Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών - Οδηγία 92/50 - Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές - Υποβολή προσφορών από οργανισμούς στους οποίους οι αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές των ανταγωνιστών τους - Συγκαλυμμένη διάκριση - Δεν υφίσταται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 59 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ)· οδηγία 92/50 Συμβουλίου]
Περίληψη
$$Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές, την οποία προβλέπει η οδηγία 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, δεν παραβιάζεται για τον λόγο και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών των οργανισμών στους οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις.
Το γεγονός και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει σε τέτοιους οργανισμούς τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών δεν συνιστά ούτε συγκαλυμμένη διάκριση ούτε περιορισμό που να αντιβαίνουν στο άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ).
( βλ. σκέψεις 32, 38, διατακτ. 1-2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-94/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesvergabeamt (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
ARGE Gewässerschutz
και
Bundesministerium für Land- und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), καθώς και του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η ARGE Gewässerschutz, εκπροσωπούμενη από τον J. Schramm, δικηγόρο Βιένης,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W. Okresek, Sektionschef της Καγκελαρίας,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και A. Bréville-Viéville, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Nolin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον R. Roniger, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της ARGE Gewässerschutz, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Öhler, δικηγόρο Βιένης, της Αυστριακής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Fruhmann, εκπρόσωπο της Καγκελαρίας, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον S. Pailler, rédacteur στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Nolin, επικουρούμενο από τον R. Roniger, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαρτίου 1999, το Bundesvergabeamt υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), καθώς και του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ARGE Gewässerschutz (στο εξής: ARGE) και του Bundesministerium für Land- und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Γεωργίας και Δασών), αναθέτουσας αρχής, σχετικά με τη συμμετοχή ημιδημόσιων οργανισμών σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3 Σκοπός της οδηγίας 92/50 είναι ο συντονισμός των διαδικασιών συνάψεως των δημόσιων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία αυτή συμβάλλει στη σταδιακή εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, η οποία ορίζεται ως ένας χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο είναι εξασφαλισμένη η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων.
4 Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη, πρέπει να αποφεύγονται τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Η εικοστή αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι, για την εξάλειψη των πρακτικών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό γενικά και τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς των υπηκόων άλλων κρατών μελών ειδικότερα, είναι αναγκαία η βελτίωση της πρόσβασης των παρεχόντων υπηρεσίες στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων.
5 Το άρθρο 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 92/50 ορίζει ότι ως «αναθέτουσες αρχές», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, θεωρούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, οι ενώσεις που αποτελούνται από έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή δημοσίου δικαίου.
6 Κατά την ίδια αυτή διάταξη, ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» νοείται κάθε οργανισμός:
- που δημιουργείται για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα
και
- έχει νομική προσωπικότητα
και
- είτε χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος ή από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου είτε η διαχείρισή του υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς είτε περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου του διορίζεται από το κράτος, τις περιφερειακές ή τις τοπικές αρχές ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
7 Το ίδιο άρθρο ορίζει, στο στοιχείο γ_, τον «παρέχοντα υπηρεσίες» ως κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του δημόσιου οργανισμού, που προσφέρει υπηρεσίες. Ο παρέχων υπηρεσίες που έχει υποβάλει προσφορά ορίζεται ως «προσφέρων».
8 Το ίδιο άρθρο ορίζει εξάλλου, στο στοιχείο δ_, τις «ανοικτές διαδικασίες» ως τις εθνικές διαδικασίες στα πλαίσια των οποίων μπορούν να υποβάλουν προσφορά όσοι παρέχοντες υπηρεσίες ενδιαφέρονται.
9 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την υπ' αυτών σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (...) οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν διαδικασίες προσαρμοσμένες στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
2. Οι αναθέτουσες αρχές φροντίζουν ώστε να μην υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων παρεχόντων υπηρεσίες.»
10 Το άρθρο 6 προβλέπει εξαίρεση από την εφαρμογή των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών:
«Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών με φορέα που αποτελεί ο ίδιος αναθέτουσα αρχή σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο β_, δυνάμει αποκλειστικού δικαιώματος που του παρέχεται βάσει δημοσιευμένων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη.»
11 Το άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, το οποίο αφορά τις ανωμάλως χαμηλές προσφορές, προβλέπει τα εξής:
«Εάν, για μια δεδομένη σύμβαση, οι προσφορές φαίνονται ανωμάλως χαμηλές σε σχέση με το αντικείμενό της, η αναθέτουσα αρχή, πριν απορρίψει τις προσφορές αυτές, ζητεί εγγράφως [τις] διευκρινίσεις για τη σύνθεση της προσφοράς τις οποίες κρίνει σκόπιμες και εξακριβώνει αυτή τη σύνθεση λαμβάνοντας υπόψη τις δοθείσες διευκρινίσεις.»
Η διαφορά της κύριας δίκης
12 Η ARGE, ένωση μηχανικών και επιχειρήσεων, υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο ανοικτής διαδικασίας που είχε προκηρύξει το Bundesministerium für Land- und Forstwirtschaft με αντικείμενο τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων για τη διεξαγωγή δειγματοληψιών και αναλύσεων του νερού διαφόρων αυστριακών λιμνών και ποταμών για τα έτη 1998/1999 και 1999/2000. Εκτός από την ARGE, προσφορές υπέβαλαν επίσης η Österreichische Forschungszentrum Seibersdorf GmbH και η Österreichische Forschungs- und Prüfungszentrum Arsenal GmbH, οι οποίες αποτελούν κέντρα ερευνών και δοκιμών.
13 Στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτησίας ενώπιον της Bundes- Vergabekontrollkommission (ομοσπονδιακής επιτροπής ελέγχου της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων), η ARGE πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της συμμετοχής των εταιριών αυτών στη διαδικασία συνάψεως των επίμαχων δημόσιων συμβάσεων, ισχυριζόμενη ότι οι εταιρίες αυτές λαμβάνουν, ως ημιδημόσιοι οργανισμοί, σημαντικές κρατικές επιδοτήσεις, οι οποίες δεν προορίζονται για την εκτέλεση συγκεκριμένων προγραμμάτων.
14 Η Bundes-Vergabekontrollkommission έκρινε ότι το άρθρο 16 του Bundesvergabegesetz (αυστριακού νόμου περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων), το οποίο επιτάσσει, μεταξύ άλλων, την τήρηση της αρχής περί ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού και της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως όλων των υποβαλλόντων προσφορές, δεν απαγόρευε τη συμμετοχή αυτή, παράλληλα προς την υποβολή προσφορών εκ μέρους ιδιωτών.
15 Κατόπιν αυτού η ARGE προσέφυγε ενώπιον του Bundesvergabeamt.
16 Το Bundesvergabeamt, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όλων των μετεχόντων σε διαγωνισμό για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να επιτρέψει τη συμμετοχή στον διαγωνισμό των οργανισμών στους οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως, οι οποίες δίδουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλουν, στο πλαίσιο του διαγωνισμού, προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στον διαγωνισμό που λειτουργούν με εμπορικά κριτήρια;
2) Συνιστά η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να επιτρέψει τη συμμετοχή των ανωτέρω οργανισμών στη διαδικασία του διαγωνισμού συγκαλυμμένη διάκριση, εφόσον όλοι ανεξαιρέτως οι οργανισμοί που λαμβάνουν αυτές τις επιδοτήσεις έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους ή εδρεύουν εντός του κράτους μέλους εντός του οποίου εδρεύει επίσης η αναθέτουσα αρχή;
3) Συνιστά η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να επιτρέψει τη συμμετοχή των ανωτέρω οργανισμών στη διαδικασία του διαγωνισμού περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, που είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ, και ιδίως με τα άρθρα 59 επ., έστω και αν η απόφαση αυτή δεν δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος των λοιπών μετεχόντων στον διαγωνισμό;
4) Έχει η αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με οργανισμούς οι οποίοι ανήκουν πλήρως ή τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στο Δημόσιο και οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά και μόνο, ή τουλάχιστον κατά το πλείστον, προς την αναθέτουσα αρχή ή προς άλλους οργανισμούς του Δημοσίου, χωρίς να προκηρύσσει διαγωνισμό για την εν λόγω σύμβαση κατά την οδηγία 92/50/ΕΟΚ, στον οποίο θα υποβάλουν ανταγωνιστικές προσφορές ενδιαφερόμενοι που λειτουργούν με εμπορικά κριτήρια;»
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
17 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η ARGE ζήτησε να κινηθεί διαδικασία διαιτησίας, προκειμένου να διευκρινιστεί αν το γεγονός ότι επιτράπηκε σε οργανισμούς του δημόσιου τομέα να μετάσχουν, παράλληλα με «καθαρά ιδιωτικούς» φορείς, σε διαδικασία διαγωνισμού προβλεπόμενου από τον Bundesvergabegesetz ανταποκρίνεται στην αρχή περί ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού και στην αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως όλων των υποβαλλόντων προσφορές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου αυτού.
18 Με την ίδια αυτή απόφαση το Bundesvergabeamt τονίζει ότι όταν, όπως εν προκειμένω, υποβάλλονται προσφορές από δημόσιους οργανισμούς ή δημόσιες επιχειρήσεις που, επειδή ακριβώς αποτελούν δημόσιους οργανισμούς, λαμβάνουν ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ) ή έχουν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα από άποψη κόστους, η αναθέτουσα αρχή δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει με αξιόπιστο τρόπο κατά πόσον η προσφερόμενη τιμή είναι εύλογη ή ανταποκρίνεται στην κατάσταση της αγοράς, αφού η τιμή αυτή δεν αντανακλά πάντοτε κόστος που έχει υπολογιστεί βάσει πραγματικών οικονομικών παραμέτρων. Οι εν λόγω οργανισμοί και εταιρίες βρίσκονται έναντι των λοιπών προσφερόντων σε σημαντικά ευνοϊκότερη θέση από άποψη ανταγωνισμού, καθόσον το Δημόσιο του οικείου κράτους μέλους αναλαμβάνει ένα μέρος τουλάχιστον των πάγιων και μεταβλητών εξόδων στα οποία στηρίζεται ο υπολογισμός της προσφοράς τους.
19 Το αιτούν δικαστήριο θέτει συνεπώς το ζήτημα αρχής κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στις αναθέτουσες αρχές να επιτρέπουν τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, παράλληλα προς τους μη επιδοτούμενους προσφέροντες, και οργανισμών για τους οποίους το κράτος μέλος αναλαμβάνει, με τη χορήγηση ενδεχομένως ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, ένα μέρος του κόστους επί του οποίου στηρίζεται ο υπολογισμός της προσφοράς τους.
20 Με τα τρία πρώτα ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ερωτά συγκεκριμένα αν η απόφαση να επιτραπεί η συμμετοχή ευνοούμενων οργανισμών, όταν τα παρεχόμενα στους οργανισμούς αυτούς πλεονεκτήματα τους παρέχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι ανταγωνιστές τους, προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές, η οποία είναι, κατά το δικαστήριο αυτό, εγγενής στην οδηγία 92/50, και αν η εν λόγω απόφαση αποτελεί, εφόσον όλοι οι ευνοούμενοι οργανισμοί είναι ημεδαποί, συγκαλυμμένη διάκριση ή περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, που αντιβαίνει προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
21 Το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να προκύψει από τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τη συμμετοχή ευνοούμενων οργανισμών. Φρονεί πάντως ότι η λύση αυτή θα είχε ακραίες συνέπειες, διότι οποιοσδήποτε κρατικός οργανισμός, ο οποίος διαθέτει νομική προσωπικότητα ως αυτοτελές υποκείμενο δικαίου, θα αποκλειόταν από την παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο βάσει έγγραφης αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Στο πλαίσιο αυτό το εν λόγω δικαστήριο θέτει το τέταρτο ερώτημα, με το οποίο ζητείται η οριοθέτηση της εξαιρέσεως από τον κανόνα της εφαρμογής των οδηγιών περί συνάψεως δημόσιων συμβάσεων, της λεγόμενης «In House Providing» εξαιρέσεως, η οποία αφορά τις συμβάσεις τις οποίες συνάπτει η αναθέτουσα αρχή με ορισμένους δημόσιους οργανισμούς με τους οποίους έχει συγκεκριμένους δεσμούς.
Επί του πρώτου ερωτήματος
22 Η ARGE υποστηρίζει ότι οι κοινοτικές οδηγίες που ισχύουν στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων στηρίζονται στην αρχή ότι για τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορές πρέπει να επικρατούν κανονικές συνθήκες αγοράς, δηλαδή να μην υπάρχει νόθευσή του, ειδικότερα λόγω παρεμβάσεων του οικείου κράτους μέλους. Τούτο προκύπτει από τη Συνθήκη, η οποία απαγορεύει καταρχήν τους περιορισμούς του ανταγωνισμού που οφείλονται είτε στις ιδιωτικές επιχειρήσεις είτε στα κράτη μέλη. Τούτο αποδεικνύεται επίσης από τις ίδιες τις οδηγίες: κατ' εφαρμογή των άρθρων 37 της οδηγίας 92/50 και 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), οι αναθέτουσες αρχές πρέπει κατ' αρχάς να εξετάζουν λεπτομερέστερα τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές, για τις οποίες υπάρχει η υποψία ότι κατέστησαν δυνατές λόγω της χορηγήσεως ενισχύσεως. Κατά την ARGE, οι διατάξεις αυτές θα ήταν περιττές, αν ο νομοθέτης είχε κρίνει ότι επιτρέπεται η συμμετοχή επιδοτούμενων επιχειρήσεων και οργανισμών στις διαδικασίες των διαγωνισμών.
23 Κατά την ARGE, η υποβολή προσφορών από αποδέκτες δημόσιων επιδοτήσεων συνεπάγεται κατ' ανάγκη, κατά την επιλογή του πλειοδότη ή του μειοδότη, την άνιση μεταχείριση και τη δυσμενή διάκριση των μη επιδοτούμενων προσφερόντων. Το παράνομο της συμμετοχής αυτής προκύπτει, τέλος, από τον σκοπό της οδηγίας 92/50, όπως εκφράζεται στην εικοστή αιτιολογική σκέψη, δηλαδή την εξάλειψη γενικά των πρακτικών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και, ειδικότερα, τη συμμετοχή των επιχειρηματιών άλλων κρατών μελών στους διαγωνισμούς.
24 Διαπιστώνεται ότι, όπως τόνισε το αιτούν δικαστήριο, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται, στο πλαίσιο της οδηγίας 92/50, να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, οι αναθέτουσες αρχές φροντίζουν ώστε να μην υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων παρεχόντων υπηρεσίες.
25 Εντούτοις, όπως υποστήριξαν η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάζεται για τον λόγο και μόνον ότι οι αναθέτουσες αρχές επιτρέπουν τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως οργανισμών που λαμβάνουν επιδοτήσεις, οι οποίες δίδουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στην εν λόγω διαδικασία, οι οποίοι δεν επιδοτούνται.
26 ράγματι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να υποχρεώσει τις αναθέτουσες αρχές να αποκλείουν τους οργανισμούς αυτούς, θα το είχε προβλέψει ρητά.
27 Επισημαίνεται όμως συναφώς ότι τα άρθρα 23 και 29 έως 37 της οδηγίας 92/50 ρυθμίζουν επακριβώς τις προϋποθέσεις επιλογής των παρεχόντων υπηρεσίες που έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν προσφορά και τις προϋποθέσεις επιλογής του πλειοδότη ή μειοδότη, αλλά καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει ότι αποκλείεται καταρχήν από τη διαδικασία όποιος λαμβάνει δημόσιες επιδοτήσεις ή ότι απορρίπτεται η προσφορά του για τον λόγο αυτό και μόνο.
28 Αντίθετα, το άρθρο 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας 92/50 επιτρέπει ρητά τη συμμετοχή στις διαδικασίες συνάψεως δημόσιων συμβάσεων των οργανισμών που χρηματοδοτούνται ενδεχομένως με πόρους του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ως «προσφέρων» νοείται ο παρέχων υπηρεσίες που έχει υποβάλει προσφορά και ορίζει τον «παρέχοντα υπηρεσίες» ως κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, «περιλαμβανομένου και του δημόσιου οργανισμού», που προσφέρει υπηρεσίες.
29 Μολονότι συνεπώς η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές δεν απαγορεύει καθαυτή τη συμμετοχή των δημόσιων οργανισμών στις διαδικασίες συνάψεως δημόσιων συμβάσεων, έστω και εντός του πλαισίου που περιγράφεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, δεν αποκλείεται, σε περίπτωση συνδρομής ιδιαίτερων περιστάσεων, να υποχρεώνει η οδηγία 92/50 τις αναθέτουσες αρχές, ή τουλάχιστον να τους δίδει τη δυνατότητα, να λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη επιδοτήσεων, και μάλιστα ενισχύσεων ασυμβίβαστων με τη Συνθήκη, προκειμένου να αποκλείουν, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, τους υποβάλλοντες προσφορές που λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις.
30 Συναφώς, ορθώς η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποκλείει κατά τη διαδικασία της επιλογής έναν από τους υποβαλόντες προσφορά, εφόσον κρίνει ότι έχει λάβει ενίσχυση ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη και ότι η υποχρέωση αποδόσεως της παράνομης ενισχύσεως ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ευρωστία του, οπότε ο προσφέρων αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν παρέχει τις αναγκαίες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις.
31 Για να δοθεί πάντως απάντηση στο ζήτημα αρχής που τίθεται στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν είναι αναγκαίο, ούτε άλλωστε δυνατόν, εν όψει των στοιχείων της δικογραφίας, να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται ή μπορούν να αποκλείουν από τη διαδικασία όσους από τους υποβάλλοντες προσφορά λαμβάνουν επιδοτήσεις.
32 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα αρκεί η απάντηση ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές, την οποία προβλέπει η οδηγία 92/50, δεν παραβιάζεται για τον λόγο και μόνον ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών των οργανισμών στους οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
33 Στην απόφαση περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι επιδοτήσεις που χορηγούνται σε ορισμένους από τους μετέχοντες στις διαδικασίες συνάψεως δημόσιων συμβάσεων αποβαίνουν προς όφελος αποκλειστικά και μόνον οργανισμών που εδρεύουν στην Αυστρία και τελούν σε στενή σχέση προς αυστριακούς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή αυστριακές περιφερειακές αρχές. Το δικαστήριο αυτό πιθανολογεί ότι η ανάληψη του συνόλου ή ενός μέρους του λειτουργικού κόστους ημεδαπών οργανισμών, οπότε οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές χαμηλότερες των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συγκαλυμμένη διάκριση λόγω ιθαγένειας και να είναι επομένως ασυμβίβαστη με τις διατάξεις του άρθρου 59 της Συνθήκης. ροσθέτει ότι, μολονότι είναι πιθανό να υπάρχουν και σε άλλα κράτη μέλη οργανισμοί οι οποίοι, δεδομένου ότι λαμβάνουν παρόμοιες επιδοτήσεις από το Δημόσιο, θα μπορούσαν να μετάσχουν στη διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, οι παρέχοντες υπηρεσίες από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι λειτουργούν με εμπορικά κριτήρια, δεν είναι υποχρεωμένοι να αναμένουν ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, θα συναντήσουν Αυστριακούς ανταγωνιστές οι οποίοι, λόγω των επιδοτήσεων εκ μέρους των αυστριακών οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, θα έχουν έναντι αυτών σημαντικά πλεονεκτήματα από άποψη ανταγωνισμού.
34 Κατά το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και αν η συμμετοχή των ευνοούμενων ημεδαπών οργανισμών δεν συνιστά συγκαλυμμένη διάκριση, μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί ως περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον οι οργανισμοί αυτοί, ενεργούντες εκτός των πλαισίων του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκαν και ο οποίος εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, μπορούν, βασιζόμενοι στις διατάξεις που προβλέπουν την πλήρη ή μερική χρηματοδότηση του κόστους τους, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους υπό όρους και υπό τιμές που δεν μπορούν να προσφέρουν οι μη ευνοούμενοι ανταγωνιστές τους.
35 Η ARGE ισχυρίζεται ότι η δυνατότητα συμμετοχής των ευνοούμενων οργανισμών σε διαδικασία διαγωνισμού είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
36 Επιβάλλεται η διαπίστωση, την οποία εξάλλου περιέχουν οι γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται κατά κανόνα σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο έδαφος του κράτους μέλους που τις καταβάλλει. Η πρακτική αυτή και η συνακόλουθη άνιση μεταχείριση των επιχειρήσεων των άλλων κρατών μελών είναι επομένως συμφυείς προς την έννοια της κρατικής ενισχύσεως. Δεν αποτελούν πάντως αυτόματα συγκαλυμμένη διάκριση ούτε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης.
37 Επιβάλλεται επίσης να τονιστεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ουδόλως υποστηρίχθηκε ότι για τη συμμετοχή στην επίδικη διαδικασία επιβαλλόταν, de jure ή de facto, προϋπόθεση που συνεπαγόταν ότι οι επιδοτούμενοι προσφέροντες έπρεπε να έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους της αναθέτουσας αρχής ή την έδρα τους εντός του κράτους αυτού.
38 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός και μόνον ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών των οργανισμών στους οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις, δεν συνιστά ούτε συγκαλυμμένη διάκριση ούτε περιορισμό που να αντιβαίνουν στο άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
39 Κατόπιν των απαντήσεων που δόθηκαν στα τρία πρώτα ερωτήματα και εν όψει του όλου πλαισίου εντός του οποίου υποβλήθηκε το τέταρτο ερώτημα (βλ. σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως), δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
40 Επισημαίνεται εντούτοις ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει παρόμοιο ερώτημα με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. Ι-8121), που αφορούσε την οδηγία 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή όταν η αναθέτουσα αρχή, όπως ένας οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, σχεδιάζει να συνάψει εγγράφως, με τυπικώς διακεκριμένο από αυτήν οργανισμό και αυτόνομο σε σχέση με αυτήν όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας που έχει ως αντικείμενο την προμήθεια προϊόντων, ανεξαρτήτως του αν ο οργανισμός αυτός είναι ή όχι αναθέτουσα αρχή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1999 το Bundesvergabeamt, αποφαίνεται:
1) Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλλόντων προσφορές, την οποία προβλέπει η οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, δεν παραβιάζεται για τον λόγο και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών των οργανισμών στους οποίους η ίδια ή άλλες αναθέτουσες αρχές καταβάλλουν επιδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους οργανισμούς αυτούς να υποβάλλουν προσφορές σε τιμές οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που προσφέρουν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, που δεν λαμβάνουν τέτοιες επιδοτήσεις.
2) Το γεγονός και μόνο ότι η αναθέτουσα αρχή επιτρέπει σε τέτοιους οργανισμούς τη συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών δεν συνιστά ούτε συγκαλυμμένη διάκριση ούτε περιορισμό που να αντιβαίνουν στο άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ).
Full & Egal Universal Law Academy