Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αγωγή αποζημιώσεως - Διαφορές εκ συμβάσεως αποζημιώσεως την οποία συνάπτει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η αρμόδια εθνική αρχή, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 178 και 215, εδ. 2 (νυν άρθρα 235 ΕΚ και 288, εδ. 2, ΕΚ)· κανονισμός 2187/93 του Συμβουλίου)
2. ράξεις των οργάνων - Κανονισμοί - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Συμβάσεις αποζημιώσεως που συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους - Διαδικαστικές και δικονομικές διατάξεις του εθνικού δικαίου - Αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - ροϋποθέσεις εφαρμογής
(Κανονισμός 2187/93 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Οι διατάξεις του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό προς το άρθρο 178 της Συνθήκης (νυν άρθρων 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 235 ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν καθιστούν το Δικαστήριο αρμόδιο επί διαφορών που προκύπτουν από σύμβαση αποζημιώσεως την οποία έχει συνάψει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η αρμόδια εθνική αρχή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους.
( βλ. σκέψη 50, διατακτ. 1 )
2. Ελλείψει σχετικής προβλέψεως στον κανονισμό 2187/93, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους, οι συμβάσεις αποζημιώσεως που συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του εν λόγω κανονισμού διέπονται από τους κανόνες του εθνικού δικαίου, καθ' όσον η εφαρμογή τους δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
Εξ άλλου, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποία προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων που έχουν συνάψει οι εθνικές αρχές εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι συνεκτιμάται και το κοινοτικό συμφέρον.
( βλ. σκέψεις 57, 63, διατακτ. 2-3 )
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-80/99 έως C-82/99,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ernst-Otto Flemmer (C-80/99),
Renate Christoffel (C-81/99)
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
εκπροσωπουμένων από την:
Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung,
και μεταξύ
Marike Leitensdorfer (C-82/99)
και
Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 215, δεύτερο εδάφιο, και 178 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 235 ΕΚ), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (ΕΕ L 196, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, P. Jann, F. Macken, N. Colneric (εισηγήτρια), S. von Bahr, προέδρους τμήματος, A. La Pergola, J.-P. Puissochet, L. Sevón, Μ. Wathelet, Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο E.-O. Flemmer, η R. Christoffel και η Μ. Leitensdorfer, εκπροσωπούμενοι από την Μ. Düsing, Rechtsanwältin,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Booß και Μ. Niejahr,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 23ης Φεβρουαρίου 1999, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 4 Μαρτίου 1999, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 215, δεύτερο εδάφιο, και 178 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 235 ΕΚ), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (ΕΕ 1993, L 196, σ. 6).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο τριών διαφορών μεταξύ, αφενός μεν, του E.-O. Flemmer και της R. Christoffel προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφετέρου δε, της Μ. Leitensdorfer προς την Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung (Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Γεωργίας και Επισιτισμού, στο εξής: BLE), σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει, εν όλω ή εν μέρει, την αποζημίωση που είχε προηγουμένως προσφερθεί στους τρεις ενάγοντες της κύριας δίκης, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από τον κανονισμό 2187/93 προϋποθέσεις χορηγήσεώς της.
Νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (EOK) 1078/77 περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για την μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (JO L 131, σ. 1), τον οποίο εξέδωσε το Συμβούλιο στις 17 Μα_ου 1977, προέβλεπε την καταβολή πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς που δεσμεύονταν να μη εμπορευθούν επί μία πενταετία γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα ή να μεταστρέψουν τις αγέλες τους από την παραγωγή γάλακτος στην παραγωγή κρέατος.
4 Στις 31 Μαρτίου 1984, το Συμβούλιο εξέδωσε τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 856/84, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και 857/84, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13). Οι κανονισμοί αυτοί καθιέρωσαν, από 1ης Απριλίου 1984, καθεστώς συμπληρωματικών εισφορών επί του γάλακτος, που ανάγκαζε κάθε παραγωγό γάλακτος, επί ποινή καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς, να εμπορεύεται μόνον ποσότητες γάλακτος μη υπερβαίνουσες τη γαλακτοκομική ποσόστωση που του έχει οριστεί (στο εξής: ποσότητα αναφοράς). Η ποσόστωση αυτή ισούται προς την ποσότητα γάλακτος την οποία παρήγαγε κατά το έτος αναφοράς, που, για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ήταν το 1983.
5 Οι παραγωγοί που, λόγω της δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει δυνάμει του κανονισμού 1078/77, δεν εμφάνιζαν παραγωγή κατά το εν λόγω έτος απεκλείοντο από το καθεστώς γαλακτοκομικών ποσοστώσεων.
6 Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355), το Δικαστήριο κήρυξε τον κανονισμό 857/84 ανίσχυρο καθόσον δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς του οικείου κράτους μέλους.
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 84, σ. 2), σκοπό είχε την ευθυγράμμιση της κοινοτικής ρυθμίσεως προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις Mulder και Von Deetzen. Επέτρεπε τη χορήγηση, στην κατηγορία παραγωγών που προηγουμένως απεκλείοντο από το καθεστώς γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, ειδικής ποσότητας αναφοράς, ίσης προς το 60 % της παραγωγής τους κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν της δεσμεύσεώς τους μη εμπορίας δυνάμει του κανονισμού 1078/77.
8 Το άρθρο 3α, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, ακυρώθηκε με τη σειρά του, ιδίως διότι περιόριζε τις ειδικές ποσοστώσεις στο 60 % της παραγωγής αναφοράς, με τις αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539), και C-217/89, Pastätter (Συλλογή 1990, σ. Ι-4585). Για να ληφούν υπόψη οι αποφάσεις αυτές, ο κανονισμός 857/84 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (EE L 150, σ. 35).
9 Με μη οριστική απόφαση της 19ης Μα_ου 1992, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061, στο εξής: Mulder ΙΙ), το Δικαστήριο έκρινε ότι για τις ζημίες που είχαν υποστεί οι παραγωγοί γάλακτος που είχαν εμποδιστεί να εμπορευθούν γάλα ως εκ της εφαρμογής του κανονισμού 857/84 ευθυνόταν η Επιτροπή.
10 Λόγω του πλήθους των παραγωγών τους οποίους αφορούσε η απόφαση Mulder ΙΙ και για να της προσδώσει πλήρη αποτελεσματικότητα, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 2187/93. Αυτός ορίζει ότι οι εθνικές αρχές προτείνουν στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς κατ' αποκοπήν αποζημίωση, την οποίαν αυτοί μπορούν είτε ν' αποδεχθούν, είτε ν' αποποιηθούν, ως πλήρη αποκατάσταση της ζημίας.
11 Κατά τη διαδικασία του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, οι παραγωγοί που επιθυμούσαν να υποβάλουν αίτηση αποζημιώσεως έπρεπε να την καταθέσουν στην αρμόδια αρχή, την οποία όριζε προς τούτο το οικείο κράτος μέλος, το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1993.
12 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού 2187/93, η αίτηση αποζημιώσεως γινόταν δεκτή εφόσον προερχόταν από παραγωγό στον οποίο είχε χορηγηθεί οριστική ειδική ποσότητα αναφοράς, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, είτε, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του κανονισμού 764/89, στις 29 Μαρτίου 1991, είτε βάσει του κανονισμού 1639/91, την 1η Ιουλίου 1993.
13 Δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 2187/93, οι αιτήσεις των παραγωγών στους οποίους, την 1η Ιουλίου 1993, είχαν χορηγηθεί οριστικά οι ειδικές ποσότητες βάσει του κανονισμού 1639/91 γίνονταν δεκτές υπό τη διαλυτική αίρεση ότι δεν θα συμμετείχαν στα προγράμματα εγκαταλείψεως της γαλακτοπαραγωγής, ούτε θα πωλούσαν ή θα εκμίσθωναν το σύνολο της εκμεταλλεύσεώς τους έως την 1η Ιουλίου 1994.
14 Κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 2187/93, σε περίπτωση που η χορηγηθείσα οριστική ειδική ποσότητα ήταν μικρότερη του 80 % της προσωρινής ειδικής ποσότητας, ή εάν η εκμετάλλευση είχε πωληθεί ή εκμισθωθεί εν μέρει, ανάλογα με την περίπτωση, πριν από την 1η Απριλίου 1992 ή πριν από την 1η Ιουλίου 1994, η προς αποζημίωση ετήσια ποσότητα μειωνόταν κατά την ποσότητα που είχε επιστραφεί στο εθνικό απόθεμα.
15 Το άρθρο 11 του κανονισμού 2187/93 ορίζει ότι η αρμόδια αρχή επαληθεύει την ακρίβεια των πληροφοριών που έδωσε ο παραγωγός και υπολογίζει το ύψος της αποζημιώσεως ανάλογα με την προς αποζημίωση ποσότητα και την αντίστοιχη περίοδο, χρησιμοποιώντας τα ποσά που εμφαίνονται στο παράρτημα.
16 Το άρθρο 14 του κανονισμού 2187/93, που αφορά την αποστολή και την αποδοχή των προσφορών αποζημιώσεως, έχει ως εξής:
«Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 10, εντός μέγιστης προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την παραλαβή της αίτησης, υποβάλλει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, προσφορά αποζημίωσης στον παραγωγό, συνοδευόμενη και από έγγραφο παραίτησης από τη διεκδίκηση κάθε υπολοίπου.
Όταν ο παραγωγός θεμελιώνει το δικαίωμα χορήγησης ειδικής ποσότητας αναφοράς:
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, η αποζημίωση καταβάλλεται μετά την επιστροφή του εγγράφου παραίτησης από κάθε διεκδίκηση, δεόντως εγκεκριμένου και υπογεγραμμένου από τον παραγωγό,
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, η αποζημίωση καταβάλλεται, υπό την προϋπόθεση ότι το έγγραφο παραίτησης θα έχει επιστραφεί δεόντως εγκεκριμένο και υπογεγραμμένο από τον παραγωγό, πριν από την 1η Ιουλίου 1994, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να επαληθεύσει την τήρηση των άρθρων 5 και 7, εκτός εάν ο παραγωγός καταθέσει στην αρχή αυτή εγγύηση ύψους 115 % του ποσού της αποζημίωσης που καθορίστηκε πριν από την εφαρμογή των προαναφερθέντων άρθρων και με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης των προϋποθέσεων που αναφέρονται σ' αυτά τα άρθρα.
Η μη αποδοχή της προσφοράς εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζόμενων από την ημερομηνία παραλαβής της, έχει ως συνέπεια την εξ αυτής αποδέσμευση στο μέλλον των ενδιαφερομένων κοινοτικών οργάνων.
Η αποδοχή της προσφοράς μέσω της επιστροφής στην αρμόδια αρχή, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, του εγγράφου παραίτησης δεόντως εγκεκριμένου και υπογεγραμμένου συνεπάγεται την παραίτηση από οποιαδήποτε αξίωση κατά των κοινοτικών οργάνων για τη ζημία που περιγράφεται στο άρθρο 1.»
17 Κατά τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2187/93, «η απόρριψη της προσφοράς που κάνει στον παραγωγό η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού αποτελεί άρνηση της κοινοτικής προσφοράς· [...] συνεπώς, η μετέπειτα κίνηση ή άσκηση ενδίκων μέσων από τον παραγωγό εμπίπτει στην κοινοτική δικαιοδοσία».
18 Το άρθρο 178 της Συνθήκης ορίζει:
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος.»
19 Το άρθρο 215, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει:
«Η συμβατική ευθύνη της Κοινότητας διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.
Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
Οι διαφορές της κύριας δίκης
20 Στην υπόθεση C-80/99, ο E.-O. Flemmer είναι παραγωγός γάλακτος, ο οποίος αποδέχθηκε την προσφορά καταβολής αποζημιώσεως 64 684 γερμανικών μάρκων (DEM), εντόκως προς 8 % ετησίως από 1ης Οκτωβρίου 1993, την οποία του είχε υποβάλει η BLE κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93. Επειδή η BLE αρνήθηκε να του καταβάλει τη συνομολογηθείσα ως άνω αποζημίωση, ο E.-O. Flemmer αξιώνει την καταβολή της.
21 Η BLE κατήγγειλε με άμεση ενέργεια τη σύμβαση αποζημιώσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 60, πρώτο εδάφιο, του Verwaltungsverfahrensgesetz (νόμου περί διοικητικής δικονομίας, στο εξής: VwVfG), με την αιτιολογία ότι, κατόπιν της διενέργειας ελέγχου, προέκυψε ότι κακώς είχε χορηγηθεί στον E.-O. Flemmer η οριστική ειδική ποσότητα αναφοράς. Και τούτο διότι αυτός δεν είχε παραγάγει ολόκληρη την προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στην εκμετάλλευσή του.
22 Στην υπόθεση C-81/99, η R. Christoffel αξιώνει την καταβολή του ποσού 73 038,17 DEM, το οποίο της είχε προσφερθεί ως αποζημίωση κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93. Είχε προκύψει ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1992, η Christoffel είχε μειώσει την εκμετάλλευσή της σε 4,45 εκτάρια, εκμισθώνοντας το υπόλοιπο τμήμα της, χωρίς η αντιστοιχούσα σ' αυτό ποσότητα αναφοράς να μεταφερθεί στο εθνικό απόθεμα· αντιθέτως, αυτή η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάστηκε στον μισθωτή. Η αρμόδια αρχή δεν είχε μεταφέρει τη σχετική ποσότητα στο εθνικό απόθεμα για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της Christoffel και του μισθωτή στον οποίο είχε μεταβιβασθεί η ποσότητα αναφοράς. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, η BLE αρνήθηκε να καταβάλει τη συνομολογηθείσα αποζημίωση και απηύθυνε στην ενδιαφερομένη νέα προσφορά ύψους 13 458,09 DEM.
23 Στην υπόθεση C-82/99, η Μ. Leitensdorfer είναι κληρονόμος μιας παραγωγού, η οποία είχε, και αυτή, αναδεχθεί την εκμετάλλευση του παραγωγού ο οποίος είχε αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1078/77. Η Μ. Leitensdorfer αξιώνει την καταβολή του ποσού των 14 328,15 DEM, με τόκους προς 8 % ετησίως από 1ης Οκτωβρίου 1993, ανερχομένους σε 12 913,02 DEM.
24 έραν του ότι το αρμόδιο κεντρικό τελωνείο τής αφήρεσε, από 1ης Απριλίου 1996, την οριστική ειδική ποσότητα αναφοράς 39 870 kg, απόφαση κατά της οποίας η Μ. Leitensdorfer προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht Μünchen (Μόναχο), η BLE κατήγγειλε τη σύμβαση αποζημιώσεως, την οποία είχε συνάψει, βάσει της οριστικής ειδικής ποσότητας αναφοράς, με την παραγωγό την οποία διαδέχθηκε η Μ. Leitensdorfer, με άμεση ενέργεια κατ' εφαρμογήν του άρθρου 60, πρώτο εδάφιο, του VwVfG, με την αιτιολογία ότι η οριστική ειδική ποσότητα αναφοράς είχε χορηγηθεί εκ σφάλματος στην παραγωγό. Συγκεκριμένα, ο αρχικός παραγωγός άρχισε να παραδίδει γάλα προερχόμενο από την εκμετάλλευσή του μόλις από τις 10 Οκτωβρίου 1991 και όχι επί διαρκή δωδεκάμηνη περίοδο πριν από τις 29 Μαρτίου 1991, όπως προέβλεπε το άρθρο 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1639/91.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
25 Όπως προκύπτει από το σκεπτικό των διατάξεων παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο κλίνει υπέρ της απόψεως ότι οι διαφορές των οποίων έχει επιληφθεί αφορούν τη συμβατική ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 215, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης και, επομένως, ότι είναι το ίδιο αρμόδιο.
26 Εν όψει, όμως, της αποφάσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, T-112/95, Dethlefs κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3819), το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με την αρμοδιότητά του. ράγματι, δεν αποκλείει η εν λόγω απόφαση, ιδίως στη σκέψη 55, να έχει την έννοια ότι διαφορές που ανακύπτουν από συμβιβασμούς ή συμβάσεις περί αποζημιώσεως που έχουν συναφθεί από τις εθνικές αρχές εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2187/93, εμπίπτουν στην εξωσυμβατική ευθύνη, κατά την έννοια του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
27 Επειδή δε το ζήτημα του προσδιορισμού του αρμοδίου δικαστηρίου και, κατ' επέκταση, του δικαίου που είναι εφαρμοστέο επί των επιδίκων συμβάσεων παρουσιάζει σοβαρές δυσχέρειες, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, που είναι κοινά και για τις τρεις υποθέσεις C-80/99 à C-82/99:
«1) Έχει το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 178 της Συνθήκης ΕΚ και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93, την έννοια ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και για διαφορές που προκύπτουν από σύμβαση συναφθείσα από την αρμόδια εθνική αρχή εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου για την προσφορά αποζημιώσεως σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους;
2) Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί αρνητική απάντηση και αν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 215, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ και, επομένως, θεμελιώνεται η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων κατά το άρθρο 183 της Συνθήκης ΕΚ, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν, καθ' όσον ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2187/93 δεν προβλέπει καμία ρύθμιση, σε μια τέτοια σύμβαση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου ή οι γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
3) Καθ' όσον εφαρμογή έχουν οι γενικές αρχές του δικαίου, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν και υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί η αρμόδια εθνική αρχή να διαρρήξει εν όλω ή εν μέρει την εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής συναφθείσα σύμβαση, εάν εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, για την υποβολή προσφοράς αποζημιώσεως ουδόλως συνέτρεχαν ή συνέτρεχαν εν μέρει ή ότι οι προϋποθέσεις για την υποβολή προσφοράς αποζημιώσεως συντρέχουν μόνον επειδή οι αρμόδιες εθνικές αρχές θεωρούν ότι εμποδίζονται, για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να ακυρώσουν εκ νέου την οριστική χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση αποζημιώσεως.»
28 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1999 αποφασίστηκε η ένωση και συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
29 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι διατάξεις του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό προς το άρθρο 178 της Συνθήκης, έχουν την έννοια ότι η κοινοτική δικαιοσύνη είναι αρμόδια επί διαφορών που προκύπτουν από σύμβαση αποζημιώσεως την οποία έχει συνάψει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η αρμόδια εθνική αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό 2187/93.
Επιχειρήματα αναπτυχθέντα με τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις
30 Από το γεγονός ότι οι παραγωγοί συνήψαν διοικητική σύμβαση περί φιλικού διακανονισμού οι ενάγοντες της κύριας δίκης συνάγουν ότι οι διαφορές που ανακύπτουν από έναν τέτοιο διακανονισμό είναι της αρμοδιότητας των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων.
31 Σχετικά με την αντίφαση μεταξύ της δικής τους αναλύσεως και της προαναφερθείσας αποφάσεως Dethlefs κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, οι ενάγοντες της κύριας δίκης θεωρούν ότι μπορούν να επιλέξουν είτε το ρωτοδικείο είτε την εθνική δικαιοσύνη, που είναι και το μεν και η δε αρμόδιοι σε όλες τις περιπτώσεις όπου ερίζονται διοικητικές συμβάσεις περί φιλικού διακανονισμού επί αιτήσεων αποζημιώσεως που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
32 Η Επιτροπή αναπτύσσει δύο σειρές επιχειρημάτων, μία υπέρ της αρμοδιότητας της εθνικής δικαιοσύνης και μία υπέρ της απευθείας προσφυγής στην κοινοτική δικαιοσύνη.
33 Για το ενδεχόμενο αρμόδια να είναι η εθνική δικαιοσύνη, η Επιτροπή διατείνεται κατ' ουσίαν ότι η αξίωση που θεμελιώνεται σε δικαίωμα το οποίο ο παραγωγός αντλεί εκ συμβάσεως έναντι του Συμβουλίου και της Επιτροπής υποκαθιστά την αξίωση αποζημιώσεως που απορρέει από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δυνάμει της ρήτρας περί παραιτήσεως που περιέχεται στο άρθρο 14, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 2187/93.
34 Για το ενδεχόμενο αρμόδια να είναι η κοινοτική δικαιοσύνη, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δυνατόν να ερμηνευθεί το άρθρο 178 της Συνθήκης με ευρεία έννοια, ότι δηλαδή η διάταξη αυτή αφορά όχι μόνον αγωγές που θεμελιώνονται στην εξωσυμβατική ευθύνη με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και διαφορές επί αξιώσεων εκ συμβάσεως, όταν αυτές έχουν ως αντικείμενο την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποζημιώσεως την οποία επιβάλλει στην Κοινότητα το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ή κατ' άλλον τρόπο συνδέονται με την υποχρέωση αυτή.
35 Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι μεταξύ του κανονισμού 2187/93 και της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας υφίσταται στενή ουσιαστική σχέση. Εφόσον ο εν λόγω κανονισμός έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποζημιώσεως των παραγωγών σύμφωνα με την απόφαση Mulder ΙΙ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των αρχών που απορρέουν από την απόφαση αυτή. Έτσι, ενδέχεται να παραστεί αναγκαίο να κριθεί εάν και κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος παραγωγός μπορούσε, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από την απόφαση Mulder ΙΙ, να προβάλει έναντι της Κοινότητας αξίωση προς αποκατάσταση των ζημιών του. Κατά το άρθρο 178 της Συνθήκης, το ζήτημα αυτό είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
36 εραιτέρω, η Επιτροπή επικαλείται δικονομικά προβλήματα. Για να διαφυλάξει τα συμφέροντά του σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της αγωγής του ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ο παραγωγός αναγκάζεται να στραφεί σε αμφότερα τα δικαστήρια.
37 Εν τέλει, η Επιτροπή εκφράζεται υπέρ της αρμοδιότητας της κοινοτικής δικαιοσύνης. Δεδομένου ότι μεταξύ των δικαιωμάτων από συμβατική και των δικαιωμάτων από εξωσυμβατική ευθύνη υφίσταται στενή ουσιαστική σχέση, η λύση αυτή μάλλον αποτελεί εγγύηση της αποτελεσματικότητας και της λυσιτέλειας της παροχής έννομης προστασίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 ροεισαγωγικώς, τονίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2187/93, οι επίδικες στις διαφορές της κύριας δίκης συμβάσεις συνάπτονται μεταξύ των εναγόντων αφενός και του Συμβουλίου και της Επιτροπής αφετέρου.
39 Όσον αφορά το δικαστήριο που είναι αρμόδιο επί διαφορών στις οποίες διάδικος είναι η Κοινότητα, το άρθρο 183 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 240 ΕΚ) ορίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια επί των διαφορών αυτών, πλην εκείνων για τις οποίες η Συνθήκη απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο.
40 Έτσι, αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι ενάγοντες της κύριας δίκης, το καθιερούμενο με τις Συνθήκες σύστημα καταμερισμού της δικαιοδοσίας δεν επιτρέπει στους διαδίκους, σε διαφορές όπως αυτές της κύριας δίκης, να επιλέγουν μεταξύ κοινοτικής και εθνικής δικαιοσύνης.
41 Άπαξ, σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η αρμοδιότητα της κοινοτικής δικαιοσύνης αποκλείει την των εθνικών δικαστηρίων, πρέπει να ερευνηθεί αν, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, επί διαφορών όπως οι εκκρεμείς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αρμόδια είναι η κοινοτική δικαιοσύνη.
42 Καμία διάταξη της Συνθήκης δεν απονέμει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα επί διαφορών σχετικών με τη συμβατική ευθύνη της Κοινότητας, πλην του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), το οποίο δεν έχει σχέση με τις υποθέσεις της κύριας δίκης. Κατά το άρθρο 178 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, αυτής, διάταξη που αφορά μόνον την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, ενώ η συμβατική της ευθύνη μνημονεύεται στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου.
43 Όμως, διαφορές όπως οι εκκρεμείς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχουν ως αντικείμενο τη συμβατική ευθύνη της Κοινότητας, διότι οι αξιώσεις των εναγόντων της κύριας δίκης θεμελιώνονται νομικά σε σύμβαση. Επομένως, αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αποκλείεται.
44 Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2187/93. Από αυτήν προκύπτει ότι, αντιθέτως προς διαφορές που ανακύπτουν από την απόρριψη της προσφοράς την οποία απευθύνει στον παραγωγό η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, για τις οποίες αρμόδια είναι η κοινοτική δικαιοσύνη, οι διαφορές επί αποζημιώσεως βάσει του κανονισμού 2187/93 δεν είναι της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
45 Ασφαλώς, μεταξύ του καθεστώτος αποζημιώσεως του κανονισμού 2187/93 και της αγωγής αποζημιώσεως εκ του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης υφίσταται στενή σχέση.
46 Ωστόσο η σχέση αυτή δεν αρκεί για να θεμελιώσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 178 της Συνθήκης, επί διαφορών εκ συμβάσεων συναπτομένων βάσει του κανονισμού 2187/93.
47 Η αποζημίωση βάσει του κανονισμού 2187/93 παραμένει αυτοτελής, καθ' όσον το καθεστώς το οποίο καθιερώνει συνιστά εναλλακτικό τρόπο επιλύσεως της διαφοράς και πρόσθετο τρόπο αποκαταστάσεως της ζημίας πέραν της δικαστικής οδού.
48 Όσον αφορά τον κίνδυνο τα εθνικά δικαστήρια να προβούν σε διιστάμενες ερμηνείες του κανονισμού 2187/93, επισημαίνεται ότι η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορεί να εξασφαλίζεται διά της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ αυτών και του Δικαστηρίου, συνεργασίας η οποία ενεργοποιείται στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας. Συναφώς, η κατάσταση δεν διαφέρει από εκείνη που συνήθως υφίσταται όταν τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή μια κοινοτική ρύθμιση, τα δε εθνικά δικαστήρια κρίνουν διαφορές που ανακύπτουν από αυτή την παρεμβολή των εθνικών αρχών.
49 Τα δικονομικά προβλήματα τα οποία επικαλείται η Επιτροπή αμβλύνθηκαν από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2187/93, η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου αρχίζει εκ νέου για όλους τους παραγωγούς από τις 30 Σεπτεμβρίου 1993, εάν η προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο αίτηση δεν υποβλήθηκε πριν από την ημερομηνία αυτήν. Σε περίπτωση, άλλωστε, μερικής ή ολικής αρνήσεως αποζημιώσεως μετά τη σύναψη της συμβάσεως αποζημιώσεως, ο παραγωγός απολαύει, ούτως ή άλλως, των εγγυήσεων των ενδίκων βοηθημάτων της εσωτερικής έννομης τάξεως, περιλαμβανομένης και της υποχρεώσεως του εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν είναι δεκτικές ενδίκου μέσου να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
50 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό προς το άρθρο 178 της Συνθήκης, έχουν την έννοια ότι δεν καθιστούν το Δικαστήριο αρμόδιο επί διαφορών που προκύπτουν από σύμβαση αποζημιώσεως την οποία έχει συνάψει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η αρμόδια εθνική αρχή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
51 Για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα αναγνώριζε το αιτούν δικαστήριο ως αρμόδιο επί των εκκρεμών ενώπιόν του διαφορών, αυτό ερωτά ποιο είναι το εφαρμοστέο επ' αυτών δίκαιο.
52 Διαπιστώνοντας ότι ούτε οι συμβάσεις ούτε ο κανονισμός 2187/93 διευκρινίζουν ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί εν προκειμένω το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Διατείνεται όμως ότι, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, επί συμβάσεων τις οποίες συνάπτουν τα όργανα της Ενώσεως, πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά το δίκαιο αυτής της τελευταίας και, προς τον σκοπό αυτό, να τίθενται σε εφαρμογή ειδικοί κανόνες περί συμβατικής ευθύνης βάσει των γενικών αρχών του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
Επιχειρήματα αναπτυχθέντα με τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις
53 Οι ενάγοντες της κύριας δίκης και η Επιτροπή θεωρούν ότι, αν αρμόδια είναι τα εθνικά δικαστήρια, αυτά πρέπει να στηρίζονται στις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου και όχι στις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Η Επιτροπή, ειδικότερα, φρονεί ότι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων θεμελιώνεται στο ότι οι διαφορές της κύριας δίκης αποτελούν περιπτώσεις που εμπίπτουν στη συμβατική ευθύνη της Κοινότητας, ευθύνη η οποία διέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 215, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση. Θα ήταν άλλωστε αντιφατικό να κηρύσσονται τα εθνικά δικαστήρια αρμόδια και να εφαρμόζονται ταυτόχρονα οι εν λόγω γενικές αρχές και όχι το εθνικό δίκαιο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
54 Όπως προκύπτει από την παραπάνω επιχειρηματολογία της Επιτροπής, το άρθρο 215, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης παραπέμπει, ως προς το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο, στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους και όχι στις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
55 εραιτέρω, καθ' όσον το κοινοτικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι γενικές του αρχές, δεν περιέχει κοινούς κανόνες, κατά πάγια νομολογία, η εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως πρέπει να ακολουθεί τους διαδικαστικούς και τυπικούς κανόνες του δικαίου του οικείου κράτους μέλους. άντως, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η προσφυγή στους εθνικούς κανόνες είναι δυνατή μόνον κατά το αναγκαίο για την εκτέλεση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου μέτρο και μόνον καθ' όσον η εφαρμογή των εν λόγω εθνικών κανόνων δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι γενικές του αρχές (απόφαση της 6ης Μα_ου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 29· βλ. επίσης απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ., Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψεις 17 και 22).
56 Την προκύπτουσα από την προεκτεθείσα νομολογία ερμηνεία δεν αναιρεί, στις διαφορές της κύριας δίκης, το γεγονός ότι η εφαρμογή του κανονισμού 2187/93 προσλαμβάνει τη συγκεκριμένη μορφή συμβάσεως που συνάπτεται όχι μόνο για λογαριασμό, αλλά και εξ ονόματος του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η σύμβαση δεν παύει να σκοπεί στην εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών.
57 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει σχετικής προβλέψεως στον κανονισμό 2187/93, οι συμβάσεις αποζημιώσεως που συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του εν λόγω κανονισμού διέπονται από τους κανόνες του εθνικού δικαίου, καθ' όσον η εφαρμογή τους δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
Επί του τρίτου ερωτήματος
58 Ως προς το τρίτο ερώτημα, έστω και αν εφαρμοστέο στις επίδικες συμβάσεις είναι το εθνικό δίκαιο, από τη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η εφαρμογή των εθνικών κανόνων πρέπει να γίνεται σε συμφωνία προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
59 Όσον αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία επικαλείται το εθνικό δικαστήριο, υπενθυμίζεται ότι οι επιταγές της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών στην κοινοτική έννομη τάξη, για την τήρηση των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο, δεσμεύουν και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις.
60 Επειδή δε οι αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου αποτελούν μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο σ' αυτή την έννομη τάξη το γεγονός ότι το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους εξασφαλίζει την τήρηση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 30).
61 Η αρχή όμως ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να επιφέρει διακρίσεις, σε σχέση προς διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίλυση διαφορών ναι μεν ομοειδών, αλλ' αμιγώς εθνικών, επιβάλλει, κατά την εκτίμηση των αντιτιθεμένων συμφερόντων, να συνεκτιμάται πλήρως το συμφέρον της Κοινότητας (προαναφερθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 32).
62 Συναφώς, για να εκτιμηθεί αν ένας παραγωγός βασίμως επικαλείται την προστασία της δικαιολογημένης του εμπιστοσύνης όταν η αρμόδια εθνική αρχή ακυρώνει τη σύμβαση την οποία έχει συνάψει με αυτόν, το εθνικό δικαστήριο πρέπει επί πλέον να λάβει υπόψη τη διαλυτική αίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2187/93.
63 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποία προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων που έχουν συνάψει οι εθνικές αρχές εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι συνεκτιμάται και το κοινοτικό συμφέρον.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 23ης Φεβρουαρίου 1999 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
1) Οι διατάξεις του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό προς το άρθρο 178 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 235 ΕΚ), έχουν την έννοια ότι δεν καθιστούν το Δικαστήριο αρμόδιο επί διαφορών που προκύπτουν από σύμβαση αποζημιώσεως την οποία έχει συνάψει, εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η αρμόδια εθνική αρχή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους.
2) Ελλείψει σχετικής προβλέψεως στον κανονισμό 2187/93, οι συμβάσεις αποζημιώσεως που συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του εν λόγω κανονισμού διέπονται από τους κανόνες του εθνικού δικαίου, καθ' όσον η εφαρμογή τους δεν θίγει το πεδίο εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
3) Το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποία προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων που έχουν συνάψει οι εθνικές αρχές εξ ονόματος και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι συνεκτιμάται και το κοινοτικό συμφέρον.
Full & Egal Universal Law Academy