Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο χωρίς λήψη νομοθετικού μέτρου - ροϋποθέσεις - Ύπαρξη γενικού νομικού πλαισίου διασφαλίζοντος την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας - Ανεπάρκεια της εθνικής νομολογίας που ερμηνεύει τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3 (νυν άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ)· οδηγία 93/13 του Συμβουλίου]
Περίληψη
$$Μολονότι η μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη νομοθετική ενέργεια σε κάθε κράτος μέλος, είναι ωστόσο απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκετά ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η οδηγία αποβλέπει στην απονομή δικαιωμάτων στους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της οδηγίας 93/13, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, η οποία, αποβλέπει ειδικότερα, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική της σκέψη, στο να «διασφαλίζεται η προστασία του πολίτη ως καταναλωτή κατά την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών με συμβάσεις που διέπονται από τη νομοθεσία κρατών μελών διαφόρων του κράτους του καταναλωτή».
Μια εθνική νομολογία, έστω και αν θεωρηθεί πάγια, έχουσα ερμηνεύσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά την έννοια που θεωρείται σύμφωνη με τις επιταγές μιας οδηγίας δεν μπορεί να εμφανίζει τη σαφήνεια και την ακρίβεια που απαιτούνται προς πλήρωση της επιταγής της ασφαλείας δικαίου.
( βλ. σκέψεις 17-18, 21 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-144/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. van Nuffel, επικουρούμενο από τους Μ. van der Woude και L. Dommering-van Rongen, advocaten, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τον Μ. A. Fierstra και την J. van Bakel,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την πλήρη μεταφορά στο ολλανδικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, και του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (EE L 95, σ. 29), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ) και την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet, D. A. O. Edward, P. Jann (εισηγητή) και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R.Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 21η Απριλίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκείες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την πλήρη μεταφορά στο ολλανδικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, και του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (EE L 95, σ. 29, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ) και την οδηγία,
Η οδηγία
2 Κατά το άρθρο 1, η οδηγία έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει ποιες πρέπει να νοούνται ως «καταχρηστικές ρήτρες». Το άρθρο 6 ορίζει ότι τέτοιες ρήτρες «δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές».
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
5 Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει:
«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2.»
6 Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
7 Ο Burgerlijk Wetboek (ολλανδικός αστικός κώδικας, στο εξής: BW) ρυθμίζει, στο βιβλίο ΙΙΙ αυτού, τις γενικές πτυχές του δικαίου που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις και, στο βιβλίο IV, τα περί ενοχών και συμβάσεων γενικά.
8 Το άρθρο 35 του βιβλίου ΙΙΙ του BW ορίζει:
«_Οταν ένα πρόσωπο προβαίνει σε δήλωση ή υιοθετεί συμπεριφορά μη σύμφωνες προς τη βούλησή του, η έλλειψη βουλήσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί σε εκείνον ο οποίος αντελήφθη τη δήλωση ή τη συμπεριφορά αυτή, σύμφωνα με το νόημα που ευλόγως μπορούσε να τους αποδώσει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ως συνιστώσα δήλωση συγκεκριμένου περιεχομένου που έγινε προς αυτόν.»
9 Το άρθρο 231 του βιβλίου IV του BW ορίζει τους «γενικούς όρους» ως «μία ή περισσότερες γραπτές ρήτρες διατυπωθείσες με σκοπό να περιληφθούν σε ορισμένο αριθμό συμβάσεων, εκτός εκείνων που περιγράφουν τις ουσιώδεις παροχές».
10 Το άρθρο 233 του βιβλίου VI του BW ορίζει:
«Ρήτρα περιλαμβανόμενη στους γενικούς όρους είναι ακυρώσιμη:
a. αν είναι υπερβολικά επαχθής για τον αντισυμβαλλόμενο, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως της συμβάσεως και του περιεχομένου της, του τρόπου με τον οποίο προέκυψαν οι όροι και των αμοιβαίως προφανών συμφερόντων των μερών και των λοιπών οικείων περιστάσεων·
b. αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσέφερε στον αντισυμβαλλόμενο επαρκή δυνατότητα να λάβει γνώση των γενικών όρων.»
11 Κατά το άρθρο 248 του βιβλίου VI του BW:
«1. Η σύμβαση δεν αναπτύσσει μόνον τα συμφωνηθέντα μεταξύ των αντισυμβαλλομένων έννομα αποτελέσματα, αλλά και εκείνα τα οποία, σύμφωνα με τη φύση της συμβάσεως, απορρέουν από τον νόμο, τα συναλλακτικά ήθη ή τις απαιτήσεις της λογικής και της ευθυκρισίας.
2. Ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η σχέση των συμβαλλομένων εξαρτάται από το αποτέλεσμα της συμβάσεως δεν εφαρμόζεται στον βαθμό που, στην περίπτωση αυτή, τούτο θα ήταν ανεπίτρεπτο κατά τα κριτήρια της λογικής και της ευθυκρισίας.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
12 Θεωρώντας ότι η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο ολλανδικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αφού όχλησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή εξέδωσε στις 6 Απριλίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Επειδή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν έδωσε συνέχεια στη γνώμη αυτή, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
13 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή προβάλλει ότι η μεταφορά της οδηγίας στην ολλανδική έννομη τάξη ήταν ανεπαρκής όσον αφορά τον τύπο και το μέσο που χρησιμοποιήθηκαν και ελλιπής όσον αφορά το αποτέλεσμά της.
14 Κατά την Επιτροπή, μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην προηγούμενη ύπαρξη στην έννομη τάξη κράτους μέλους διατάξεων οι οποίες είναι σύμφωνες με την προς μεταφορά οδηγία δεν μπορεί να γίνει δεκτή παρά μόνον εντός πολύ αυστηρών ορίων. _Οταν, όπως εν προκειμένω, η οδηγία έχει σκοπό την προστασία των καταναλωτών παρέχοντάς τους συγκεκριμένα δικαιώματα, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να διασφαλίζεται με σαφή τύπο και απαλλαγμένο αμφισημίας. Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των διατάξεων του BW που επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση.
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν συγκεκριμένα το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 5 της οδηγίας.
16 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ανάλυση αυτή προβάλλοντας ότι το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης παρέχει πλήρη ελευθερία στα κράτη μέλη ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων που είναι αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Στηριζόμενη ειδικότερα στην απόφαση της 23ης Μα_ου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23), ισχυρίζεται ότι η ρητή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο δεν είναι απαραίτητη αν η εθνική έννομη τάξη έχει ήδη επιτύχει τους στόχους της οδηγίας.
17 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ναι μεν η μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη νομοθετική ενέργεια σε κάθε κράτος μέλος, είναι ωστόσο απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκετά ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, C-365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1995, σ. Ι-499, σκέψη 9).
18 _Οπως έχει τονίσει ήδη το Δικαστήριο, η τελευταία αυτή προϋπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η οδηγία αποβλέπει στην απονομή δικαιωμάτων στους υπηκόους άλλων κρατών μελών (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 9). Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, όπου η οδηγία αποβλέπει ειδικότερα, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική της σκέψη, στο να «διασφαλίζεται η προστασία του πολίτη ως καταναλωτή κατά την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών με συμβάσεις που διέπονται από τη νομοθεσία κρατών μελών διαφόρων του κράτους του καταναλωτή».
19 _Ομως, για τους λόγους που εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 25 και 26 των προτάσεών του, προκύπτει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η έννομη τάξη του περιλαμβάνει διατάξεις ισότιμες προς τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 5 της οδηγίας.
20 Στον βαθμό που η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι στόχοι της οδηγίας μπορούν να επιτευχθούν μέσω της συστηματικής ερμηνείας των ολλανδικών διατάξεων, αρκεί η παρατήρηση ότι, για τους λόγους που εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 26 έως 31 των προτάσεών του, τα αποτελέσματα που επιδιώκονται με την οδηγία δεν μπροούν να επιτευχθούν ως έχει σήμερα το ολλανδικό δίκαιο.
21 _Οσον αφορά το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η αρχή της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας της ολλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως, όπως η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε από το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες), επιτρέπει, εν πάση περιπτώσει, την αντιμετώπιση της αποκλίσεως μεταξύ των διατάξεων της ολλανδικής νομοθεσίας και εκείνων της οδηγίας, αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, μια εθνική νομολογία, έστω και αν θεωρηθεί πάγια, έχουσα ερμηνεύσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά την έννοια που θεωρείται σύμφωνη με τις επιταγές μιας οδηγίας δεν μπορεί να εμφανίζει τη σαφήνεια και την ακρίβεια που απαιτούνται προς πλήρωση της επιταγής της ασφαλείας δικαίου. Επιβάλλεται να προστεθεί ότι τούτο ισχύει ειδικότερα στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών.
22 Επομένως, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να διασφαλίσει την πλήρη μεταφορά στο ολλανδικό δίκαιο των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 5 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να διασφαλίσει την πλήρη μεταφορά στο ολλανδικό δίκαιο των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy