Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - εριορισμοί - Απαγόρευση επιβαλλόμενη από κράτος μέλος στους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο πρώτο κράτος να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή - Δεν επιτρέπεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 59 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ)]
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Δικηγόροι - ρόσβαση στο επάγγελμα - ροϋπόθεση κατοικίας - Δεν επιτρέπεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 52 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ)]
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εργαζόμενοι - Αναγνώριση των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών - Οδηγία 89/48 - Δοκιμασία επάρκειας -Υποχρεώσεις των κρατών μελών - εριεχόμενο
(Οδηγία 89/48 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχ. ζ_, εδ. 2)
Περίληψη
1. αραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) κράτος μέλος που διατηρεί γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο πρώτο κράτος μέλος στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
ράγματι, ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής υπηρεσιών δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες, κατά την έννοια της Συνθήκης, να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή (συμπεριλαμβανομένης πλήρους εγκαταστάσεως γραφείου), στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής.
( βλ. σκέψεις 22-23, 57, διατακτ. 1 )
2. αραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ) κράτος μέλος που υποχρεώνει τους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και θέλουν να διατηρήσουν επαγγελματική εγκατάσταση στο πρώτο κράτος μέλος, να διαμένουν στη δικαστική περιφέρεια στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι. ράγματι, το δικαίωμα εγκαταστάσεως που θεσπίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη συνεπάγεται την ευχέρεια δημιουργίας και διατηρήσεως, τηρώντας τους επαγγελματικούς κανόνες, πλέον του ενός κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας και η υποχρέωση διαμονής εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος αυτού.
( βλ. σκέψεις 27-28, 57, διατακτ. 1 )
3. Το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, προβλέπει ότι, για τη διεξαγωγή της δοκιμασίας επάρκειας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής «καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι, με βάση τη σύγκριση της εκπαιδεύσεως που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, δεν καλύπτονται από το δίπλωμα, ή τον(τους) τίτλο(ους) που επικαλείται ο αιτών».
Μολονότι είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να ρυθμίζουν κανονιστικώς με λεπτομέρειες όλες τις πτυχές της δοκιμασίας επάρκειας, δεν τα απαλλάσσει εντούτοις από την υποχρέωση να διευκρινίζουν και να δημοσιεύουν τους τομείς γνώσεων που θεωρούνται απαραίτητοι για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της εν λόγω δοκιμασίας επάρκειας, ώστε οι αιτούντες να μπορούν να γνωρίζουν, γενικώς, τη φύση και το περιεχόμενο της δοκιμασίας στην οποία, ενδεχομένως, θα υποβληθούν.
Αν δεν υπάρχει τέτοιου είδους κανονιστική ρύθμιση, η ανά περίπτωση σύγκριση του άρθρου αυτού κινδυνεύει να καταστεί αυθαίρετη και μάλιστα να δημιουργήσει δυσμενείς διακρίσεις και εθνική νομοθεσία τέτοιου είδους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μετέφερε πλήρως την οδηγία 89/48 στην εσωτερική έννομη τάξη.
( βλ. σκέψεις 51, 53-54, 57, διατακτ. 1 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-145/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa και B. Mongin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από την F. Quadri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- διατηρώντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ), γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
- εξαρτώντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ), την εγγραφή ως δικηγόρου σε ιταλικό μητρώο από την κατοχή της ιταλικής ιθαγένειας και από την ύπαρξη επαγγελματικών προσόντων αποκτηθέντων αποκλειστικά στην Ιταλία, καθώς και από τη διατήρηση κατοικίας σε ιταλική δικαστική περιφέρεια,
- εφαρμόζοντας κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις, έναντι των δικηγόρων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, τα «αντισταθμιστικά μέτρα» (δοκιμασία επάρκειας) που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), και
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48, δεδομένης της ελλείψεως κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζουσας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης και από την οδηγία 89/48,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. von Bahr, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή), A. La Pergola, Μ. Wathelet και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον E. Traversa και η Ιταλική Δημοκρατία από τον Ι. Braguglia, avvocato dello Stato,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με σκοπό να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- διατηρώντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ), γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
- εξαρτώντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ), την εγγραφή ως δικηγόρου σε ιταλικό μητρώο από την κατοχή της ιταλικής ιθαγένειας και από την ύπαρξη επαγγελματικών προσόντων αποκτηθέντων αποκλειστικά στην Ιταλία, καθώς και από τη διατήρηση κατοικίας σε ιταλική δικαστική περιφέρεια,
- εφαρμόζοντας κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις, έναντι των δικηγόρων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, τα «αντισταθμιστικά μέτρα» (δοκιμασία επάρκειας) που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), και
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48, δεδομένης της ελλείψεως κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζουσας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης και από την οδηγία 89/48.
2 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 1999, η αίτηση παρεμβάσεως του δικηγόρου J. Lau προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτη.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Η οδηγία 89/48 θεσπίζει ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, η «δοκιμασία επάρκειας» ορίζεται ως «έλεγχος που αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές γνώσεις του αιτούντος, ασκείται δε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητα του αιτούντος να εξασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος.»
5 Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της ιδίας διατάξεως έχουν ως εξής:
«Για τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, οι αρμόδιες αρχές, με βάση τη σύγκριση της εκπαίδευσης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα, ή τον(τους) τίτλο(ους) που επικαλείται ο αιτών.
Στη δοκιμασία επάρκειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσής του. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει τομείς γνώσεων που επιλέγονται μεταξύ εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εξάσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εν λόγω δοκιμασία μπορεί επίσης να καλύπτει τη γνώση της δεοντολογίας που ισχύει για τις οικείες δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής. Οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, τηρουμένων των κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
Το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το κράτος μέλος υποδοχής ο αιτών που επιθυμεί να δοκιμαστεί για τη δοκιμασία επάρκειας στο ίδιο κράτος καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού.»
6 Το άρθρο 3 της οδηγίας 89/48, που διευκρινίζει τις αρχές που αφορούν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα και την άσκησή του, προβλέπει:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του, υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος, ή
β) αν ο αιτών έχει εξασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ_, και του άρθρου 1, στοιχείο δ_, πρώτο εδάφιο, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης:
- που έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους αυτού,
- από τους οποίους προκύπτει ότι ο κάτοχός τους παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, ή ισοδύναμης διάρκειας με ελαστική παρακολούθηση, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου ενός κράτους μέλους και, ενδεχομένως, ότι παρακολούθησε με επιτυχία την επαγγελματική εκπαίδευση που απαιτείται επιπλέον του κύκλου σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια, και
- που προετοίμασαν τον αιτούντα για την εξάσκηση του εν λόγω επαγγέλματος.
Εξομοιώνεται προς τον τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, οποιοσδήποτε τίτλος ή σύνολο τίτλων έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή σε κράτος μέλος, εφόσον πιστοποιεί εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εντός της Κοινότητας και αναγνωρίζεται από αυτό το κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου, υπό τον όρο ότι η αναγνώριση αυτή έχει κοινοποιηθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.»
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας 89/48 επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να εξαρτά την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα από ορισμένες προϋποθέσεις. Συνεπώς, σύμφωνα με την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας δεν θίγει την ευχέρεια του κράτους μέλους υποδοχής να απαιτεί από τον αιτούντα:
«[...]
β) να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής, επί τρία έτη κατ' ανώτατο όριο, ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας:
- όταν η εκπαίδευση την οποία έχει λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχεία α_ και β_, αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από το δίπλωμα που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, ή
- όταν, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 3, στοιχείο α_, το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικά κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν υφίστανται στο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσης του αιτούντος και χαρακτηριστικό της διαφοράς αυτής είναι ειδική εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, και που αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από το δίπλωμα που προσκομίζει ο αιτών, ή
- όταν, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 3, στοιχείο β_, το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικά κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν υφίστανται στο επάγγελμα που ασκεί ο αιτών στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσης και χαρακτηριστικό της διαφοράς είναι ειδική εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και που αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον ή τους τίτλους, που προσκομίζει ο αιτών.
[...]»
8 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 προβλέπει εξάλλου ότι, «στην περίπτωση επαγγελμάτων, η εξάσκηση των οποίων απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου και ως προς τα οποία η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, να επιβάλλει δοκιμασία επάρκειας ή την πρακτική άσκηση προσαρμογής [...]».
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/48 απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν σωρευτικά από τον αιτούντα να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα και έχει πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας.
Η ιταλική κανονιστική ρύθμιση
10 Οι ουσιώδεις διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του επαγγέλματος αυτού στην Ιταλία περιλαμβάνονται στο Regio Decreto Legge 1578, Ordinamento delle professioni di avvocato e procuratore (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1578 περί της οργανώσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου), της 27ης Νοεμβρίου 1933 (GURI 281, της 5ης Δεκεμβρίου 1933, σ. 5521, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 1578/33).
11 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 1578/33 προβλέπει:
«Για να εγγραφεί κάποιος στο μητρώο δικηγόρων, πρέπει:
1° να είναι Ιταλός υπήκοος ή Ιταλός από τις περιφέρειες που δεν έχουν ενωθεί πολιτικά με την Ιταλία·
[...]
4° να είναι κάτοχος διπλώματος Νομικής ("laurea in giurisprudenza") που έχει απονεμηθεί ή αναγνωριστεί από πανεπιστήμιο της Ιταλικής Δημοκρατίας·
5° να έχει εκπληρώσει, ικανοποιητικώς και ευδοκίμως, πρακτική άσκηση σε δικηγορικό γραφείο, μετέχοντας σε αστικές και ποινικές δίκες ενώπιον εφετείου ή πρωτοδικείου επί δύο τουλάχιστον συνεχώς έτη, μετά την απόκτηση του διπλώματος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται από τις διατάξεις που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 101· ή να έχει χειριστεί υποθέσεις, κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, ενώπιον πρωτοδικείων υπό την έννοια του άρθρου 8.
[...]
7° να έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δικαστηρίου στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο απευθύνεται η αίτηση εγγραφής.»
12 Ο νόμος 31, Libera prestazione di servizi da parte degli avvocati cittadini di altri Stati membri della Comunità europea (νόμος 31 σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εκ μέρους δικηγόρων υπηκόων άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), της 9ης Φεβρουαρίου 1982 (GURI 42, της 12ης Φεβρουαρίου 1982, σ. 1030, στο εξής: νόμος 31/82), αφορά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249). Το άρθρο 2 του νόμου 31/82 προβλέπει:
«αροχή επαγγελματικών υπηρεσιών.
Τα πρόσωπα που αφορά το άρθρο 1 [οι υπήκοοι των κρατών μελών που έχουν λάβει άδεια στο κράτος μέλος προελεύσεως να ασκούν το επάγγελμα του δικηγόρου] μπορούν να ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητες δικηγόρου, ενώπιον και εκτός δικαστηρίων, προσωρινώς και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.
Για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση στη επικράτεια της Ιταλικής Δημοκρατίας ούτε δικηγορικού γραφείου ούτε κύριας ή δευτερεύουσας έδρας.»
13 Το νομοθετικό διάταγμα 115, της 27ης Ιανουαρίου 1992 (GURI 40, της 18ης Φεβρουαρίου 1992, σ. 6, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 115/92), αφορά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 89/48. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του διατάγματος αυτού προβλέπει:
«Η αναγνώριση (του τίτλου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) εξαρτάται από την επιτυχία σε δοκιμασία επάρκειας, όσον αφορά τα επαγγέλματα του δικηγόρου, του ορκωτού λογιστή και του συμβούλου σε θέματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας.»
14 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 115/92 ορίζει:
«1. Η δοκιμασία επάρκειας συνίσταται σε εξέταση με σκοπό να ελεγχθούν οι επαγγελματικές και δεοντολογικές γνώσεις του αιτούντος και να εκτιμηθεί η ικανότητά του να ασκεί το επάγγελμα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο αιτών έχει τα επαγγελματικά προσόντα στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεώς του.
2. Οι τομείς γνώσεων που αφορούν οι εξετάσεις πρέπει να επιλέγονται σε σχέση με την κεφαλαιώδη σημασία τους για την άσκηση του επαγγέλματος.»
15 Το άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος 115/92 έχει ως εξής:
«Με διατάγματα του αρμόδιου υπουργού, υπό την έννοια του άρθρου 11 [στην παρούσα υπόθεση: του Υπουργού Δικαιοσύνης], σε συμφωνία με τον Υπουργό συντονισμού των κοινοτικών πολιτικών και τον Υπουργό που είναι αρμόδιος για τα πανεπιστήμια και την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Επικρατείας, δημοσιεύονται γενικές διατάξεις και οδηγίες για την εφαρμογή των άρθρων 5, 6, 7 και 8, σχετικά με τα διάφορα επαγγέλματα και τις συναφείς με τα επαγγέλματα αυτά επαγγελματικές εκπαιδεύσεις.»
16 Το άρθρο 12, παράγραφοι 1, 3, 5, 6 και 7, του νομοθετικού διατάγματος 115/92 προβλέπει:
«1. Η αίτηση αναγνωρίσεως υποβάλλεται στο αρμόδιο υπουργείο, συνοδευόμενη με τη σχετική προς τα αναγνώριση πτυχία τεκμηρίωση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 10.
[...]
3. Εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της παραλαβής της αιτήσεως, το υπουργείο βεβαιώνεται για το αν η παρασχεθείσα τεκμηρίωση είναι πλήρης και, εν ανάγκη, πληροφορεί τον ενδιαφερόμενο για τα ενδεχομένως απαιτούμενα συμπληρωματικά έγγραφα.
[...]
5. Ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στην αναγνώριση εκδίδοντας διάταγμα εντός των τεσσάρων μηνών που έπονται της υποβολής της αιτήσεως ή των απαιτουμένων συμπληρωματικών εγγράφων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 ανωτέρω.
6. Στις περιπτώσεις του άρθρου 6 ("αντισταθμιστικά μέτρα"), το διάταγμα καθορίζει τις προϋποθέσεις της πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής ή της δοκιμασίας επάρκειας, διευκρινίζοντας τον αρμόδιο οργανισμό ή όργανο σύμφωνα με το άρθρο 15.
7. Τα διατάγματα της παραγράφου 5 ανωτέρω δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα.
[...]»
17 Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 115/92, προβλέπει:
«Οι λεπτομέρειες εκτελέσεως και εκτιμήσεως της πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των οργανισμών και οργάνων που είναι επιφορτισμένοι με την τήρηση των επαγγελματικών καταλόγων και μητρώων.
[...]»
18 Ο νόμος 146, Disposizioni per l'adempimento di obblighi derivanti dall'appartenenza dell'Italia alla Comunità europea, legge comunitaria 1993 (νόμος 146 περί των διατάξεων για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κοινοτικός νόμος 1993), της 22ας Φεβρουαρίου 1994 (Supplemento ordinario 39 της GURI 52, της 4ης Μαρτίου 1994, σ. 1, στο εξής: νόμος 146/94»), προβλέπει στο άρθρο 10:
«Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξομοιούνται προς τους Ιταλούς υπηκόους προκειμένου για την εγγραφή στα μητρώα δικηγόρων του άρθρου 17 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1578, της 27ης Νοεμβρίου 1933, [...], περί των λεπτομερειών οργανώσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
19 Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, η Επιτροπή, αφού κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1998, της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης καθώς και από την οδηγία 89/48 εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης αυτής γνώμης. Η Επιτροπή, επειδή δεν πείστηκε από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως σε αυτή τη γνώμη, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
20 Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 31/82 παραβαίνει το άρθρο 59 της Συνθήκης, καθόσον αυτή η εθνική διάταξη απαγορεύει στους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες στην Ιταλία να διαθέτουν ορισμένη υποδομή σ' αυτό το κράτος μέλος.
21 Κατ' ουσίαν, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση αυτή σκοπεί να εμποδίζει την καταστρατήγηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Αν δεν υφίσταται τέτοια απαγόρευση, οι δικηγόροι που ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μπορούν πράγματι να εγκατασταθούν, με την κάλυψη κάποιας δομής. Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει πάντως ότι, προκειμένου να διαλυθεί κάθε αμφιβολία ως προς το συμβατό του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 31/82 με το άρθρο 59 της Συνθήκης, έχει υποβληθεί προς εξέταση στο Ιταλικό Κοινοβούλιο νομοσχέδιο περί καταργήσεως της εν λόγω εθνικής διατάξεως.
22 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής υπηρεσιών δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες, κατά την έννοια της Συνθήκης, να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή (συμπεριλαμβανομένης πλήρους εγκαταστάσεως γραφείου), στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 27).
23 Επομένως, η γενική απαγόρευση του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 31/82, που απευθύνεται σε δικηγόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί στην Ιταλία το δικαίωμά του ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να έχει γραφείο ή κύρια ή δευτερεύουσα έδρα στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 59 της Συνθήκης.
24 Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
Επί του πρώτου σκέλους
25 Με το πρώτο σκέλος της δευτέρας αιτιάσεώς της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση του δικηγόρου να διαμένει στην περιφέρεια του δικαστηρίου στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο είναι εγγεγραμμένος, την οποία επιβάλλει το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 7, του νομοθετικού διατάγματος 1578/33, αντίκειται στην ελευθερία εγκαταστάσεως του άρθρου 52 της Συνθήκης.
26 Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η υποχρέωση διαμονής ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις δικαστικής οργανώσεως υπό την έννοια ότι διευκολύνει τους ελέγχους που είναι εγγενείς στην ύπαρξη τοπικού επαγγελματικού συλλόγου. Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει πάντως ότι, στην πράξη, δεν απαιτείται πλέον από τους δικηγόρους υπηκόους των άλλων κρατών μελών πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας να πληρούν την υποχρέωση αυτή, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση 6/1994 του εθνικού συμβουλίου δικηγόρων. Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι το νομοσχέδιο περί μεταρρυθμίσεως του δικηγορικού επαγγέλματος προβλέπει την αντικατάσταση της προϋποθέσεως διαμονής με την προϋπόθεση επαγγελματικής κατοικίας, πράγμα το οποίο συνεπάγεται τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να καθορίζει ή να διατηρεί την επίσημη κατοικία του σε ένα κράτος μέλος και την επαγγελματική του κατοικία σε άλλο κράτος μέλος.
27 Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι το δικαίωμα εγκαταστάσεως του άρθρου 52 της Συνθήκης συνεπάγεται την ευχέρεια δημιουργίας και διατηρήσεως, τηρώντας τους επαγγελματικούς κανόνες, πλέον του ενός κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 107/83, Klopp, Συλλογή 1984, σ. 2971, σκέψη 19· της 20ής Μα_ου 1992, C-106/91, Ramrath, Συλλογή 1992, σ. Ι-3351, σκέψεις 20 έως 22 καθώς και 28, και της 18ης Ιανουαρίου 2001, C-162/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-541, σκέψη 20).
28 Συνεπώς, η επικρινόμενη από την Επιτροπή υποχρέωση διαμονής δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 52 της Συνθήκης υπό την έννοια ότι εμποδίζει ένα δικηγόρο που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας να διατηρεί εγκατάσταση στην Ιταλία.
29 Η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν συντρέχει παράβαση του εν λόγω άρθρου 52, δεδομένου ότι η υποχρέωση διαμονής δεν εφαρμόζεται στην πράξη, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
30 ράγματι, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο μιας εθνικής νομοθεσίας με τις κοινοτικές διατάξεις, ακόμα και με αυτές που έχουν απευθείας εφαρμογή, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν. Απλή διοικητική πρακτική που από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1997, C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-1489, σκέψη 14, και της 9ης Μαρτίου 2000, C-358/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-1255, σκέψη 17).
31 Συνεπώς, το πρώτο σκέλος της δευτέρας αιτιάσεως της Επιτροπής είναι βάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους
32 Με το δεύτερο σκέλος της δευτέρας αιτιάσεώς της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, σημεία 1, 4 και 5, του νομοθετικού διατάγματος 1578/33 προσβάλλουν την ελευθερία εγκαταστάσεως για τον λόγο ότι η πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου εξαρτάται από την κατοχή της ιταλικής ιθαγενείας και ιταλικού διπλώματος Νομικής («laurea in giurisprudenza»), καθώς και από την εκπλήρωση διετούς πρακτικής ασκήσεως ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.
33 Συναφώς, συνομολογείται ότι η προϋπόθεση ιθαγενείας καταργήθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 146/94, σύμφωνα με το οποίο οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας εξομοιούνται με τους Ιταλούς υπηκόους ως προς την εγγραφή στα μητρώα των δικηγόρων. Ομοίως, οι διατάξεις σχετικά με την κατοχή ιταλικού διπλώματος Νομικής και την εκπλήρωση πρακτικής ασκήσεως καταργήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα 115/92, το οποίο προβλέπει διαδικασία αναγνωρίσεως του επαγγελματικού τίτλου του δικηγόρου που έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος.
34 αρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου δεν έχουν τηρηθεί δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 1578/33 δεν περιελήφθησαν στη διάταξη αυτή. Η ύπαρξη δύο αντιφατικών κανόνων καθιστά δυσχερέστερη για τον ιδιώτη τη γνώση των εφαρμοστέων νομικών κανόνων και περιπλέκει συνεπώς την άσκηση των κοινοτικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι δικηγόροι υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
35 Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην αρχή της υπεροχής, σε περίπτωση χρονικής διαδοχής των νόμων, του μεταγενεστέρου κανόνα επί του προγενεστέρου όταν οι κανόνες αυτοί δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.
36 Συναφώς, συνομολογείται, αφενός, ότι οι τροποποιητικές διατάξεις του νόμου 146/94 και του νομοθετικού διατάγματος 115/92 είναι δεσμευτικού χαρακτήρα και, αφετέρου, ότι έχουν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη των υποχρεώσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 1578/33, σχετικά με την κατοχή της ιταλικής ιθαγενείας και ιταλικού διπλώματος Νομικής, καθώς και τη συμπλήρωση διετούς πρακτικής ασκήσεως ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων, για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου.
37 Οι εν λόγω όμως τροποποιητικές διατάξεις πληρούν τις δύο προϋποθέσεις που απαιτεί το Δικαστήριο ώστε το εθνικό δίκαιο να συνάδει προς το υπερέχον κοινοτικό δίκαιο, προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες το ασυμβίβαστο μιας εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Συνθήκης, ακόμα και με αυτές που έχουν απευθείας εφαρμογή, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Μαρτίου 2000, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 17).
38 Εν προκειμένω, η κατάργηση των κρισίμων διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος 1578/33 με τον νόμο 146/94 και το νομοθετικό διάταγμα 115/92 προκύπτει αυτομάτως από την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής των μεταγενεστέρων νόμων, που είναι κοινή στις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών.
39 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται επομένως ότι δεν υπήρξε παράβαση των συναφών με την ασφάλεια δικαίου απαιτήσεων.
40 Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος της δευτέρας αιτιάσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί της τρίτης και τέταρτης αιτιάσεως
41 Η τρίτη και τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής, που αρμόζει να εξεταστούν από κοινού, αφορούν τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη και την εφαρμογή, στην πράξη, του άρθρου 4 της οδηγίας 89/48 περί της δοκιμασίας επάρκειας που προβλέπει η διάταξη αυτή.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
42 Με την τέταρτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι μετέφερε κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48 εφόσον δεν κατάρτισε κανονιστική ρύθμιση καθορίζουσα τον τρόπο διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας όπως ορίζει το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
43 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το νομοθετικό διάταγμα 115/92, που αφορά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των άρθρων 1, στοιχείο ζ_, και 4 της οδηγίας 89/48, προβλέπει, στα άρθρα 9 και 11, ότι πρέπει να δημοσιευθούν από τον Ιταλό Υπουργό Δικαιοσύνης «διατάξεις και γενικές οδηγίες» για τη διεξαγωγή της δοκιμασίας επάρκειας. Τέτοια μέτρα όμως δεν ελήφθησαν.
44 Στην πράξη, τα άρθρα 1, στοιχείο ζ_, και 4 της οδηγίας 89/48 τίθενται σε εφαρμογή από τις ιταλικές αρχές μέσω ατομικών υπουργικών αποφάσεων, αφού εκπονηθεί προσωπική δοκιμασία επάρκειας για κάθε υποψήφιο. Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτή η διοικητική πρακτική θέτει τους υποψηφίους σε κατάσταση ανασφάλειας δικαίου που δεν τους επιτρέπει να προβλέπουν τους τομείς γνώσεων επί των οποίων θα διεξαχθεί η δοκιμασία επάρκειας ούτε πόσοι είναι αυτοί οι τομείς, τον τρόπο κατανομής της δοκιμασίας αυτής μεταξύ γραπτών και προφορικών εξετάσεων, τα κριτήρια εκτιμήσεως των εξετάσεων και άλλες ουσιώδεις πτυχές της διεξαγωγής της εν λόγω δοκιμασίας.
45 Με την τρίτη αιτίαση, η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθή διεξαγωγή εκ μέρους των ιταλικών αρχών της δοκιμασίας επάρκειας του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 89/48 για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
46 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ενόψει των στοιχείων που είχε στην κατοχή της, δηλαδή του κειμένου των ατομικών υπουργικών αποφάσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών τίτλων, του άρθρου 12, παράγραφος 5, του νομοθετικού διατάγματος 115/92, καθώς και των πληροφοριών που έλαβε στο πλαίσιο καταγγελιών δικηγόρων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας των οποίων επιλήφθηκε, προκύπτει ότι η δοκιμασία επάρκειας μπορεί να περιλαμβάνει δέκα τομείς γνώσεων καθώς και τη δικαστική οργάνωση και τη δεοντολογία του δικηγόρου· αποτελείται δε από μία γραπτή και μία προφορική εξέταση. Η γραπτή εξέταση, που συνίσταται στη σύνταξη νομικού κειμένου ή γνωμοδοτήσεως, αφορά τρεις τομείς γνώσεων επιλεγέντες από την εξεταστική επιτροπή μεταξύ των δέκα πιθανών τομέων, καθώς και τη δικαστική οργάνωση και δεοντολογία του δικηγόρου, ενώ η προφορική εξέταση, που συνίσταται σε απαντήσεις σε σύντομες πρακτικές ερωτήσεις, αφορά το σύνολο των τομέων γνώσεων καθώς και τη δικαστική οργάνωση και τη δεοντολογία του δικηγόρου.
47 Η Επιτροπή προσάπτει στις ιταλικές αρχές ότι ακολουθούν πρακτική δημιουργούσα δυσμενείς διακρίσεις λόγω της υπερβολικής δυσκολίας της δοκιμασίας επάρκειας σε σχέση με την εξέταση για την απόκτηση αδείας στην οποία υπόκεινται οι Ιταλοί δικηγόροι. Η τελευταία αυτή εξέταση αποτελείται επίσης από γραπτά και από προφορικά. Η γραπτή εξέταση όμως αφορά μόνον τρεις τομείς γνώσεων, εκ των οποίων ένας επιλέγεται από τον αιτούντα, η δε προφορική εξέταση αφορά μόνον πέντε τομείς, όλοι επιλεγέντες από τον αιτούντα, στους οποίους προστίθενται θέματα δικαστικής οργανώσεως και δεοντολογίας του δικηγόρου.
48 Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του 1998 που προσκόμισε η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, επί είκοσι εννέα δικηγόρων υπηκόων άλλων κρατών μελών που ζήτησαν και έλαβαν την αναγνώριση του επαγγελματικού τους τίτλου στην Ιταλία, δεκαοκτώ πέρασαν δοκιμασία επάρκειας σε ένα μόνον τομέα γνώσεων. αρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, για τους έντεκα άλλους αιτούντες, η δοκιμασία επάρκειας αφορούσε αντιστοίχως, σε μία περίπτωση, επτά τομείς, σε άλλη περίπτωση, εννέα τομείς και, όσον αφορά τις οκτώ άλλες περιπτώσεις, το σύνολο των τομέων καθώς και τη δικαστική οργάνωση και τη δεοντολογία των δικηγόρων.
49 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νομοθετικό διάταγμα 115/92 μεταφέρει πλήρως στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 89/48.
50 Όσον αφορά το λεπτομερές περιεχόμενο της δοκιμασίας επάρκειας, η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει ότι απαιτείται η ύπαρξη ορισμένης εξουσίας εκτιμήσεως, δεδομένων των επαγγελματικών γνώσεων των δικηγόρων τις οποίες έχουν αποκτήσει σε κάθε ένα διαφορετικό κράτος μέλος. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει εξάλλου ότι η δοκιμασία επάρκειας λαμβάνει υπόψη τα επαγγελματικά προσόντα που έχει αποκτήσει ένας δικηγόρος σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας, το δε νομοθετικό διάταγμα 115/92 και η εφαρμογή του πληρούν τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
51 Το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 προβλέπει ότι, για τη διεξαγωγή της δοκιμασίας επάρκειας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής «καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι, με βάση τη σύγκριση της εκπαιδεύσεως που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, δεν καλύπτονται από το δίπλωμα, ή τον(τους) τίτλο(ους) που επικαλείται ο αιτών».
52 Έτσι, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της δοκιμασίας επάρκειας πρέπει να καθορίζεται ανά περίπτωση, αφού γίνει επακριβής σύγκριση των προσόντων και της επαγγελματικής πείρας του αιτούντος, ο οποίος, όπως επισημαίνεται στην ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/48, «έχει προσόντα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος», με τον κατάλογο των τομέων γνώσεων που θεωρούνται ως αναγκαίοι για την εκπαίδευση του εν λόγω επαγγέλματος.
53 Μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48 δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να ρυθμίζουν κανονιστικώς με λεπτομέρειες όλες τις πτυχές της δοκιμασίας επάρκειας, δεν τα απαλλάσσει εντούτοις από την υποχρέωση να διευκρινίζουν και να δημοσιεύουν τους τομείς γνώσεων που θεωρούνται απαραίτητοι για την άσκηση του επαγγέλματος και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της εν λόγω δοκιμασίας επάρκειας, ώστε οι αιτούντες να μπορούν να γνωρίζουν, γενικώς, τη φύση και το περιεχόμενο της δοκιμασίας στην οποία, ενδεχομένως, θα υποβληθούν. Αν δεν υπάρχει τέτοιου είδους κανονιστική ρύθμιση, η ανά περίπτωση σύγκριση του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 κινδυνεύει να καταστεί αυθαίρετη και μάλιστα να δημιουργήσει δυσμενείς διακρίσεις.
54 Συνομολογείται όμως ότι το νομοθετικό διάταγμα 115/92 δεν καθορίζει ούτε τους τομείς γνώσεων που θεωρούνται απαραίτητοι για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στην Ιταλία ούτε τον τρόπο διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας, δημιουργώντας έτσι κατάσταση ανασφάλειας, και μάλιστα ανασφάλειας δικαίου. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα μετέφερε πλήρως την οδηγία 89/48 στην εσωτερική έννομη τάξη.
55 Συνεπώς διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μετέφερε πλήρως στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 89/48, οπότε η τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
56 Όσον αφορά τις περιπτώσεις που επικαλέστηκε η Επιτροπή προς στήριξη της τρίτης αιτιάσεώς της, μολονότι μπορούν τουλάχιστον να ενισχύσουν την εντύπωση ότι, στην πράξη, η διεξαγωγή της δοκιμασίας επάρκειας δεν έχει συνοχή και διαφάνεια, πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν ότι δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 89/48 κατά τη διεξαγωγή, ανά περίπτωση, της εν λόγω δοκιμασίας επάρκειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
57 Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- διατηρώντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης, γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
- υποχρεώνοντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης, τους δικηγόρους να διαμένουν στη δικαστική περιφέρεια στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι, και
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48, δεδομένης της ελλείψεως κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζουσας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα εν λόγω άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης καθώς και από την εν λόγω οδηγία 89/48.
58 Η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. άντως, σύμφωνα με την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, της ίδιας διατάξεως, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή ηττήθηκαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία,
- διατηρώντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ), γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
- υποχρεώνοντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ), τους δικηγόρους να διαμένουν στη δικαστική περιφέρεια στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι, και
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, δεδομένης της ελλείψεως κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζουσας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα εν λόγω άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης καθώς και από την εν λόγω οδηγία 89/48.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy