Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροδικαστικά ερωτήματα - αραδεκτό - Ανάγκη παροχής στο Δικαστήριο επαρκών διευκρινίσεων σχετικά με το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 (νυν άρθρο 234 ΕΚ)]
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - ρωτασφάλιση εκτός ασφαλίσεως ζωής - Οδηγία 73/239 - Απαγόρευση απευθυνόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες άσχετες προς την ασφάλιση - εριεχόμενο - Δημιουργία από τέτοιες επιχειρήσεις νέων νομικών προσώπων ασκούντων εμπορικές δραστηριότητες - ροϋποθέσεις επιτρεπτού - Άμεσο αποτέλεσμα της αντίστοιχης διάταξης
(Οδηγία 73/239 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχ. β_)
Περίληψη
1. H ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί όπως το δικαστήριο αυτό καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι επιταγές αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως σε ορισμένους τομείς, όπως ο τομέας του ανταγωνισμού, που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις. Οι πληροφορίες που παρέχονται με τις αποφάσεις περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο απόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη.
( βλ. σκέψεις 42-43 )
2. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της πρώτης οδηγίας 73/239, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως ισχύει κατόπιν της οδηγίας 92/49, κατά το οποίο οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις περιορίζουν τον εταιρικό σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, αποκλειομένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας, δεν εμποδίζει τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που ασκούν αποκλειστικά ασφαλιστικές δραστηριότητες να δημιουργούν ένα νέο νομικό πρόσωπο, όπως είναι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, που ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, εφόσον η εισφορά των εν λόγω ταμείων σε ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο δεν υπερβαίνει την ελεύθερη βάρους περιουσία τους και η ευθύνη τους περιορίζεται στην εισφορά τους αυτή.
Εξάλλου, η προαναφερθείσα διάταξη είναι επαρκώς σαφής και ανεπιφύλακτη ώστε να είναι δυνατή η επίκλησή της ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικήσεως, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή κανόνα του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστου προς την ως άνω διάταξη.
( βλ. σκέψεις 64, 70, διατακτ. 1-2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-109/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal administratif de Pau (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Association basco-béarnaise des opticiens indépendants
και
Préfet des Pyrénées-Atlantiques,
παρισταμένων της:
Mutuelle «Adour Mutualité»
και της
Mutualité française - Union des Pyrénées-Atlantiques,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), όπως ισχύει κατόπιν της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφαλίσεως ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Association basco-béarnaise des opticiens indépendants, εκπροσωπούμενη από τους V. Le Meur-Baudry και N. Beaudouin, δικηγόρους της πόλεως Le Mans,
- η mutuelle «Adour Mutualité» και η Mutualité française - Union des Pyrénées-Atlantiques, εκπροσωπούμενες από τον F.-H. Briard, δικηγόρο στο Conseil d'État και στο Cour de cassation,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την C. Bergeot, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson, νομικό σύμβουλο, και τον B. Mongin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Association basco-béarnaise des opticiens indépendants, εκπροσωπουμένης από τους V. Le Meur-Baudry και N. Beaudouin, της mutuelle «Adour Mutualité» και της Mutualité française - Union des Pyrénées-Atlantiques, εκπροσωπουμένων από τον F.-H. Briard, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την C. Bergeot και τον S. Seam, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον B. Mongin, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Απριλίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 23ης Μαρτίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαρτίου 1999, το tribunal administratif de Pau υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), όπως ισχύει κατόπιν της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφαλίσεως ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1, στο εξής: οδηγία 73/239).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Association basco-béarnaise des opticiens indépendants (στο εξής: ΑΒΒΟΙ) και του Préfet des Pyrénées-Atlantiques (νομάρχη του διοικητικού διαμερίσματος Pyrénées-Atlantiques), παρισταμένων των αλληλασφαλιστικών ταμείων mutuelle «Adour Mutualité» (στο εξής: Adour) και Mutualité française - Union des Pyrénées-Atlantiques (στο εξής: UPA), σχετικά με το κύρος, έναντι του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, αποφάσεως του εν λόγω νομάρχη περί εγκρίσεως του κανονισμού του centre d'optique et d'acoustique mutualiste (κέντρου οφθαλμολογίας, οπτικής και βαρηκο_ας ανήκοντος σε αλληλασφαλιστικό ταμείο) το οποίο εκμεταλλεύεται η UPA.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η πρόσβαση στη δραστηριότητα της πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και η άσκησή της διέπεται σε κοινοτικό επίπεδο, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 73/239.
4 Η οδηγία 73/239, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 47, παράγραφος 2, ΕΚ), αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής.
5 Η οδηγία 92/49, επίσης εκδοθείσα βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης, καθώς και βάσει του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 55 ΕΚ), αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ασφαλίσεως γενικά, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, όσον αφορά τόσο την ελευθερία εγκαταστάσεως όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. ροκειμένου να διευκολύνει την επίτευξη των σκοπών αυτών, η οδηγία 92/49 έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, τη βασική, αναγκαία και επαρκή εναρμόνιση για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής.
6 Το άρθρο 1 της οδηγίας 73/239 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία αφορά την ανάληψη της μη μισθωτής δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως που ασκείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε ένα κράτος μέλος ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτό, προκειμένου για τους κλάδους που ορίζονται στο παράρτημα της παρούσης οδηγίας, καθώς και στην άσκηση της δραστηριότητος αυτής.»
7 Το άρθρο 2 της οδηγίας 73/239 διευκρινίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία δεν αφορά:
1. Τις κάτωθι ασφαλίσεις:
(...)
δ) τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων·
(...)».
8 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία α_και β_, της οδηγίας 73/239 έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος απαιτεί όπως οι επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί στην επικράτειά του και ζητούν την άδεια:
α) υιοθετούν μία των κάτωθι μορφών:
(...)
- όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: "société anonyme", "société d'assurance mutuelle", "institution de prévoyance régie par le code de la sécurité sociale", "institution de prévoyance régie par le code rural", καθώς και "mutuelles régies par le code de la mutualité",
(...)
β) (...) περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας·
(...)».
9 Το άρθρο 13 της οδηγίας 73/239 ορίζει ότι:
«1. Η χρηματοπιστωτική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
2. Η εν λόγω χρηματοπιστωτική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές του κράτους μέλους καταγωγής, δυνάμει των διατάξεων που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.
(...)»
10 Το άρθρο 15 της οδηγίας 73/239 προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών για το σύνολο των δραστηριοτήτων της.
Το πόσο αυτών των αποθεματικών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από την οδηγία 91/674/ΕΟΚ.
2. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να καλύπτει τα τεχνικά αποθεματικά για το σύνολο των δραστηριοτήτων της με διεπόμενα από τους κανόνες της νομισματικής αντιστοιχίας στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ. Όσον αφορά τους κινδύνους που βρίσκονται στην Κοινότητα, τα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού πρέπει να βρίσκονται επίσης στην Κοινότητα. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να έχουν τα στοιχεία αυτά του ενεργητικού σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί, ωστόσο, να προβλέπει ελαστικότερους κανόνες όσον αφορά τον τόπο όπου βρίσκονται τα στοιχεία του ενεργητικού.
(...)»
11 Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθεματικά που αναφέρονται στο άρθρο 15.»
12 Το άρθρο 57 της οδηγίας 92/49 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1993, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία και τις θέτουν σε ισχύ το αργότερο την 1η Ιουλίου 1994.
13 Με τη σκέψη 24 της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C-239/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-8935), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 92/49 και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο την εν λόγω οδηγία όσον αφορά τα ταμεία αλληλασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Η εθνική νομοθεσία
14 Το άρθρο L. 111-1 του code de la mutualité (κώδικα αλληλασφαλίσεως) έχει ως εξής:
«Τα αλληλασφαλιστικά ταμεία είναι συμπράξεις μη κερδοσκοπικού σκοπού οι οποίες αναλαμβάνουν την άσκηση δραστηριοτήτων πρόνοιας, αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας υπέρ των μελών τους ή της οικογενείας τους, μέσω των εισφορών που καταβάλλουν τα μέλη αυτά, ιδίως με σκοπό:
1. Την πρόληψη των αφορώντων το άτομο κινδύνων στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και την αποκατάσταση των συνεπειών τους.
2. Την ενθάρρυνση της μητρότητας και την προστασία της παιδικής ηλικίας, της οικογενείας, των ηλικιωμένων ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες.
3. Την υποστήριξη των μελών τους όσον αφορά την πολιτιστική και ηθική ανάπτυξη, καθώς και την ψυχική και σωματική υγεία, και τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεώς τους.»
15 Το άρθρο L. 411-1 του ίδιου κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:
«Για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου L. 111-1, τα αλλληλασφαλιστικά ταμεία μπορούν να δημιουργούν και να οργανώνουν υπηρεσίες υγειονομικού, ιατρικοκοινωνικού, κοινωνικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα, στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση τα μέλη άλλων αλληλασφαλιστικών ταμείων διεπόμενων από τον παρόντα κώδικα, κατόπιν συνάψεως σχετικής συμβάσεως μεταξύ τους.
Ο παρών κώδικας δεν προβλέπει παρέκκλιση από τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που αφορούν τη δημιουργία και τη διαχείριση των ως άνω κατηγοριών υπηρεσιών».
16 Το άρθρο L. 411-2 ορίζει ότι:
«Οι υπηρεσίες περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο L. 411-1 δεν έχουν διαφορετική νομική προσωπικότητα από εκείνη του αλληλασφαλιστικού ταμείου από το οποίο συστήθηκαν. Οι δραστηριότητες κάθε υπηρεσίας πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο χωριστού προϋπολογισμού και χωριστών λογιστικών βιβλίων.»
17 Το άρθρο L. 411-6 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη των αναγκαίων αδειών λειτουργίας δυνάμει των σχετικών ειδικών νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων που έχουν εφαρμογή όσον αφορά τις υπηρεσίες περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο L. 411-1, η δημιουργία και η επέκταση των υπηρεσιών εξαρτάται από την εκ μέρους των διοικητικών αρχών έγκριση ενός κανονισμού που προσαρτάται στο καταστατικό λειτουργίας τους, ο οποίος προσδιορίζει τον τρόπο της λειτουργίας τους από διοικητική και οικονομική άποψη.
Με διάταγμα εγκρινόμενο από το Conseil d'État μπορεί να προβλεφθεί ένα υπόδειγμα κανονισμού των ως άνω υπηρεσιών, καθώς και οι διατάξεις τους με υποχρεωτικό χαρακτήρα.
(...)»
18 Το άρθρο L. 123-1 του κώδικα αλληλασφαλίσεως προβλέπει τα εξής:
«Τα αλληλασφαλιστικά ταμεία μπορούν να συστήνουν μεταξύ τους ενώσεις με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία υπηρεσιών κατά το άρθρο L. 411-1 του παρόντος κώδικα, κοινών για όλα τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που είναι μέλη τους. Οι ενώσεις αυτές μπορούν να δημιουργούν ομοσπονδίες αλληλασφαλιστικών ενώσεων, με αντικείμενο την επίτευξη των ίδιων σκοπών.
Τα εθνικά ή περιφερειακά αλληλασφαλιστικά ταμεία μπορούν να μετέχουν σε ενώσεις ανάλογα με τους τομείς δραστηριότητας των ενώσεων αυτών.
Οι ενώσεις και οι ομοσπονδίες δεν μπορούν να παρεμβαίνουν στη λειτουργία των αλληλασφαλιστικών ταμείων που μετέχουν σ' αυτές.»
19 Το άρθρο L. 123-2 ορίζει τα ακόλουθα:
«Η γενική συνέλευση των ενώσεων και ομοσπονδιών αποτελείται από εκπροσώπους των συμμετεχόντων ταμείων οι οποίοι εκλέγονται όπως ορίζεται στο καταστατικό.
Οι αποφάσεις που λαμβάνει νομοτύπως η γενική συνέλευση είναι υποχρεωτικές για τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που είναι μέλη των εν λόγω ενώσεων και ομοσπονδιών.»
20 Το άρθρο L. 123-3 διευκρινίζει:
«Με την επιφύλαξη των ανωτέρω διατάξεων, οι ενώσεις αλληλασφαλιστικών ταμείων και οι ομοσπονδίες των ενώσεων αυτών διέπονται από τις ίδιες διατάξεις όπως και τα εν λόγω ταμεία.»
21 Το άρθρο L. 125-1, δεύτερο εδάφιο, έχει ως ακολούθως:
«Η γενική συνέλευση καλείται υποχρεωτικά να αποφανθεί προκειμένου περί τροποποιήσεων του καταστατικού, περί διασπάσεως ή διαλύσεως, περί συγχωνεύσεως με άλλο αλληλασφαλιστικό ταμείο, καθώς και περί συνάψεως δανείου του οποίου η φύση και το ύψος καθορίζονται με διάταγμα. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλα τα μέλη του ταμείου (...)».
22 Τα άρθρα R. 122-1 και R. 122-2 του ως άνω κώδικα προβλέπουν ότι το καταστατικό που ψηφίζει η συστατική συνέλευση και οι αποφάσεις περί τροποποιήσεως του καταστατικού αυτού πρέπει να κατατίθενται, έναντι αποδείξεως, στη νομαρχία του διοικητικού διαμερίσματος της έδρας και ότι η λήψη της σχετικής αποφάσεως περί εγκρίσεως ή απορρίψεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα του νομάρχη του οικείου διοικητικού διαμερίσματος.
23 Το τυποποιημένο κείμενο καταστατικού των αλληλασφαλιστικών ταμείων και των ομοσπονδιών τους περιλαμβάνεται σε παράρτημα του διατάγματος 86-1359, της 30ής Δεκεμβρίου 1986 (JORF της 31ης Δεκεμβρίου 1986, σ. 16013), το οποίο ορίζει τις διατάξεις με υποχρεωτικό χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων ιδίως τα άρθρα 24, 26 και 36.
24 Στο άρθρο 24 του καταστατικού ορίζονται τα ακόλουθα:
«Η γενική συνέλευση αποτελείται από εκπροσώπους των αλληλασφαλιστικών ταμείων. Κάθε εκπρόσωπος έχει μία μόνο ψήφο.»
25 Το άρθρο 36 του ως άνω τυποποιημένου καταστατικού, σχετικά με τη συγκρότηση της γενικής συνελεύσεως, προβλέπει ότι το αλληλασφαλιστικό ταμείο επιλέγει μεταξύ των προτεινόμενων εναλλακτικών τρόπων συγκροτήσεως, ορίζει δε τα εξής:
«Ο αριθμός των εκπροσώπων που εκλέγει κάθε αλληλασφαλιστικό ταμείο:
- είναι ανάλογος προς τα μέλη του, ανερχόμενος σε (...) εκπρόσωπο/εκπροσώπους ανά (...) μέλη·
- είναι ανάλογος προς τις εισφορές που καταβάλλει στην ένωση (στην ομοσπονδία), ανερχόμενος σε (...) εκπρόσωπο/εκπροσώπους για εισφορά ύψους (...)·
- αποτελεί συνάρτηση του αριθμού των μελών του, καθώς και των εισφορών που καταβάλλει στην ένωση (στην ομοσπονδία), σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες (...)».
26 Το άρθρο 36 του τυποποιημένου καταστατικού ορίζει, στο τέταρτο εδάφιο, σημείο 5, ότι η γενική συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικά για να αποφασίσει περί της εντάξεως σε ένωση ταμείων ή περί της αποχωρήσεως από μια τέτοια ένωση.
27 Στο παράρτημα 2 του διατάγματος 64-827, της 23ης Ιουλίου 1964 (JORF της 8ης Αυγούστου 1964, σ. 7329), περιλαμβάνεται το κείμενο ενός τυποποιημένου κανονισμού κέντρου οφθαλμολογίας και οπτικής ανήκοντος σε αλληλασφαλιστικό ταμείο· το διάταγμα αυτό προσδιορίζει τις διατάξεις τού ως άνω κανονισμού που έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα άρθρα 1, 11 και 36.
28 Το άρθρο 1 του τυποποιημένου κανονισμού ορίζει ότι το ανήκον σε αλληλασφαλιστικό ταμείο κέντρο οφθαλμολογίας και οπτικής δεν έχει νομική προσωπικότητα χωριστή από αυτήν του αλληλασφαλιστικού ταμείου.
29 Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι:
«Τα έσοδα αποτελούνται από:
(...)
3 - Τα κεφάλαια που αφιερώνει η ένωση για τη λειτουργία του κέντρου οφθαλμολογίας και οπτικής σε περίπτωση ανεπαρκείας των εσόδων.
4 - ροκαταβολές χορηγούμενες από την ένωση προς κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του καταστήματος.
(...)»
30 Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 36 του τυποποιημένου κανονισμού προσθέτει τα εξής:
«Η κατάργηση του κέντρου οφθαλμολογίας και οπτικής και της οικονομικής υπηρεσίας της παροχής οπτικών ειδών μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο αποφάσεως μόνο της γενικής συνελεύσεως στο πλαίσιο ψηφοφορίας περί τροποποιήσεως του καταστατικού.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
31 Με ένα πρώτο δικόγραφο προσφυγής, που κατατέθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1998 ενώπιον του tribunal administratif de Pau, η ΑΒΒΟΙ, η οποία εδρεύει στην πόλη αυτή, ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως του νομάρχη του διοικητικού διαμερίσματος Pyrénées-Atlantiques της 20ής Μα_ου 1996, με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός του centre d'optique et d'acoustique mutualiste που εκμεταλλεύεται η UPA.
32 Από τη δικογραφία που διαβίβασε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι η UPA είναι ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, η οποία διαχειρίζεται αποκλειστικά ιατρικά κέντρα παρέχοντα υπηρεσίες στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, και συγκεκριμένα δύο οδοντιατρικά κέντρα και πέντε κέντρα οφθαλμολογίας, οπτικής και βαρηκο_ας, καθώς και ότι δεν ασκεί καμία δραστηριότητα στον τομέα της ασφαλίσεως.
33 Με ένα δεύτερο δικόγραφο, κατατεθέν στις 10 Απριλίου 1998 ενώπιον του tribunal administratif de Pau, η ΑΒΒΟΙ ζήτησε επίσης την ακύρωση της αποφάσεως του νομάρχη του διοικητικού διαμερίσματος Pyrénées-Atlantiques της 10ης Μα_ου 1995, με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός κέντρου οφθαλμολογίας και οπτικής που διαχειρίζεται η Adour.
34 Από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η ΑΒΒΟΙ προκύπτει ότι η Adour είναι αλληλασφαλιστικό ταμείο που παρέχει υπηρεσίες επικουρικής ασφαλίσεως ασθενείας στα μέλη του και υπηρεσίες οφθαλμολογίας και οπτικής στο πλαίσιο σχετικών ιατρικών κέντρων.
35 Το tribunal administratif de Pau επέτρεψε στην UPA και στην Adour να παρέμβουν υπέρ του νομάρχη του διοικητικού διαμερίσματος Pyrénées-Atlantiques, με αίτημα την απόρριψη των δύο προαναφερθεισών προσφυγών, διατάσσοντας την ένωση και συνεκδίκασή τους προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
36 Θεωρώντας ότι η ΑΒΒΟΙ στερείται εννόμου συμφέροντος για να ζητήσει την ακύρωση της αποφάσεως του νομάρχη της 20ής Μα_ου 1996, καθόσον αφορά ένα κατάστημα ειδών βαρηκο_ας, το tribunal administratif de Pau κήρυξε απαράδεκτη ως προς την εν λόγω πτυχή την προσφυγή ακυρώσεως της 16ης Ιανουαρίου 1998.
37 Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι, κατά την ΑΒΒΟΙ, η απόφαση της 20ής Μα_ου 1996 είναι παράνομη, για τον λόγο ότι τα άρθρα R. 122-1 επ. του code de la mutualité στα οποία αυτή στηρίζεται είναι ασυμβίβαστα προς το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, το οποίο ορίζει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να περιορίζουν τον εταιρικό σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν απευθείας απ' αυτήν, αποκλειομένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας.
38 Το ως άνω δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 είναι σαφείς και ανεπιφύλακτες, δεν διαθέτει όμως κανένα στοιχείο που να διευκρινίζει, αφενός, αν μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων όπως η UPA, η οποία δεν έχει ασφαλιστικές δραστηριότητες, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού και, αφετέρου, τι νοείται ως απαγορευόμενη βάσει του άρθρου αυτού «εμπορική δραστηριότητα».
39 Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 έχει την έννοια ότι εμποδίζει τη διοίκηση να εγκρίνει το καταστατικό νομικού προσώπου διεπόμενου από τον code de la mutualité και ασκούντος εμπορική δραστηριότητα, κατ' εφαρμογήν των άρθρων L. 123-1 και L. 123-2 του ως άνω κώδικα.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές το tribunal administratif de Pau αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή των άρθρων L. 123-1 και L. 123-2 του γαλλικού code de la mutualité, τα οποία επιτρέπουν σε αλληλασφαλιστικά ταμεία, που ασκούν μόνον ασφαλιστικές δραστηριότητες, να δημιουργούν μεταξύ τους αλληλασφαλιστικές οργανώσεις διαθέτουσες νομική προσωπικότητα και νομική αυτονομία και ασκούσες εμπορικές δραστηριότητες στον τομέα της οπτικής;
2) Αν το γαλλικό δίκαιο είναι ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις της οδηγίας [73/239], είναι γενική και απόλυτη η απαγόρευση ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας όσον αφορά αλληλασφαλιστική οργάνωση, η οποία δημιουργείται από αλληλασφαλιστικά ταμεία έχοντα ως μόνη δραστηριότητα την ασφάλιση, ή οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ασκείται η εμπορική δραστηριότητα και τους τομείς στους οποίους αυτή πρέπει να περιορίζεται;»
Επί του παραδεκτού
41 Η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνονται ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο διότι η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν εξηγεί επαρκώς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα υποβαλλόμενα ερωτήματα. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν περιγράφει ούτε τη φύση των δραστηριοτήτων των αλληλασφαλιστικών ταμείων ούτε τον σκοπό τους. Δεν διευκρινίζει επίσης αν πρόκειται για ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων ή αν διάφορα αλληλασφαλιστικά ταμεία έχουν συστήσει τις αλληλασφαλιστικές οργανώσεις, ούτε τις δραστηριότητες που ασκούν οι οργανώσεις τις οποίες έχουν συστήσει τα ταμεία αυτά. Όμως, τέτοιες διευκρινίσεις είναι απαραίτητες για να καθοριστεί αν έχει εφαρμογή το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, ιδίως λόγω του ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στα αλληλασφαλιστικά ταμεία εφόσον οι δραστηριότητές τους αφορούν την ασφάλιση ασθενείας που αποτελεί μέρος του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παράσχει λυσιτελή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και τα κράτη μέλη, καθώς και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι διάδικοι, δεν είναι σε θέση να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις ώστε να προτείνουν μια απάντηση στα υποβαλλόμενα ερωτήματα.
42 ρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί όπως το εθνικό δικαστήριο καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, εξηγεί τις πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι επιταγές αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως σε ορισμένους τομείς, όπως ο τομέας του ανταγωνισμού, που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψεις 6 και 7· της 14ης Ιουλίου 1998, C-284/95, Safety Hi-Tech, Συλλογή 1998, σ. Ι-4301, σκέψεις 69 και 70, καθώς και C-341/95, Bettati, Συλλογή 1998, σ. Ι-4355, σκέψεις 67 και 68· της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany, Συλλογή 1999, σ. Ι-5751, σκέψη 39, και C-115/97 έως C-117/97, Brentjens', Συλλογή 1999, σ. Ι-6025, σκέψη 38).
43 Οι πληροφορίες που παρέχουν οι αποφάσεις περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο απόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη (βλ., ιδίως, τις διατάξεις της 30ής Απριλίου 1988, C-128/97 και C-137/97, Testa και Modesti, Συλλογή 1998, σ. Ι-2181, σκέψη 6, και της 11ης Μα_ου 1999, C-325/98, Anssens, Συλλογή 1999, σ. Ι-2969, σκέψη 8, καθώς και τις προαναφερθείσες αποφάσεις Albany, σκέψη 40, και Brentjes', σκέψη 39).
44 Συναφώς, από τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου η Γαλλική Κυβέρνηση και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι διάδικοι, όπως εξάλλου και από τις παρατηρήσεις της ίδιας της Ολλανδικής Κυβερνήσεως για την περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα κρίνει ότι τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι παραδεκτά, προκύπτει ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην απόφαση του δικαστηρίου αυτού τους παρέσχαν τη δυνατότητα να λάβουν λυσιτελώς θέση επί των εν λόγω ερωτημάτων.
45 εραιτέρω, ακόμη και αν η Ολλανδική Κυβέρνηση θεώρησε εν προκειμένω ότι οι πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο δεν της παρέχουν τη δυνατότητα να λάβει θέση επί ορισμένων πτυχών των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι πληροφορίες αυτές συμπληρώθηκαν από τα στοιχεία της δικογραφίας που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο, από τις γραπτές παρατηρήσεις και από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Το σύνολο των στοιχείων αυτών, τα οποία περιέχονται στην έκθεση ακροατηρίου, γνωστοποιήθηκαν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη ενόψει της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την οποία μπόρεσαν, εφόσον χρειάστηκε, να συμπληρώσουν τις παρατηρήσεις τους (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Albany, σκέψη 43, και Brentjes', σκέψη 42).
46 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, που συμπληρώθηκαν εφόσον χρειάστηκε από τα παρατιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη στοιχεία, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει επαρκώς γνώση του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης ώστε να είναι σε θέση να ερμηνεύσει τους επίμαχους κοινοτικούς κανόνες σε σχέση με την κατάσταση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
47 Επομένως, το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
Επί του πρώτου ερωτήματος
48 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 εμποδίζει την εκ μέρους αλληλασφαλιστικών ταμείων που ασκούν μόνον ασφαλιστικές δραστηριότητες δημιουργία νέου νομικού προσώπου, όπως είναι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, η οποία ασκεί εμπορικές δραστηριότητες.
49 ρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Adour και η UPA αμφισβητούν τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 73/239 στη διαφορά της κύριας δίκης.
50 Αφενός, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οδηγία 73/239 δεν έχει εφαρμογή σε αλληλασφαλιστικά ταμεία ασχολούμενα με εργασίες του τομέα της ασφαλίσεως ασθενείας που εντάσσονται στο πλαίσιο ενός εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (απόφαση της 26ης Μαρτίου 1996, C-238/94, García κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-1673, σ. 10). Επομένως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας αυτής δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει σε αλληλασφαλιστικά ταμεία να δημιουργούν νέα νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της λειτουργίας του συστήματος της κοινωνικής ασφαλίσεως.
51 Επ' αυτού αρκεί η διαπίστωση ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο ή από τις γραπτές παρατηρήσεις και από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα επίμαχα αλληλασφαλιστικά ταμεία της κύριας δίκης ασχολούνται με εργασίες του τομέα της ασφαλίσεως ασθενείας που εντάσσονται στο πλαίσιο ενός εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ως βάση πρέπει να ληφθεί το ίδιο το κείμενό του, σύμφωνα με το οποίο τα ως άνω αλληλασφαλιστικά ταμεία ασκούν δραστηριότητες ασφαλίσεως περί των οποίων κάνει λόγο η οδηγία 73/239.
52 Αφετέρου, η Adour και η UPA υποστηρίζουν ότι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων που δεν ασκεί καμία ασφαλιστική δραστηριότητα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239. Επομένως, οι διατάξεις της, ιδίως το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, κατά το οποίο οι επιχειρήσεις ασφαλίσεως περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν απευθείας από αυτήν, αποκλειομένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας, δεν έχουν εφαρμογή σε μια τέτοια ένωση.
53 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία 73/239 εφαρμόζεται σε καθένα από τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που συνθέτουν την ένωση, οπότε πρέπει να εξακριβωθεί αν η συμμετοχή των εν λόγω ταμείων, που ασκούν μόνο δραστηριότητες ασφαλίσεως, σε ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων η οποία ασκεί εμπορικές δραστηριότητες είναι αντίθετη προς την απαγόρευση που επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239.
54 Η ΑΒΒΟΙ φρονεί ότι η ως άνω διάταξη εμποδίζει τα ασκούντα ασφαλιστικές δραστηριότητες αλληλασφαλιστικά ταμεία να δημιουργούν ενώσεις με ίδια νομική προσωπικότητα οι οποίες επιδίδονται σε εμπορικές δραστηριότητες, λόγω του ότι οι οικονομικές δυσχέρειες που δημιουργούνται λόγω των δραστηριοτήτων αυτών μπορούν να επηρεάσουν τη φερεγγυότητα των αλληλασφαλιστικών ταμείων τα οποία μετέχουν στην ένωση. Οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει νομοτύπως η γενική συνέλευση της ενώσεως είναι υποχρεωτικές για τα ταμεία που είναι μέλη της, οπότε τα ταμεία αυτά θα πρέπει να επιβαρύνονται με τις προκύπτουσες από τις εμπορικές δραστηριότητες ζημίες, οι οποίες μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό της αρχικής εισφοράς τους και των ελεύθερων βάρους περιουσιακών στοιχείων τους.
55 ρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 73/239 προβλέπει ότι το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών για το σύνολο των δραστηριοτήτων της, που αντιπροσωπεύονται από στοιχεία διεπόμενα από τους κανόνες της νομισματικής αντιστοιχίας, και, για τους κινδύνους που μπορούν να πραγματοποιηθούν εντός της Κοινότητας, ευρισκόμενα επίσης εντός της Κοινότητας. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει επιπλέον ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν κανένα κανόνα σχετικά με την επιλογή των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν τα αντιπροσωπεύοντα τα κατά το άρθρο 15 τεχνικά αποθεματικά.
56 Από τον συνδυασμό των άρθρων 15 και 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 προκύπτει ότι η συμμετοχή ενός ασκούντος εμπορικές δραστηριότητες αλληλασφαλιστικού ταμείου σε νομικό πρόσωπο που ασκεί δρστηριότητα άλλη εκτός της ασφαλίσεως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τα στοιχεία του ενεργητικού που συνιστούν την ελεύθερη βάρους περιουσία του εν λόγω ταμείου.
57 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1999, C-241/97, Försäkringsaktiebolaget Skandia (Συλλογή 1999, σ. Ι-1879, σκέψη 46), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 ουδόλως απαγορεύει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν, ως τμήμα της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους, μετοχές σε εταιρία ασκούσα δραστηριότητα άσχετη προς την ασφάλιση.
58 ράγματι, όπως επίσης έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 47 της προαναφερθείσας αποφάσεως Försäkringsaktiebolaget Skandia, η απαγόρευση που επιβάλλεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες άσχετες προς την ασφαλιστική δραστηριότητα, απαγόρευση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, αποσκοπεί ιδίως στην προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η άσκηση τέτοιων δραστηριοτήτων για τη φερεγγυότητα των εν λόγω επιχειρήσεων. Επομένως, η προπαρατεθείσα διάταξη δεν εμποδίζει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να κατέχουν μετοχές ανωνύμων εταιριών που ασκούν την εμπορική δραστηριότητά τους εκτός του ασφαλιστικού τομέα, στην περιουσία των οποίων περιορίζονται οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι.
59 Το Δικαστήριο δέχθηκε, με τη σκέψη 51 της προαναφερθείσας αποφάσεως Försäkringsaktiebolaget Skandia, ότι υφίσταται μεν ο κίνδυνος ορισμένες επενδύσεις να διακυβεύσουν τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, διευκρίνισε όμως ότι, για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αυτός, εναπόκειται στις εθνικές ελεγκτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να ασκούν, σύμφωνα με τα άρθρα 13 επ. της οδηγίας 73/239, χρηματοοικονομική εποπτεία επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
60 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 δεν εμποδίζει ούτε την εντός των ορίων της ελεύθερης βάρους περιουσίας τους συμμετοχή αλληλασφαλιστικών ταμείων ασκούντων ασφαλιστική δραστηριότητα σε νομικό πρόσωπο που ασκεί εμπορική δραστηριότητα, όπως είναι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, εφόσον οι οικονομικού χαρακτήρα κίνδυνοι που απορρέουν από τις εν λόγω δραστηριότητες περιορίζονται εντός των ορίων της περιουσίας του εν λόγω νομικού προσώπου.
61 ρέπει να διευκρινιστεί σχετικά ότι, σε αντίθεση με όσα διατείνεται η Γαλλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της εν λόγω ενώσεως αλληλασφαλιστικών ταμείων δεν έχουν κερδοσκοπικό σκοπό δεν αρκεί για να αφαιρέσει από τις δραστηριότητες της ενώσεως αυτής τον εμπορικό τους χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239.
62 ράγματι, από τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η διάταξη αυτή, ο οποίος είναι, όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, η προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων που θα μπορούσε να δημιουργήσει για τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων η άσκηση δραστηριοτήτων ασχέτων προς την ασφάλιση, προκύπτει ότι αποτελεί εμπορική δραστηριότητα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κάθε οικονομική δραστηριότητα, εκτός από την ασφαλιστική δραστηριότητα και τις εργασίες που προκύπτουν απευθείας από αυτήν, η οποία μπορεί να προκαλέσει ζημίες ικανές να επηρεάσουν τη φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως.
63 Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν στην υπόθεση της κύριας δίκης το ποσό της εισφοράς των ασκούντων ασφαλιστικές δραστηριότητες αλληλασφαλιστικών ταμείων σε ένωση η οποία διαχειρίζεται απευθείας κέντρο οφθαλμολογίας και οπτικής υπερβαίνει την ελεύθερη βάρους περιουσία των ταμείων που είναι μέλη της και αν η ευθύνη των τελευταίων περιορίζεται στο ύψος της εισφοράς τους, οπότε οι ενδεχόμενες οικονομικές ζημίες που απορρέουν από εμπορικές δραστηριότητες άσχετες προς την ασφάλιση δεν μπορούν να επηρεάσουν τη φερεγγυότητα των ως άνω ταμείων.
64 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 δεν εμποδίζει τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που ασκούν αποκλειστικά ασφαλιστικές δραστηριότητες να δημιουργούν ένα νέο νομικό πρόσωπο, όπως είναι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, που ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, εφόσον η εισφορά των εν λόγω ταμείων σε ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο δεν υπερβαίνει την ελεύθερη βάρους περιουσία τους και η ευθύνη τους περιορίζεται στην εισφορά τους αυτή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
65 Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 είναι επαρκώς σαφές και ανεπιφύλακτο ώστε να είναι δυνατή η επίκλησή του ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικήσεως, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή κανόνα του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστου προς την ως άνω διάταξη, ή αν απαιτείται η διευκρίνισή της εκ μέρους των κρατών μελών.
66 Η Adour, η UPA και η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα λόγω του ότι η έννοια της «εμπορικής δραστηριότητας» είναι ασαφής, οπότε δεν είναι δυνατή η άμεση επίκλησή του εκ μέρους των ιδιωτών.
67 ρέπει, αφενός, να υπομνησθεί ότι, με τη σκέψη 24 της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 92/49 και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο την εν λόγω οδηγία όσον αφορά τα ταμεία αλληλασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
68 Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιβαλλόμενη στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις απαγόρευση, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, είναι σαφής, ακριβής και ανεπιφύλακτη και δεν απαιτεί κανένα ιδιαίτερο μέτρο για την εφαρμογή της.
69 Επομένως, είναι δυνατή η επίκλησή της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά της διοικήσεως, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου ασυμβίβαστου προς τη διάταξη αυτή.
70 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239 είναι επαρκώς σαφές και ανεπιφύλακτο ώστε να είναι δυνατή η επίκλησή του ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικήσεως, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή κανόνα του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστου προς την ως άνω διάταξη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
71 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1999 το tribunal administratif de Pau, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως ισχύει κατόπιν της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφαλίσεως ζωής), δεν εμποδίζει τα αλληλασφαλιστικά ταμεία που ασκούν αποκλειστικά ασφαλιστικές δραστηριότητες να δημιουργούν ένα νέο νομικό πρόσωπο, όπως είναι μια ένωση αλληλασφαλιστικών ταμείων, που ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, εφόσον η εισφορά των εν λόγω ταμείων σε ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο δεν υπερβαίνει την ελεύθερη βάρους περιουσία τους και η ευθύνη τους περιορίζεται στην εισφορά τους αυτή.
2) Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 73/239, όπως ισχύει κατόπιν της οδηγίας 92/49, είναι επαρκώς σαφές και ανεπιφύλακτο ώστε να είναι δυνατή η επίκλησή του ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της διοικήσεως, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή κανόνα του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστου προς την ως άνω διάταξη.
Full & Egal Universal Law Academy