Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητηθείσα παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-123/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού-Durande, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ιδίας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Ν. Δαφνίου και Δ. Τσαγκαράκη, εισηγήτριες στην Ειδική Νομική Υπηρεσία, τμήμα Ευρωπαϋκού Κοινοτικού Δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
" που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας ανακοινώσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10), ή μη έχοντας λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, τον C. Gulmann και την F. Macken (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με σκοπό να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας ανακοινώσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10, στο εξής: οδηγία), ή μη έχοντας λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
2 Στο άρθρο 22, παράγραφος 1, η οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς αυτή πριν από τις 30 Ιουνίου 1996 και ότι ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη και μη διαθέτοντας καμία άλλη πληροφορία βάσει της οποίας να μπορεί να συναγάγει ότι η Ελληνική Δημοκρατία συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της, απηύθυνε στην Ελληνική Κυβέρνηση στις 16 Ιανουαρίου 1997 έγγραφο οχλήσεως.
4 Ελλείψει απαντήσεως, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Κυβέρνηση στις 2 Οκτωβρίου 1997 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
5 Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1998, η Ελληνική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
6 Η Επιτροπή πάντως, επειδή δεν έλαβε καμία ανακοίνωση για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από τα άρθρα 5 και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10 ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ), θεωρεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε να θεσπίσει και να ανακοινώσει τα μέτρα που ήταν αναγκαία για να συμμορφωθεί προς την οδηγία εμπροθέσμως.
8 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την προσαπτομένη παράβαση. Επισημαίνει εντούτοις ότι ένα σχέδιο νόμου βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο υπογραφών από τους συναρμόδιους υπουργούς.
9 Επειδή η μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εντός της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
10 Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη τη μη ανακοίνωση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που έπρεπε να θεσπιστούν για τη συμμόρφωση προς την οδηγία, δεδομένου ακριβώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν θέσπισε τις διατάξεις αυτές εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 18ης Μαου 1994, C-303/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1994, σ. Ι-1901, σκέψη 6).
11 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy