Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ - Αρχές - Ενίσχυση καταβληθείσα κατά παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως - Μη τήρηση των διατυπώσεων περί αποδείξεως ή ελέγχου - Ανάληψη από το Ταμείο - Ανεπίτρεπτο
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 3)
2. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση επιβαρύνσεως με δαπάνες που προκύπτουν από παρανομίες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας - Δημοσιονομική διόρθωση - Αξιολόγηση του βαθμού αμελείας και του μεγέθους του κινδύνου για το Ταμείο - Αμφισβήτηση από το οικείο κράτος μέλος - Βάρος αποδείξεως
(Κανονισμός 3887/92 της Επιτροπής, άρθρο 6)
Περίληψη
1. Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ μόνον με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους θεσπισθέντες στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων κανόνες. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα μέχρι ποίου βαθμού το ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο εθνικό μέτρο προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΕ, η Επιτροπή δεν έχει άλλη επιλογή από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών.
( βλ. σκέψεις 38-39 )
2. Στα πλαίσια της αποστολής της Επιτροπής να εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς του ΕΓΤΕ, η εκ μέρους της διαπίστωση ότι ανεπαρκής ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν τέθηκε σε εφαρμογή κατάλληλο και αποτελεσματικό σύνολο μέτρων εποπτείας και ελέγχου, κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 3887/92, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, διακιολογεί την εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεως. Εξάλλου, οσάκις η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχει το ΕΓΤΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και ανεπιεική.
( βλ. σκέψεις 48-50 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-118/99,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον J.-F. Dobelle καθώς και τις K. Rispal-Bellanger και C. Vasak, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τη
Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την T. Pynnä, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον P. Oliver, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37), καθ' ό μέρος αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος (εισηγήτρια), την N. Colneric, και τους C. Gulmann, R. Schintgen και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Απριλίου 1999, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθ' ό μέρος αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία.
2 Με την προσφυγή διώκεται η ακύρωση της ως άνω αποφάσεως στον βαθμό που η Επιτροπή εφήρμοσε κατ' αποκοπή διόρθωση ύψους 2 % επί των δαπανών που δηλώθηκαν ως καταβληθείσες για ορισμένες αροτραίες καλλιέργειες κατά την εσοδεία του έτους 1994 αντισταθμιστικές πληρωμές, με συνέπεια να αποφασίσει τον μη καταλογισμό στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ) του ποσού των 567 733 352 γαλλικών φράγκων (FRF).
Το νομικό πλαίσιο
3 Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (EE L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί, ιδίως, τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών.
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 ορίζει:
«Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα».
5 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν [παρατυπίες],
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.»
6 Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, οι οικονομικές συνέπειες των καταλογιστέων στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών παρατυπιών ή ανωμαλιών δεν αναλαμβάνονται από την Κοινότητα.
7 Οι ειδικοί κανόνες περί θεσπίσεως καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (EE L 181, σ. 12), το άρθρο 2 του οποίου ορίζει ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί αροτραίων καλλιεργειών μπορούν να αξιώνουν τη χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής ανά εκτάριο υπό τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στον τίτλο Ι.
8 Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1765/92, η αίτηση για τη χορήγηση των προβλεπομένων από τον ως άνω κανονισμό ενισχύσεων επί των «εκτάσεων» πρέπει να συνοδεύεται από σχετικά έγγραφα επιτρέποντα τον προσδιορισμό των οικείων γαιών.
9 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (EE L 355, σ. 1), ορίζει:
«Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου, εφεξής καλούμενο "ολοκληρωμένο σύστημα", το οποίο εφαρμόζεται:
α) στον τομέα της φυτικής παραγωγής:
- στο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92».
10 Το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού ορίζει:
«Το ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) μηχανογραφημένη βάση δεδομένων·
β) αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων·
γ) αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων·
δ) αιτήσεις ενισχύσεως·
ε) ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου.»
11 Όπως προκύπτει από το άρθρο 13 του κανονισμού 3508/92, το οποίο τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2466/96 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996 (EE L 335, σ. 1), το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου (στο εξής: ΟΣΔΕ) εφαρμόζεται, από 1ης Φεβρουαρίου 1993, όσον αφορά τις αιτήσεις ενισχύσεως, το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών και το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου του άρθρου 7 και, από 1ης Ιανουαρίου 1997, όσον αφορά τα λοιπά στοιχεία του άρθρου 2.
12 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36):
«Υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ορίζονται στους επιμέρους κανονισμούς, η αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως που αφορά την έκταση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και κυρίως:
- την αναγνώριση του κατόχου της εκμεταλλεύσεως,
- τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση όλων των αγορτεμαχίων της εκμεταλλεύσεως, την έκτασή τους, τη γεωγραφική τους θέση, τη χρήση τους, ενδεχομένως αν πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο, καθώς και το σχετικό καθεστώς ενισχύσεως,
- δήλωση του παραγωγού ότι έχει λάβει γνώση των όρων για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων.»
13 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3, του ιδίου κανονισμού ορίζει:
«1. Οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
2. Ο διοικητικός έλεγχος που μνημονεύεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο διασταυρούμενους ελέγχους σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση στα πλαίσια του ίδιου ημερολογιακού έτους.
3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
- [...],
- το 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις. Το ποσόν αυτό μειώνεται, εντούτοις, στο 3 % για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις, πέραν του αριθμού των 700 000 αιτήσεων ανά κράτος μέλος και ημερολογιακό έτος.
Στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επισκέψεων, εμφανιστούν σημαντικές παρατυπίες σε μια περιοχή ή σε ένα τμήμα της, οι αρμόδιες αρχές πραγματοποιούν συμπληρωματικούς ελέγχους κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και αυξάνουν το ποσοστό των αιτήσεων της περιοχής αυτής ή του μέρους της, στις οποίες θα πραγματοποιηθεί έλεγχος το επόμενο έτος.»
14 Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92:
«Στο βαθμό που, βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92, ορισμένα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος δεν εφαρμόζονται ακόμη, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εφαρμόσει μέτρα διαχειρίσεως και ελέγχου [ικανά] να διασφαλίζουν την τήρηση των όρων που προβλέπονται για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων.»
15 Κατά το άρθρο 19 αυτού, ο κανονισμός 3887/92 εφαρμόζεται από 1ης Φεβρουαρίου 1993.
16 Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1287/95, οι κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 αρνήσεις χρηματοδοτήσεως αφορούν αποκλειστικά τις δηλωθείσες δαπάνες για οικονομικό έτος προγενέστερο της 16ης Οκτωβρίου 1992.
Η αξιολόγηση των διορθώσεων (έκθεση Belle)
17 Η έκθεση Belle της Επιτροπής (έγγραφο VI/216/93, της 1ης Ιουνίου 1993) προσδιορίζει τις ακολουθητέες κατευθυντήριες γραμμές οσάκις εφαρμόζονται δημοσιονομικές διορθώσεις έναντι κράτους μέλους.
18 αράλληλα με τρεις κύριες μεθόδους υπολογισμού, η έκθεση Belle προβλέπει, για ορισμένες δύσκολες περιπτώσεις, τρεις κατηγορίες κατ' αποκοπή διορθώσεων:
«Α. 2 % της δαπάνης, όταν η ανεπάρκεια περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας τμήματα του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι βασικοί για τη διασφάλιση του συννόμου της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ ήταν ασήμαντος.
Β. 5 % της δαπάνης, όταν η ανεπάρκεια αφορά σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση του συννόμου της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ ήταν σημαντικός.
Γ. 10 % της δαπάνης, όταν η ανεπάρκεια αφορά το σύνολο των στοιχείων ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι βασικοί για τη διασφάλιση του συννόμου της δαπάνης, οπότε μπορεί εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε κίνδυνος μεγάλης εκτάσεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ.»
19 Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν περαιτέρω ότι, οσάκις υπάρχει αμφιβολία ως προς την εφαρμοστέα διόρθωση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία ως ελαφρυντικές περιστάσεις:
«- αν οι εθνικές αρχές έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για τη θεραπεία των ανεπαρκειών αμέσως μόλις αυτές αποκαλύφθηκαν·
- αν οι ανεπάρκειες προέκυψαν από δυσχέρειες ερμηνείας των κοινοτικών νομοθετημάτων.»
Το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών
20 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το 1994 οι γαλλικές αρχές δεν αξίωσαν από τους παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών να επισυνάπτουν συστηματικά στις αιτήσεις τους για τη χορήγηση ενισχύσεων δυνάμει του κανονισμού 1765/92 το δελτίο των «εκτάσεων», μολονότι το ως άνω έγγραφο τους είχε αποσταλεί από τα ταμεία γεωργικής κοινωνικής αλληλοβοηθείας (στο εξής: δελτίο ΓΚΑ).
21 Με έγγραφο της 18ης Μα_ου 1994, η Επιτροπή προσήψε στις γαλλικές αρχές ότι, σε αντίθεση προς την αφορώσα το ΟΣΔΕ σύστημα, οι φάκελοι των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων δεν περιελάμβαναν τα στοιχεία που θα επέτρεπαν τον εντοπισμό όλων των αγροτεμαχίων.
22 Με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 1994, οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι, ενόψει των παρατηρήσεών της, αποφασίστηκε η διενέργεια κατ' ελάχιστον 10 000 συμπληρωματικών ελέγχων πέραν του «ευρέος δείγματος αιτήσεων» που καθορίζει στο 5 % των αιτήσεων το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92.
23 Στις 9 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή εμέμφθη ειδικότερα τις γαλλικές αρχές για την απόφασή τους να μην αξιώσουν από τους γεωργούς την υποβολή του δελτίου τους ΓΚΑ και διευκρίνισε ότι η ως άνω «παράβαση [...] είναι αδύνατον να αντισταθμιστεί στο σύνολό της από τον διπλασιασμό του ποσοστού ελέγχων και από τα λοιπά μέτρα που έλαβαν οι γαλλικές αρχές». Ανέφερε ότι εντύπωσή της ήταν ότι η παράλειψη περιοριζόταν σε ορισμένα στοιχεία του συστήματος ελέγχου και ότι είχε την πρόθεση να εφαρμόσει κατ' αποκοπή διόρθωση ύψους 2 %. άντως, πρόσθεσε ότι αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να θεωρήσει ότι συνέτρεχε παράλειψη αφορώσα σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ενόψει ιδίως της εικαζομένης απουσίας διασταυρωμένων ελέγχων, της χαμηλής ποιότητας των επιτοπίων ελέγχων διενεργηθέντων εκ μέρους προσωπικού που δεν διέθετε κατάλληλη κατάρτιση και δεν είχε προσφύγει ευρέως στην τηλεανίχνευση, καθώς και λόγω μη αυξήσεως του ποσοστού ελέγχων παρά τον υψηλό δείκτη σφαλμάτων των ελεγχθεισών αιτήσεων.
24 Με έγγραφο της 11ης Μα_ου 1998, η Επιτροπή κοινοποίησε επισήμως στις γαλλικές αρχές τη διόρθωση ύψους 2 % επί των καταβληθεισών στους παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους αντισταθμιστικών πληρωμών. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, αν και είχε αποδεχθεί σιωπηρώς την αύξηση του αριθμού των ελέγχων ως αντιστάθμισμα της απουσίας των δελτίων ΓΚΑ από τις αιτήσεις ενισχύσεων, κατά την εκτίμησή της, η ποιότητα των ως άνω ελέγχων ήταν ανεπαρκής.
25 Το όργανο συνδιαλλαγής στο οποίο προσέφυγαν οι γαλλικές αρχές εξέδωσε την τελική έκθεσή του στις 23 Νοεμβρίου 1998. Όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση, η Επιτροπή δικαιολόγησε την προταθείσα διόρθωση στηριζόμενη στην «ανεπάρκεια της ποιότητας των διενεργηθέντων από τις γαλλικές αρχές ελέγχων», προσέγγιση που, σύμφωνα με την εκτίμηση του οργάνου συνδιαλλαγής, είναι «προδήλως ολιγότερο αντικειμενική από τη στηριζόμενη στην απουσία των δελτίων ΓΚΑ». Κατά την εκτίμηση του οργάνου αυτού, οι ανεπάρκειες των εθνικών ελέγχων δικαιολογούσαν δημοσιονομική διόρθωση. άντως, τονίστηκε ότι, παρά τον συστηματικό χαρακτήρα των διαπιστωθεισών αδυναμιών, η γενίκευσή τους στο σύνολο της γαλλικής επικρατείας παρίστατο επισφαλής και ότι οι δυνατότητες εφαρμογής των κατ' αποκοπή διορθώσεων είχαν εγγίσει εν προκειμένω τα όριά τους.
26 Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμώντας ότι ήταν αδύνατος στην προκειμένη περίπτωση ο προσδιορισμός του πραγματικού επιπέδου των μη νομοτύπων δαπανών, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η προσφυγή
27 Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' ό μέρος την αφορά, και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
29 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, επετράπη στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
30 Η Δημοκρατία της Φινλανδίας ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά της Επιτροπής.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
31 Η Γαλλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι συνήγαγε δυσανάλογα οικονομικά συμπεράσματα από τη διαπίστωση ότι οι διενεργηθέντες έλεγχοι υπολείπονταν ποιοτικώς.
32 Το 1994, οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ελέγξει μόνον οκτώ εκμεταλλεύσεις κείμενες εντός δύο διοικητικών διαμερισμάτων που αντιπροσώπευαν μόλις το 2,28 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων. Επομένως, παρίσταται επισφαλής η γενίκευση στο σύνολο της γαλλικής επικρατείας με βάση τόσο περιορισμένο αριθμό επαληθεύσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
33 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεως ύψους 2 %, όπως η προκειμένη για το έτος 1994, ισοδυναμεί με διαπίστωση ανωμαλιών επί ελεγχθεισών επιφανειών που υπερβαίνουν το 12 %. Το ποσοστό των ελεγχθεισών επιφανειών για τις οποίες προέκυψαν ανωμαλίες και το οποίο δέχεται η Επιτροπή κατά τη διάρκεια των επομένων ετών ανέρχεται σε 0,54 % για το έτος 1995, σε 0,93 % για το 1996 και σε 0,61 % για το 1997, γενονός που αποδεικνύει ότι το 12 % του 1994 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
34 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή ηδύνατο και όφειλε να αξιολογήσει συγκεκριμένα την απορρέουσα από τις διαπιστωθείσες το 1994 παρατυπίες ζημία χωρώντας επαγωγικώς με βάση τις διαπιστωθείσες κατά τα έτη 1995 έως 1997. Άρα, η δημοσιονομική διόρθωση έπρεπε να ανέρχεται μέχρι του ποσού των 44,3 εκατομμυρίων FRF.
35 Αντίθετα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω η πραγματική ζημία είναι αδύνατον να αποτιμηθεί αριθμητικώς, οπότε επιβαλλόταν η κατ' αποκοπήν διόρθωση. Συναφώς, απορρίπτει την προταθείσα από τη Γαλλική Κυβέρνηση επαγωγική μέθοδο δεδομένου ότι, αφενός, οι διαπιστωθείσες κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους παρατυπίες δεν επαναλαμβάνονται κατ' ανάγκη το επόμενο έτος και, αφετέρου, η προσέγγιση αυτή αντίκειται στην αρχή του ενιαυσίου των λογαριασμών, δυνάμει της οποίας κάθε έτος πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς έναντι των προγενεστέρων ή μεταγενεστέρων ετών.
36 Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμά ότι η μόνη δυνατότητα που είχε ήταν να διατάξει κατ' αποκοπήν διόρθωση, ενώ ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας εφόσον ο συντελεστής ύψους 2 % ήταν ο χαμηλότερος.
37 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί πρώτον, ότι η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΕ εναπόκειται κατά κύριο λόγο στις εθνικές διοικητικές αρχές, επιφορτισμένες να μεριμνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα αυτό, το οποίο θεμελιώνεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών και κοινοτικών αρχών, δεν προβλέπει κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, τον οποίο, άλλωστε, θα βρισκόταν ουσιαστικώς σε αδυναμία να διασφαλίσει. Μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την κατάρτιση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή στερείται της αναγκαίας γειτνιάσεως για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες (απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-238/96, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5801, σκέψη 30).
38 Δεύτερον, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ μόνον με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους θεσπισθέντες στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων κανόνες (βλ., ιδίως, απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-1, σκέψη 38).
39 Τρίτον, σε περίπτωση κατά την οποία δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα μέχρι ποίου βαθμού το ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο εθνικό μέτρο προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΕ, η Επιτροπή δεν έχει άλλη επιλογή από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-3331, σκέψη 26).
40 Τέλος, οσάκις η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των κατά παράβαση των σχετικών κανόνων πραγματοποιηθεισών δαπανών, κατέβαλε προσπάθεια να διαπιστώσει τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας μέσω υπολογισμών βασιζομένων σε εκτίμηση της καταστάσεως που θα είχε προκύψει στην οικεία αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει το εσφαλμένο των υπολογισμών αυτών (προαναφερθείσα απόφαση Ιρλανδία κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
41 Εν προκειμένω, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί, πρώτον, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή ανεπαρκή ποιότητα των ελέγχων αλλ' επικρίνει το γεγονός ότι, παρά τον περιορισμένο αριθμό των πραγματοποιηθεισών επαληθεύσεων, η Επιτροπή επεξέτεινε επαγωγικώς στο σύνολο της γαλλικής επικρατείας τα ληφθέντα εντός δύο διοικητικών διαμερισμάτων αποτελέσματα.
42 άντως, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε, ούτε καν υποστήριξε, ότι οι διενεργηθέντες σε άλλα διοικητικά διαμερίσματα επιτόπιοι έλεγχοι κατά το 1994 δεν εμφάνιζαν τις διαπιστωθείσες από την Επιτροπή διαρθρωτικές ελλείψεις (ήτοι, ιδίως, η προσφυγή σε προσωπικό που δεν διέθετε την κατάλληλη κατάρτιση και η μη χρήση της τηλεανιχνεύσεως), περιοριζόμενη στον ισχυρισμό ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες δεν επανελήφθησαν κατά τις μεταγενέστερες ελεγκτικές αποστολές.
43 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει κατά τεκμήριο ότι οι επαληθεύσεις που είχε διενεργήσει ήσαν αντιπροσωπευτικές της ισχύουσας στη Γαλλία το 1994 καταστάσεως.
44 Δεύτερον, ορθώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το ποσοστό των διαπιστωθεισών τα επόμενα έτη παρατυπιών.
45 ράγματι, πρέπει κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, πέραν του ότι παρόμοια μέθοδος δεν συνιστά ασφαλή βάση υπολογισμού, θα μπορούσε κάλλιστα να πιθανολογείται ότι, μετά τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή, οι ως άνω παρατυπίες δεν θα επαναλαμβάνονταν τα επόμενα έτη.
46 Ακολούθως, η Γαλλική Κυβέρνηση, αφενός, αναγνωρίζει η ίδια ότι το 1994 η καθιέρωση του ΟΣΔΕ προσέκρουσε σε δυσχέρειες και, αφετέρου, επικαλείται βελτιώσεις που επήλθαν από το 1995, γεγονός που τείνει να αποδείξει ότι ο αριθμός των παρατυπιών ήταν μεγαλύτερος το 1994 σε σχέση με τα επόμενα έτη.
47 Τέλος, σε αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, η προτιμώμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση μέθοδος αγνοεί τη βαρύτητα της παραβάσεως.
48 Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε διαρθρωτικές ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου που εφήρμοσαν οι γαλλικές αρχές. ράγματι, στο μέτρο που οι φάκελοι των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων δεν επέτρεπαν τον εντοπισμό των οικείων επιφανειών, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό τους διοικητικούς ελέγχους δυσχερέστερους, το κράτος μέλος όφειλε, προκειμένου να αντισταθμίσει την έλλειψη αυτή, να διασφαλίσει ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι διενεργήθησαν αυστηρώς ώστε να υπάρχει η βεβαιότητα ότι καμία επιδότηση δεν χορηγήθηκε παρανόμως.
49 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ανεπαρκής ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν τέθηκε σε εφαρμογή κατάλληλο και αποτελεσματικό σύνολο μέτρων εποπτείας και ελέγχου, κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 3887/92 (βλ., ιδίως, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-46/97, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-5719, σκέψη 58), αμφιβολίες ικανές να δικαιολογήσουν την εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεως, όπως είναι η προβλεπόμενη με την έκθεση Belle.
50 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, οσάκις η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχει το ΕΓΤΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και ανεπιεική (απόφαση της 22ας Απριλίου 1999, C-28/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-1973, σκέψη 56). Δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε παρόμοια απόδειξη, η σχετικά επιχειρηματολογία της είναι απορριπτέα.
51 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν δύναται να προσάπτει στην Επιτροπή ότι προέβη σε κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 2 %.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
52 Η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, παραλείποντας με την προσβαλλόμενη απόφαση να αναδείξει τα θεμελιώδη στοιχεία που θα ήσαν ικανά να παράσχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ). Εκτιμά επίσης ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να είχαν παρατεθεί με τρόπο τόσο σαφή και πρόδηλο ώστε ακόμη και οποιοσδήποτε τρίτος να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενό τους.
53 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνει το άρθρο 190 της Συνθήκης εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως από την αλληλουχία υπό την οποία θεσπίστηκε (προαναφερθείσα απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 81).
54 Στην ιδιάζουσα αλληλουχία της καταρτίσεως των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και είχε γνώση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό (προαναφερθείσα απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 82, καθώς και απόφαση της 18ης Μα_ου 2000, C-242/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-3421, σκέψη 95).
55 Εν προκειμένω, προκύπτει, αφενός, από το έγγραφό της της 11ης Μα_ου 1998, ότι η Επιτροπή εξέτασε τους λόγους για τους οποίους επρόκειτο να εφαρμόσει κατ' αποκοπήν διόρθωση και, αφετέρου, από την ανταλλαγείσα μεταξύ της Επιτροπής και των γαλλικών αρχών αλληλογραφία ότι οι τελευταίες είχαν συνεργαστεί στο στάδιο της καταρτίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. ράγματι, η Επιτροπή επέστησε εγγράφως την προσοχή των γαλλικών αρχών επί των αμφιβολιών της σχετικά με την ποιότητα και τη φερεγγυότητα των ελέγχων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες και το όργανο συνδιαλλαγής επελήφθη συναφώς.
56 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι γαλλικές αρχές ήσαν ενήμερες της εφαρμογής δημοσιονομικής διορθώσεως και είχαν συνεργαστεί στην προγενέστερη της θεσπίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως διαδικασία, οπότε επιβάλλεται η απόρριψη του αρυομένου από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης λόγου ακυρώσεως.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
57 Η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, ανακαλώντας τα πραγματικά στοιχεία που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέβη την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Συγκεκριμένα, αφού αρχικώς προσήψε στις γαλλικές αρχές ότι οι φάκελοι των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων δεν περιελάμβαναν δελτία ΓΚΑ, η Επιτροπή μετέβαλε πολύ όψιμα τη στάση της προβάλλοντας την ανεπαρκή ποιότητα των ελέγχων. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων άμυνας απαιτούν τα πραγματικά στοιχεία, επίκληση των οποίων γίνεται προς δικαιολόγηση δημοσιονομικής διορθώσεως, να μη μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια της εξετάσεως μιας υποθέσεως.
58 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι, ήδη με το έγγραφο της 9ης Ιουλίου 1997, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην ανεπαρκή ποιότητα των ελέγχων, επισύροντας την προσοχή των γαλλικών αρχών επί «της χαμηλής ποιότητας των επιτοπίων ελέγχων διενεργηθέντων εκ μέρους προσωπικού που δεν διέθετε κατάλληλη κατάρτιση και δεν είχε προσφύγει ευρέως στην τηλεανίχνευση». Αν η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αφορώσα την έλλειψη πληρότητας των φακέλων αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως αιτίαση, αυτό οφείλεται στο ότι οι γαλλικές αρχές είχαν δηλώσει ότι επρόκειτο να αυξήσουν τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων που θα διενεργούσαν. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής των γαλλικών αρχών, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην ανεπαρκή ποιότητα των διενεργηθέντων ελέγχων.
59 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η απόρριψη του ως άνω λόγου ακυρώσεως.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως
60 Η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αδικαιολόγητη εφαρμογή κατ' αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως θέτει υπό αμφισβήτηση την αρχή της αγαστής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών με σκοπό τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου.
61 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη στη σκέψη 38 της προαναφερθείσας αποφάσεως Ιταλία κατά Επιτροπής ότι, στις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεως παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένες τυπικές διαδικασίες αποδείξεως ή ελέγχου, η ενίσχυση που χορηγείται χωρίς να τηρείται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και η σχετική δαπάνη δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν να αναγνωριστεί ότι επιβαρύνει το ΕΓΤΕ.
62 Επομένως, η εφαρμογή κατ' αποκοπήν δημοσιονομικής διορθώσεως, όπως είναι η προβλεπόμενη με την έκθεση Belle, δεν είναι ικανή να θίξει το καθήκον συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.
63 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η απόρριψη του ως άνω λόγου ακυρώσεως.
64 ρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή προέβαλε, με τις επί της παρεμβάσεως παρατηρήσεις της, το γεγονός ότι, κατά την άποψή της, η Δημοκρατία της Φινλανδίας θέτει υπό αμφισβήτηση πραγματικά στοιχεία μη αμφισβητηθέντα από τη Γαλλική Δημοκρατία, γεγονός αδύνατον δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο «ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του».
65 Δοθέντος ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε η Δημοκρατία της Φινλανδίας απορρίφθηκαν επί της ουσίας, παρέλκει η απόφανση επί του ζητήματος αυτού.
66 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η οποία παρενέβη στη διαφορά, φέρει τα δικαστικά έξοδα της.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Full & Egal Universal Law Academy