Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Ελλιπείς αποθεματοποιημένες ποσότητες κατά τον έλεγχο και αποθεματοποιημένες ποσότητες που αποδεικνύονται, κατά την εξέταση, μη επιλέξιμες - Χρηματοοικονομική διόρθωση - Βάση υπολογισμού - οσότητες που υπολογίσθηκαν λογιστικά κατά την υποβολή της αιτήσεως - Βάρος αποδείξεως
(Κανονισμός 1766/92 του Συμβουλίου· κανονισμός 689/92 της Επιτροπής)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Λιπαρές ουσίες - Ελαιόλαδο - Ενίσχυση στην κατανάλωση - Ανάκληση της εγκρίσεως προς τις επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου σε περίπτωση ενισχύσεως που ζητήθηκε αχρεωστήτως - Ημερομηνία που άρχισε να ισχύει - Εξέταση υπό το φως του σκοπού της κυρώσεως - Ημερομηνία κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής - Δεν υφίσταται παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα
(Κανονισμοί της Επιτροπής 2677/85, άρθρο 12 § 6, και 643/93)
3. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση αναλήψεως δαπανών που απορρέουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας - Κατ' αποκοπήν διόρθωση 25 % - Δεν υφίσταται παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
4. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ - Αρχές - Συμβατό των δαπανών προς τους κοινοτικούς κανόνες - Βάρος αποδείξεως - Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 3)
5. ράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - εριεχόμενο - Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των σχετικών με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)]
Περίληψη
1. Για την εκκαθάριση των δαπανών που αντιστοιχούν στις ποσότητες που επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ, δεν πρέπει να αναφέρεται η πράγματι υπάρχουσα ποσότητα αλλά εκείνη που υπολογίστηκε λογιστικά και επιβαρύνει το ΕΓΤΕ. Επομένως, εφόσον οι αναλύσεις δείχνουν ότι ο σκληρός σίτος που υπήρχε στις αποθήκες κατά τον χρόνο του ελέγχου δεν έχει επιλέξιμη για την παρέμβαση ποιότητα, η Επιτροπή πρέπει να προβεί στη διόρθωση βάσει της ποσότητας που έχει καταχωριστεί λογιστικά. Σύμφωνα με την κατανομή του βάρους αποδείξεως, που συνεπάγεται μετριασμό του βάρους αποδείξεως της Επιτροπής, οσάκις αυτή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγον ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, στο κράτος μέλος απόκειται να αποδείξει ότι οι ποσότητες που έλειπαν κατά τον χρόνο του ελέγχου ήσαν επιλέξιμες για την παρέμβαση.
( βλ. σκέψεις 9, 20 )
2. Το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 643/93, προβλέπει ότι, όταν η η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως ενίσχυση υπερβαίνει κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος ανακαλεί την οικεία έγκριση. άντως, δεν διευκρινίζει από ποια ημερομηνία πρέπει η ανάκληση αυτή να ισχύει. ράγματι, ακόμη και αν το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 εξαρτά την κύρωση της ανακλήσεως από τη διαπίστωση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του γεγονότος ότι η αίτηση ενισχύσεως στην κατανάλωση αφορά μεγαλύτερη ποσότητα από εκείνη για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ενισχύσεως, εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει αν η εν λόγω διαπίστωση έχει δηλωτικό ή συστατικό χαρακτήρα.
Συναφώς, από την εξέταση του σκοπού της κυρώσεως που συνιστά η ανάκληση της εγκρίσεως, προκύπτει ότι η ενίσχυση των κυρώσεων σε περίπτωση υπερβολικής αιτήσεως ενισχύσεως στην κατανάλωση ελαιολάδου εντάσσεται στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της απάτης. ράγματι, οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 643/93, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, καθιερώνουν ένα σύνδεσμο μεταξύ «της ορθής λειτουργίας του καθεστώτος [ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο]» και της ανάγκης συμπληρώσεως του συστήματος κυρώσεων κατά των επιχειρήσεων συσκευασίας που ζητούν ενισχύσεις για υπερβολικές ποσότητες. Η αποτελεσματικότητα και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα τέτοιων κυρώσεων δεν μπορούν, επομένως, να αγνοούνται στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του αποτελέσματος και της διαχρονικής σημασίας της κυρώσεως που αποτελεί η ανάκληση της εγκρίσεως.
Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αυτές, η χρηματοδότηση ενισχύσεων στην κατανάλωση από το ΕΓΤΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν οι ενισχύσεις αυτές αντιστοιχούν σε μεταγενέστερη περίοδο από την ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85. ράγματι, το αποτέλεσμα της κυρώσεως που συνιστά η ανάκληση θα περιοριζόταν αν μια επιχείρηση συσκευασίας που κατέθεσε κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες υπό την έννοια των διατάξεων αυτών μπορούσε να καταθέσει νέες αιτήσεις κατά τη διάρκεια των επομένων ετών χωρίς να έχει τίποτα να φοβηθεί έως την ενδεχομένη σύνταξη πρακτικών ελέγχου. Η εφαρμογή της ανακλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως, φαίνεται επομένως αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος αυτού. Η απόφαση περί ανακλήσεως δεν έχει εντούτοις παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα, εφόσον, στο πλαίσιο της ερμηνείας αυτής, η κύρωση εφαρμόζεται μόνον από τον χρόνο κατά τον οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και όχι από τον έλεγχο σχετικά με την συγκέντρωση των προϋποθέσεών της εφαρμογής.
( βλ. σκέψεις 37-42 )
3. Η εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή 25 % των πριμοδοτήσεων προβατινών και αιγών που καταβλήθηκαν στους παραγωγούς της Σικελίας και της Καλαβρίας για τις περιόδους 1993 και 1994 δεν είναι αναδρομική και παράνομη. Ελλείψει ακριβών κανόνων, ως προς τα ποσά που πρέπει να απορριφθούν, περιλαμβανομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, προτελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή υιοθέτησε με την έκθεση VI/216/93 της 1ης Ιουνίου 1993, καλούμενη «Belle», κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των οικονομικών συνεπειών κατά την προετοιμασία της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Όμως, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές προέβλεπαν ήδη ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προβεί σε κα' αποκοπή διόρθωση ανώτερου συντελεστή από αυτούς που συνήθως προβλέπονται, δηλαδή 2 %, 5 % ή 10 % των δαπανών.
( βλ. σκέψη 53 )
4. Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών. Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν.
( βλ. σκέψη 54 )
5. Στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σχετικά με τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΕ δαπάνες, η αιτιολογία μιας αποφάσεως περί εφαρμογής διορθωτικού συντελεστή κατ' αποκοπήν πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό.
( βλ. σκέψεις 57, 61 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-147/99,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον F. P. Ruggeri Laderchi, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37), ως προς το μέρος της που αφορά την Ιταλική Δημοκρατία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τις F. Macken, πρόεδρο τμήματος, και N. Colneric, και τους C. Gulmann (εισηγητή), Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2001, κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον D. Del Gaizo και η Επιτροπή από τον L. Visaggio, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1999, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ως προς το μέρος της που την αφορά.
2 Με την προσφυγή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής στο μέτρο που η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούν να καταλογισθούν στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ) τα ακόλουθα ποσά:
- περίπου 500 000 000 ιταλικές λίρες (ITL) για ελλιπείς ποσότητες αποθεματοποιημένου σκληρού σίτου και για ποσότητες που κρίθηκαν μη επιλέξιμες για την παρέμβαση·
- 2 751 722 888 ITL για την ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου, λόγω των ελλείψεων της διοικητικής διαδικασίας περί ανακλήσεως της εγκρίσεως προς τις επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου, και
- 62 685 916 000 ITL και 13 998 973 000 ITL για πριμοδοτήσεις προβατινών και αιγών λόγω διοικητικής ανεπάρκειας και ακαταλλήλων ελέγχων.
3 Οι λόγοι των επιβληθεισών διορθώσεων συνοψίζονται στην έκθεση συνθέσεως αριθ. VI/6462/98, σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, όπως οριστικοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1999 (στο εξής: έκθεση συνθέσεως).
Επί της διορθώσεως όσον αφορά μη επιλέξιμες για την παρέμβαση ποσότητες σκληρού σίτου
4 O κανονισμός (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 181, σ. 21), συνιστά τη βασική κανονιστική ρύθμιση του καθεστώτος παρεμβάσεως από την περίοδο εμπορίας 1993/94. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων ανάληψης των σιτηρών από τους οργανισμούς παρέμβασης (ΕΕ L 74, σ. 18), ο οποίος τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη, διευκρινίζει τους όρους αυτής της ανάληψης.
5 Από το σημείο 4.5.1.1.1.3 της εκθέσεως συνθέσεως προκύπτει ότι, «κατά τη διάρκεια ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία τον Δεκέμβριο 1993, οι υπηρεσίες του UCLAF διαπίστωσαν την ύπαρξη ελλιπών ποσοτήτων σιτηρών και ποσοτήτων σιτηρών μη επιλέξιμης ποιότητας σε ορισμένα καταστήματα».
6 Οι διαπιστώσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα οικονομική διόρθωση της τάξεως των 3 857 589 582 ITL για το οικονομικό έτος 1995.
7 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τις διορθώσεις για τις αποθήκες San Lorenzo, Castellaci και Jungetto. Στηριζόμενη στους υπολογισμούς του AIMA (Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo), ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, θεωρεί ότι η διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή είναι υπερβολική κατά περίπου 500 εκατομμύρια ITL.
8 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί εκ προοιμίου η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της κατανομής του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί κράτος μέλος κατ' αποφάσεως της Επιτροπής που αφορά εκκαθάριση λογαριασμών του ΕΓΤΕ.
9 Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγον ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή. Η τελευταία δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει ένα αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασαν οι εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός του βάρους αποδείξεως της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και το οποίο υποχρεούται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-44/97, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-7177, σκέψη 28).
10 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί μόνον τρεις συγκεκριμένες διορθώσεις, οι οποίες οφείλονται σε σφάλματα κατά τον υπολογισμό των μη επιλεξίμων ποσοτήτων σκληρού σίτου που είναι αποθηκευμένες στις τρεις πιο πάνω αναφερθείσες αποθήκες. Επομένως, δεν αμφισβητούνται κατ' αρχήν οι διορθώσεις αυτές αλλά το ποσό τους. Σύμφωνα με την κατανομή του βάρους αποδείξεως που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η κυβέρνηση αυτή απέδειξε τον εσφαλμένο χαρακτήρα των επίδικων διορθώσεων.
Σχετικά με την αποθήκη San Lorenzo
11 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άρνηση της Επιτροπής να δεχθεί στην παρέμβαση ποσότητα 954,22 τόνων σκληρού σίτου αποθηκευμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1987/88 στην αποθήκη San Lorenzo. Κατ' αρχάς, επειδή η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν προέβη σε καμία διόρθωση αφορώσα τα αποθηκευμένα σιτηρά κατά την περίοδο εμπορίας 1987/88, αλλ' ότι, αντιθέτως, προέβη σε διόρθωση αφορώσα 1 076,22 τόνους σκληρού σίτου, που αναφέρονται στο σημείο 4.5.1.1.1.3, στοιχείο β_, της εκθέσεως συνθέσεως, αποθηκεύθηκαν δε κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1991/92, εκ των οποίων 954,22 τόνοι στην αποθήκη San Lorenzo, η Ιταλική Κυβέρνηση απαντά ότι, στον πίνακα που έχει επισυναφθεί σε σημείωμα της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 1997, περιλαμβάνονται η αμφισβητουμένη ποσότητα των 954,22 τόνων σκληρού σίτου, η ημερομηνία αποθηκεύσεώς της, στις 26 Μα_ου 1988, η οποία αντιστοιχεί στην περίοδο εμπορίας 1987/88, καθώς και η μνεία της αποθήκης, δηλαδή αυτής του San Lorenzo.
12 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή είχε για πρώτη φορά ισχυριστεί σε έγγραφο της 31ης Αυγούστου 1998 ότι είχε καταλογίσει 1 076,22 τόνους, εκ των οποίων 954,22 τόνους για την αποθήκη San Lorenzo, στις ελλιπείς ποσότητες κατά τον έλεγχο του Δεκεμβρίου 1993, ανέφερε δε κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ότι η ποσότητα αυτή των 954,22 τόνων είχε αποθηκευτεί κατά την περίοδο εμπορίας 1991/92. Επομένως, από τα προπαρατεθέντα έγγραφα και τους ισχυρισμούς της Επιτροπής προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, τροποποίησε τη βάση της αιτιάσεώς της όσον αφορά την αποθήκη San Lorenzo, τη σχετική με αυτήν ποσότητα και την περίοδο αναφοράς, αυτό δε κατά παραβίαση της αρχής της κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως και εμποδίζοντας την Ιταλική Κυβέρνηση να αμυνθεί σε εύθετο χρόνο και προσηκόντως ως προς το σημείο αυτό.
13 Ακολούθως, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1991/92, ενώ δύο διαφορετικές εταιρίες ελέγχου, η Sitris και η SGS, προέβησαν στον προσδιορισμό των ποσοτήτων που πράγματι βρίσκονταν στην αποθήκη San Lorenzo και κατέληξαν σε διαφορετικά αποτελέσματα, η Επιτροπή αδίκως ευνόησε την εκ μέρους της Sitris εκτίμηση περί του ελλιπούς εμπορεύματος, κατά την οποία οι ελλιπείς ποσότητες ήσαν περισσότερες.
14 Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαφορά μεταξύ των ποσοτήτων σκληρού σίτου που πράγματι βρίσκονταν στην αποθήκη San Lorenzo και των ποσοτήτων που εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία που κοινοποιήθηκαν από τις εθνικές αρχές οφείλεται στη μη αναγραφή στα βιβλία των κινήσεων εμπορευμάτων ορισμένων εξόδων από την αποθήκη.
15 Συναφώς, πρέπει αρχικά να παρατηρηθεί ότι από έγγραφο της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 1998 απευθυνόμενο στις ιταλικές αρχές προκύπτει ότι, κατόπιν της τελικής εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού και της ανταλλαγής πληροφοριών με τις εν λόγω αρχές, η Επιτροπή έκρινε ότι οι διορθώσεις σχετικά με τον σκληρό σίτο που ήταν αποθηκευμένος στην αποθήκη San Lorenzo κατά την περίοδο εμπορίας 1987/88, οι οποίες αναφέρονταν στο σημείωμα της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 1997 και στην έκθεση συνθέσεως για το οικονομικό έτος 1994, έπρεπε να καταργηθούν. Αντιθέτως, τα πρακτικά του υπ' αριθ. 4α ελέγχου, τα οποία συντάχθηκαν από τη μονάδα συντονισμού της καταπολεμήσεως της απάτης (στο εξής: UCLAF) με την ευκαιρία του ελέγχου της 10ης Δεκεμβρίου 1993, που περιελήφθησαν στον φάκελο από την ίδια την Ιταλική Κυβέρνηση, αναφέρονται ρητώς στην περίοδο εμπορίας 1991/92. Η Επιτροπή, επομένως, δεν τροποποίησε την αιτίασή της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
16 Ακολούθως, ως προς το σκέλος του λόγου αυτού, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή ευνόησε την εκτίμηση της Sitris σχετικά με το ελλιπές εμπόρευμα στην αποθήκη του San Lorenzo, χωρίς να ληφθεί υπόψη η εκτίμηση στην οποία προέβη η SGS, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή απλώς βασίστηκε στα αποτελέσματα ελέγχου πραγματοποιηθέντος από την πρώτη από τις εταιρίες αυτές παρουσία όλων των ενδιαφερομένων μερών. Οι λόγοι της αποφάσεως αυτής απορρέουν από την έκθεση ελέγχου - κατ' αντιμωλία - της 3ης Ιανουαρίου 1994. Επομένως, η Επιτροπή εδραίωσε την απόφασή της επί ευλογοφανών στοιχείων.
17 Τέλος, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τον οποίο η διαφορά μεταξύ της ποσότητας σκληρού σίτου που πράγματι βρισκόταν στην αποθήκη San Lorenzo και εκείνης που αναγραφόταν στα λογιστικά βιβλία οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν αναγραφεί ορισμένες έξοδοι, δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Σχετικά με την αποθήκη Castellaci
18 Σύμφωνα με τα λογιστικά έγγραφα των ιταλικών αρχών, 956,77 τόνοι αποθηκευμένου σκληρού σίτου κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1991/92 έπρεπε να βρίσκονταν στην αποθήκη Castellaci τον Δεκέμβριο 1993. Εντούτοις, έλεγχος διεξαχθείς από την UCLAF απέδειξε ότι μόνον 861,37 τόνοι σκληρού σίτου βρίσκονταν εκεί. Επιπλέον, οι αναλύσεις έδειξαν ότι η ποιότητα του αποθηκευμένου στην αποθήκη σίτου δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση. Η Επιτροπή προέβη, επομένως, σε οικονομική διόρθωση για 956,77 τόνους σκληρού σίτου.
19 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη διόρθωση σχετικά με τους τόνους που έλειπαν, δηλαδή 95,4 τόνους σκληρού σίτου. Κατ' αυτήν, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι η ποιότητα της ποσότητας που έλειπε επίσης δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση.
20 ρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι, για την εκκαθάριση των δαπανών που αντιστοιχούν στις ποσότητες που επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ, δεν πρέπει να αναφέρεται η πράγματι υπάρχουσα ποσότητα αλλά εκείνη που υπολογίστηκε λογιστικά και επιβαρύνει το ΕΓΤΕ. Επομένως, εφόσον οι αναλύσεις δείχνουν ότι ο σκληρός σίτος που υπήρχε στις αποθήκες κατά τον χρόνο του ελέγχου δεν έχει επιλέξιμη για την παρέμβαση ποιότητα, η Επιτροπή πρέπει να προβεί στη διόρθωση βάσει της ποσότητας που έχει καταχωριστεί λογιστικά. Σύμφωνα με την κατανομή του βάρους αποδείξεως που περιγράφεται στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως, στην Ιταλική Κυβέρνηση απόκειται να αποδείξει ότι οι ποσότητες που έλειπαν κατά τον χρόνο του ελέγχου ήσαν επιλέξιμες για την παρέμβαση. λην όμως, αυτή δεν προσκόμισε καμία απόδειξη υπό την έννοια αυτή.
Σχετικά με την αποθήκη Jungetto
21 Σύμφωνα με τα λογιστικά στοιχεία που ανακοίνωσαν οι ιταλικές αρχές, η αποθήκη Jungetto έπρεπε να περιέχει 1 994,014 τόνους σκληρού σίτου αποθηκευμένου κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1991/92. Εντούτοις, η εκτίμηση των αποθηκευμένων ποσοτήτων, στην οποία προέβη η Sitris μετά από επίσκεψη ελέγχου στις 9 Φεβρουαρίου 1994, απεκάλυψε ότι μόνο 1 450,80 τόνοι ήσαν πράγματι αποθηκευμένοι. Επιπλέον, οι αναλύσεις έδειξαν ότι η ποιότητα του σίτου που πράγματι ήταν εκεί δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση. Επομένως, η Επιτροπή προέβη στη χρηματοοικονομική διόρθωση και για την ποσότητα που έλειπε, δηλαδή 543,214 τόνους σκληρού σίτου.
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη διόρθωση αυτή. Επειδή η Επιτροπή υποστήριξε ότι, κατά τον χρόνο του ελέγχου της UCLAF, τα λογιστικά έγγραφα που προσεκόμισαν οι ιταλικές αρχές ανέφεραν ποσότητα 1 994,014 τόνων αποθηκευμένων στην αποθήκη Jungetto, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, στις 30 Οκτωβρίου 1993, μόνον 969,25 τόνοι σκληρού σίτου ήταν αποθηκευμένοι στην αποθήκη αυτή. 1 024,764 τόνοι επιπλέον αποθηκεύτηκαν εκεί μεταξύ της 30ής Δεκεμβρίου 1993 και της 5ης Ιανουαρίου 1994, μετά τη διάθεσή τους από τις αποθήκες Grammichelle και Raddusa. Κατά τον χρόνο του ελέγχου που διεξήγαγε η UCLAF στις 16 Δεκεμβρίου 1993, μόνον η ποσότητα των 969,25 τόνων ήταν, επομένως, αποθηκευμένη. Συνεπώς, μόνον η ποσότητα αυτή μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενδεχομένης διορθώσεως. Η Ιταλική Κυβέρνηση εξηγεί ότι η παρουσία μόνο 1 450,80 τόνων στην αποθήκη Jungetto κατά τον τερματισμό της επισκέψεως ελέγχου της Sitris στις 9 Φεβρουαρίου 1994 οφείλεται στο γεγονός ότι 500 τόνοι είχαν ήδη εξέλθει της αποθήκης στις 29 Δεκεμβρίου 1993 για να πωληθούν. Το υπόλοιπο της ποσότητας που έλειπε εξηγείται από τις φυσικές απώλειες κατά την αποθήκευση.
23 Η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να δεχθεί το επιχείρημα αυτό και να παραιτηθεί από τη διόρθωση για τον λόγο αυτό αν η Ιταλική Κυβέρνηση της παρείχε τις σχετικές αποδείξεις. Εντούτοις, ενόψει του φακέλου, θεωρεί την επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως αντιφατική και ελλιπή.
24 ρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται μεν ότι εισήλθαν εμπορεύματα από άλλες αποθήκες, πλην όμως δεν το έχει αποδείξει. ράγματι, αναφέρει μεταξύ άλλων τη μεταφορά 997,244 τόνων από την αποθήκη Raddusa, ενώ, σύμφωνα με τα πρακτικά του ελέγχου της 16ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με την αποθήκη αυτή, μόνον 888,44 τόνοι ήσαν εκεί αποθηκευμένοι.
25 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της διορθώσεως όσον αφορά τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου
26 Το άρθρο 11 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), θέσπισε καθεστώς ενισχύσεως που αποσκοπεί να ενθαρρύνει την κατανάλωση ελαιολάδου παραγομένου και διατιθεμένου στο εμπόριο εντός της Κοινότητας. Το άρθρο αυτό, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1917/80, της 15ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 195), και 2210/88, της 19ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 197, σ. 1), προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου μπορούν να ζητούν ενίσχυση στην κατανάλωση αν η ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, μειουμένη κατά την ενίσχυση στην παραγωγή, είναι ανώτερη της αντιπροσωπευτικής τιμής αγοράς για το ελαιόλαδο. Σ' αυτή την περίπτωση, η ενίσχυση είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ποσών.
27 Οι γενικοί κανόνες σχετικά με την ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3461/87 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1987 (EE L 329, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3089/78).
28 Το άρθρο 1 του κανονισμού 3089/78 προβλέπει ότι η ενίσχυση χορηγείται μόνο στις εγκεκριμένες επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου. Τα άρθρα 2 και 3 καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως και ανακλήσεως της εγκρίσεως. Κατά τα άρθρα 5 και 6, το δικαίωμα ενισχύσεως στην κατανάλωση αποκτάται κατά τον χρόνο της εξόδου του ελαιολάδου από την επιχείρηση συσκευασίας, η οποία οφείλει να υποβάλλει τις αιτήσεις της περιοδικώς.
29 Το άρθρο 7 του κανονισμού 3089/78 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν ένα σύστημα ελέγχου, το οποίο εγγυάται ότι το προϊόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση πληροί τους όρους για τη χορήγησή της. Κατά το άρθρο 8, η ενίσχυση καταβάλλεται μόνον όταν ο οργανισμός ελέγχου που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος διαπιστώσει την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως αυτής. άντως, η ενίσχυση μπορεί να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεώς της, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια.
30 Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο (ΕΕ L 254, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 643/93 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1993 (ΕΕ L 69, σ. 19, στο εξής: κανονισμός 2677/85), προβλέπει τα εξής:
«Το κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της ενίσχυσης εντός 150 ημερών μετά την καθιέρωση της αίτησης για τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση μετά από επιτόπιους ελέγχους [...].
Ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί ο έλεγχος του δικαιώματος για την εν λόγω ενίσχυση γνωστοποιεί στον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει την πληρωμή τα αποτελέσματα της έρευνάς του αναφορικά με την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση για κάθε εγκεκριμένη επιχείρηση μέσα σε 45 ημέρες μετά τον επιτόπιο έλεγχο και 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.»
31 Το άρθρο 12 του κανονισμού 2677/85 καθορίζει τις λεπτομέρειες των ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιούν οι εθνικές αρχές και απαιτεί μεταξύ άλλων οι έλεγχοι αυτοί να πραγματοποιούνται τουλάχιστον μία φορά κάθε δώδεκα μήνες. Η παράγραφος 6, η οποία καθορίζει επακριβώς τις προϋποθέσεις της ανακλήσεως της εγκρίσεως, έχει ως εξής:
«Όταν διαπιστώνεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής ότι η αίτηση για ενίσχυση αφορά ποσότητα μεγαλύτερη εκείνης για την οποία αναγνωρίστηκε δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος επιβάλλει στη μεταποιητική επιχείρηση συσκευασίας χρηματική ποινή το ύψος της οποίας ανέρχεται, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, στο τριπλάσιο έως οκταπλάσιο του ύψους της ενίσχυσης η οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως. [...]
Ωστόσο, όταν η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως ενίσχυση υπερβαίνει κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος, πέραν της εφαρμογής της χρηματικής ποινής, αφαιρεί και την έγκριση για ένα έως τρία έτη ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
Σε περίπτωση υποτροπής, και ανεξαρτήτως του ποσοστού της υπερβάσεως πέραν της εφαρμογής της χρηματικής ποινής, η έγκριση αποσύρεται για ένα έως πέντε έτη ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
Οι ποινές για τις οποίες γίνεται λόγος στα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων ενδεχόμενων ποινών.»
32 Από το σημείο 4.7.3.1 της εκθέσεως συνθέσεως προκύπτει ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση που αφορά τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου, οι οποίες πληρώθηκαν κατά τις περιόδους 1993/94 (για το οικονομικό έτος 1994) και 1994/95 (για το οικονομικό έτος 1995), ανέρχεται συνολικώς σε 2 751 722 888 ITL. Κατά την Επιτροπή, οι ιταλικές αρχές κατέβαλαν ενισχύσεις σε επιχειρήσεις των οποίων η έγκριση έπρεπε να έχει ανακληθεί, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια των προηγουμένων περιόδων, αυτές είχαν εισπράξει ενισχύσεις αχρεωστήτως ζητηθείσες για ποσότητες ανώτερες του ορίου του 20 % που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85. Η Επιτροπή έκρινε ότι η ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ανακλήσεως της εγκρίσεως ήταν μάλλον εκείνη εκάστης υπερβάλλουσας ατομικής αιτήσεως παρά εκείνη των πρακτικών ελέγχου της αιτήσεως. Καμία ενίσχυση δεν μπορεί, κατ' αυτήν, να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ αν οι επιτόπιοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ότι η έγκριση της επιχειρήσεως ως επιχειρήσεως συσκευασίας πρέπει να ανακληθεί δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/95. Είναι σαφές ότι η ανάκληση αυτή επέρχεται τόσο πιο αργά όσο πιο όψιμοι είναι οι έλεγχοι.
33 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τις συγκεκριμένες διορθώσεις σχετικά με τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένως ότι η ανάκληση της εγκρίσεως έπρεπε να επέλθει από την ημερομηνία καταθέσεως της υπερβάλουσας αιτήσεως και όχι από την ημέρα της καταρτίσεως των πρακτικών διαπιστώσεως των πλημμελειών. Κατά την κυβέρνηση αυτή, η άποψη της Επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα να δοθεί παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα στην απόφαση περί ανακλήσεως που ελήφθη από το κράτος μέλος.
34 Η Επιτροπή εμμένει στην ερμηνεία της του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85. αρατηρεί ότι υπήρξαν διαφορές στους κόλπους της ιταλικής διοικήσεως ως προς την αρμόδια αρχή για την ανάκληση των εγκρίσεων. Για τον λόγο αυτό, οι έλεγχοι δεν πραγματοποιήθηκαν με την απαιτουμένη ταχύτητα και τα αποτελέσματά τους αναλύθηκαν μόνο μετά από σημαντική καθυστέρηση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να μεριμνήσει ώστε οι συνέπειες των καθυστερήσεων αυτών να μην επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ.
35 Υποστηρίζει εξάλλου ότι, εν πάση περιπτώσει, οι συγκεκριμένες διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν έχουν για το οικείο κράτος μέλος μικρότερη επίδραση απ' ό,τι μια κατ' αποκοπή διόρθωση της τάξεως του 2 %. Όμως, κατ' αυτήν, δεδομένης της αβεβαιότητας που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων στους κόλπους της ιταλικής διοικήσεως και τη διεξαγωγή των ελέγχων, μια κατ' αποκοπή διόρθωση αυτού του είδους θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένη.
36 Η Ιταλική Κυβέρνηση απαντά ότι οι σχετικές με τις ανακλήσεις εγκρίσεως διαφορές που ανέφερε η Επιτροπή δεν είχαν καμία αρνητική επίπτωση στην πραγματοποίηση των αναγκαίων ελέγχων. Εν πάση περιπτώσει, η ανάκληση χωρίς προηγούμενο έλεγχο θα ήταν αδύνατη.
37 ρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 προβλέπει ότι, όταν η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως ενίσχυση υπερβαίνει κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος ανακαλεί την οικεία έγκριση. άντως, δεν διευκρινίζει από ποια ημερομηνία πρέπει η ανάκληση αυτή να ισχύει. ράγματι, ακόμη και αν το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 εξαρτά την κύρωση της ανακλήσεως από τη διαπίστωση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του γεγονότος ότι η αίτηση ενισχύσεως στην κατανάλωση αφορά μεγαλύτερη ποσότητα από εκείνη για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ενισχύσεως, εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει αν η εν λόγω διαπίστωση έχει δηλωτικό ή συστατικό χαρακτήρα.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός της κυρώσεως που συνιστά η ανάκληση της εγκρίσεως.
39 ρέπει να τονιστεί συναφώς ότι η ενίσχυση των κυρώσεων σε περίπτωση υπερβολικής αιτήσεως ενισχύσεως στην κατανάλωση ελαιολάδου εντάσσεται στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της απάτης. ράγματι, οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 643/93, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, καθιερώνουν ένα σύνδεσμο μεταξύ «της ορθής λειτουργίας του καθεστώτος [ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο]» και της ανάγκης συμπληρώσεως του συστήματος κυρώσεων κατά των επιχειρήσεων συσκευασίας που ζητούν ενισχύσεις για υπερβολικές ποσότητες. Η αποτελεσματικότητα και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα τέτοιων κυρώσεων δεν μπορούν, επομένως, να αγνοούνται στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του αποτελέσματος και της διαχρονικής σημασίας της κυρώσεως που αποτελεί η ανάκληση της εγκρίσεως.
40 Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αυτές, η χρηματοδότηση ενισχύσεων στην κατανάλωση από το ΕΓΤΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν οι ενισχύσεις αυτές αντιστοιχούν σε μεταγενέστερη περίοδο από την ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85.
41 ράγματι, το αποτέλεσμα της κυρώσεως που συνιστά η ανάκληση θα περιοριζόταν αν μια επιχείρηση συσκευασίας που κατέθεσε κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες υπό την έννοια των διατάξεων αυτών μπορούσε να καταθέσει νέες αιτήσεις κατά τη διάρκεια των επομένων ετών χωρίς να έχει τίποτα να φοβηθεί έως την ενδεχομένη σύνταξη πρακτικών ελέγχου. Η εφαρμογή της ανακλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως, φαίνεται επομένως αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος αυτού.
42 Αντίθετα προς την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η απόφαση περί ανακλήσεως δεν έχει εντούτοις παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα, εφόσον, στο πλαίσιο της ερμηνείας αυτής, η κύρωση εφαρμόζεται μόνον από τον χρόνο κατά τον οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και όχι από τον έλεγχο σχετικά με την συγκέντρωση των προϋποθέσεών της εφαρμογής.
43 Επομένως, διαπιστώνεται ότι, αν μια επιχείρηση συσκευασίας ζήτησε ενισχύσεις για ποσότητες που υπερβαίνουν κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση, η έγκριση πρέπει να ανακληθεί από την ημερομηνία της υπερβάσεως, δηλαδή από την κατάθεση των αντίστοιχων αιτήσεων.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της διορθώσεως ως προς τις πριμοδοτήσεις προβατινών και αιγών
45 Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ L 289, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ L 296, σ. 40), προβλέπει τη χορήγηση πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς προβείου και αιγείου κρέατος στην Κοινότητα κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας.
46 Κατόπιν των ελέγχων που διεξήχθησαν το 1995 και το 1996, μεταξύ άλλων στην Καλαβρία και τη Σικελία, η Επιτροπή προέβη σε μια κατ' αποκοπή διόρθωση της τάξεως του 25 % των πριμοδοτήσεων προβατινών και αιγών που καταβλήθηκαν στους παραγωγούς της Καλαβρίας και της Σικελίας για τις περιόδους εμπορίας 1993 και 1994.
47 Στο σημείο 4.9.4.6 της εκθέσεως συνθέσεως, διαπιστώνονται τα εξής:
«- σημαντικές διαφορές που κατέστησαν εμφανείς με τη σύγκριση της πριμοδοτήσεως και των κτηνιατρικών στατιστικών στη Σικελία·
- υψηλό ποσοστό πλημμελειών που αποκαλύφθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις στις εκμεταλλεύσεις, που πραγματοποιήθηκαν στην Καλαβρία και τη Σικελία με την παρακίνηση της διοικητικής μονάδας A.Ι.3, όπου σημαντικό ποσοστό αυτών είχε ως αποτέλεσμα την ολική ή μερική απόρριψη των αιτήσεων·
- βιβλίο αγελών που δεν χρησίμευσε σε τίποτε και, για τον λόγο αυτό, εμποδίζει τη διεξαγωγή σημαντικής επιθεωρήσεως εκτός της περιόδου διατηρήσεως·
- ακατάλληλη κοινοποίηση του τόπου διατηρήσεως των ζώων·
- ανύπαρκτο σύστημα σημάνσεως των αγελών όταν πολλές αγέλες διατηρούνται μαζί, πράγμα το οποίο καθιστά τον έλεγχο αδύνατο·
- αμφιβολίες ως προς την επιλεξιμότητα που δημιουργήθηκαν από το γεγονός ότι τα αρσενικά ζώα και νεαρά θηλυκά ζώα που δεν είναι επιλέξιμα περιελήφθησαν εσφαλμένως από τους ελεγκτές·
- έλεγχοι που διεξήχθησαν από τις ιταλικές αρχές στη Σικελία το 1996.
Το 1996, οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν να προβούν σε πλήρη επιθεώρηση των σικελικών εκμεταλλεύσεων που είχαν υποβάλει αίτηση πριμοδοτήσεως των προβατινών. Σε ολόκληρη τη Σικελία, τα αποτελέσματα της επιθεωρήσεως αυτής, βασιζόμενα σε έλεγχο του 79 % των αιτούντων, έδειξαν την ανάγκη μερικής απορρίψεως της τάξεως του 33,66 % και ολικής απορρίψεως της τάξεως του 19,8 % των αιτήσεων».
48 Στην υπ' αριθ. 98/IT/92 τελική έκθεσή του, της 10ης Σεπτεμβρίου 1998, σχετικά με τον έλεγχο των πριμοδοτήσεων προβατινών και αιγών κατά τις περιόδους εμπορίας 1993 και 1994, το όργανο συμβιβασμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία η πραγματοποίηση λεπτομερούς συμπληρωματικής στατιστικής εξετάσεως για την περίοδο εμπορίας 1993 και ότι οι κατ' αποκοπή διορθώσεις 25 % για την Καλαβρία και τη Σικελία ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένες.
49 Ακολούθως, η Επιτροπή μείωσε ή ακόμη και κατήργησε τις προταθείσες διορθώσεις για ορισμένες περιφέρειες και τις αύξησε για άλλες. Η διόρθωση του 25 % για την Καλαβρία για την περίοδο 1993 μειώθηκε σε 10 %. Οι διορθώσεις του 25 % για τη Σικελία για την περίοδο 1993 και για την Καλαβρία και τη Σικελία για την περίοδο 1994 παρέμειναν αμετάβλητες.
50 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εφαρμογή των εν λόγω κατ' αποκοπή διορθώσεων. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο συντελεστής κατ' αποκοπή διορθώσεως 25 % εφαρμόστηκε παρανόμως στο μέτρο που εφαρμόστηκε αναδρομικώς. ράγματι, ο συντελεστής αυτός εφαρμόστηκε από τις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των κατ' αποκοπή διορθώσεων,5 στις οποίες προέβη η Επιτροπή το 1997 (έγγραφο αριθ. VI/5330/97, της 23ης Δεκεμβρίου 1997). Επειδή οι περίοδοι εμπορίας 1993 και 1994 ήσαν προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, μπορούσαν να εφαρμοστούν σε αυτές κατ' αποκοπή διορθώσεις μόνο σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της εκθέσεως που καλείται «Belle» (έγγραφο αριθ. VI/216/93, της 1ης Ιουνίου 1993), που δεν προβλέπει συντελεστή 25 %.
51 Δεύτερον, επικουρικώς, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1997, δικαιολογείται διόρθωση 25 % μόνον «αν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου από ένα κράτος μέλος απουσιάζει εντελώς ή έχει σοβαρές ελλείψεις και υφίστανται ενδείξεις για πολύ συχνές πλημμέλειες και αμέλειες κατά την καταπολέμηση των πλημμελών πρακτικών ή της απάτης». Επομένως, θεωρεί ότι η διόρθωση 25 % είναι προφανώς δυσανάλογη, λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες περιστάσεις.
52 Τέλος, παρά την έκθεση του οργάνου συμβιβασμού που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε ανεπαρκώς αιτιολογήσει την εφαρμογή του συντελεστή αυτού, η Επιτροπή περιορίστηκε να μειώσει από 25 % σε 10 % την εφαρμοστέα για την Καλαβρία διόρθωση, αυτό δε μόνο για την περίοδο 1993, χωρίς να εξηγήσει γιατί δεν εφάρμοσε ανάλογη διόρθωση για τη Σικελία για την περίοδο 1993 και για την Καλαβρία και τη Σικελία για την περίοδο 1994.
53 Συναφώς διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή 25 % για τις περιόδους 1993 και 1994 δεν είναι αναδρομική και παράνομη. Ελλείψει ακριβών κανόνων, ως προς τα ποσά που πρέπει να απορριφθούν, περιλαμβανομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, προτελευταίο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1), πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των οικονομικών συνεπειών κατά την προετοιμασία της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, τις οποίες υιοθέτησε η Επιτροπή με την έκθεση VI/216/93. Όμως, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές προέβλεπαν ήδη ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προβεί σε κα' αποκοπή διόρθωση ανώτερου συντελεστή από αυτούς που συνήθως προβλέπονται, δηλαδή 2 %, 5 % ή 10 % των δαπανών.
54 Δεύτερον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά παγία νομολογία, τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως δε τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών. Επομένως, μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-242/96, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5863, σκέψεις 121 έως 123).
55 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε κατά πόσο θα ήταν καταλληλότερη μικρότερη διόρθωση από εκείνη που εφαρμόζει η Επιτροπή. ράγματι, σύμφωνα με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η Επιτροπή, την οποία δεν αμφισβήτησε η Ιταλική Κυβέρνηση, αφενός, το ιταλικό σύστημα ελέγχου είχε σημαντικές ελλείψεις και, αφετέρου, διαπιστώθηκαν σοβαρές πλημμέλειες στις εν λόγω περιφέρειες.
56 Συνεπώς, η διόρθωση την οποία εφάρμοσε η Επιτροπή δεν φαίνεται αδικαιολόγητη.
57 Τέλος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της Επιτροπής, όπως απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ), στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 21).
58 Εν προκειμένω, από τον φάκελο προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση συνεργάστηκε στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. ράγματι, οι σημαντικές ελλείψεις του ιταλικού συστήματος ελέγχου και οι διαπιστωθείσες στις εν λόγω περιφέρειες πλημμέλειες έγιναν γνωστές στις ιταλικές αρχές, τόσο εγγράφως όσο και από το συμβιβαστικό όργανο που επελήφθη της υποθέσεως.
59 Έτσι, στις 4 Μαρτίου 1998, η Επιτροπή απηύθυνε στις ιταλικές αρχές έγγραφο που περιείχε τις ίδιες ενδείξεις με αυτές που περιλαμβάνονται στην έκθεση συνθέσεως. Το έγγραφο αυτό ενημέρωνε τις ιταλικές αρχές ταυτόχρονα για τους συντελεστές της κατ' αποκοπή διορθώσεως που εφαρμόζονται για τις διάφορες ιταλικές περιφέρειες, μεταξύ των οποίων είναι η Καλαβρία και η Σικελία, για τις περιόδους 1993 και 1994, και για τους ειδικούς λόγους που οδήγησαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής να καθορίσουν αυτούς τους συντελεστές. Εξάλλου, από την εν λόγω ανακοίνωση προέκυπτε ότι ο συντελεστής 25 % είχε εφαρμοστεί για την Καλαβρία και τη Σικελία λόγω της εξαιρετικής σοβαρότητας της καταστάσεως στις περιφέρειες αυτές, όπου οι έλεγχοι ήσαν πολύ σπάνιοι και αναποτελεσματικοί, οι δε διαπιστωθείσες πλημμέλειες πολυάριθμες.
60 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται, όταν εκδίδει την απόφασή της, από τα συμπεράσματα του οργάνου συμβιβασμού (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 18).
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της Επιτροπής να εφαρμόσει συντελεστή κατ' αποκοπή διορθώσεως 25 % για τη Σικελία για την περίοδο εμπορίας 1993 και για την Καλαβρία και τη Σικελία για την περίοδο εμπορίας 1994 πρέπει να θεωρηθεί επαρκώς αιτιολογημένη.
62 Επομένως, ο τρίτος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
63 Ενόψει όλων των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε αίτημα να καταδικασθεί η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα, επιβάλλεται να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy