Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ράξεις των οργάνων - Αιτιολογία - Υποχρέωση - εριεχόμενο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)])
2. Aλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα αλιευτικών ποσοστώσεων - Κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των διαθέσιμων αλιευμάτων - Αρχή της σχετικής σταθερότητας - Εφαρμογή της όσον αφορά τη διαχείριση αποθεμάτων στο πλαίσιο διεθνούς οργανισμού - Υποχρέωση του Συμβουλίου να λάβει ως βάση του έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών - Δεν υφίσταται - Εξουσία εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη κατά τη διαπίστωση των βασικών δεδομένων - Δικαστικός έλεγχος - Όρια
(Κανονισμός 49/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1)
3. Aλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα αλιευτικών ποσοστώσεων - Επίδραση της προσχωρήσεως της Κοινότητας στη διεθνή σύμβαση για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού επί της κατανομής μεταξύ των κρατών μελών των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων - Δυνατότητα του Συμβουλίου να λάβει υπόψη του τις υπεραλιευθείσες ποσότητες από ένα κράτος μέλος το 1997 κατά την έκδοση του κανονισμού 49/1999 που αφορούσε τον καθορισμό και την κατανομή του μεριδίου του αποθέματος κοινού τόνου του ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου που διατίθεται στην Κοινότητα για το 1999 - Μέτρο το οποίο δεν έχει τον χαρακτήρα κυρώσεως
(Κανονισμός 49/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 2)
4. Aλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα αλιευτικών ποσοστώσεων - Κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των διαθέσιμων αλιευμάτων - Χορήγηση ποσοστώσεων κοινού τόνου στον ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο για το 1999 με τον κανονισμό 49/1999 - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δεν παραβιάστηκε
(Κανονισμός 49/1999 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Η απαιτούμενη από το άρθρο 190 (νυν άρθρου 253 ΕΚ) της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του εκδόντος την πράξη κοινοτικού οργάνου, κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που ενδέχεται να έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις τα κράτη μέλη μετέσχαν ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της επίδικης πράξεως και, επομένως, γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή.
Το γεγονός ότι μια πράξη παρεκκλίνει από έναν γενικότερο κανόνα εντείνει κατά κανόνα την απαίτηση αιτιολογήσεως λόγω του ότι οι αποδέκτες της πράξεως πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσουν τους λόγους που ώθησαν το οικείο όργανο να παρεκκλίνει από τον εν λόγω κανόνα καθώς και την έκταση και το περιεχόμενο της παρεκκλίσεως από τον κανόνα αυτόν. Η απαίτηση αυτή είναι ισχυρότερη κατά μείζονα λόγο όταν με την παρέκκλιση τροποποιείται η υφιστάμενη κατάσταση κατά τρόπο που δύναται να προκαλέσει ζημία στα συμφέροντα των αποδεκτών αυτών.
( βλ. σκέψεις 28-29, 53 )
2. Ουδέποτε η κοινοτική νομοθεσία ή η νομολογία του Δικαστηρίου όρισαν ότι η εφαρμογή της αρχής της σχετικής σταθερότητας σχετικά με απόθεμα ιχθύων για το οποίο δεν είχαν καθοριστεί προηγουμένως ούτε συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα ούτε ποσόστωση απαιτεί εν πάση περιπτώσει όπως οι ποσοστώσεις αλιευμάτων στηρίζονται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών αλιείας και όχι σε ένα μόνον έτος. ράγματι, η ύπαρξη ενός μεγάλου περιθωρίου σχετικά με την επιλογή της περιόδου αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ιδιαιτέρως σημαντική οσάκις η διαχείριση του αποθέματος αυτού γίνεται στο πλαίσιο ενός διεθνούς οργανισμού για την αλιεία και οσάκις ο καθορισμός των ποσοστών κατανομής εντός της Κοινότητας προϋποθέτει κατά κανόνα τη λήψη αποφάσεων εντός του οργανισμού αυτού.
Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως όταν καλείται να προβεί στην εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής και της κοινής πολιτικής για την αλιεία. Η εξουσία αυτή δεν αφορά μόνο τη φύση και την έκταση των διατάξεων που πρέπει να εκδοθούν, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων. Κατά συνέπεια, ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν υπάρχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
( βλ. σκέψεις 42, 44 )
3. Με την προσχώρησή της στη Διεθνή Σύμβαση για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που υπεγράφη στο αρίσι στις 10 Ιουλίου 1984, η Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο XIV, παράγραφος 6, της συμβάσεως αυτής υποκατεστάθη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που ήσαν ήδη συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση αυτή. Ως εκ τούτου, η Κοινότητα ήταν απολύτως αρμόδια να συζητήσει, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν εντός της διεθνούς επιτροπής για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού σχετικά με την κοινοτική ποσόστωση για τις οποίες αυτή και μόνον είχε την αρμοδιότητα, όλες τις σχετικές παραμέτρους, περιλαμβανομένων των συνεπειών της υπεραλιεύσεως στην οποία επιδόθηκαν ορισμένα κράτη μέλη πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεώς της στην ανωτέρω οργάνωση. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα δεσμευόταν από τις προγενέστερες συστάσεις της επιτροπής αυτής και, μεταξύ άλλων, από την υπ' αριθ. 96-14 σύσταση που θέτει την αρχή της μειώσεως των αλιευτικών ποσοστώσεων στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης διαχειριστικής περιόδου, ένα συμβαλλόμενο μέρος υπερβεί τα όριά του αλιεύσεως. Στην πραγματικότητα, οι μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως κατά το 1997 επιβλήθηκαν στην Κοινότητα μειουμένης της ποσοστώσεως που διέθετε για το 1999.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αξιώνει έναν ιδιαίτερο ρόλο στο πλαίσιο των συσκέψεων της διεθνούς επιτροπής για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού ως προς τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι δραστηριότητες υπεραλιεύσεως δεδομένου ότι η Κοινότητα έχει αναλάβει πλήρως τις σχετικές με το ζήτημα αυτό διαπραγματεύσεις. Ούτε μπορεί αυτό το κράτος μέλος να απαιτεί στο πλαίσιο αυτό την αναγνώριση ενός αποκλειστικά δικού του δικαιώματος άμυνας. ράγματι, μόνον μέσα από την προάσπιση του κοινοτικού συμφέροντος, η οποία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και των οργάνων της, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα του κράτους αυτού καθώς και των λοιπών κρατών μελών.
( βλ. σκέψεις 63-65, 73, 75 )
4. Η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις. Κατά την έκδοση του κανονισμού 49/1999 που αφορούσε τον καθορισμό και την κατανομή του μεριδίου του αποθέματος κοινού τόνου του ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου που διετίθετο στην Κοινότητα για το 1999 το Συμβούλιο έλαβε πλήρως υπόψη του τις υφιστάμενες μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών διαφορές αφού η κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως κοινού τόνου για το 1999 στηρίζεται τόσο στην αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων των προαναφερθέντων κρατών όσο και στις ενδεχόμενες υπερβάσεις των κρατών αυτών κατά το 1997. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο ουδόλως παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
( βλ. σκέψεις 80-81 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-120/99,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τους P. G. Ferri και D. Del Gaizo, avvocati dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους Μ. Sims και Ι. Díez Parra, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενο από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την R. Silva de Lapuerta, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Dobelle, K. Rispal-Bellanger και C. Vasak, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. van Rijn και F. P. Ruggeri Laderchi, με με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 49/1999 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1998, για τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα άκρως μεταναστευτικών ψαριών, των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων για το 1999, της κατανομής τους σε ποσοστώσεις στα κράτη μέλη και ορισμένων όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να αλιεύονται (EE L 13, σ. 54), καθώς και του πίνακα σχετικά με τον κοινό τόνο που προσαρτάται στο παράρτημα του ανωτέρω κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr, D. A. O. Edward, A. La Pergola και C. W. A. Timmermans (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μα_ου 2001, στο πλαίσιο της οποίας η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον D. Del Gaizo, το Συμβούλιο από τους Μ. Sims και F. P. Ruggeri Laderchi, το Βασίλειο της Ισπανίας από την R. Silva de Lapuerta και η Επιτροπή από τον T. van Rijn,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1999, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 49/1999 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1998, για τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα άκρως μεταναστευτικών ψαριών, των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων για το 1999, της κατανομής τους σε ποσοστώσεις στα κράτη μέλη και ορισμένων όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να αλιεύονται (EE L 13, σ. 54), καθώς και του πίνακα σχετικά με τον κοινό τόνο που προσαρτάται στο παράρτημα του ανωτέρω κανονισμού.
2 Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου και της 24ης Νοεμβρίου 1999, επετράπη στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο Βασίλειο της Ισπανίας και στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
Το νομικό πλαίσιο
Οι διεθνείς κανόνες
3 Η Διεθνής Σύμβαση για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού (στο εξής: σύμβαση), που υπογράφηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο (Βραζιλία) στις 14 Μα_ου 1966 και άρχισε να ισχύει από τις 21 Μαρτίου 1969, αποσκοπεί κυρίως στη διασφάλιση της κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο διατηρήσεως και διαχειρίσεως των θυννοειδών του Ατλαντικού Ωκεανού καθώς και των παρακείμενων θαλασσών. Ο σκοπός αυτός πρέπει να επιτευχθεί μέσω της αυξημένης συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών προκειμένου οι πληθυσμοί των θυννοειδών να διατηρηθούν σε επίπεδα που να καθιστούν δυνατή μια σταθερή μέγιστη απόδοση για διατροφικούς και άλλους σκοπούς.
4 ρος τούτο, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να συστήσουν μια επιτροπή που φέρει την ονομασία διεθνής επιτροπή για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού (στο εξής: ICCAT), ο ρόλος της οποίας είναι να μεριμνά για την πραγματοποίηση των σκοπών της συμβάσεως. Κατά το άρθρο VIII, παράγραφος 1, στοιχείο a, της ανωτέρω συμβάσεως, η ICCAT εξουσιοδοτείται μεταξύ άλλων, με βάση τα αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών, να «υποβάλει συστάσεις με σκοπό να διατηρηθούν σε επίπεδα που επιτρέπουν μια μέγιστη σταθερή απόδοση οι πληθυσμοί θυννοειδών και συγγενών ειδών που μπορούν να αλιευτούν στη ζώνη της σύμβασης». Οι συστάσεις αυτές ισχύουν για τα συμβαλλόμενα μέρη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου VIII, παράγραφοι 2 και 3, της συμβάσεως.
5 Το άρθρο VIII, παράγραφος 2, της συμβάσεως προβλέπει ότι οι συστάσεις της ICCAT αρχίζουν να ισχύουν για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη «έξι μήνες ύστερα από την ημερομηνία κατά την οποία τους γνωστοποι[ούνται] από την επιτροπή» ενώ η παράγραφος 3 της ίδιας διατάξεως προβλέπει τις προϋποθέσεις για την έναρξη ισχύος των συστάσεων αυτών στην περίπτωση κατά την οποία υποβάλλονται εντός εξαμήνου αντιρρήσεις από ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη.
6 Το άρθρο ΙΧ, παράγραφος 1, της συμβάσεως προβλέπει:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να θεσπίσουν τις αναγκαίες διατάξεις για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιεί στην [ε]πιτροπή, κάθε δύο έτη ή όποτε το ζητήσει η [ε]πιτροπή, έκθεση με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τον σκοπό αυτό.»
7 Λόγω της υπερεκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που αποδεικνύεται με διάφορες επιστημονικές έρευνες, η ICCAT διατύπωσε από το 1994 ορισμένες συστάσεις που αποσκοπούσαν στην επιβολή ανώτατου ορίου στα αλιεύματα κοινού τόνου:
- την υπ' αριθ. 94-11 σύσταση, σχετικά με τον κοινό τόνο του Ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου, που διατυπώθηκε κατά την ένατη έκτακτη σύνοδο της ICCAT που συγκλήθηκε στη Μαδρίτη (Ισπανία) τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1994 και άρχισε να ισχύει από τις 2 Οκτωβρίου 1995, σκοπός της οποίας είναι ο περιορισμός των αλιευμάτων κοινού τόνου για το 1995 στο υψηλότερο επίπεδο που επέτυχαν το 1993 ή το 1994 τα συμβαλλόμενα μέρη και η λήψη, από το 1996, των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να μειωθούν τα αλιεύματά τους κατά 25 % σε σχέση με το ανωτέρω επίπεδο αλιευμάτων, η δε μείωση αυτή έπρεπε να αρχίσει να ισχύει πριν από το τέλος του 1998 (στο εξής: σύσταση 94-11)·
- τη σύσταση για τα συμπληρωματικά μέτρα διαχειρίσεως σχετικά με τον κοινό τόνο του Ανατολικού Ατλαντικού που διατυπώθηκε κατά την δέκατη τέταρτη τακτική σύνοδο της ICCAT που συγκλήθηκε στη Μαδρίτη τον Νοέμβριο του 1995 και άρχισε να ισχύει από τις 22 Ιουνίου 1996, που καθορίζει, για τα έτη 1996 έως 1998, συγκεκριμένες αλιευτικές ποσοστώσεις για τη Γαλλική Δημοκρατία λόγω του εξαιρετικού επιπέδου στο οποίο ανήλθαν το 1994 τα αλιεύματά της (στο εξής: σύσταση του 1995)·
- την υπ' αριθ. 96-14 σύσταση, σχετικά με την εφαρμογή στα αλιευτικά πεδία κοινού τόνου του Ατλαντικού και ξιφία του Βορείου Ατλαντικού, που διατυπώθηκε κατά την δέκατη έκτακτη σύνοδο της ICCAT που συγκλήθηκε στον Άγιο Σεβαστιανό (Ισπανία) τον Νοέμβριο του 1996, κοινοποιηθείσα επισήμως στα συμβαλλόμενα μέρη στις 3 Φεβρουαρίου 1997 και τεθείσα σε ισχύ στις 4 Αυγούστου 1997, η οποία θεσπίζει μεταξύ άλλων την αρχή της μειώσεως των ετήσιων ορίων αλιευμάτων για την ακόλουθη διαχειριστική περίοδο εφόσον, κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου έτους (από το 1997 και έπειτα), κάποιο συμβαλλόμενο μέρος υπερβαίνει τα όριά του αλιευμάτων (στο εξής: υπ' αριθ. 96-14 σύσταση). Η μείωση αυτή ισούται προς το 100 % του ποσού που υπερβαίνει αυτό το όριο αλιευμάτων και είναι δυνατόν να ανέλθει μέχρι 125 % εφόσον το συμβαλλόμενο μέρος υπερβαίνει το όριό του αλιεύσεως για δύο συνεχόμενες διαχειριστικές περιόδους·
- την υπ' αριθ. 98-5 σύσταση, σχετικά με τον περιορισμό των αλιευμάτων κοινού τόνου στον Ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο, που διατυπώθηκε κατά την ενδέκατη έκτακτη σύνοδο της ICCAT που συγκλήθηκε στον Άγιο Ιάκωβο της Κομποστέλλας (Ισπανία) τον Νοέμβριο του 1998 και άρχισε να ισχύει από τις 20 Αυγούστου 1999, η οποία καθορίζει τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα (στο εξής: TAC) κοινού τόνου σε 32 000 μετρικούς τόνους για το 1999 και 29 500 μετρικούς τόνους για το 2000, η δε Ευρωπαϊκή Κοινότητα έλαβε για τα έτη αυτά ποσόστωση αντιστοιχούσα σε 20 165 και σε 18 590 μετρικούς τόνους αντιστοίχως (ποσόστωση υπολογισθείσα βάσει των μη αναθεωρημένων ποσοτήτων αλιευμάτων που πραγματοποιήθηκαν το 1993 και το 1994 δεδομένου ότι ελήφθησαν υπόψη οι υψηλότερες ετήσιες ποσότητες) (στο εξής: υπ' αριθ. 98-5 σύσταση), και
- την υπ' αριθ. 98-13 συμπληρωματική σύσταση, σχετικά με την εφαρμογή στα αλιευτικά πεδία κοινού τόνου και ξιφία του Ατλαντικού, που διατυπώθηκε επίσης κατά την ενδέκατη έκτακτη σύνοδο της ICCAT και άρχισε να ισχύει από τις 21 Ιουνίου 1999, η οποία προβλέπει μεταξύ άλλων τη μείωση των ποσοστώσεων αλιευμάτων του 1999 δεδομένου ότι το 1997 τα αλιεύματα υπερέβησαν τη διαθέσιμη για το τελευταίο αυτό έτος αλιευτική ποσόστωση (στο εξής: υπ' αριθ. 98-13 σύσταση).
8 Η Ιταλική Δημοκρατία προσχώρησε στη σύμβαση στις 6 Αυγούστου 1997. Κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η Ιταλική Δημοκρατία ήταν ήδη μέλος ενός διεθνούς οργανισμού που επιδίωκε σκοπούς παρεμφερείς με αυτούς της ICCAT: το Γενικό Συμβούλιο Αλιείας για τη Μεσόγειο (στο εξής: ΓΣΑΜ). Τον Μάιο του 1995, ο οργανισμός αυτός έλαβε την υπ' αριθ. 95/1 απόφαση, το τρίτο σημείο της οποίας είχε σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο με αυτό της υπ' αριθ. 94-11 συστάσεως.
9 Με την απόφαση 86/238/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 1986 (EE L 162, σ. 33), εγκρίθηκε η προσχώρηση της Κοινότητας στη σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που προσαρτάται στην τελική πράξη της διάσκεψης των πληρεξουσίων των συμβαλλομένων στη σύμβαση κρατών, που υπεγράφη στο αρίσι στις 10 Ιουλίου 1984, προσχώρηση που κατέστη ενεργός στις 14 Νοεμβρίου 1997. Σύμφωνα με το άρθρο XIV, παράγραφος 6, της συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε με το ανωτέρω πρωτόκολλο, η Κοινότητα υποκαθίσταται από της ανωτέρω ημερομηνίας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που ήσαν ήδη συμβαλλόμενα μέρη. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα τα αντικατέστησε στους κόλπους της ICCAT.
Η κοινοτική ρύθμιση
10 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1181/98 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1998 (EE L 164, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3760/92), προβλέπει στο άρθρο 8, παράγραφος 4:
«Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής:
i) καθορίζει για κάθε τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας, ανά περίπτωση, το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ή/και της συνολικής επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας, σε πολυετή βάση εάν χρειάζεται. Ο καθορισμός αυτός θα γίνεται με βάση τους στόχους και τις στρατηγικές διαχείρισης όποτε έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 3·
ii) κατανέμει τις αλιευτικές δυνατότητες μεταξύ κρατών μελών με τρόπο που να εξασφαλίζει για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα. Ωστόσο, κατόπιν αίτησης των άμεσα ενδιαφερομένων κρατών μελών, μπορεί να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των μικροποσοστώσεων και των τακτικών μεταφορών ποσοστώσεων από το 1983, συνυπολογιζομένης δεόντως της συνολικής ισορροπίας των μεριδίων·
iii) αποφασίζει, όταν η Κοινότητα θεσπίζει νέες αλιευτικές δυνατότητες για ένα τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας που προηγουμένως δεν καλυπτόταν από την κοινή αλιευτική πολιτική, τη μέθοδο κατανομής των νέων αυτών δυνατοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα όλων των κρατών μελών·
iv) μπορεί επίσης να καθορίζει, ανά περίπτωση, τους όρους προσαρμογής των αλιευτικών δυνατοτήτων που είναι διαθέσιμες από το ένα έτος στο επόμενο·
ν) μπορεί, με βάση επιστημονικές γνωμοδοτήσεις, να πραγματοποιεί τις τυχόν αναγκαίες ενδιάμεσες προσαρμογές όσον αφορά τους στόχους και τις στρατηγικές διαχείρισης·
vi) καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες που κατανέμονται σε τρίτες χώρες, καθώς και τους ειδικούς όρους βάσει των οποίων πρέπει να διενεργείται η αλίευση.»
11 Ο κανονισμός (ΕΚ) 65/98 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1997, για τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα άκρως αποδημητικών ιχθύων, των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων για το 1998, της κατανομής τους υπό μορφή ποσοστώσεων στα κράτη μέλη καθώς και ορισμένων όρων βάσει των οποίων επιτρέπεται να αλιεύονται (ΕΕ 1998, L 12, σ. 145, και διορθωτικό ΕΕ 1998, L 152, σ. 10), προβλέπει στο άρθρο του 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο:
«Τα TAC, τα κοινοτικά μερίδια, οι ποσοστώσεις και οι ειδικοί όροι αλιείας καθορίζονται για το 1998 σύμφωνα με το παράρτημα.
Η Επιτροπή θα διαπραγματευθεί στο πλαίσιο της ICCAT την αναθεώρηση των ποσοτήτων αλιευμάτων των κρατών μελών, προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη μεταγενέστερη προσαμογή των ποσοστώσεων κοινού τόνου αυτών των κρατών μελών. Μόλις επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο της ICCAT, η Επιτροπή θα προσαρμόσει αμέσως αυτές τις ποσοστώσεις στον παρόντα κανονισμό.»
12 Για το έτος 1998 το παράρτημα του κανονισμού 65/98 προβλέπει όσον αφορά τον κοινό τόνο τα εξής:
- Η Κοινότητα διαθέτει συνολικό μερίδιο 4 452 τόνων στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικώς του μήκους 45° Δ, το οποίο κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών ως εξής:
Ελλάδα: 3 τόνοι
Ισπανία: 3 809 τόνοι
Γαλλία: 400 τόνοι
ορτογαλία: 180 τόνοι
Λοιπά κράτη μέλη (βάσει παρεμπιπτόντων αλιευμάτων): 60 τόνοι
- Η Κοινότητα διαθέτει συνολικό μερίδιο 11 621 τόνων στη Μεσόγειο, το οποίο κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών ως εξής:
Ελλάδα: 272 τόνοι
Ισπανία: 2 033 τόνοι
Γαλλία: 4 850 τόνοι
Ιταλία: 4 145 τόνοι
ορτογαλία: 321 τόνοι
13 Το άρθρο 2 του κανονισμού 49/1999 προβλέπει:
«1. Τα ποσοστά για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του μεριδίου του αποθέματος κοινού τόνου του ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου που διατίθεται στην Κοινότητα καθορίζονται ως εξής:
- Ισπανία: 34,35 %
- Γαλλία: 33,89 %
- Ελλάδα: 1,77 %
- Ιταλία: 27,75 %
- ορτογαλία: 3,23 %
2. Εντούτοις, τα TAC, τα μερίδια της Κοινότητας, οι ποσοστώσεις και οι ειδικοί όροι για τον κοινό τόνο και για τον ξιφία καθορίζονται για το 1999 όπως προβλέπεται στο παράρτημα.»
14 Το εν λόγω παράρτημα δεν προβαίνει σε καμία διάκριση, όσον αφορά τον κοινό τόνο, μεταξύ των αλιευμάτων που πραγματοποιούνται στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικώς του μήκους 45° Δ και των αλιευμάτων που πραγματοποιούνται στη Μεσόγειο. Το παράρτημα αυτό καθορίζει ότι το διαθέσιμο μερίδιο της Κοινότητας ανέρχεται σε 16 136 τόνους (επί TAC συνολικού ύψους 32 000 τόνων) το οποίο κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών ως εξής:
Ελλάδα: 126 τόνοι
Ισπανία: 5 555 τόνοι
Γαλλία: 6 413 τόνοι
Ιταλία: 3 463 τόνοι
ορτογαλία: 519 τόνοι
Λοιπά κράτη μέλη (βάσει παρεμπιπτόντων αλιευμάτων): 60 τόνοι
Τα πραγματικά περιστατικά
15 Η διαφορά που προκάλεσε την υπό κρίση προσφυγή οφείλεται στην εφαρμογή των συστάσεων της ICCAT από την Κοινότητα και στις συνέπειές της επί της κατανομής των ποσοστώσεων αλιευμάτων κοινού τόνου μεταξύ των κρατών μελών.
16 Κατόπιν της προσχωρήσεως της Κοινότητας στη σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο που υπεγράφη στο αρίσι στις 10 Ιουλίου 1984, το Συμβούλιο εξέδωσε πράγματι δύο κανονισμούς που αποσκοπούσαν στη μεταφορά των συστάσεων της ICCAT στην κοινοτική έννομη τάξη: τον κανονισμό 65/98 που μεταφέρει την υπ' αριθ. 94-11 σύσταση και τη σύσταση του 1995 και τον κανονισμό 49/1999 που μεταφέρει τις υπ' αριθ. 96-14, 98-5 και 98-13 συστάσεις.
17 Με τον κανονισμό 65/98, ο οποίος δεν προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή, το Συμβούλιο καθορίζει τα TAC κοινού τόνου και ξιφία για το 1998 και κατανέμει το μερίδιο που διατίθεται στην Κοινότητα μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, σημείο ii, του κανονισμού 3760/92.
18 Ο κανονισμός 49/1999 έχει κατ' ουσίαν το ίδιο αντικείμενο με τον κανονισμό 65/98· εντούτοις, το χρονικό πεδίο εφαρμογής του δεν περιορίζεται σε ένα μόνον έτος. ράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 καθορίζει κατά τρόπο γενικό τα ποσοστά για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του μεριδίου του αποθέματος κοινού τόνου του Ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου που διατίθεται στην Κοινότητα, ενώ η παράγραφος 2 της ανωτέρω διατάξεως καθορίζει ένα ad hoc σύστημα κατανομής του αποθέματος αυτού μόνον για το 1999. Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στο παράρτημα του κανονισμού 49/1999 για να πληροφορηθεί τόσο τα TAC κοινού τόνου για το 1999 όσο και την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του μεριδίου που διατίθεται στην Κοινότητα που διατυπώνονται με ποσοτικούς όρους.
19 Τα ποσοστά κατανομής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 καθορίζονται βάσει της ίδιας κλείδας κατανομής με αυτήν που είχε χρησιμοποιήσει η ICCAT και ως εκ τούτου οι αλιευτικές ποσοστώσεις κατανεμήθηκαν βάσει των μη αναθεωρημένων ποσοτήτων αλιευμάτων που πραγματοποίησαν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη το 1993 ή το 1994, ελήφθη δε υπόψη για κάθε κράτος μέλος η μεγαλύτερη ετήσια ποσότητα.
20 Ως προς την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του μεριδίου κοινού τόνου που διατέθηκε στην Κοινότητα κατά το 1999, από το σημείο 12 του υπομνήματος αντικρούσεως του Συμβουλίου προκύπτει ότι η κατανομή αυτή πραγματοποιήθηκε ως εξής:
α) το Συμβούλιο αφαίρεσε κατ' αρχάς από την κοινοτική ποσόστωση των 20 165 τόνων ποσότητα 60 τόνων που τέθηκε στη διάθεση όλων των κρατών μελών, πλην εκείνων στα οποία είχε δοθεί ειδική ποσόστωση, προκειμένου να συνυπολογιστούν τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα στο πλαίσιο αλιείας άλλων ειδών ιχθύων·
β) στη συνέχεια, το Συμβούλιο μετέτρεψε σε αριθμητικά ποσά τα μερίδια των κρατών μελών που ήσαν εκφρασμένα σε ποσοστά και αφαίρεσε από αυτά, για τα πέντε κράτη μέλη που κυρίως ενδιαφέρονταν για την αλιεία κοινού τόνου, ήτοι για την Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία και την ορτογαλική Δημοκρατία, τις ποσότητες αλιευμάτων που πραγματοποίησαν τα κράτη αυτά το 1997 καθ' υπέρβασιν των ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων αλιεύσεως (ήτοι 4 029 τόνοι, εκ των οποίων 2 666 τόνοι μόνον για την Ιταλική Δημοκρατία)·
γ) τέλος, το Συμβούλιο προέβη σε συμψηφισμό υπέρ των κρατών μελών στα οποία η μείωση της ποσοστώσεώς τους λόγω των ανωτέρω αφαιρέσεων προκαλούσε τη μεγαλύτερη ζημία· έτσι το Συμβούλιο αποφάσισε να θεσπίσει έναν μηχανισμό αλληλεγγύης βάσει του οποίου αφαιρέθηκαν 850 τόνοι κοινού τόνου από το ποσοστό που είχε κατανεμηθεί σε τρία κράτη μέλη, ήτοι στο Βασίλειο της Ισπανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία και στην ορτογαλική Δημοκρατία, προκειμένου να αναδιανεμηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία και στην Ιταλική Δημοκρατία, ύψους 100 και 750 τόνων αντιστοίχως.
21 Κατ' αυτού ακριβώς του κανονισμού 49/1999 η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωσή του υποστηρίζοντας ότι θίγεται τόσο από την πάγια κατανομή σε ποσοστά των TAC κοινού τόνου, που προβλέπει το άρθρο του 2, παράγραφος 1, όσο και από την ποσοτική κατανομή για το 1999 που προβλέπει η παράγραφος 2 της αυτής διατάξεως.
Επί των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999
22 Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999. Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται στην έλλειψη αιτιολογίας της ανωτέρω διατάξεως, στην παράβαση τόσο του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 37 ΕΚ) όσο και των γενικών αρχών που διέπουν την ιεραρχία των πηγών του δικαίου καθώς και του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο ii, του κανονισμού 3760/92, αλλά και στην πρόδηλη παράλειψη προσαρμογής των κριτηρίων που επελέγησαν για την εφαρμογή της αρχής της «σχετικής σταθερότητας».
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
23 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι η μόνη αιτιολογία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 παρατίθεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού κατά την οποία «θα πρέπει να καθοριστούν τα ποσοστιαία μερίδια των κρατών μελών για την αλιεία αποθέματος του κοινού τόνου στον Ατλαντικό και στη Μεσόγειο». Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, πρόκειται για μια καθαρώς επιφανειακή αιτιολογία δεδομένου ότι είναι πασιφανές ότι τα TAC, τα οποία προορίζονται για εκμετάλλευση από τα κράτη μέλη, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο κατανομής σε εθνικές ποσοστώσεις.
24 Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται τον νομολογιακό κανόνα ότι η ανάγκη και η επάρκεια μιας αιτιολογίας εξαρτώνται από το περιεχόμενο της οικείας διατάξεως και υποστηρίζει ότι απαιτείται ειδική αιτιολογία όσον αφορά τις λεπτομέρειες κατανομής των TAC μεταξύ των κρατών μελών. Δεδομένου ότι εν προκειμένω λείπει η αιτιολογία αυτή, επιβάλλεται η ακύρωση της επίδικης διατάξεως λόγω τυπικού ελαττώματος.
25 Το Συμβούλιο υποστηριζόμενο στο σημείο αυτό από όλους τους παρεμβαίνοντες αμφισβητεί ότι υπάρχει εν προκειμένω έλλειψη αιτιολογίας.
26 Αφενός, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 49/1999 αποτελεί ένα μόνον τμήμα της αιτιολογίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού, δεδομένου ότι η πράξη στο σύνολό της πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των ευρύτερων διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας όσον αφορά τη διατήρηση και τη διαχείριση των έμβιων πόρων της θάλασσας και, ειδικότερα, υπό το πρίσμα της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας καθώς και των συστάσεων της ICCAT οι οποίες μνημονεύονται στην πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αντιστοίχως του κανονισμού 49/1999.
27 Αφετέρου, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, από τις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-466/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (ΙΙ) (Συλλογή 1995, σ. Ι-3799), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-183/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. Ι-4315), προκύπτει ότι η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογία (νυν άρθρο 253 ΕΚ) δεν επιβάλλει στην κοινοτική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά και νομικά στοιχεία. Αρκεί να προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη «η ουσία» του σκοπού που επιδιώκει η αρχή αυτή, πράγμα που συμβαίνει εν προκειμένω.
28 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του εκδόντος την πράξη κοινοτικού οργάνου, κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-8237, σκέψη 82), και της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-8855, σκέψη 65).
29 Ταυτοχρόνως, το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής ορίζοντας ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που ενδέχεται να έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, σκέψη 65). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις τα κράτη μέλη μετέσχαν ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της επίδικης πράξεως και, επομένως, γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή (βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 50).
30 Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι το Συμβούλιο παρέβη την εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως.
31 Αφενός, πράγματι, το Συμβούλιο προσδιορίζει με σαφήνεια το πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του μεριδίου του αποθέματος κοινού τόνου του Ανατολικού Ατλαντικού και της Μεσογείου που διατίθεται στην Κοινότητα, δεδομένου ότι οι τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 49/1999 παραπέμπουν ρητώς στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, στις δεσμευτικές συστάσεις της ICCAT και στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92, αντιστοίχως.
32 Αφετέρου, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και, ιδίως, από μια έκθεση της Επιτροπής των Μόνιμων Αντιπροσώπων της 9ης Δεκεμβρίου 1998, η οποία προσαρτάται στην προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας, προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία μετέσχε ενεργά στην προετοιμασία της ενδέκατης έκτακτης συνόδου της ICCAT κατά τη διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν οι υπ' αριθ. 98-5 και 98-13 συστάσεις καθώς επίσης και στις συζητήσεις που κατέληξαν στην έκδοση του κανονισμού 49/1999.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί τους λόγους που οδήγησαν στην κατανομή των TAC κοινού τόνου μεταξύ των κρατών μελών, δεδομένου ότι το Συμβούλιο απλώς μετέφερε στην κοινοτική έννομη τάξη τα κριτήρια που επέλεξε η ICCAT.
34 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 είναι απορριπτέος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
35 Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει επικουρικώς έναν δεύτερο λόγο ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην προβαλλόμενη παραβίαση από το Συμβούλιο της αρχής της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων εκάστου κράτους μέλους.
36 Αφού επισημαίνει ότι, εν αντιθέσει προς τον κανονισμό 65/98, οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 49/1999 δεν παραπέμπουν ρητώς στο άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο ii, του κανονισμού 3760/92, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει πράγματι ότι το Συμβούλιο επέβαλε την κατανομή των δυνατοτήτων αλιείας μεταξύ των κρατών μελών χωρίς να εφαρμόσει αυτή τη θεμελιώδη αρχή της κοινής πολιτικής για την αλιεία. Αφενός, από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ένα ελάττωμα της αιτιολογίας πολύ σοβαρότερο από αυτό που επισημαίνεται με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως στον βαθμό που το Συμβούλιο δεν παραθέτει τους λόγους αυτής της κατά παρέκκλιση επιλογής στο προοίμιο του κανονισμού 49/1999. Αφετέρου, υπάρχει παράβαση της ιεραρχικά ανώτερης κανονιστικής πράξεως στον βαθμό που το Συμβούλιο παρέκκλινε από την αρχή της σχετικής σταθερότητας χωρίς να επικαλεστεί την ίδια νομική βάση με αυτή του κανονισμού 3760/92 που θέτει την αρχή αυτή, ήτοι το άρθρο 43 της Συνθήκης.
37 Συναφώς, πρέπει ευθύς εξ αρχής να απορριφθεί το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να παρεκκλίνει από την αρχή της σχετικής σταθερότητας εκδίδοντας την προσβαλλόμενη διάταξη.
38 Αφενός, πράγματι, είναι σαφές ότι, οσάκις υπάρχει παραπομπή σε διάταξη μιας πράξεως, η παραπομπή αυτή καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία της διατάξεως αυτής και ως εκ τούτου η παραπομπή στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 συνεπάγεται κατ' ανάγκην την παραπομπή σε όλα τα σημεία που αποτελούν την παράγραφο αυτή, πλην ρητής διατάξεως περί του αντιθέτου. Δεδομένου ότι μια τέτοια ρητή διάταξη δεν υφίσταται εν προκειμένω, η παραπομπή στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 περιλαμβάνει κατ' ανάγκην και το σημείο ii της εν λόγω παραγράφου η οποία θέτει την αρχή της «σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα [για κάθε κράτος μέλος]».
39 Αφετέρου, από το πλαίσιο των νομικών και πραγματικών δεδομένων της υπό κρίση προσφυγής, όπως αυτό εκτέθηκε κυρίως στις σκέψεις 16 έως 20 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι το Συμβούλιο ουδόλως είχε την πρόθεση να παρεκκλίνει από την αρχή της σχετικής σταθερότητας στην προκειμένη περίπτωση αφού καθόρισε τα ποσοστά κατανομής του κοινοτικού αποθέματος κοινού τόνου που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 ανατρέχοντας στην ίδια κλείδα κατανομής με αυτήν που είχε χρησιμοποιήσει η ICCAT και επομένως οι ποσοστώσεις αλιευμάτων δόθηκαν βάσει των μη αναθεωρημένων ποσοτήτων αλιευμάτων που πραγματοποίησαν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη το 1993 ή το 1994, χρησιμοποιήθηκε δε για κάθε κράτος μέλος η υψηλότερη ετήσια ποσότητα.
40 Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 είναι απορριπτέος.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
41 Έτι επικουρικότερον, η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται τον προδήλως ακατάλληλο χαρακτήρα των κριτηρίων που επελέγησαν για την εφαρμογή της αρχής της σχετικής σταθερότητας. Η Ιταλική Κυβέρνηση προσάπτει στο Συμβούλιο ότι καθόρισε τα ποσοστά κατανομής των TAC στηριζόμενο στα δεδομένα αλιεύσεως ενός και μόνον έτους το οποίο, πέραν των άλλων, δεν είναι του πρόσφατου παρελθόντος, και όχι στις ποσότητες αλιευμάτων περισσοτέρων ετών οι οποίες θα ήσαν ευνοϊκότερες για το εν λόγω κράτος μέλος.
42 Συναφώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι ουδέποτε η κοινοτική νομοθεσία ή η νομολογία του Δικαστηρίου όρισαν ότι η εφαρμογή της αρχής της σχετικής σταθερότητας σχετικά με απόθεμα ιχθύων για το οποίο δεν είχαν καθοριστεί προηγουμένως ούτε TAC ούτε ποσόστωση απαιτεί εν πάση περιπτώσει όπως οι ποσοστώσεις αλιευμάτων στηρίζονται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών αλιείας και όχι σε ένα μόνον έτος. ράγματι, η ύπαρξη ενός μεγάλου περιθωρίου σχετικά με την επιλογή της περιόδου αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ιδιαιτέρως σημαντική οσάκις η διαχείριση του αποθέματος αυτού γίνεται στο πλαίσιο ενός διεθνούς οργανισμού για την αλιεία και οσάκις ο καθορισμός των ποσοστών κατανομής εντός της Κοινότητας προϋποθέτει κατά κανόνα τη λήψη αποφάσεων εντός του οργανισμού αυτού.
43 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι εν προκειμένω το Συμβούλιο στηρίχθηκε στα δεδομένα αλιεύσεως ενός και μόνον έτους αφού από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι ελήφθησαν υπόψη δύο έτη για τον καθορισμό των ποσοστών κατανομής των TAC μεταξύ των κρατών μελών, ήτοι τα έτη 1993 και 1994, το δε Συμβούλιο επέλεξε για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την υψηλότερη ετήσια ποσότητα.
44 Τέλος, αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως όταν καλείται να προβεί στην εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής και της κοινής πολιτικής για την αλιεία. Η εξουσία αυτή δεν αφορά μόνο τη φύση και την έκταση των διατάξεων που πρέπει να εκδοθούν, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων. Κατά συνέπεια, ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν υπάρχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως (βλ., μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1989, 113/88, Leukhardt, Συλλογή 1989, σ. 1991, σκέψη 20, της 19ης Φεβρουαρίου 1998, C-4/96, NIFPO και Northern Ireland Fishermen's Federation, Συλλογή 1998, σ. Ι-681, σκέψεις 41 και 42, και της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-179/95, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-6475, σκέψη 29).
45 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ουδόλως απέδειξε ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά τρόπο προδήλως ακατάλληλο κατά την άσκηση της εξουσίας του εκτιμήσεως.
46 Αφενός, πράγματι, το Συμβούλιο στηρίχθηκε στα στοιχεία που του είχε διαβιβάσει η ICCAT και στις δεσμευτικές έναντι της Κοινότητας συστάσεις τις οποίες ο οργανισμός αυτός είχε διατυπώσει.
47 Αφετέρου, η επιλογή των ετών 1993 και 1994 ως ετών αναφοράς για τον καθορισμό των ποσοστών εσωτερικής κατανομής της κοινοτικής ποσοστώσεως του κοινού τόνου μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογη στον βαθμό που από το 1995 τόσο η ICCAT, μέσω της ενάρξεως ισχύος της υπ' αριθ. 94-11 συστάσεως, όσο και το ΓΣΑΜ, στο οποίο η Ιταλική Δημοκρατία συμμετείχε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, έθεσαν όρια, ταυτόσημα κατά τα λοιπά, στην αλίευση θυννοειδών. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η επιλογή πλέον πρόσφατων ετών αναφοράς από το Συμβούλιο θα είχε δυσμενείς συνέπειες για τα κράτη μέλη που συμμορφώθηκαν προς τις συστάσεις της ICCAT σχετικά με τον περιορισμό των αλιευμάτων.
48 Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν παρέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως, ο δε λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της σχετικής σταθερότητας είναι απορριπτέος.
49 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το αίτημα περί ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 και του πίνακα σχετικά με τον κοινό τόνο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού αυτού
50 Όπως και για το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτού και ο πίνακας σχετικά με την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του κοινοτικού μεριδίου κοινού τόνου για το 1999 που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού αυτού στερούνται αιτιολογίας. Επικουρικώς, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει κατ' ουσίαν παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92, παραβίαση διαφόρων γενικών αρχών του δικαίου και των θεμελιωδών εγγυήσεων που διέπουν την επιβολή κυρώσεων καθώς και προδήλως εσφαλμένη εφαρμογή της συμβάσεως.
Επί του πρώτου λόγου
51 Με τον πρώτο λόγο της, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι η μόνη αιτιολογία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 περιλαμβάνεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη αυτού σύμφωνα με την οποία «για το έτος 1999, είναι σκόπιμο να υπάρξει κατανομή ad hoc μεταξύ των κρατών μελών λόγω των ειδικών περιστάσεων που οφείλονται στην προσχώρηση της Κοινότητας στην ICCAT». Κατά την Ιταλική Δημοκρατία πρόκειται εκ νέου για μια φαινομενική αιτιολογία η οποία δεν αποδίδει τους πραγματικούς λόγους της αποκλίνουσας κατανομής που καθιερώνει ο πίνακας σχετικά με τον κοινό τόνο του παραρτήματος του ανωτέρω κανονισμού, ήτοι, κατ' ουσίαν τη βούληση της Επιτροπής να εφαρμόσει στην Ελληνική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Ισπανίας και στην Ιταλική Δημοκρατία τις μειώσεις που υπέβαλε η ICCAT λόγω υπερβάσεως των αλιευτικών ποσοστώσεων το 1997.
52 Αντιθέτως, το Συμβούλιο φρονεί ότι η αιτιολογία είναι επαρκής καθόσον, όπως και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999, η παράγραφος 2 της ανωτέρω διατάξεως πρέπει να επανατοποθετηθεί στο πλαίσιο των ευρύτερων διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας στον τομέα της διατηρήσεως και της διαχειρίσεως των έμβιων πόρων της θάλασσας και, πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της επεκτάσεως της υπ' αριθ. 98-5 συστάσεως η οποία περιέχει, στο σημείο 4, ρητή διάταξη σχετικά με τις μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως. Κατά συνέπεια, δεν χρειαζόταν να συμπεριληφθεί ειδική δήλωση που θα διευκρίνιζε τους όρους κάθε υπολογισμού για τον καθορισμό του τελικού μεριδίου κάθε κράτους μέλους, δεδομένου ότι η ουσία του σκοπού που επιδιώκει το Συμβούλιο προκύπτει από τον εν λόγω κανονισμό και, ιδίως, από την πρώτη, τη δεύτερη και την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη. Κατά το Συμβούλιο, η δήλωση αυτή στερείται χρησιμότητας κατά μείζονα λόγο διότι, εν προκειμένω, η κατανομή που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 είναι ad hoc και ισχύει μόνον για το 1999.
53 Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξ αρχής το επιχείρημα, το οποίο διατυπώνεται εμμέσως στο υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου, ότι η αιτιολογία μιας πράξεως ή ενός τμήματος μιας πράξεως μπορεί να είναι συνοπτικότερη λόγω της ακρίβειάς της ή λόγω του ότι συνιστά παρέκκλιση σε σχέση με έναν καθορισμένο κανόνα. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η εν λόγω πράξη παρεκκλίνει από έναν γενικότερο κανόνα εντείνει κατά κανόνα την απαίτηση αιτιολογήσεως λόγω του ότι οι αποδέκτες της πράξεως πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσουν τους λόγους που ώθησαν το οικείο όργανο να παρεκκλίνει από τον εν λόγω κανόνα καθώς και την έκταση και το περιεχόμενο της παρεκκλίσεως από τον κανόνα αυτόν. Η απαίτηση αυτή είναι ισχυρότερη κατά μείζονα λόγο όταν με την παρέκκλιση τροποποιείται η υφιστάμενη κατάσταση κατά τρόπο που δύναται να προκαλέσει ζημία στα συμφέροντα των αποδεκτών αυτών.
54 Εντούτοις, εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η αιτιολογία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 είναι ανεπαρκής.
55 Αφενός, πράγματι, ο ανωτέρω κανονισμός παραπέμπει ρητώς στις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας στον τομέα της διατηρήσεως και της διαχειρίσεως των έμβιων πόρων της θάλασσας και, ειδικότερα, στις δεσμευτικές συστάσεις της ICCAT, η δε όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 49/1999 διευκρινίζει μεταξύ άλλων ότι ο οργανισμός αυτός καθόρισε ένα σύστημα μειώσεων των υπεραλιευομένων ποσοτήτων «το οποίο διαφέρει από το σύστημα που καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 847/96 του Συμβουλίου, της 6ης Μα_ου 1996, περί θεσπίσεως συμπληρωματικών όρων για την ετήσια διαχείριση των TAC και των ποσοστώσεων» (EE L 115, σ. 3).
56 Αφετέρου, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, η Ιταλική Δημοκρατία μετέσχε ενεργά στην προετοιμασία της ενδέκατης έκτακτης συνόδου της ICCAT καθώς και στις συζητήσεις που οδήγησαν στην έκδοση του κανονισμού 49/1999.
57 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί τους λόγους που υπερίσχυσαν κατά την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών της κοινοτικής ποσοστώσεως κοινού τόνου για το 1999, το δε Συμβούλιο απλώς αφαίρεσε από την ποσόστωση αυτή, σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθ. 98-13 συστάσεως, τις υπεραλιευθείσες από τα κράτη μέλη ποσότητες κατά το 1997, εισάγοντας ταυτοχρόνως ένα μηχανισμό αλληλεγγύης προκειμένου να καταστούν ηπιότερες οι συνέπειες της αφαιρέσεως αυτής για την Ελληνική Δημοκρατία και την Ιταλική Δημοκρατία.
58 Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 πρέπει να απορριφθεί.
Επί των επικουρικών λόγων
59 Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει επικουρικώς δύο συμπληρωματικούς λόγους.
60 Αφενός, υποστηρίζει ότι ο μόνος αντικειμενικός σκοπός της κατά παρέκκλιση κατανομής της κοινοτικής ποσοστώσεως κοινού τόνου για το 1999 ήταν η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των κρατών μελών που δεν μπορεί να βρεί έρεισμα στις αρχές και τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, ιδίως, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92.
61 Αφετέρου, η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη νομιμότητα της μειώσεως των αλιευτικών ποσοστώσεων που έγινε το 1999 κατόπιν της εφαρμογής των συστάσεων της ICCAT. Αυτός ο λόγος ακυρώσεως έχει τέσσερα σκέλη. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι οι «κυρώσεις» τις οποίες η ICCAT προετίθετο να επιβάλει στα κράτη μέλη προϋποθέτουν την ατομική ευθύνη εκάστου συμβαλλομένου μέρους και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων που προβλέπει ο κανονισμός 65/98 που παραπέμπει στις πραγματικές ποσοστώσεις που χορηγούνται σταθερά στα συμβαλλόμενα μέρη της ICCAT. Δεύτερον, η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει ότι, αν γίνει δεκτό το αντίθετο, η διαπραγμάτευση αυτή των κυρώσεων που επιβάλλει η ICCAT εις βάρος ενός συγκεκριμένου κράτους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να διεξαχθεί αν δεν διασφαλιζόταν η δυνατότητα του κράτους αυτού να υπερασπιστεί τη θέση του, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω. Τρίτον, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι κατέστη συμβαλλόμενο μέρος της ICCAT μόλις τον Αύγουστο του 1997, μερικές ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της υπ' αριθ. 96-14 συστάσεως, γεγονός που θέτει το ερώτημα του κατά πόσον μπορούν να επιβληθούν οι κυρώσεις της ICCAT στην Ιταλική Δημοκρατία όσον αφορά το 1997. Τέταρτον, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει ότι η εν λόγω σύσταση προβλέπει αποκλειστικά την εφαρμογή της αντισταθμιστικής κυρώσεως κατά το επόμενο έτος από αυτό στο οποίο σημειώθηκε η υπέρβαση του ορίου αλιεύσεως. Κατά συνέπεια, οι μειώσεις των ορίων αλιεύσεως έπρεπε να γίνουν, κατά την προσφεύγουσα, το 1998 και όχι το 1999.
Επί της νομιμότητας της μειώσεως των αλιευτικών ποσοστώσεων
62 Με τα δύο πρώτα σκέλη του επικουρικώς προβαλλόμενου δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που πρέπει να εξεταστούν πρώτα, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι οι διαπραγματεύσεις της Κοινότητας στο πλαίσιο της ICCAT, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 65/98, δεν ήταν δυνατόν να αφορούν τις μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως στην οποία επιδόθηκαν ορισμένα κράτη μέλη το 1997 και ότι, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να παρασχεθεί σε αυτά τα κράτη η δυνατότητα να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών.
63 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί προκαταρκτικώς ότι, με την προσχώρησή της στη σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που υπεγράφη στο αρίσι στις 10 Ιουλίου 1984, η Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο XIV, παράγραφος 6, της συμβάσεως αυτής υποκατεστάθη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που ήσαν ήδη συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση αυτή. Ως εκ τούτου, η Κοινότητα ήταν απολύτως αρμόδια να συζητήσει, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν εντός της ICCAT σχετικά με την κοινοτική ποσόστωση για τις οποίες αυτή και μόνον είχε την αρμοδιότητα, όλες τις σχετικές παραμέτρους, περιλαμβανομένων των συνεπειών της υπεραλιεύσεως στην οποία επιδόθηκαν ορισμένα κράτη μέλη πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεώς της στην ανωτέρω οργάνωση. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα δεσμευόταν από τις προγενέστερες συστάσεις της ICCAT και, μεταξύ άλλων, από την υπ' αριθ. 96-14 σύσταση που θέτει την αρχή της μειώσεως των αλιευτικών ποσοστώσεων στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης διαχειριστικής περιόδου, ένα συμβαλλόμενο μέρος υπερβεί τα όριά του αλιεύσεως. Στην πραγματικότητα, οι μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως κατά το 1997 επιβλήθηκαν στην Κοινότητα μειουμένης της ποσοστώσεως που διέθετε για το 1999.
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να αξιώνει έναν ιδιαίτερο ρόλο στο πλαίσιο των σκέψεων της ICCAT ως προς τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι δραστηριότητες υπεραλιεύσεως δεδομένου ότι η Κοινότητα έχει αναλάβει πλήρως τις σχετικές με το ζήτημα αυτό διαπραγματεύσεις.
65 Ούτε μπορεί η Ιταλική Δημοκρατία να απαιτεί στο πλαίσιο αυτό την αναγνώριση ενός αποκλειστικά δικού της δικαιώματος άμυνας. ράγματι, μόνον μέσα από την προάσπιση του κοινοτικού συμφέροντος, η οποία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και των οργάνων της, κατέστη δυνατόν να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της Ιταλικής Δημοκρατίας καθώς και των λοιπών κρατών μελών.
66 Τέλος πρέπει να υπομνηστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία μετέσχε ενεργώς στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στους κόλπους της ICCAT αφού μετέσχε, στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στις συζητήσεις που αφορούσαν τις διαπραγματεύσεις αυτές. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία είχε αντικειμενικώς τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και να διατυπώσει τις ενδεχόμενες αντιρρήσεις της.
67 Για τους ανωτέρω λόγους, τα δύο πρώτα σκέλη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προβάλλεται επικουρικώς πρέπει να απορριφθούν.
68 Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη δυνατότητα του Συμβουλίου, στο πλαίσιο της κατανομής της κοινοτικής ποσοστώσεως του κοινού τόνου για το 1999, να λάβει υπόψη του τις υπερβάσεις αλιευμάτων που πραγματοποίησε η Ιταλία κατά το 1997 δεδομένου ότι το εν λόγω κράτος μέλος προσχώρησε στη σύμβαση δύο ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της υπ' αριθ. 96-14 συστάσεως.
69 Όπως τονίστηκε ήδη στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως, κατά τον καθορισμό της κοινοτικής ποσοστώσεως για το 1999 η ICCAT δεν καταλόγισε τις μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως κατά το 1997 στα οικεία κράτη μέλη, αλλά στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, με αυτό το σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προβάλλεται επικουρικώς τίθεται το ζήτημα αν ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά τη χορήγηση αυτής της μειωμένης ποσοστώσεως στα οικεία κράτη μέλη, είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, την υπεραλίευση στην οποία επιδόθηκε η Ιταλία κατά το 1997 και να αφαιρέσει από την ποσόστωση-μερίδιο που αναλογούσε σε αυτό το κράτος μέλος, σύμφωνα με το ποσοστό που καθορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 49/1999, την ποσότητα της υπεραλιεύσεως αυτής, καθιστώντας εξάλλου ηπιότερες τις συνέπεις της αφαιρέσεως αυτής μέσω ενός μηχανισμού κοινοτικής αλληλεγγύης.
70 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι, ως μέλος του ΓΣΑΜ η Ιταλική Δημοκρατία είχε πλήρη γνώση των μέτρων περιορισμού των αλιευμάτων κοινού τόνου που έλαβε η ICCAT από το 1995 αφού η ποσόστωση που καθόριζε η υπ' αριθ. 94-11 σύσταση για το ανωτέρω κράτος μέλος, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία το κράτος μέλος αυτό δεν ήταν ακόμη μέλος της ICCAT, επικυρώθηκε από την υπ' αριθ. 95/1 απόφαση του ΓΣΑΜ, που ελήφθη στο πλαίσιο συνόδου που πραγματοποιήθηκε στο Alicante (Ισπανία) από τις 22 έως τις 26 Μα_ου 1995. Συναφώς, το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν δεσμευτική ουδόλως μεταβάλλει, ως προς το σημείο αυτό, τη διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία γνώριζε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 94-11 συστάσεως.
71 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την προετοιμασία της προσχωρήσεώς της στην ICCAT, η Ιταλική Δημοκρατία είχε τη δυνατότητα να λάβει πλήρη γνώση αυτών των ιδίων μέτρων και, πιο συγκεκριμένα, της υπ' αριθ. 96-14 συστάσεως, που καθιέρωνε τον μηχανισμό μειώσεως στην περίπτωση υπεραλιεύσεως, ο οποίος υιοθετήθηκε τον Νοέμβριο του 1996, ήτοι οκτώ και πλέον μήνες πριν από την πραγματική ημερομηνία προσχωρήσεως του εν λόγω κράτους μέλους στη σύμβαση.
72 Τρίτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Δημοκρατία ουδόλως αντιτάχθηκε στην εφαρμογή των προαναφερθέντων μέτρων περιορισμού των αλιευμάτων σε περίπτωση προσχωρήσεως ούτε κατά την προετοιμασία της ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στη συγκεκριμένη προσχώρηση αυτού του κράτους μέλους στη σύμβαση, στις 6 Αυγούστου 1997, ούτε με τη διατύπωση επιφυλάξεων.
73 Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς και χωρίς ουδόλως να υπερβεί τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως, το Συμβούλιο, ενώπιον της ανάγκης να καταλογίσει στα οικεία κράτη μέλη τις μειώσεις λόγω υπεραλιεύσεως στην οποία επιδόθηκαν αυτά το 1997, τις οποίες όμως η ICCAT είχε καταλογίσει ευθέως στην Κοινότητα, μπόρεσε, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, να επιρρίψει στο κράτος αυτό τις συνέπειες της υπεραλιεύσεως στην οποία επιδόθηκε το 1997, οι οποίες πάντως κατέστησαν ηπιότερες μέσω ενός μηχανισμού κοινοτικής αλληλεγγύης.
74 Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα το επιχείρημα της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι η μείωση της ποσοστώσεώς της λόγω υπεραλιεύσεως κατά το 1997 θα ισοδυναμούσε με αναδρομική επιβολή κυρώσεων κατά παράβαση γενικής αρχής του δικαίου - δεδομένου ότι η υπ' αριθ. 96-14 σύσταση που εισήγαγε αυτό το καθεστώς κυρώσεων άρχισε να ισχύει μόλις δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως του εν λόγω κράτους μέλους στη σύμβαση και ότι η υπεραλίευση σημειώθηκε πριν από την ημερομηνία αυτή - αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι η Ιταλική Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη, από της προσχωρήσεώς της, να τηρεί τις συστάσεις της ICCAT, τις οποίες γνώριζε άριστα πριν από την ημερομηνία αυτή και έναντι των οποίων ουδεμία επιφύλαξη είχε διατυπώσει.
75 Αφετέρου, και χωρίς να χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα αν, εν προκειμένω, το μέτρο της μειώσεως λόγω υπεραλιεύσεως κατά το 1997 εφαρμόστηκε πράγματι αναδρομικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένα μέτρο το οποίο έχει ως αντικείμενο να εμποδίσει ένα κράτος μέλος να αντλήσει ωφελήματα για το μέλλον από την υπεραλίευση που πραγματοποίησε στο παρελθόν δεν έχει τον χαρακτήρα κυρώσεως.
76 Ως εκ τούτου, η αιτίαση που διατύπωσε συναφώς η Ιταλική Δημοκρατία είναι αβάσιμη.
77 Όσον αφορά τέλος το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προβάλλεται επικουρικώς από την Ιταλική Δημοκρατία ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 96-14 σύσταση, η μείωση λόγω υπεραλιεύσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνον κατά το επόμενο έτος από αυτό κατά το οποίο σημειώθηκε υπέρβαση του ορίου αλιεύσεως, πρέπει να υπομνηστεί ότι η υπ' αριθ. 98-13 σύσταση παρεκκλίνει ρητώς από τον κανόνα αυτόν προβλέποντας ταυτόχρονα τη μεταφορά της μειώσεως σε μεταγενέστερη διαχειριστική περίοδο από την αμέσως επόμενη περίοδο εκείνης κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν οι αλιευτικές υπερβάσεις, οσάκις όλα τα δεδομένα σχετικά με τα αλιεύματα της περιόδου αυτής δεν είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο καθορισμού των ποσοστώσεων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη σύσταση αυτή, τα επιπλέον αλιεύματα που αλιεύθησαν κατά το 1997 μπορούσαν να αφαιρεθούν από το 1999.
78 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται επικουρικώς πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
79 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλεται επικουρικώς, ο οποίος στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιας παραβιάσεως.
80 ράγματι, κατά πάγια νομολογία, η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 8/82, Wagner, Συλλογή 1983, σ. 371, σκέψη 18· της 13ης Νοεμβρίου 1984, 283/83, Racke, Συλλογή 1984, σ. 3791, σκέψη 7, και της 29ης Απριλίου 1999, C-311/97, Royal Bank of Scotland, Συλλογή 1999, σ. Ι-2651, σκέψη 26).
81 Εν προκειμένω, το Συμβούλιο έλαβε πλήρως υπόψη του τις υφιστάμενες μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών διαφορές αφού η κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως κοινού τόνου για το 1999 στηρίζεται τόσο στην αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων των προαναφερθέντων κρατών όσο και στις ενδεχόμενες υπερβάσεις που τα κράτη αυτά είχαν πραγματοποιήσει κατά το 1997. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο ουδόλως παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
82 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει επικουρικώς η Ιταλική Δημοκρατία.
83 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το αίτημα περί ακυρώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 49/1999 καθώς και του πίνακα σχετικά με τον κοινό τόνο ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού αυτού πρέπει να απορριφθεί.
84 Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
85 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα του Συμβουλίου. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή, που παρενέβησαν στη δίκη, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy