροφορήσεως, που απορρέει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, πρέπει να τονιστεί ότι το πληροφοριακό στοιχείο που αφορά τον αριθμό των εργαζομένων ενός ομίλου επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας, εντός εκάστου κράτους μέλους, στοιχείο που ζητείται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεν μπορεί να διαχωριστεί από το στοιχείο που αφορά την ύπαρξη σχέσεως ελέγχου μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 3 της ίδιας οδηγίας.
38 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, ο σκοπός της οδηγίας συνεπάγεται ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες αυτή προβλέπει πρέπει να τηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ή στους εκπροσώπους τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορούν να εκτιμούν αν έχουν ή όχι το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων, καθώς και, ενδεχομένως, να διατυπώσουν ορθώς την προς τούτο αίτηση.
39 Επομένως, οσάκις τα στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση ή την οργάνωση ενός ομίλου επιχειρήσεων συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριακών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς, εναπόκειται στις επιχειρήσεις του ομίλου αυτού να παρέχουν τα εν λόγω στοιχεία που κατέχουν ή που είναι σε θέση να συλλέξουν στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν τη σχετική αίτηση.
40 Εντεύθεν προκύπτει επίσης ότι, στον βαθμό που το απαιτεί η δυνατότητα των ενδιαφερομένων εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορούν να εκτιμήσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων, μπορεί επίσης να απαιτηθεί η κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον ίδιο σκοπό, εφόσον η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία.
41 Επομένως, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, οσάκις τα στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση ή την οργάνωση ενός ομίλου επιχειρήσεων συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριακών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς, εναπόκειται στις επιχειρήσεις του ομίλου αυτού να παρέχουν τα εν λόγω στοιχεία, που κατέχουν ή που είναι σε θέση να συλλέξουν, στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν τη σχετική αίτηση. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί η κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον ίδιο σκοπό, εφόσον η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορέσουν να εκτιμήσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 21ης Ιανουαρίου 1999 το Landesarbeitsgericht Düsseldorf, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε μια επιχείρηση ανήκουσα σε όμιλο επιχειρήσεων την υποχρέωση να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, έστω και αν δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι η διεύθυνση στην οποία οι εργαζόμενοι απευθύνονται αποτελεί διεύθυνση ελέγχουσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων.
2) Οσάκις τα στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση ή την οργάνωση ενός ομίλου επιχειρήσεων συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριακών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή διαδικασίας διεθνικής ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς, εναπόκειται στις επιχειρήσεις του ομίλου αυτού να παρέχουν τα εν λόγω στοιχεία, που κατέχουν ή που είναι σε θέση να συλλέξουν, στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν τη σχετική αίτηση. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί η κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον ίδιο σκοπό, εφόσον η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορέσουν να εκτιμήσουν αν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων.
Full & Egal Universal Law Academy