Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - ροσέγγιση των νομοθεσιών - Οδηγία 83/417 - Κανόνες σχετικά με την εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητας ορισμένων πρωτεϊνών γάλακτος (καζε_νες και καζεϊνικά άλατα) προοριζόμενων για ανθρώπινη διατροφή - Απόλυτη νομική απαγόρευση - Δεν υφίσταται
(Οδηγία του Συμβουλίου 83/417, άρθρο 2)
2. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ερμηνεία - Αντίληψη περί του ενιαίου χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Ενίσχυση για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε καζε_νη και καζεϊνικά άλατα - Έννοια του τελικού προϊόντος - Υπολείμματα του τελικού προϊόντος - Αποκλείονται
(Κανονισμός 2921/90 της Επιτροπής, άρθρο 1 §§ 1 και 3)
Περίληψη
1. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/417, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με ορισμένες πρωτε_νες του γάλακτος (καζε_νες και καζεϊνικά άλατα) που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, αυτές οι πρωτε_νες γάλακτος δεν μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο, στο εσωτερικό της Κοινότητας, παρά μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και στους κανόνες που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία και στα παραρτήματά της. Όμως, στη δεύτερη περίπτωση του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι όταν τα εν λόγω προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που έχουν οριστεί στα παραρτήματα, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου τα προϊόντα αυτά να κατονομάζονται και να επισημαίνονται κατά τρόπο ώστε να μην κάνει λάθος ο αγοραστής όσον αφορά τη φύση, την ποιότητα και τη χρήση τους. Επομένως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 2 της οδηγίας 83/417 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει καμιά απόλυτη νομική απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας καζεϊνών και καζεϊνικών αλάτων που δεν πληρούν τις προδιαγραφές της οδηγίας αυτής, αλλά περιορίζεται στο να ορίζει ορισμένα κριτήρια καθώς και μια εναλλακτική λύση για την περίπτωση που δεν πληρούνται τα κριτήρια αυτά.
( βλ. σκέψεις 27-29 )
2. Το άρθρο 2 της οδηγίας 83/417, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με ορισμένες πρωτε_νες του γάλακτος (καζε_νες και καζεϊνικά άλατα) που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, δεν μπορεί να θεμελιώσει μια νομική απαγόρευση η οποία, με βάση αντίληψη περί του ενιαίου χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου, θα επηρέαζε τον τομέα της κοινής οργανώσεως των γεωργικών προϊόντων.
( βλ. σκέψη 30 )
3. Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2921/90, περί της χορήγησης ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων, προκύπτει ότι η ενίσχυση χορηγείται για την παρασκευή τελικού προϊόντος από ορισμένα βασικά προϊόντα, η αφομοίωση των οποίων έχει γίνει εντός μιας και μόνο ημέρας. Η συσσώρευση επί ορισμένες ημέρες και η εκ νέου επεξεργασία υπολειμμάτων ενός ήδη τελικού προϊόντος προφανώς δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτόν, αφού δεν πρόκειται για παρασκευή από βασικά προϊόντα.
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως, όπου λαμβάνεται ήδη υπόψη η ύπαρξη κάποιου ποσοστού υπολειμμάτων και δυνάμει του οποίου δεν θα ήταν σύμφωνη προς την αντίληψη αυτή η χορήγηση και πάλι ενισχύσεως για τη νέα επεξεργασία των υπολειμμάτων.
( βλ. σκέψεις 41-42 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-133/99,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον Μ. A. Fierstra και την N. Wijmenga,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον R. Abraham και την C. Vasak,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους T. van Rijn, K.-D. Borchard και C. van der Hauwaert, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37), στο μέτρο που αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπανών ποσό ύψους 39 182 606 ολλανδικών φιορινιών (NLG) που δηλώθηκαν από το προσφεύγον κράτος μέλος ως ενισχύσεις στο αποκορυφωμένο γάλα για την παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, A. La Pergola, Μ. Wathelet και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, κατά την οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εκπροσωπήθηκε από τον J. S. van den Oosterkamp και η Επιτροπή από τον T. van Rijn,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1999, το Bασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), στο μέτρο που με την απόφαση αυτή αποκλείσθηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών ποσό ύψους 39 182 606 NLG που είχαν δηλωθεί από το προσφεύγον κράτος μέλος ως ενισχύσεις στο αποκορυφωμένο γάλα για την παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων.
2 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Ιανουαρίου 2000, επιτράπηκε στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
Το νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), καθορίζει τις δαπάνες των κρατών μελών που αναλαμβάνονται από το τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ) καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί η χρηματοδότηση αυτή. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του Ταμείου που προβλέπεται στο άρθρο 11,
α) αποφασίζει:
- στην αρχή του έτους, με βάση τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περίπτωση α_, τη χορήγηση προκαταβολής για τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς ίση κατά μέγιστο όριο προς το ένα τρίτο των εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό πιστώσεων,
- κατά τη διάρκεια του έτους, συμπληρωματικές καταβολές που προορίζονται για την κάλυψη των δαπανών που επιβαρύνουν μια υπηρεσία ή έναν οργανισμό·
β) εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους, βάσει των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περίπτωση β_, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών».
4 Ο κανονισμός 729/70 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1). Το άρθρο του 5, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει πλέον τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν περιοδικώς στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες, όσον αφορά τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών και τους οργανισμούς συντονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 4 και σχετικά με τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΕ:
α) δηλώσεις δαπανών και κατάσταση προβλέψεων των χρηματοδοτικών αναγκών·
β) ετήσιους λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκκαθάρισή τους, καθώς και βεβαίωση για την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται.
2. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
α) αποφασίζει μηνιαίες προκαταβολές έναντι του καταλογισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών. Οι δαπάνες του Οκτωβρίου εντάσσονται στον Οκτώβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από την 1η έως τις 15, και στο Νοέμβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από τις 16 έως τις 31. Οι προκαταβολές καταβάλλονται στο κράτος μέλος το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες.
Είναι δυνατόν να καταβάλλονται συμπληρωματικές προκαταβολές, οπότε η επιτροπή του Ταμείου ενημερώνεται κατά την επόμενη διαβούλευση·
β) εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος, και βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, τους λογαριασμούς των εγκεκριμένων οργανισμών πληρωμών.
Η απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται.
Η απόφαση δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το στοιχείο γ_·
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
- από περιστατικά ανωμαλιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2,
- από εθνικές ενισχύσεις ή από παραβάσεις για τις οποίες έχουν κινηθεί οι διαδικασίες των άρθρων 93 και 169 της Συνθήκης.
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου αποφασίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 13. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν, ιδίως, τη βεβαίωση λογαριασμών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και τις διαδικασίες των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.»
5 Οι γενικοί κανόνες σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε καζε_νη και καζεϊνικά άλατα έχουν καθορισθεί με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), καθώς και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 987/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε τυρίνη και τυρινικά άλατα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 122). Οι τρόποι εφαρμογής των διατάξεων αυτών θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 756/70 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1970, περί της χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή τυρίνης και τυρινικών αλάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 80), που καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2921/90 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 1990, περί χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων (ΕΕ L 279, σ. 22).
6 Το άρθρο 1 του κανονισμού 2921/90 ορίζει:
«1. Η ενίσχυση χορηγείται στους παραγωγούς καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων μόνο εάν τα προϊόντα αυτά:
- έχουν παρασκευαστεί από αποκορυφωμένο γάλα ή ακατέργαστη καζε_νη που έχει εξαχθεί από γάλα κοινοτικής καταγωγής,
- ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές σύνθεσης που προβλέπονται στο παράρτημα Ι ή ΙΙ ή ΙΙΙ,
- έχουν συσκευαστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 3.
2. Η ενίσχυση καταβάλλεται βάσει αιτήσεως που υποβάλλεται γραπτώς στον αρμόδιο οργανισμό και αναφέρει:
i) το όνομα και τη διεύθυνση του παραγωγού,
ii) την παρασκευαζόμενη ποσότητα καζε_νης ή καζεϊνικών αλάτων για την οποία ζητείται η ενίσχυση, με αναφορά στην ποιότητα αυτών των προϊόντων,
iii) τους αριθμούς των παρτίδων παραγωγής στις οποίες αναφέρεται.
3. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μια παρτίδα παραγωγής πρέπει να αποτελείται από προϊόντα ταυτόσημης ποιότητας και παρασκευαζόμενα την ίδια ημέρα. Εντούτοις, όταν η ολική παραγωγή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων της εν λόγω εγκαταστάσεως δεν υπερβαίνει τους 1 000 τόνους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, η παρτίδα παρασκευής μπορεί να απαρτίζεται από προϊόντα που παρασκευάζονται κατά τη διάρκεια της ίδιας ημερολογιακής εβδομάδας.»
7 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2921/90 προβλέπει:
«Το ποσό της ενισχύσεως που χορηγείται είναι εκείνο που εφαρμόζεται την ημέρα της παρασκευής καζε_νης ή καζεϊνικών αλάτων.»
8 Ενόψει των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη σύνθεση και την παρασκευή καζε_νών και καζεϊνικών αλάτων προοριζομένων για βρώση και που είναι δυνατό να παρεμβάλλουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε ορισμένους κανόνες όσον αφορά τη σύνθεση και την επισήμανση των εν λόγω προϊόντων. Βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ (που κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ και έχει πλέον καταστεί το άρθρο 94 ΕΚ), εκδόθηκε η οδηγία 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με ορισμένες πρωτε_νες του γάλακτος (καζε_νες και καζεϊνικά άλατα) που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή (ΕΕ L 237, σ. 25).
9 Το άρθρο 2 της οδηγίας 83/417 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα:
- προκειμένου τα προϊόντα που καθορίζονται στα παραρτήματα να είναι δυνατόν να διατεθούν στο εμπόριο μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και κανόνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και τα παραρτήματά της και
- προκειμένου τα προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που ορίζονται στα παραρτήματα να κατονομάζονται και να επισημαίνονται με τρόπο που να είναι αδύνατο να κάνει λάθος ο αγοραστής όσον αφορά τη φύση, την ποιότητα και τη χρησιμοποίησή τους.»
10 Στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 83/417 ορίζονται λεπτομερώς οι προδιαγραφές που ισχύουν για τα συστατικά στοιχεία των καζεϊνών και των καζεϊνικών αλάτων. Στο εν λόγω κείμενο ουδεμία γίνεται μνεία περί του θειικού αργιλιοαμμωνίου (στο εξής: ΘΑΑ).
Η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών
11 Τον Οκτώβριο του 1995, κατόπιν συνεννοήσεως με τις αρμόδιες ολλανδικές αρχές, η Μονάδα Συντονισμού για την Καταπολέμηση της Απάτης (στο εξής: ΜΣΚΑ) της Επιτροπής διενήργησε ελέγχους στην ολλανδική επιχείρηση DMV Campina σχετικά με την παρασκευή και την πώληση ορισμένων τύπων καζεϊνικών αλάτων που είχαν κριθεί κατάλληλα για χορήγηση ενισχύσεως για την παραγωγή βάσει του κανονισμού 2921/90.
12 Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η ΜΣΚΑ διαπίστωσε ότι, στο μέτρο που, αφενός, ορισμένα καζεϊνικά άλατα περιείχαν ΘΑΑ και, αφετέρου, ένα καζεϊνικό άλας γνωστό ως EMST δεν είχε παραχθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του κανονισμού 2921/90, οι σχετικές ενισχύσεις είχαν χορηγηθεί παρανόμως. Η ΜΣΚΑ επεσήμανε, ειδικότερα, ότι η χρήση του ΘΑΑ απαγορευόταν από την οδηγία 83/417.
13 Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων για συνεννόηση που πραγματοποιήθηκαν τότε μεταξύ των διαδίκων, οι ολλανδικές αρχές υποστήριξαν ότι ο κανονισμός 2921/90 δεν απαγόρευε τη χρήση ΘΑΑ στην παρασκευή καζεϊνικών αλάτων, εφόσον η οδηγία 83/487 δεν ετύγχανε εν προκειμένω εφαρμογής, και ότι η παραγωγή του EMST είχε γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό 2921/90.
14 Μη θεωρώντας ικανοποιητικές τις εξηγήσεις αυτές, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ολλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1998, ότι προετίθετο να επιφέρει διορθώσεις στις δηλωθείσες σχετικώς δαπάνες.
15 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέβαλε ρητή αίτηση συμβιβασμού. Το όργανο συμβιβασμού διαπίστωσε, στην έκθεσή του της 16ης Ιουλίου 1998, ότι, αναφορικά με τη χρήση ΘΑΑ, η νομική επιχειρηματολογία των υπηρεσιών της Επιτροπής δεν ήταν απολύτως σαφής. _Οσο για την παραγωγή EMST, το ίδιο όργανο δήλωσε ότι δυσκολευόταν να αντιληφθεί την ανησυχία των υπηρεσιών της Επιτροπής ότι η επιλογή αυτού του καζεϊνικού άλατος για χορήγηση ενισχύσεως παρουσιάζει σημαντικούς κινδύνους κερδοσκοπιών και καταχρήσεων για πολύ μεγαλύτερες ποσότητες καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων. Τέλος, το εν λόγω όργανο διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατή η προσέγγιση των διισταμένων θέσεων των δύο μερών στην περίπτωση αυτή.
16 Στις 12 Ιανουαρίου 1999 η Επιτροπή κατάρτισε τη συνοπτική έκθεσή της επί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την έγκριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, αναφορικά με το οικονομικό έτος 1995 (στο εξής: συνοπτική έκθεση). Το εν λόγω κοινοτικό όργανο διαπίστωσε δύο παρατυπίες, την πρώτη αναφορικά με την απαγορευόμενη χρήση ΘΑΑ στην παρασκευή καζεϊνικών αλάτων και τη δεύτερη σχετικά με την παραγωγή EMST από υπολείμματα προερχόμενα από την παρασκευή καζε_νης. Για τους λόγους αυτούς η Επιτροπή επέβαλε, με την προσβαλλομένη απόφαση, διορθώσεις, αναφορικά με το οικονομικό έτος 1995, ύψους 32 746 529 NLG, σχετικά με την παραγωγή καζεϊνικών αλάτων περιεχόντων ΘΑΑ και 6 436 077 NLG, σχετικά με την παραγωγή EMST.
_Οσον αφορά τη διόρθωση 32 746 529 NLG σχετικά με την παραγωγή καζεϊνικών αλάτων περιεχόντων ΘΑΑ
17 _Οσον αφορά την επίδικη διόρθωση σχετικά με τη χρησιμοποίηση ΘΑΑ στην παραγωγή καζεϊνικών αλάτων, η Ολλανδική Κυβέρνηση, προς στήριξη του αιτήματός της περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλει τέσσερις λόγους. Με τον πρώτο λόγο, προσάπτει στην Επιτροπή, κυρίως, ότι παρέβη τον κανονισμό 2921/90, επικαλούμενη ως αιτιολογία για τη διόρθωση τη μη τήρηση προδιαγραφών που προκύπτουν από την οδηγία 83/417, αλλά δεν προβλέπονται από τον κανονισμό αυτόν. Επικουρικώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι έχει, επίσης, τηρήσει τις προδιαγραφές της οδηγίας 83/417. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1287/95, καθώς και παραβίαση των αρχών της καλής συνεργασίας, της διαβουλεύσεως και της προληπτικής προσεγγίσεως που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Με τον τρίτο λόγο, η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνεται ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου, στο μέτρο που, κατ' αυτήν, οι εθνικές αρχές μπορούσαν, ευλόγως, να θεωρήσουν ότι για την εφαρμογή του κανονισμού 2921/90 δεν χρειαζόταν να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της οδηγίας 83/417. Με τον τέταρτο λόγο, η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου
18 Με τον πρώτο λόγο, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, απαιτώντας να τηρηθούν, για τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως, οι προϋποθέσεις της οδηγίας 83/417, παρέβη τον κανονισμό 2921/90.
19 Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, που υποστηρίζεται εν προκειμένω από τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 2921/90 δεν κάνει αναφορά στην οδηγία 83/417. Η νομική βάση και ο σκοπός των δύο ρυθμίσεων είναι, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, διαφορετικοί: ενώ ο κανονισμός 2921/90, ερειδόμενος στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 37 ΕΚ), επιδιώκει την επίτευξη στόχων που έχουν προσδιοριστεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, ειδικότερα τη σταθεροποίηση των τιμών των πρωτεϊνών γάλακτος με σκοπό την εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες, η οδηγία 83/417, ερειδόμενη στο άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποβλέπει στην προσέγγιση των εθνικών διατάξεων των σχετικών με τις συνθήκες εμπορίας, στο εσωτερικό της Κοινότητας, των καζεϊνών και των καζεϊνικών αλάτων που προορίζονται για βρώση, και τούτο για την εξάλειψη των εμποδίων στο εμπόριο. Επομένως, η οδηγία 83/417 δεν μπορεί να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2921/90.
20 Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή έχει παραδεχθεί ότι ο κανονισμός 2921/90 ουδεμία έχει σχέση με την οδηγία 83/417. ράγματι, το 1997 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού αυτού με σκοπό την εναρμόνιση για το μέλλον των διατάξεών του με αυτές της οδηγίας 83/417, εξαρτώντας ρητά τη χορήγηση της ενισχύσεως από την προϋπόθεση να πληρούνται οι προδιαγραφές της εν λόγω οδηγίας. _Ομως, η πρόταση αυτή αντικαταστάθηκε το 1998 από αντίθετη πρόταση, προβλέπουσα ότι, για λόγους τεχνικού ελέγχου, η χορήγηση της ενισχύσεως δεν θα εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχουν τηρηθεί οι προδιαγραφές της οδηγίας 83/417. Αμφότερες οι προτάσεις αυτές προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις των κρατών μελών και η Επιτροπή τελικώς τις απέσυρε.
21 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος. ρέπει να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του κανονισμού 2921/90 και της οδηγίας 83/487, εφόσον η ενότητα του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει όπως ένα προϊόν που δεν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο εντός της κοινής αγοράς να μην μπορεί να τυγχάνει ούτε ενισχύσεως για την παραγωγή.
22 Η ερμηνεία αυτή προκύπτει ήδη από τον σκοπό του συστήματος των ενισχύσεων, το οποίο αποβλέπει στο να καταστεί η ανταγωνιστική θέση των παραγωγών της Κοινότητας ανάλογη προς αυτή των παραγωγών των τρίτων χωρών. _Ομως, εφόσον ένα προϊόν δεν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας, δεν είναι δυνατό να υφίσταται εν προκειμένω ανισότητα ανταγωνιστικής θέσεως σε σχέση με τους παραγωγούς τρίτων χωρών και, επομένως, δεν υφίσταται, κατά την Επιτροπή, λόγος χορηγήσεως ενισχύσεως.
23 Η Επιτροπή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι υπέβαλε, διαδοχικώς, δύο προτάσεις τροποποιήσεως του κανονισμού 2921/90, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η πρώτη πρόταση, που είχε ως αντικείμενο την εξάρτηση της χορηγήσεως της ενισχύσεως από τη ρητή προϋπόθεση να πληρούνται οι προϋποθέσεις της οδηγίας 83/417, δεν είχε ως σκοπό τη δημιουργία νέας υποχρεώσεως, αλλά απλώς τη διασαφήνιση μιας ήδη υφισταμένης και προβλεπομένης στις σχετικές ρυθμίσεις υποχρεώσεως. Τούτο επιβεβαιώθηκε με τη δεύτερη πρόταση, η οποία προέβλεπε, αντίθετα, παρέκκλιση, όσον αφορά τη χορήγηση της ενισχύσεως, από τις διατάξεις της οδηγίας 83/417.
24 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι ο κανονισμός 2921/90 εξαρτά τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων από ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού και αφορούν την τήρηση, κατά τη μεταποίηση προϊόντων κοινοτικής καταγωγής, ορισμένων προδιαγραφών ως προς τη σύνθεση καθώς ως προς τη συσκευασία. _Οσον αφορά τις προδιαγραφές ως προς τη σύνθεση, το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2921/90 παραπέμπει στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, και ΙΙΙ του ίδιου κανονισμού. Τα παραρτήματα αυτά καθορίζουν την μεγίστη ή ελαχίστη περιεκτικότητα ή απαγορεύουν την παρουσία ορισμένων στοιχείων στα εν λόγω προϊόντα. Είναι δεδομένο ότι το ΘΑΑ δεν περιλαμβάνεται στα παραρτήματα αυτά, ούτε προκειμένου να απαιτείται ούτε προκειμένου να απαγορεύεται η παρουσία του στις καζε_νες και στα καζεϊνικά άλατα.
25 Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 2921/90 δεν κάνει καμιά αναφορά στην οδηγία 83/417, ούτε καν τη μνημονεύει. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα εάν η οδηγία αυτή επιβάλλει, παρ' όλ' αυτά, για τους λόγους που επικαλείται η Επιτροπή, πρόσθετες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων.
26 Η Επιτροπή διατείνεται, ειδικότερα, ότι η οδηγία 83/417 απαγορεύει την προσθήκη ΘΑΑ στις καζε_νες και στα καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας και ότι αυτή η νόμιμη απαγόρευση επηρεάζει, λόγω του κατηγορηματικού της χαρακτήρα, όλα τα άλλα πεδία του κοινοτικού δικαίου, οπότε οι ενισχύσεις στην παραγωγή καζε_νης ή καζεϊνικών αλάτων που περιέχουν ΘΑΑ πρέπει να θεωρηθούν παράνομες. _Ετσι, η Επιτροπή στηρίζεται σε μια αντίληψη περί ενιαίου χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου, ασχέτως με το ζήτημα για ποιο τομέα δικαίου πρόκειται και ανεξαρτήτως των ειδικών στόχων κάθε μιας από τις οικείες ρυθμίσεις.
27 Συναφώς, είναι βέβαιο ότι από το άρθρο 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/417 προκύπτει ότι οι καζε_νες και τα καζεϊνικά άλατα που προορίζονται για βρώση δεν μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας παρά μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και στους κανόνες που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία και στα παραρτήματά της. _Ομως, το ΘΑΑ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των συστατικών και προσθέτων ουσιών των οποίων τη χρήση επιτρέπουν τα παραρτήματα της εν λόγω οδηγίας.
28 _Ομως το άρθρο 2 της οδηγίας 83/417 προβλέπει, στη δεύτερη περίπτωσή του, ότι, όταν τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που έχουν οριστεί στα παραρτήματα, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου τα προϊόντα αυτά να κατονομάζονται και να επισημαίνονται κατά τρόπο ώστε να μη κάνει λάθος ο αγοραστής όσον αφορά τη φύση, την ποιότητα και τη χρήση τους.
29 Επομένως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 2 της οδηγίας 83/417 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει καμία απόλυτη νομική απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας καζεϊνών και καζεϊνικών αλάτων που δεν πληρούν τις προδιαγραφές της οδηγίας αυτής, αλλά περιορίζεται να προβλέψει ορισμένα κριτήρια καθώς και μια εναλλακτική λύση για την περίπτωση που δεν πληρούνται τα κριτήρια αυτά.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 2 της οδηγίας 83/417 δεν μπορεί να θεμελιώσει νομική απαγόρευση η οποία, με βάση μια αντίληψη περί ενιαίου χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου, θα επηρέαζε τον τομέα της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
31 _Οπως έχει υπογραμμίσει και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών του, ακόμα και αν είχε αποδειχθεί ότι η επιχείρηση DMV Campina χρησιμοποίησε την ονομασία «βρώσιμο καζεϊνικό άλας» κατά παράβαση του άρθρου 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 83/417, μια τέτοια παράβαση, έστω και αν τα κράτη μέλη έπρεπε να επιβάλουν συναφώς κυρώσεις, δεν θα είχε αντίκτυπο στην επιλεξιμότητα του εν λόγω προϊόντος για ενίσχυση στην παραγωγή.
32 _Οσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η πρώτη πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 2921/90 για εξάρτηση της χορηγήσεως της ενισχύσεως από τη ρητή προϋπόθεση να πληρούνται οι προϋποθέσεις της οδηγίας 83/417 απλώς επιβεβαιώνει μια ήδη υφισταμένη νομική κατάσταση, αρκεί η διαπίστωση ότι, έστω και αν οι μη υλοποιηθείσες προθέσεις του νομοθέτη αποτελούσαν επιτρεπτό μέσο ερμηνείας μιας υφισταμένης διατάξεως, από την εν λόγω πρόταση τεκμαίρεται μάλλον ότι προηγουμένως δεν υφίστατο, μεταξύ του κανονισμού 2921/90 και της οδηγίας 83/417, τέτοιος σύνδεσμος. _Οσον αφορά τη δεύτερη πρόταση τροποποιήσεως, που προέβλεπε, αντίθετα, ρητή παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις της οδηγίας 83/417, ούτε η πρόταση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση μιας τέτοιας νομικής καταστάσεως.
33 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ολλανδική Κυβέρνηση εν όψει της εκ μέρους της Επιτροπής παραβάσεως του κανονισμού 2921/90, καθόσον η Επιτροπή στηρίχθηκε σε προδιαγραφές που δεν προβλέπονταν από τον κανονισμό αυτό. Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο μέτρο που επέβαλε διόρθωση 32 746 529 NLG αναφορικά με την παραγωγή καζεϊνικών αλάτων περιεχόντων ΘΑΑ.
Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου λόγου
34 Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι που προβάλλει η κυβέρνηση αυτή.
_Οσον αφορά τη διόρθωση των 6 436 077 NLG σε σχέση με την παραγωγή του EMST
35 _Οσον αφορά την επίδικη διόρθωση σχετικά με τον τρόπο παραγωγής του EMST, η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει, προς στήριξη του αιτήματός της περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τέσσερις λόγους. Με τον πρώτο λόγο, προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι παρεγνώρισε ότι το EMST είχε παραχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2921/90. Με τον δεύτερο λόγο, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έχει παραβιάσει τις αρχές της καλής συνεργασίας, της διαβουλεύσεως και της προληπτικής προσεγγίσεως που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Με τον τρίτο λόγο, προβάλλει παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο, επικαλείται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου
36 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το EMST παρασκευάσθηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2921/90.
37 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, προκειμένου τα καζεϊνικά άλατα να τύχουν της ενισχύσεως, πρέπει να έχουν παρασκευασθεί από αποκορυφωμένο γάλα ή από ακατέργαστη καζε_νη. Αυτό ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι το EMST παρασκευάσθηκε από υπολείμματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής των καζεϊνικών αλάτων, υπολείμματα που συλλέγονται επί ορισμένες ημέρες ή εβδομάδες και αποτελούν ημιτελειωμένα προϊόντα. ριν μεταποιηθούν σε EMST, τα υπολείμματα αυτά πρέπει να έχουν παύσει να έχουν σχέση με τη διαδικασία παρασκευής καζεϊνικών αλάτων. Επομένως, κατά τον χρόνο της συλλογής τους, τα εν λόγω υπολείμματα δεν αποτελούν εισέτι το τελικό καζεϊνικό άλας.
38 _Οσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2921/90, που προβλέπει ότι μια παρτίδα παραγωγής πρέπει να αποτελείται από προϊόντα ταυτόσημης ποιότητας και παρασκευασμένα την ίδια ημέρα, και αυτή η προϋπόθεση πληρούται, έστω και αν τα υπολείμματα συλλέγονται επί ορισμένες ημέρες πριν μεταποιηθούν, μια συγκεκριμένη ημέρα, σε καζεϊνικά άλατα. ράγματι, το ρήμα «παρασκευάζω» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, πρέπει να νοηθεί ως «προπαρασκευάζω». Ο σκοπός που εξυπηρετεί βασικά η διάταξη αυτή συνίσταται απλώς στον προσδιορισμό της «ημέρας της παρασκευής», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι ενισχύσεις υφίστανται αυξομειώσεις από τη μια μέρα στην άλλη, και επομένως στην αποφυγή του ενδεχομένου να περιλαμβάνει μια παρτίδα προϊόντα στα οποία να αντιστοιχούν διαφορετικά ποσά ενισχύσεως. _Ομως, εν προκειμένω, το πρόβλημα δεν είναι ο προσδιορισμός της ημέρας παρασκευής.
39 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ισχύουσα νομοθεσία έχει παραβιασθεί για τον λόγο ότι τα υπολείμματα που προκύπτουν κατά την παρασκευή καζεϊνικών αλάτων αποτελούν ήδη τελικό και όχι ημιτελειωμένο προϊόν. Η ακολουθούμενη από την επιχείρηση DMV Campina μέθοδος, που συνίσταται στη συσσώρευση υπολειμμάτων επί ορισμένες ημέρες ή εβδομάδες, προκειμένου να υποστούν αυτά νέα επεξεργασία και να παρουσιαστούν ως καζεϊνικό άλας κατάλληλο να τύχει της ενισχύσεως, δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2921/90. Υπό τις συνθήκες αυτές, μια παρτίδα παρασκευής δεν παράγεται από αποκορυφωμένο γάλα ή ακατέργαστη καζε_νη, αλλά από καζεϊνικό άλας, και δεν αποτελείται από προϊόντα ταυτόσημης ποιότητας παρασκευασμένα την ίδια ημέρα.
40 Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ύπαρξη υπολειμμάτων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής καζεϊνικών αλάτων έχει ήδη, εκ των προτέρων, ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσού της ενισχύσεως. ράγματι, ένα ποσοστό 5 % της ενισχύσεως αντιστοιχεί στα υπολείμματα, πράγμα που είναι λίαν γενναιόδωρο, στο μέτρο που, στο πλαίσιο συγχρόνων εγκαταστάσεων όπως αυτών της DMV Campina, το πραγματικό ποσοστό δεν υπερβαίνει κανονικά το 2 %. Εξ αυτού έπεται ότι η οικεία επιχείρηση έχει πράγματι λάβει δύο φορές ενίσχυση για το ίδιο προϊόν.
41 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2921/90 προκύπτει ότι η ενίσχυση χορηγείται για την παρασκευή τελικού προϊόντος από ορισμένα βασικά προϊόντα, η αφομοίωση των οποίων έχει γίνει εντός μιας και μόνον ημέρας. Η συσσώρευση επί ορισμένες ημέρες και η εκ νέου επεξεργασία υπολειμμάτων ενός ήδη τελικού προϊόντος προφανώς δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτόν, αφού δεν πρόκειται για παρασκευή από βασικά προϊόντα.
42 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως, όπου λαμβάνεται ήδη υπόψη η ύπαρξη κάποιου ποσοστού υπολειμμάτων. _Ετσι, όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 104 των προτάσεών του, δεν είναι σύμφωνη προς την αντίληψη αυτή η εκ νέου χορήγηση της ενισχύσεως για τη νέα επεξεργασία των υπολειμμάτων.
43 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, που αντλείται από τη συμφωνία της διαδικασίας παρασκευής του EMST με το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2921/90, δεν είναι βάσιμος και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου λόγου
44 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, αρνούμενη τη χορήγηση ενισχύσεως στο EMST, παραβίασε τις αρχές της καλής συνεργασίας της, διαβουλεύσεως και της προληπτικής προσεγγίσεως που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Οι αρχές αυτές προκύπτουν από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95. Η διάταξη αυτή, μολονότι δεν εφαρμόζεται για το οικονομικό έτος 1995, αλλά μόνο για τα επόμενα οικονομικά έτη, απλώς συγκεκριμενοποιεί αρχές που ήδη ίσχυαν και προηγουμένως. Η Επιτροπή έχει παραβιάσει τις αρχές αυτές μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρίσεις που περιέχονταν στην έκθεση του οργάνου συμβιβασμού και μη επιδιώκοντας την έναρξη καλόπιστου διαλόγου με τις ολλανδικές αρχές, αλλά σιωπώντας επί των προβληθέντων από τις αρχές αυτές επιχειρημάτων.
45 Με τον τρίτο λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει επίσης στην Επιτροπή την ανυπαρξία διαλόγου, ισχυριζόμενη ότι οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές είχαν ήδη καταστήσει γνωστή στην Επιτροπή, ειδικότερα με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 1993, τη δική τους ερμηνεία του κανονισμού 2921/90 αναφορικά με την παραγωγή EMST και ότι η Επιτροπή δεν είχε, σε μια πρώτη φάση, εκφράσει αντιρρήσεις επί του θέματος αυτού.
46 Με τον τέταρτο λόγο, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που είναι αδύνατο να συναχθούν, από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής, οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή να εκδώσει την απόφαση αυτή και να καταστεί αντιληπτή η συλλογιστική της.
47 Η Επιτροπή αντικρούει τη μομφή περί ανυπαρξίας καλής συνεργασίας και διαβουλεύσεως. Ισχυρίζεται ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, που διήρκεσε τριάμισι έτη, έδωσε απαντήσεις σε όλα τα σημαντικά σημεία που είχαν θίξει οι ολλανδικές αρχές, πράγμα που μαρτυρεί η πλούσια εν προκειμένω αλληλογραφία καθώς και η συνοπτική έκθεση. Επομένως, η κατηγορία περί παραβάσεως του καθήκοντος αιτιολογήσεως στερείται παντελώς βάσεως. Αντιθέτως, οι ολλανδικές αρχές είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν και συμμετέσχον, σε σημαντικό βαθμό, στην προετοιμασία της προσβαλλομένης αποφάσεως. _Οσον αφορά τη συμφωνηθείσα προληπτική προσέγγιση, η προσέγγιση αυτή, η οποία υφίσταται στην περίπτωση πλημμελών ελέγχων, δεν προβλέπεται για μια περίπτωση όπως η προκείμενη, κατά την οποία οι ενισχύσεις είχαν καταβληθεί κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων. Δεν μπορεί να της προσάπτεται άρνηση καλόπιστου διαλόγου για τον λόγο ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κριτική του οργάνου συμβιβασμού δεν ήταν δικαιολογημένη και, επομένως, αποφάσισε να εμμείνει στη δική της άποψη.
48 _Οσον αφορά την προηγούμενη ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο παραγωγής του EMST, το έγγραφο των ολλανδικών αρχών της 2ας Φεβρουαρίου 1993 περιέγραφε κατά τρόπο γενικότατο τη διαδικασία παραγωγής, χωρίς να διευκρινίζει ότι το προϊόν συσσωρευόταν επί αρκετές ημέρες ή εβδομάδες πριν μεταποιηθεί. Ευθύς ως ενημερώθηκε σχετικά με τον πραγματικό τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας, η Επιτροπή ήλθε σε επαφή με τις εν λόγω αρχές.
49 Επί αυτών των λόγων ακυρώσεως, που επιβάλλεται να συνεξετασθούν, πρέπει να σημειωθεί ότι από το μέγεθος της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας και την προσφυγή στη διαδικασία συμβιβασμού καταδεικνύεται ότι τα δύο μέρη είχαν καλώς ενημερωθεί αναφορικά με τις αντιτιθέμενες θέσεις τους και ότι προσπαθούσαν να συμβιβάσουν τις αντικρουόμενες απόψεις τους. Το γεγονός ότι τελικά δεν βρέθηκε συναινετική λύση δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή, εφόσον η παρέμβαση του οργάνου συμβιβασμού δεν της αφαιρεί το δικαίωμα να εκδώσει την οριστική απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών.
50 Για τον λόγο αυτό και για τους λόγους που μνημονεύονται λεπτομερώς στα σημεία 119 έως 121 και 123 έως 127 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι παραβίασε τις αρχές της καλής συνεργασίας, της διαβουλεύσεως, της συμφωνηθείσας προληπτικής προσεγγίσεως και της ασφάλειας δικαίου, καθώς και της υποχρεώσεως αιτιολογίας. Εξ αυτού έπεται ότι ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως σχετικά με το EMST πρέπει επίσης να απορριφθούν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι διάδικοι έχουν ζητήσει την αμοιβαία καταδίκη τους στα δικαστικά έξοδα και η Επιτροπή ηττήθηκε όσον αφορά το ποσό των 32 746 529 NLG, ενώ το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε όσον αφορά το ποσό των 6 436 077 NLG, πρέπει η μεν Επιτροπή να καταδικασθεί στα πέντε έκτα των δικαστικών εξόδων, το δε Βασίλειο των Κάτω Χωρών στο ένα έκτο των εξόδων αυτών. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Γαλλική Δημοκρατία που άσκησε παρέμβαση στη δίκη, θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, στο μέτρο που με την απόφαση αυτή αποκλείεται από την κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό των 32 746 529 NLG που δηλώθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σχετικά με τις ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα με σκοπό την παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων.
2) Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα πέντε έκτα των δικαστικών εξόδων και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στο ένα έκτο των εξόδων αυτών.
4) Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy