Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά - Ενίσχυση στην παραγωγή - Υποχρέωση των μεταποιητών να καταβάλουν στους παραγωγούς μια ελάχιστη τιμή - Συμμετοχή των παραγωγών σε ορισμένες δευτερεύουσες δαπάνες - Επιτρέπεται - Υπολογισμός κατ' αποκοπήν - Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 426/86 του Συμβουλίου· κανονισμός 1558/91 της Επιτροπής, άρθρο 6 § 3, στοιχ. ε_)
Περίληψη
$$Η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή για ορισμένα προϊόντα τα οποία παρασκευάζονται από οπωροκηπευτικά που έχουν συγκομιστεί στην Κοινότητα, το οποίο καθιερώνει ο κανονισμός 426/86, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να παρέχουν οι μεταποιητές ορισμένες υπηρεσίες στους παραγωγούς, όπως είναι η διάθεση εμπορευματοκιβωτίων που χρησιμεύουν για τη συγκομιδή της ντομάτας, των οποίων τα έξοδα μπορούν να επιβαρύνουν τους παραγωγούς. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι διατάξεις ορισμένες διεπαγγελματικής συμφωνίας σχετικά με τη διαχείριση της ντομάτας για βιομηχανική μεταποίηση η οποία συνήφθη μεταξύ των ενώσεων των παραγωγών ενός κράτους μέλους και των ενώσεων των μεταποιητών προβλέπουν, για τις δαπάνες που καταλογίζονται στους παραγωγούς, ένα όριο το οποίο υπολογίζεται ανάλογα με τα έξοδα μεταφοράς δεν είναι, καθαυτό αντίθετο προς την κοινοτική ρύθμιση. άντως, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για την αυστηρή τήρηση της υποχρεώσεως των μεταποιητών να καταβάλουν την ελάχιστη τιμή, υπό την έννοια, ιδίως, ότι οι δαπάνες μεταφοράς από τον τόπο παραγωγής στον τόπο μεταποιήσεως δεν μπορούν να επιβαρύνουν τους παραγωγούς.
Κάθε άμεση ή έμμεση καταστρατήγηση της υποχρεώσεως αυτής συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. ράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ενίσχυσης στην παραγωγή των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών αποσκοπεί στην αποτροπή της καταστρατηγήσεως της ελάχιστης τιμής μέσω αδιαφανών πρακτικών.
Ανεξαρτήτως του αν η διατύπωση των διατάξεων της εν λόγω συμφωνίας έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο επαρκώς διαφανή, δεν τηρείται η υποχρέωση των μεταποιητών να καταβάλουν την ελάχιστη τιμή με μια διαδεδομένη πρακτική σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή των παραγωγών δεν υπολογίζεται βάσει των δαπανών στις οποίες πράγματι υποβλήθηκε κάθε παραγωγός, αλλά κατ' αποκοπήν επιβαρυνομένων των παραγωγών με το ανώτατο ποσοστό που προβλέπει η διεπαγγελματική συμφωνία.
( βλ. σκέψεις 19-22 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-146/99,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπουμένη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον F. P. Ruggeri Laderchi, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 1999/186/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 61, σ. 34), στο μέτρο που απορρίπτει τις δαπάνες ύψους 7 421 939 820 ιταλικών λιρών (ITL), στις οποίες υποβλήθηκε η Ιταλική Δημοκρατία για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, την N. Colneric, τους C. Gulmann (εισηγητή), Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2001, κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον D. Del Gaizo και η Επιτροπή από τον L. Visaggio, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1999, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση της αποφάσεως 1999/186/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 61, σ. 34, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), στο μέτρο που απορρίπτει τις δαπάνες ύψους 7 421 939 820 ITL, στις οποίες υποβλήθηκε η Ιταλική Δημοκρατία για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας.
2 Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μια κατ' αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 2 % του συνόλου των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η Ιταλική Δημοκρατία για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας και οι οποίες δηλώθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ.
Το νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 49, σ. 1), καθιερώνει καθεστώς ενίσχυσης στην παραγωγή για ορισμένα προϊόντα τα οποία λαμβάνονται από οπωροκηπευτικά που έχουν συγκομιστεί στην Κοινότητα. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Η ενίσχυση στην παραγωγή χορηγείται στο μεταποιητή που κατέβαλε στον παραγωγό για την πρώτη ύλη τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή δυνάμει των συμβάσεων που συνδέουν, αφενός, τους παραγωγούς ή τις αναγνωρισμένες ομάδες ή ενώσεις παραγωγών και, αφετέρου, τους μεταποιητές ή τις αναγνωρισμένες ομάδες ή ενώσεις παραγωγών και, αφετέρου, τους μεταποιητές ή τις αναγνωρισμένες ομάδες ή ενώσεις μεταποιητών που έχουν συσταθεί νόμιμα στην Κοινότητα.»
4 Τα άρθρα 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 426/86, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1202/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μα_ου 1990 (ΕΕ L 119, σ. 66), ορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Επιτροπή καθορίζει την ελάχιστη τιμή που πρέπει να καταβληθεί στον παραγωγό καθώς και το ύψος της ενισχύσεως στην παραγωγή.
5 Για την περίοδο εμπορίας 1996/97, η ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς ντομάτας καθώς και το ποσό των ενισχύσεων στην παραγωγή για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τις ντομάτες καθορίστηκαν στα παραρτήματα του κανονισμού (ΕΚ) 1398/96 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 180, σ. 6). Το παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού ορίζει ότι η ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς υπολογίζεται σε «ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους στον παραγωγό».
6 Τα άρθρα 2 έως 4 του κανονισμού (EΟΚ) 1558/91 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 1991, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ενίσχυσης στην παραγωγή μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (EE L 144, σ. 31), προβλέπουν ότι οι μεταποιητές των επιμάχων προϊόντων πρέπει να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διάφορα στοιχεία.
7 Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε σύμβαση που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (EOK) 426/86, η οποία στο εξής ονομάζεται "σύμβαση μεταποίησης", συνάπτεται γραπτώς. Η σύμβαση μεταποίησης μπορεί να λάβει τη μορφή υποχρέωσης προμήθειας μεταξύ, αφενός, ενός ή περισσοτέρων παραγωγών και, αφετέρου, της αναγνωρισμένης ομάδας ή ένωσής τους, η οποία ασκεί τα καθήκοντα του μεταποιητή.
2. [...]
3. Η σύμβαση μεταποίησης πρέπει να περιλαμβάνει:
[...]
ε) τιμή που καταβάλλεται στον συμβαλλόμενο για τις πρώτες ύλες, μη συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των δαπανών όσον αφορά τη συσκευασία, τη φόρτωση, τη μεταφορά, την εκφόρτωση και την πληρωμή των φόρων. Τα ποσά αυτά πρέπει, κατά περίπτωση, να αναφέρονται ξεχωριστά.
[...]»
Τα πραγματικά περιστατικά
8 Στις 17 Ιουλίου 1996, οι ιταλικές ενώσεις παραγωγών και οι ενώσεις μεταποιητών συνήψαν διεπαγγελματική συμφωνία διαχειρίσεως για τη ντομάτα που προοριζόταν για τη βιομηχανική μεταποίηση, η οποία είχε εφαρμογή στην περίοδο εμπορίας 1996/97 (GURI αριθ. 187, της 10ης Αυγούστου 1996 (στο εξής: διεπαγγελματική συμφωνία), σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο 88, της 16ης Μαρτίου 1988, περί των διεπαγγελματικών συμφωνιών (στο εξής: νόμος 88).
9 Το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας αφορά τις λεπτομέρειες πληρωμής. ροβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο παραγωγός, υπό την ιδιότητα του πωλητή, επιβαρύνεται με «τη δαπάνη της μεταφοράς όσον αφορά μόνον την επιστροφή των κιβωτίων και λοιπών άδειων δοχείων μεταφοράς ή παρόμοιου εξοπλισμού, αναγκαίου για την παράδοση της πρώτης ύλης στις μεταποιητικές επιχειρήσεις». Με το ίδιο άρθρο, «τα μέρη συμφωνούν ρητώς ότι, στην περίπτωση αυτή, η δαπάνη της μεταφοράς που καταλογίζεται στους παραγωγούς και στις οργανώσεις παραγωγών δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 35 % των αποδεδειγμένων δαπανών της συνολικής μεταφοράς, περιλαμβανομένης και της μεταφοράς της πρώτης ύλης από τον τόπο της συγκομιδής στη μεταποιητική επιχείρηση, η οποία μεταφορά, όπως προβλέπει ο κοινοτικός κανονισμός, βαρύνει τη μεταποιητική επιχείρηση».
10 Στη συνθετική της έκθεση VI/6462/98, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1995, όπως κωδικοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1999, η Επιτροπή αιτιολόγησε την επίδικη χρηματοοικονική διόρθωση ως εξής:
«Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τις αποστολές ελέγχου κατέδειξαν ότι οι παραγωγοί ντομάτας επιβαρύνονταν από τους μεταποιητές με το 35 % των δαπανών μεταφοράς της πρώτης ύλης, έστω και αν αυτό αντιβαίνει προς τους κοινοτικούς κανόνες και, ειδικότερα, προς το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού (EOK) 1558/91.
[...]
Λαμβανομένων υπόψη των διαθεσίμων στοιχείων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής φρονούν ότι η εν λόγω μη τήρηση των κοινοτικών κανόνων εξομοιώνεται με μη πλήρη καταβολή της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς για την πρώτη ύλη που παραδόθηκε και εξασφάλισε στις μεταποιητικές επιχειρήσεις αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις επιχειρήσεις άλλων χωρών.
[...]»
Η επιχειρηματολογία των διαδίκων
11 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 απαριθμεί ορισμένες δαπάνες τις οποίες δεν μπορεί να περιλάβει η ελάχιστη τιμή δεν σημαίνει ότι οι μεταποιητές δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να χρεώσουν τους παραγωγούς με καμία δαπάνη. ράγματι, ο λόγος υπάρξεως της διατάξεως αυτής έγκειται αποκλειστικά στην αποτροπή του ενδεχομένου να καταστρατηγηθεί η ελάχιστη τιμή που καθορίζουν οι κοινοτικές διατάξεις μέσω αδιαφανών πρακτικών, όπως ο καθορισμός συνολικής τιμής που καλύπτει τόσο την τιμή πωλήσεως του προϊόντος όσο και την αμοιβή για πρόσθετες παροχές. Ο σκοπός αυτός δεν συνεπάγεται τον πλήρη αποκλεισμό της επιβαρύνσεως των παραγωγών με το σύνολο των δαπανών που αφορούν την εμπορία της ντομάτας και, ιδίως, της μερικής επιβαρύνσεως με την τιμή της μεταφοράς του προϊόντος, η οποία έχει γίνει ελεύθερα αποδεκτή στο πλαίσιο της αυτονομίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
12 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι, αν σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη ήταν, όπως διατείνεται η Επιτροπή, να επιβαρύνει με το σύνολο των παρεπομένων δαπανών αποκλειστικά τον μεταποιητή, θα είχε εκφρασθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια, αναφέροντας ρητώς ότι οι συμβάσεις μεταποιήσεως πρέπει να προβλέπουν καθαρή τιμή για κάθε επιβάρυνση.
13 Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει άλλωστε ότι η παροχή εμπορευματοκιβωτίων δεν συνδέεται με τις ενέργειες μεταποιήσεως των οποίων τις δαπάνες φέρουν αποκλειστικά οι μεταποιητές.
14 Η βαλλόμενη διόρθωση δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δεν απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους. ράγματι, ουδέποτε οι αρχές αυτές υποστήριξαν ότι οι μεταποιητές κατέβαλαν το σύνολο των δαπανών μεταφοράς. Αντιθέτως, είχαν πάντοτε παραδεχθεί με ειλικρίνεια ότι, στο πλαίσιο της διεπαγγελματικής συμφωνίας, οι παραγωγοί μπορούσαν να επιβαρυνθούν με το 35 % των δαπανών αυτών, το ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί αποκλειστικά στη μεταφορά των άδειων εμπορευματοκιβωτίων που ανήκουν στους μεταποιητές και στη διανομή τους στους αγρούς συγκομιδής. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, δεν ήταν, άλλωστε, δυνατόν να αγνοεί η Επιτροπή το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, δεδομένου ότι αυτή είχε κυρωθεί με τον νόμο 88 και η Επιτροπή είχε αμφισβητήσει ορισμένες πτυχές της.
15 Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της αυστηρής ερμηνείας της έννοιας της μεταφοράς του προϊόντος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91, υποστηρίζοντας ότι αυτή καλύπτει μόνον τη μεταφορά της πρώτης ύλης από τους αγρούς συγκομιδής στις μεταποιητικές επιχειρήσεις, κατ' αποκλεισμό της διαθέσεως στους παραγωγούς εμπορευματοκιβωτίων από τους μεταποιητές.
16 Η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ' ουσίαν, καταρχάς, ότι η συμμετοχή στις δαπάνες της μεταφοράς, έστω και αν περιορίζεται στο 35 % των αποδεδειγμένων δαπανών της συνολικής μεταφοράς, καταλήγει, σε τελική ανάλυση, στη μείωση της ελάχιστης τιμής και είναι αντίθετη προς την απαίτηση καταβολής ελάχιστης τιμής καλουμένης «στον παραγωγό», η οποία διατυπώνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1398/96. ροσθέτει, στη συνέχεια, ότι υφίσταται, προφανώς, στενή σχέση μεταξύ των δαπανών που αφορούν τη χρησιμοποίηση των αναγκαίων για την παράδοση της ντομάτας εμπορευματοκιβωτίων και της ίδιας της μεταφοράς. Τέλος, τονίζει τον σκοπό που επιδιώκει η κοινοτική νομοθεσία με την καθιέρωση της ελάχιστης τιμής, δηλαδή την προστασία των παραγωγών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Επιβάλλεται, καταρχάς, η διαπίστωση ότι η ελάχιστη τιμή που οι μεταποιητές οφείλουν να καταβάλουν στους παραγωγούς σύμφωνα με την επίμαχη κοινοτική νομοθεσία είναι μια τιμή που αποκαλείται «στον παραγωγό», οπότε οι δαπάνες μεταφοράς από τον τόπο παραγωγής στον τόπο μεταποιήσεως δεν μπορούν να επιβαρύνουν τους παραγωγούς.
18 Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις της διεπαγγελματικής συμφωνίας που παρατέθηκαν στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως προβλέπουν, αφενός, ότι ο παραγωγός επιβαρύνεται με τη δαπάνη της μεταφοράς όσον αφορά μόνον την επιστροφή των άδειων εμπορευματοκιβωτίων που είναι απαραίτητα για την παράδοση της ντομάτας στους μεταποιητές και, αφετέρου, ότι η δαπάνη που καταλογίζεται κατά τον τρόπο αυτό στους παραγωγούς δεν υπερβαίνει το 35 % των αποδεδειγμένων δαπανών της συνολικής μεταφοράς, περιλαμβανομένης και της μεταφοράς της πρώτης ύλης από τον τόπο παραγωγής στον τόπο μεταποιήσεως. Συναφώς, η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρίνισε κατά τη συνεδρίαση ότι τα επίμαχα εμπορευματοκιβώτια δεν εξυπηρετούν τη μεταφορά της ντομάτας από τον τόπο παραγωγής στην επιχείρηση του μεταποιητή, αλλ' αποκλειστικά τη συγκομιδή της ντομάτας.
19 Όπως τόνισε η Ιταλική Κυβέρνηση, αφενός, η κοινοτική νομοθεσία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να παρέχουν οι μεταποιητές ορισμένες υπηρεσίες στους παραγωγούς, όπως, μεταξύ άλλων, η διάθεση εμπορευματοκιβωτίων που χρησιμεύουν για τη συγκομιδή της ντομάτας, των οποίων τα έξοδα μπορούν να επιβαρύνουν τους παραγωγούς. Αφετέρου, το γεγονός ότι προβλέπεται, για τις δαπάνες που καταλογίζονται στους παραγωγούς, ένα όριο το οποίο υπολογίζεται ανάλογα με τις δαπάνες μεταφοράς δεν είναι, αφ' εαυτού, αντίθετο προς την κοινοτική νομοθεσία. άντως, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για την αυστηρή τήρηση της υποχρεώσεως των μεταποιητών να καταβάλουν την ελάχιστη τιμή, υπό την έννοια, ιδίως, ότι οι δαπάνες μεταφοράς από τον τόπο παραγωγής στον τόπο μεταποιήσεως δεν μπορούν να επιβαρύνουν τους παραγωγούς.
20 Κάθε άμεση ή έμμεση καταστρατήγηση της υποχρεώσεως αυτής συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. ράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 αποσκοπεί στην αποτροπή της καταστρατηγήσεως της ελάχιστης τιμής μέσω αδιαφανών πρακτικών.
21 Συναφώς, και ενώ παρέλκει η επίλυση του ζητήματος αν οι διατάξεις της διεπαγγελματικής συμφωνίας που εκτίθενται στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως έχουν διατυπωθεί με επαρκή διαφάνεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πλείονες συμβάσεις μεταποιήσεως, που έχουν συναφθεί σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας σύμφωνα με τη διεπαγγελματική συμφωνία και έχουν επισυναφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής, καθορίζουν τη συμμετοχή των παραγωγών στο κόστος μεταφοράς, υπό την έννοια του άρθρου 11 της εν λόγω συμφωνίας, στο 35 % του κόστους της συνολικής μεταφοράς.
22 Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή, κατά διαδεδομένη πρακτική, η συμμετοχή των παραγωγών δεν υπολογίζεται βάσει των δαπανών στις οποίες πράγματι υποβλήθηκε κάθε παραγωγός, αλλά κατ' αποκοπήν, με την επιβάρυνση των παραγωγών κατά το ανώτατο ποσοστό που προβλέπει η διεπαγγελματική συμφωνία. Με τον υπολογισμό όμως αυτό δεν τηρείται η υποχρέωση της οποίας έγινε μνεία στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως.
23 Επομένως, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι οι συμβάσεις μεταποιήσεως που συνήφθησαν βάσει της διεπαγγελματικής συμφωνίας είχαν ως συνέπεια τη μη πλήρη καταβολή της ελάχιστης τιμής «των παραγωγών».
24 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η Ιταλική Δημοκρατία για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας και οι οποίες δηλώθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και ότι η Επιτροπή ορθώς εφάρμοσε την επίδικη κατ' αποκοπήν διόρθωση.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε αίτημα να καταδικασθεί η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy