Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-74/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Crown Office) (Ηνωμένο Βασίλειο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Secretary of State for Health κ.λπ.,
ex parte: Imperial Tobacco Ltd κ.λπ.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος της οδηγίας 98/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 213, σ. 9),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. A. O. Edward, L. Sevón και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, A. La Pergola, J.-P. Puissochet, P. Jann, H. Ragnemalm, Μ. Wathelet και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας, και L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
οι Imperial Tobacco Ltd κ.λπ., εκπροσωπούμενες από τους D. Wyatt και D. Anderson, QC, και την J. Stratford, barrister, εντολοδόχους του δικηγορικού γραφείου Lovell White Durrant, solicitors,
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την Μ. Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον καθηγητή R. Cranston, QC, MP, Her Majesty's Solicitor General for England & Wales, και τον N. Paines, QC,
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο,
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και R. Loosli-Surrans, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση,
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato,
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Bygglin, νομική σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους C. Pennera, προϊστάμενο τμήματος στη Νομική Υπηρεσία, R. Bray και Μ. Moore, μέλη της ίδιας υπηρεσίας,
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους R. Gosalbo Bono, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, A. Feeney και S. Marquardt, μέλη της ίδιας υπηρεσίας,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ι. Martínez del Peral, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Μ. Shotter, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην ίδια υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Imperial Tobacco Ltd κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τους D. Wyatt και D. Anderson, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από την G. Amodeo, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον καθηγητή R. Cranston και τον N. Paines, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον C.-D. Quassowski, επικουρούμενο από τον J. Sedemund, δικηγόρο Βερολίνου, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την R. Loosli-Surrans, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον O. Fiumara, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την T. Pynnä, valtionasiamies, του Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου από τους C. Pennera και Μ. Moore, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τους R. Gosalbo Bono, A. Feeney και S. Marquardt, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από την Ι. Martínez del Peral και τον Μ. Shotter, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Απριλίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1999, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μαρτίου 1999, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Crown Office) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος της οδηγίας 98/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 213, σ. 9, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο της αιτήσεως που υπέβαλαν στις 21 Σεπτεμβρίου 1998 οι Imperial Tobacco Ltd, Gallaher Ltd, Rothmans (UK) Ltd και British American Tobacco Investments Ltd ή οι θυγατρικές τους (στο εξής: Imperial Tobacco κ.λπ.), εταιρίες παραγωγής προϊόντων καπνού στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να τους επιτραπεί να ζητήσουν τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας, μεταξύ άλλων, της προθέσεως και/ή της υποχρεώσεως της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου να εφαρμόσει τις επιταγές της οδηγίας. Οι Imperial Tobacco κ.λπ. ζήτησαν επίσης την υποβολή αιτήσεως προς το Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης.
3 Κατά την κύρια δίκη, οι Imperial Tobacco κ.λπ. προέβαλαν έξι λόγους ακυρότητας της οδηγίας βασιζομένους, πρώτον, στην ακαταλληλότητα της νομικής της βάσεως, δεύτερον, στην προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας εκφράσεως, τρίτον, στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, τέταρτον, στην παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας, πέμπτον, στην παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και, έκτον, στην παράβαση του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 295 ΕΚ) και/ή στην προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος κυριότητας.
4 Το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι ακυρότητας τους οποίους προέβαλαν οι Imperial Tobacco κ.λπ. ήσαν σοβαροί και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι η οδηγία 98/43 του Συμβουλίου άκυρη εν όλω ή εν μέρει διότι:
α) τα άρθρα 57, παράγραφος 2, 66 και 100 A δεν συνιστούν κατάλληλη νομική βάση,
β) συνιστά προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας εκφράσεως,
γ) συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας,
δ) συνιστά παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας,
ε) συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως,
στ) συνιστά παράβαση του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΚ και/ή προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος κυριότητας;»
5 Με σημερινή απόφαση, C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. Ι-8419, Ι-8423), η οδηγία ακυρώθηκε στο σύνολό της. Συνεπώς, παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
6 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση καθώς και το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1999 το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Crown Office), αποφαίνεται:
Δεδομένου ότι η οδηγία 98/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού, ακυρώθηκε στο σύνολό της με τη σημερινή απόφαση C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
Full & Egal Universal Law Academy