Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι - Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού - Τοπικοί υπάλληλοι - Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου - Μετατροπή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου - Δυνατότητα εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού, άρθρο 79)
Περίληψη
$$Το άρθρο 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να συνάπτουν με τοπικό υπάλληλο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν η ρύθμισή τους όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων, που έχει θεσπιστεί βάσει της νομοθεσίας και των συνηθειών του κράτους όπου υπηρετούν οι υπάλληλοι, δεν το επιτρέπει.
ροκειμένου για διαφορά σχετικά με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου που έχει συναφθεί με τη Fondation européenne pour la formation, στην οποία εφαρμόζεται η ρύθμιση της Επιτροπής σχετικά με τους όρους απασχολήσεως του τοπικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ιταλία, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως αυτής, οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της σχέσεως εργασίας. Στην αντίθετη περίπτωση, στο εν λόγω δικαστήριο εναπόκειται να μετατρέψει την εν λόγω σύμβαση σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
( βλ. σκέψη 31 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-126/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Pretore di Torino (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Roberto Vitari
και
Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet (εισηγητή), D. A. O. Edward, P. Jann και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο R. Vitari, εκπροσωπούμενος από τον C. Cotto, δικηγόρο Τορίνου,
- το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως, εκπροσωπούμενο από τους E. και Μ. de la Forest de Divonne, δικηγόρους Τορίνου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Μαρτίου 1999, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Απριλίου 1999, ο Pretore di Torino υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛ).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του R. Vitari και του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως (στο εξής: Ίδρυμα) σχετικά με τη λήξη της σχέσεως εργασίας που τους συνέδεε.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το Ίδρυμα, που εδρεύει στο Τορίνο (Ιταλία), συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1360/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μα_ου 1990 (ΕΕ L 131, σ. 1). Το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2063/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ L 216, σ. 9), προβλέπει τα εξής:
«Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού
Το προσωπικό του ιδρύματος υπόκειται στους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το Ίδρυμα ασκεί, έναντι του προσωπικού του, τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τις ενδεδειγμένες λεπτομέρειες εφαρμογής.»
4 Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του ΚΛ ορίζει τα εξής:
«Θεωρείται τοπικός υπάλληλος (...) ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες για την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών, σε θέση που δεν προβλέπεται στον πίνακα θέσεων (...)».
5 Το άρθρο 79 του ΚΛ ορίζει τα ακόλουθα:
«(...) οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως σχετικά με:
α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως·
β) τις άδειες·
γ) τις αποδοχές τους,
καθορίζονται από κάθε όργανο, βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του».
6 Το Ίδρυμα δεν έχει θεσπίσει ειδική ρύθμιση για τους τοπικούς υπαλλήλους του, αλλ' εφαρμόζει τη ρύθμιση περί των όρων απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ιταλία την οποία έχει θεσπίσει η Επιτροπή (στο εξής: ρύθμιση της Επιτροπής). Το άρθρο 3 της ρυθμίσεως αυτής προβλέπει ότι η σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων αυτών μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο, διευκρινίζει όμως ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να συναφθεί μόνον εφόσον «οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως».
7 Τέλος, το άρθρο 81, παράγραφος 1, του ΚΛ ορίζει τα ακόλουθα:
«Οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε κράτος μέλος υπάγονται στην αρμόδια δικαστική αρχή δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στον τόπο όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Το άρθρο 1 του ιταλικού νόμου 230, της 18ης Απριλίου 1962, περί της ρυθμίσεως των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (GURI αριθ. 125 της 17ης Μα_ου 1962), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: νόμος 230/62), ορίζει ότι οι συμβάσει εργασίας συνάπτονται, καταρχήν, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, επιτρέπει δε τον καθορισμό χρόνου λήξεως της σχέσεως εργασίας μόνο στις περιπτώσεις που απαριθμεί, ήτοι όταν η πρόσληψη πραγματοποιείται:
- για την εκτέλεση εποχιακών εργασιών·
- για την αντικατάσταση εργαζομένων που απουσιάζουν λόγω ασθενείας, εγκυμοσύνης, αδείας μητρότητας ή στρατιωτικής θητείας·
- για την εκτέλεση αποστολών ή εργασιών εκτάκτου ή περιστασιακού χαρακτήρα·
- για εργασίες εκτελούμενες σε διαδοχικές φάσεις οι οποίες απαιτούν ειδικευμένους εργαζομένους·
- για την παραγωγή ειδικών θεαμάτων ή ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων·
- για την εκτέλεση ειδικών αποστολών εξυπηρετήσεως αεροσκαφών.
9 Το άρθρο 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει, κατ' εξαίρεση και εφόσον συμφωνήσει προηγουμένως ο εργαζόμενος, την παράταση της ισχύος της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άπαξ και για χρόνο μη υπερβαίνοντα τη διάρκεια της αρχικής συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η παράταση αυτή κατέστη αναγκαία λόγω ενδεχομένων και απροβλέπτων περιστάσεων και αφορά την άσκηση της ίδιας δραστηριότητας. Όταν η σχέση εργασίας παρατείνεται πέραν του προβλεφθέντος χρόνου, η σύμβαση λογίζεται ως σύμβαση αορίστου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη η πρώτη σύμβαση ορισμένου χρόνου.
10 Άλλες περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να συναφθούν συμβάσεις ορισμένου χρόνου προβλέπονται από ειδικούς νόμους.
Η διαφορά της κύριας δίκης
11 Ο R. Vitari, αφού προσλήφθηκε από το Ίδρυμα ως επικουρικός υπάλληλος με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε άπαξ, από τις 16 Οκτωβρίου 1995 έως τις 29 Φεβρουαρίου 1996, συνήψε με το Ίδρυμα σύμβαση ορισμένου χρόνου υπό την ιδιότητα του τοπικού υπαλλήλου για την περίοδο από 1ης Μαρτίου έως 31 Δεκεμβρίου 1996. Η ισχύς της συμβάσεως αυτής παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 1997, ημερομηνία κατά την οποία το Ίδρυμα θεώρησε ότι έληγε η σχέση εργασίας που το συνέδεε με τον R. Vitari.
12 O R. Vitari προσέφυγε τότε ενώπιον του Pretore di Torino υποστηρίζοντας ότι, κατά την ιταλική νομοθεσία και, ειδικότερα, τον νόμο 230/62, το Ίδρυμα δεν μπορούσε να θέσει έτσι τέρμα στη σχέση εργασίας, καθόσον αυτή έπρεπε να θεωρηθεί ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1ης Μαρτίου 1996, ημερομηνίας κατά την οποία είχε προσληφθεί για πρώτη φορά ως τοπικός υπάλληλος.
13 Το Ίδρυμα υποστήριξε, αντιθέτως, ότι δεν μπορούσε να του αντιταχθεί η ιταλική νομοθεσία, καθόσον το προσωπικό του υπαγόταν, σύμφωνα με το άρθρο 14 του τροποποιηθέντος κανονισμού 1360/90, «στους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
14 Ο Pretore di Torino, προβληματιζόμενος όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εθνικού εργατικού δικαίου και του ΚΛ και, ειδικότερα, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 79 του ΚΛ, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 79 του [ΚΛ], στο μέτρο που προβλέπει ότι "οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως σχετικά με:
α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως·
β) τις άδειες·
γ) τις αποδοχές τους,
καθορίζονται από κάθε όργανο, βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του", την έννοια ότι επιτρέπεται στο κοινοτικό όργανο να αφίσταται της εθνικής νομοθεσίας, με συνέπεια την αποκλειστική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, ή επιβάλλει παρά ταύτα την τήρηση της εθνικής νομοθεσίας, ιδίως όταν αυτή έχει επιτακτικό και αναγκαστικό χαρακτήρα;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
αρατηρήσεις των διαδίκων
15 Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 79 του ΚΛ έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει το κοινοτικό όργανο να συνάψει με τοπικό υπάλληλο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν η εθνική νομοθεσία που ισχύει στο έδαφος του κράτους όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του επιβάλλει τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
16 Ο R. Vitari θεωρεί ότι, λαμβανομένου ότι το άρθρο 79 του ΚΛ παραπέμπει στη νομοθεσία και τις συνήθειες που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του, οι διατάξεις του άρθρου 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής και των άρθρων 1 και 2 του νόμου 230/62 εφαρμόζονται συμπληρωματικώς. Οι διατάξεις αυτές περιορίζουν ακριβώς τις περιπτώσεις στις οποίες το Ίδρυμα μπορεί να συνάπτει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
17 Το Ίδρυμα θεωρεί ότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι άτοπο, καθόσον η ρύθμιση της Επιτροπής, όπως αυτή εφαρμόζεται εν προκειμένω, είναι σύμφωνη προς την εθνική νομοθεσία περί των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. αρατηρεί ότι τα ζητήματα αυτά διέπονται στην Ιταλία από διάφορα κείμενα νομοθετικής ή συμβατικής φύσεως, τα οποία, από τα τέλη της δεκαετίας του '80, έχουν φιλελευθεροποιήσει σημαντικά το καθεστώς συνάψεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
18 Επικουρικώς, το Ίδρυμα υποστηρίζει ότι το γράμμα του άρθρου 79 του ΚΛ καταδεικνύει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν επέβαλε στα όργανα υποχρέωση αυστηρής τηρήσεως της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου οι τοπικοί υπάλληλοι ασκούν τα καθήκοντά τους. Αντιθέτως, τους επέτρεψε να θεσπίζουν, προς καθορισμό των όρων απασχολήσεως των υπαλλήλων τους, αυτοτελή ρύθμιση, η οποία ωστόσο θα πρέπει να εμπνέεται από τις αρχές που ισχύουν εντός του κράτους όπου υπηρετούν οι υπάλληλοι.
19 Η Επιτροπή, παραπέμποντας στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση Desmedt (απόφαση της 25ης Ιουνίου 1981, 105/80, Συλλογή 1981, σ. 1701), υπογραμμίζει τον μικτό χαρακτήρα της ρυθμίσεως που εφαρμόζεται στους τοπικούς υπαλλήλους, υπό την έννοια ότι οι πηγές που τη συνθέτουν είναι τόσο κοινοτικές όσο και εθνικές. Έτσι, αποστολή της εθνικής νομοθεσίας είναι να θέτει όρια στην κανονιστική εξουσία που απονέμεται στα κοινοτικά όργανα και συγχρόνως να ρυθμίζει όλα τα ζητήματα που δεν καλύπτονται από την κοινοτική ρύθμιση.
20 Ωστόσο, στηριζόμενη στην απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 232/84, Tordeur κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 3223), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων δεν μπορεί να οδηγήσει σε επέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των οργάνων των Κοινοτήτων. Κατά την Επιτροπή, το να προβλέπεται, ως κύρωση λόγω μη τηρήσεως εθνικής διατάξεως, η γένεση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργαζομένου που προσλήφθηκε για ορισμένο χρόνο και του οργάνου που τον απασχολεί θα έθιγε την αποκλειστική αρμοδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής όσον αφορά τις προσλήψεις προσωπικού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Κατά το άρθρο 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής, οι συμβάσεις των τοπικών υπαλλήλων που ασκούν τα καθήκοντά τους στην Ιταλία συνάπτονται, καταρχήν, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, παρεκκλίσεις δε από την αρχή αυτή επιτρέπονται μόνον όταν οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως. Ως προς αυτό, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ της διατάξεως αυτής και των σχετικών εθνικών διατάξεων, οι οποίες επίσης ευνοούν τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.
22 Ασφαλώς, η εθνική νομοθεσία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο είναι περισσότερο ακριβής, καθόσον απαριθμεί ρητώς τις περιπτώσεις στις οποίες, κατ' εξαίρεση, μπορούν να συνάπτονται συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
23 Ωστόσο, εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 79 του ΚΛ ότι πρέπει να εφαρμόζεται στη σχέση εργασίας που συνδέει το κοινοτικό όργανο με τον τοπικό υπάλληλο αυτούσιο το εθνικό δίκαιο του κράτους στο έδαφος του οποίου ο τοπικός υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του. ράγματι, από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι οι όροι απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων «καθορίζονται από κάθε όργανο βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών» του κράτους όπου υπηρετούν οι υπάλληλοι, πράγμα το οποίο σημαίνει απλώς ότι η ρύθμιση την οποία θεσπίζει κάθε όργανο δεν μπορεί να αντιβαίνει στους βασικούς κανόνες του ισχύοντος εθνικού δικαίου.
24 Όμως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 21 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής είναι σύμφωνο με τον βασικό προσανατολισμό της ιταλικής νομοθεσίας.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 1, του ΚΛ, να εξετάσει αν, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής, οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας που είχε ανατεθεί στον R. Vitari δικαιολογούσαν τη σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών του, η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει, εν πάση περιπτώσει, καμία ένδειξη που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να προβεί σε κάποια συναφή εκτίμηση.
26 Στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο θα κρίνει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, υπήρξε παράβαση του άρθρου 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής, υπό την έννοια ότι οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας δεν απαιτούσαν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως, σ' αυτό εναπόκειται να αποκαταστήσει τη νομιμότητα μετατρέποντας την επίδικη σύμβαση, η οποία συνήφθη για ορισμένο χρόνο, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
27 Η συναγωγή μιας τέτοιας συνέπειας από τη μη τήρηση του άρθρου 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, σε αντίθεση προς όσα έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση στην προμνησθείσα υπόθεση Tordeur κ.λπ., οι περιστάσεις της οποίας διέφεραν ουσιωδώς από τις περιστάσεις της διαφοράς της υποθέσεως της κύριας δίκης.
28 ράγματι, η προμνησθείσα απόφαση Tordeur κ.λπ. αφορούσε το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει να εφαρμοστεί στα κοινοτικά όργανα, όταν αυτά καταφεύγουν στις υπηρεσίες επιχειρήσεων προσωρινής εργασίας, εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι, σε περίπτωση παραβάσεως ορισμένων διατάξεών της περί προσωρινής εργασίας, ο προσωρινός απασχολούμενος εργαζόμενος και το πρόσωπο που τον χρησιμοποιεί θα συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
29 Το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι η κοινωνική προστασία του προσωρινώς απασχολουμένου δεν πρέπει να παραμελείται για τον μοναδικό λόγο ότι αυτός τίθεται στη διάθεση κοινοτικού οργάνου, η προστασία αυτή δεν μπορεί να εξασφαλίζεται με μέτρα που θα συνιστούσαν επέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των οργάνων των Κοινοτήτων (προμνησθείσα απόφαση Tordeur κ.λπ., σκέψη 27).
30 Όμως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ακριβώς η ρύθμιση της Επιτροπής, την οποία εφαρμόζει το Ίδρυμα, είναι εκείνη που προβλέπει, στο οικείο άρθρο 3, ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να συνάπτονται με τοπικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στην Ιταλία μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της σχέσεως εργασίας.
31 Ενόψει των ανωτέρω, στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 79 του ΚΛ έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να συνάπτουν με τοπικό υπάλληλο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν η ρύθμισή τους όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων, που έχει θεσπιστεί βάσει της νομοθεσίας και των συνηθειών του κράτους όπου υπηρετούν οι υπάλληλοι, δεν το επιτρέπει. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως της Επιτροπής, οι περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων συνήφθη η σύμβαση ή η φύση της επέβαλλαν να συναφθεί η σύμβαση τοπικού υπαλλήλου μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης ως σύμβαση ορισμένου χρόνου. Στην αντίθετη περίπτωση, στο εν λόγω δικαστήριο εναπόκειται να μετατρέψει την εν λόγω σύμβαση σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Μαρτίου 1999 ο Pretore di Torino, αποφαίνεται:
Το άρθρο 79 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού ροσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να συνάπτουν με τοπικό υπάλληλο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν η ρύθμισή τους όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων, που έχει θεσπιστεί βάσει της νομοθεσίας και των συνηθειών του κράτους όπου υπηρετούν οι υπάλληλοι, δεν το επιτρέπει. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως περί των όρων απασχολήσεως των τοπικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ιταλία, την οποία έχει θεσπίσει η Επιτροπή, οι περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων συνήφθη η σύμβαση ή η φύση της επέβαλλαν να συναφθεί η σύμβαση τοπικού υπαλλήλου μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης ως σύμβαση ορισμένου χρόνου. Στην αντίθετη περίπτωση, στο εν λόγω δικαστήριο εναπόκειται να μετατρέψει την εν λόγω σύμβαση σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Full & Egal Universal Law Academy