Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οπωροκηπευτικά - Οργανώσεις παραγωγών - Επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών σε παραγωγούς νωπών προϊόντων οι οποίοι δεν είναι μέλη τους - Απαλλαγή από την υποχρέωση αυτή των παραγωγών προϊόντων που προορίζονται προς μεταποίηση όταν αυτοί δεν είναι μέλη των οργανώσεων - Επιτρέπεται - αραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 1035/72 του Συμβουλίου, άρθρο 15β §§ 1 και 8)
Περίληψη
$$Το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3284/83, έχει την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, δηλαδή έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϊόν, σε ορισμένους από τους παραγωγούς αυτούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών, εφόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται για την αγορά νωπών προϊόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση.
Δεδομένου ότι οι εν λόγω καταστάσεις είναι αντικειμενικά διαφορετικές - προϊόντα που προορίζονται για την αγορά νωπών προϊόντων και προϊόντα που προορίζονται για μεταποίηση - το γεγονός ότι αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό δεν προσβάλλει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
( βλ. σκέψεις 27-28 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-117/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Union nationale interprofessionnelle des légumes transformés (Unilet),
Gilles Le Bars
και
Association Comité économique régional agricole fruits et légumes de Bretagne (Cerafel),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983 (ΕΕ L 325, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, L. Sevón, P. Jann (εισηγητή), H. Ragnemalm και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Union nationale interprofessionelle des légumes transformés (Unilet) και ο G. Le Bars, εκπροσωπούμενοι από τη N. Coutrelis, δικηγόρο αρισιού,
- η association Comité économique régional agricole fruits et légumes de Bretagne (Cerafel), εκπροσωπούμενη από τον E. Copper-Royer, δικηγόρο στο Conseil d'État και στο Cour de Cassation, και τον J.-P. Cuiec, δικηγόρο Βρέστης,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και C. Vasak, αναπληρωτή γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Union nationale interprofessionelle des légumes transformés (Unilet) και του G. Le Bars, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 6ης Απριλίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Απριλίου 1999, το Cour de cassation υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007 σ. 250), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983 (ΕΕ L 325, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1035/72).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Union nationale interprofessionnelle des légumes transformés (στο εξής: Unilet) και του Gilles Le Bars και, αφετέρου, της Association Comité économique régional agricole fruits et légumes de Bretagne (στο εξής: Cerafel) σχετικά με εισφορές που φέρονται οφειλόμενες προς την τελευταία για το έτος 1994 για την παραγωγή κουνουπιδιών προοριζομένων για τη βιομηχανία μεταποιήσεως.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών, το άρθρο 2 του κανονισμού 1035/72 προβλέπει τη δυνατότητα καθορισμού «κανόνων ποιότητας» για προϊόντα που προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του ως άνω κανονισμού διευκρινίζει εντούτοις ότι «τα προϊόντα που διοχετεύονται προς τα εργοστάσια μεταποιήσεως» δεν υπόκεινται στην υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων ποιότητας.
4 Το άρθρο 13 του κανονισμού 1035/72 δίδει τον ορισμό των «οργανώσεων παραγωγών». Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, η ύπαρξη μιας τέτοιας οργανώσεως συνεπάγεται για τους μετέχοντες σ' αυτήν παραγωγούς την υποχρέωση:
«- να πωλούν, μέσω της οργάνωσης παραγωγών, το σύνολο της παραγωγής τους για το προϊόν ή τα προϊόντα για το οποίο ή τα οποία έχουν καταστεί μέλη (...),
- να εφαρμόζουν, σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία, τους κανόνες που θεσπίζονται από την οργάνωση παραγωγών για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς,
- να παρέχουν τις πληροφορίες που ζητά η οργάνωση σε ό,τι αφορά τη συγκομιδή και τις διαθέσιμες ποσότητες.»
5 Το άρθρο 15β, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 προβλέπει:
«Σε περίπτωση που:
- μια οργάνωση παραγωγών ή
- μια ένωση οργανώσεων παραγωγών που έχει θεσπίσει τους ίδιους κανόνες,
η οποία ασκεί δραστηριότητα σε μια καθορισμένη οικονομική περιφέρεια, θεωρείται, για ένα συγκεκριμένο προϊόν, ως αντιπροσωπευτική για την παραγωγή και τους παραγωγούς αυτής της περιφέρειας, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ύστερα από αίτηση αυτής της οργάνωσης ή ένωσης και κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών εφαρμογής, μετά από διαβούλευση με τους παραγωγούς της περιφέρειας, δύναται να καταστήσει υποχρεωτικούς για τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην περιφέρεια αυτή και δεν είναι μέλη των παραπάνω οργανώσεων:
α) τους κανόνες παροχής πληροφοριών σχετικά με την παραγωγή οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, τρίτη περίπτωση·
β) τους κανόνες παραγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, δεύτερη περίπτωση·
γ) τους κανόνες εμπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, δεύτερη περίπτωση·
δ) για τα προϊόντα του παραρτήματος ΙΙ, τους κανόνες που θεσπίζει η οργάνωση ή η ένωση όσον αφορά την απόσυρση από την αγορά (...),
με την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται εδώ και ένα τουλάχιστο χρόνο.»
6 Το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72 ορίζει τα εξής:
«Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί ν' αποφασίσει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οφείλουν στην οργάνωση ή, κατά περίπτωση, στην ένωση το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλουν οι παραγωγοί μέλη, εφόσον τα ποσά αυτά πρόκειται να καλύψουν:
- τα διοικητικά έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή του καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 1,
- τα έξοδα που προκύπτουν από τις εργασίες έρευνας, μελέτης της αγοράς και προώθησης των πωλήσεων τις οποίες αναλαμβάνει η οργάνωση ή η ένωση προς όφελος του συνόλου της παραγωγής της περιφέρειας.»
Η εθνική ρύθμιση
7 Οι κοινοτικές διατάξεις περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών τέθηκε σε εφαρμογή στη Γαλλία, μεταξύ άλλων, με την υπουργική απόφαση της 18ης Ιουνίου 1992, περί επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων που θέτει η Cerafel (JORF της 28ης Ιουνίου 1992, σ. 8469).
8 Το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως επεκτείνει στο σύνολο των παραγωγών κουνουπιδιών που είναι εγκατεστημένοι σε ορισμένα διοικητικά διαμερίσματα τους κανόνες αναγνωρίσεως της παραγωγής, τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, καθώς και την υποχρέωση τηρήσεως των οδηγιών της Cerafel όσον αφορά την παρέμβαση και τις τιμές αποσύρσεως.
9 Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως παρέχει τη δυνατότητα στη Cerafel να εισπράττει από τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη ομάδων παραγωγών εισφορές, το ύψος των οποίων θα οριζόταν αργότερα με σχετική απόφαση. Οι εισφορές αυτές προορίζονται, αφενός, για το ταμείο καλύψεως διοικητικών εξόδων το οποίο συνέστησε η Cerafel με σκοπό την εξασφάλιση της λειτουργίας του διοικητικού μηχανισμού της, καθώς και, αφετέρου, για το ταμείο προωθήσεως, μελετών και έρευνας το οποίο συνέστησε κατά περίπτωση η Cerafel για την υποστήριξη γενικών σχεδίων δράσεως ωφελούντων το σύνολο της παραγωγής στην οικεία περιφέρεια.
10 Η υπουργική απόφαση της 5ης Ιουλίου 1993, περί καθορισμού των προϋποθέσεων εισπράξεως των υπέρ της Cerafel εισφορών λόγω της επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων που ισχύουν για τα κουνουπίδια χειμώνα/ανοίξεως (JORF της 16ης Ιουλίου 1993, σ. 10028), παρέχει την εξουσία στη Cerafel να εισπράττει εισφορές, των οποίων το ύψος καθορίζει για τα κουνουπίδια χειμώνα/ανοίξεως 1993, «εξαιρέσει των κουνουπιδιών τα οποία προορίζονται ειδικά για τη βιομηχανία μεταποιήσεως.»
11 Η υπουργική απόφαση της 24ης Ιουνίου 1994, περί των προϋποθέσεων εισπράξεως των υπέρ της Cerafel εισφορών λόγω της επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων για τα κουνουπίδια (JORF της 19ης Ιουλίου 1994, σ. 10403), προβλέπει ανάλογη δυνατότητα για την περίοδο εμπορίας 1994/1995 «για τα κουνουπίδια που διατίθενται προς πώληση στην αγορά των φρέσκων λαχανικών».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Η Cerafel άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunal d'instance de Saint-Brieuc (Γαλλία) κατά του G. Le Bars, παραγωγού κουνουπιδιών προοριζόμενων προς μεταποίηση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των εισφορών σχετικά με την παραγωγή του κουνουπιδιών για το έτος 1994. Στην Unilet επετράπη να παρέμβει υπέρ του G. Le Bars.
13 Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 1996, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι ο G. Le Bars όφειλε να καταβάλει τις επίδικες εισφορές, με την αιτιολογία ιδίως ότι οι υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1993 και της 24ης Ιουνίου 1994, καθόσον εξαιρούν από την υποχρέωση καταβολής εισφορών τους παραγωγούς κουνουπιδιών τα οποία προορίζονται ειδικά για τη βιομηχανία μεταποιήσεως, είναι ασυμβίβαστες προς τον κανονισμό 1035/72.
14 Ο G. Le Bars και η Unilet άσκησαν αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως. Διατείνονται ότι το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72 παρέχει στα κράτη μέλη απλώς τη δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως περί καταβολής εισφορών στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη επαγγελματικής οργανώσεως.
15 Έχοντας αμφιβολίες σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, την έννοια ότι ένα κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, δηλαδή έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς και για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϊόν, σε ορισμένους από τους παραγωγούς αυτούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών, καθόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται προς διάθεση στην αγορά νωπών προϊόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
16 Η Cerafel υπενθυμίζει ότι, με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 212/87, Unilec (Συλλογή 1988, σ. 5075, σκέψη 13), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός 1035/72 συνεπάγεται ότι αυτός μπορεί να αναπτύξει τα αποτελέσματά του μετά τη συγκομιδή των οπωροκηπευτικών, ανεξάρτητα από τον προορισμό των εν λόγω προϊόντων. Εξ αυτού η Cerafel συνάγει μιαν αρχή ενιαίας μεταχειρίσεως των νωπών και των μεταποιημένων προϊόντων, πράγμα το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα να μπορούν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη διατάξεις που να αίρουν την υποχρέωση καταβολής εισφορών όσον αφορά τους παραγωγούς προϊόντων προοριζόμενων προς μεταποίηση.
17 H Unilet, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι τα κράτη μέλη κρίνουν τα ίδια αν είναι σκόπιμο να καταστήσουν υποχρεωτικούς για τους παραγωγούς, που δεν είναι μέλη οργανώσεων παραγωγών, τους κανόνες που θεσπίζουν οι οργανώσεις αυτές. Αναγνωρίζοντας ότι ο κανονισμός 1035/72 έχει εφαρμογή σε όλους τους παραγωγούς οπωροκηπευτικών, ανεξάρτητα από τον προορισμό των προϊόντων (προαναφερθείσα απόφαση Unilet, σκέψη 13), οι ως άνω διάδικοι τονίζουν ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί του αν το ύψος των εισφορών που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι παραγωγοί πρέπει να καθορίζεται ενιαία ή αν μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό των προϊόντων αυτών.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, κάθε κράτος μέλος διαθέτει ένα περιθώριο εκτιμήσεως περιοριζόμενο μόνον από τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Όμως, τα κουνουπίδια που προορίζονται ειδικά για μεταποίηση πληρούν, ήδη από το αρχικό στάδιο της καλλιέργειάς τους, συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες τα διακρίνουν από εκείνα που προορίζονται για την αγορά νωπών προϊόντων. Οι διαφορές αυτές δικαιολογούν την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών των παραγωγών των προοριζόμενων για μεταποίηση προϊόντων.
19 ρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι το άρθρο 15β του κανονισμού 1035/72 παρέχει στα κράτη μέλη μια εξουσία με τη μορφή δυνατότητας. Κατά την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να καθιστά υποχρεωτικούς, για τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη οργανώσεως παραγωγών, ορισμένους κανόνες που θεσπίζει μια τέτοια οργάνωση ή μια ένωση οργανώσεων παραγωγών. Κατά την παράγραφο 8 της ίδιας διατάξεως, το κράτος μέλος, όταν εφαρμόζει το άρθρο 1, μπορεί να αποφασίζει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οφείλουν στην οργάνωση ή στην ένωση το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλουν οι παραγωγοί που είναι μέλη.
20 Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν εξουσία εκτιμήσεως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 15β του κανονισμού 1035/72, την οποία μπορούν να ασκούν εντός των ορίων του κοινοτικού δικαίου.
21 Υπό το φως αυτών των σκέψεων πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν τα κράτη μέλη δικαιούνται να απαλλάσσουν τους παραγωγούς των προοριζόμενων για μεταποίηση προϊόντων από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που βαρύνουν τους παραγωγούς νωπών προϊόντων, όταν τα κράτη αυτά εφαρμόζουν το άρθρο 15β, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72.
22 Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να αποκλειστεί η ερμηνεία την οποία δίδει η Cerafel στην προαναφερθείσα απόφαση Unilet. Με την ως άνω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ασφαλώς ότι τα προϊόντα που προορίζονται να πωληθούν σε επιχείρηση μεταποιήσεως υπάγονται στην ίδια ρύθμιση με την ισχύουσα για τα νωπά προϊόντα. Ναι μεν από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η επέκταση της ισχύος των κανόνων που αφορούν τα προοριζόμενα για μεταποίηση προϊόντα εξαρτάται από τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για την περίπτωση των νωπών προϊόντων, εξ αυτού όμως δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση της εξουσίας τους εκτιμήσεως, είναι υποχρεωμένα να επιφυλάσσουν την ίδια απολύτως μεταχείριση στο σύνολο των ως άνω προϊόντων, ανεξάρτητα από τον προορισμό τους.
23 Δεύτερον, πρέπει να εξετασθεί αν ένα σύστημα όπως το προβλεπόμενο από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, την οποία θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ' όμοιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers' Union κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-4559, σκέψη 61).
24 Κατά το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72, η παρεχόμενη σε κάθε κράτος μέλος δυνατότητα να αποφασίζει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οργανώσεως παραγωγών οφείλουν σε μια τέτοια οργάνωση ή ένωση οργανώσεων παραγωγών το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλουν οι παραγωγοί που είναι μέλη αφορά μόνον τις εισφορές που προορίζονται να καλύψουν ορισμένα έξοδα, ήτοι τα διοικητικά έξοδα που προκύπτουν από την επέκταση της ισχύος των κανόνων που θεσπίζει η οικεία οργάνωση ή ένωση, καθώς και εκείνα που προκύπτουν από τις εργασίες έρευνας, μελέτης της αγοράς και προωθήσεως των πωλήσεων τις οποίες αναλαμβάνει η οργάνωση ή η ένωση.
25 Η Unilet, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν, χωρίς η Cerafel να αντιλέγει επί του σημείου αυτού, ότι, σε περίπτωση προϊόντων προοριζόμενων για μεταποίηση, τα οποία, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του κανονισμού 1035/72, δεν υπόκεινται στους κανόνες ποιότητας που ισχύουν για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά νωπών προϊόντων, τα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια, οι μέθοδοι καλλιέργειας, η περίοδος της συγκομιδής και οι τρόποι συσκευασίας καθορίζονται στο πλαίσιο συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ παραγωγών και μεταποιητικών επιχειρήσεων πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας.
26 Κατά συνέπεια, οι κανόνες αναγνωρίσεως της παραγωγής, οι κανόνες παραγωγής και εμπορίας, καθώς και οι κανόνες που αφορούν την απόσυρση από την αγορά, εφαρμόζονται μόνο μερικώς ή και καθόλου όσον αφορά τα προοριζόμενα για μεταποίηση προϊόντα. Ομοίως, τα εν λόγω προϊόντα ωφελούνται μόνο μερικώς ή δεν ωφελούνται καθόλου από τις εργασίες έρευνας, μελέτης της αγοράς και προωθήσεως των πωλήσεων, τις οποίες μπορεί να αναλάβει μια οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών.
27 Επομένως, δεδομένου ότι οι εν λόγω καταστάσεις είναι αντικειμενικά διαφορετικές, το γεγονός ότι αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό δεν προσβάλλει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
28 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72 έχει την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, δηλαδή έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϊόν, σε ορισμένους από τους παραγωγούς αυτούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών, εφόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται για την αγορά νωπών προϊόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Απριλίου 1999 το Cour de cassation, αποφαίνεται:
Το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, έχει την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, δηλαδή έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϊόν, σε ορισμένους από τους παραγωγούς αυτούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών, εφόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται για την αγορά νωπών προϊόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση.
Full & Egal Universal Law Academy