Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α (νυν άρθρο 225 ΕΚ)· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51, εδ. 1)
Περίληψη
$$δΟπως προκύπτει από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης (νυν άρθρο 225 ΕΚ) και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
Επομένως, είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως, ο μοναδικός λόγος της οποίας ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, το οποίο με τη σειρά του στηρίχθηκε σε πραγματικά στοιχεία κριθέντα αντικειμενικά, λυσιτελή και συγκλίνοντα για να οδηγηθεί στην ακύρωση των επιδίκων πράξεων λόγω παραβάσεως του άρθρου 176 της Συνθήκης (νυν άρθρου 233 ΕΚ) και καταχρήσεως εξουσίας. (βλ. σκέψεις 15-16)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-153/99 P,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον J. Currall, νομικό σύμβουλο, επικουρουμένους από τον D. Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 25 Φεβρουαρίου 1999 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-282/97 και T-57/98, Giannini κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-33 και II-151), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως ως εκ του ότι είναι πεπλανημένη περί το δίκαιο σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας και την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ) εκ μέρους της Επιτροπής, όπου ο έτερος διάδικος είναι ο: Antonio Giannini, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τους M. Dallemagne και C. Locchi, δικηγόρους Βρυξελλών, 85, rue du Prince royal, B - 1050 Βρυξέλλες, πρωτοδίκως προσφεύγων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), J.-P. Puissochet, G. Hirsch και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΞ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 25 Φεβρουαρίου 1999 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-282/97 και T-57/98, Giannini κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-33 και II-151), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως ως εκ του ότι είναι πεπλανημένη περί το δίκαιο σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας και την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ) εκ μέρους της Επιτροπής.
2 Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναιρέσεως παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως ακολούθως:
«1 H Eπιτροπή δημοσίευσε στις 15 Δεκεμβρίου 1994 ανακοίνωση περί κενής θέσεως COM/151/94 (στο εξής: ανακοίνωση COM/151/94 ή αρχική ανακοίνωση) για τη θέση του προϋσταμένου της διοικητικής μονάδας 1 "διαπραγματεύσεις και διαχείριση των συμφωνιών για τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα· υποδήματα· διάφορα" της Διευθύνσεως Δ "Τομεακά εμπορικά ζητήματα" της Γενικής Διευθύνσεως Εξωτερικές Οικονομικές Σχέσεις (ΓΔ Ι) (στο εξής: επίδικη θέση ή επίδικη απασχόληση). Η ανακοίνωση τιτλοφορούνταν ως εξής:
"COM/151/94 A 3/A 4/A 5 I/Δ/Ι προϋστάμενος διοικητικής μονάδας, υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση και τη διαχείριση των συμφωνιών επί των κλωστοϋφαντουργικών, υποδημάτων."
2 Τα απαιτούμενα κατ' ελάχιστον τυπικά προσόντα για την υποβολή αιτήσεως πληρώσεως της θέσεως μέσω μεταθέσεως/προαγωγής ήσαν τα ακόλουθα:
"- ο υπάλληλος πρέπει να ανήκει στην ίδια κατηγορία/ίδιο κλάδο/ίδια σταδιοδρομία με αυτούς της ανακοινώσεως COM (μετάθεση)·
- να ανήκει σε κατώτερη σταδιοδρομία από εκείνη της ανακοινώσεως COM (προαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων)·
- να κατέχει γνώσεις και να διαθέτει πείρα/ικανότητες σε σχέση με τα προς άσκηση καθήκοντα·
- για τις θέσεις που απαιτούν ειδικά προσόντα: γνώσεις και πείρα σε βάθος στον/σε συνάρτηση με τον τομέα δραστηριότητας".
3 Ο προσφεύγων-αναιρεσείων, υπάλληλος του βαθμού Α 4, υπέβαλε, όπως και άλλα έξι πρόσωπα, υποψηφιότητα για την εν λόγω θέση. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) διόρισε τον Ξ στη θέση. Με σημείωμα της 28ης Απριλίου 1995, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι η υποψηφιότητά του δεν είχε γίνει δεκτή. Μετά την απόρριψη της ασκηθείσας στις 25 Ιουλίου 1995 ενστάσεώς του, ο προσφεύγων άσκησε στις 21 Φεβρουαρίου 1996 προσφυγή, αιτούμενος, αφενός, την ακύρωση των αποφάσεων περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του και διορισμού του Ξ στην επίδικη θέση και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης που του είχαν προκαλέσει οι ως άνω αποφάσεις. Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997 στην υπόθεση Τ-21/96, Giannini κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. Ι-Α-69 και ΙΙ-211, στο εξής: απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997), το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό το αίτημα περί ακυρώσεως και απέρριψε το αίτημα περί αποζημιώσεως.
4 Με την ως άνω απόφαση, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε κατ' αρχάς τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που απολαύει η ΑΔΑ σε θέματα διορισμού προϋποθέτει ενδελεχή εξέταση των φακέλων υποψηφιότητας και σχολαστική τήρηση των επιταγών της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, οπότε η ΑΔΑ οφείλει να απορρίπτει οποιονδήποτε υποψήφιο δεν ανταποκρίνεται στις εν λόγω επιταγές. Στην προκειμένη περίπτωση, μια από τις επιταγές ενέκειτο στην κατοχή "γνώσεων και πείρας/ικανοτήτων σε σχέση με τα προς άσκηση καθήκοντα" (τρίτη παύλα των γενικών όρων), προϋπόθεση που έπρεπε να εκτιμηθεί με γνώμονα την περιγραφή της θέσεως, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση "προϋστάμενος της διοικητικής ομάδας, υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση και τη διαχείριση των συμφωνιών επί των κλωστοϋφαντουργικών, υποδημάτων".
5 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι ο Ξ δεν πληρούσε προδήλως την εν λόγω προϋπόθεση, δεδομένου ότι δεν κατείχε, κατά τον χρόνο υποβολής της υποψηφιότητάς του, καμία πείρα ούτε στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών ή υποδημάτων ούτε στον γενικό τομέα της επίδικης θέσεως, ήτοι της κοινής εμπορικής πολιτικής. Το Πρωτοδικείο έλαβε επίσης υπό σημείωση το γεγονός ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι ο προσφεύγων, ο οποίος υπήρξε διαπραγματευτής και διαχειριστής διμερών και πολυμερών συμφωνιών επί των κλωστοϋφαντουργικών της Κοινότητας επί δεκαετία και κύριος διαπραγματευτής των εν λόγω συμφωνιών επί άλλη πενταετή περίοδο, διέθετε επαρκή τυπικά προσόντα για την ως άνω θέση.
6 Το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι, διορίζοντας τον Ξ στην οικεία θέση, τη στιγμή κατά την οποία ο τελευταίος δεν πληρούσε τη μία από τις κατ' ελάχιστον επιταγές της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, απορρίπτοντας παράλληλα την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος, η Επιτροπή έκανε χρήση, ενόψει των συγκριτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να την έχουν οδηγήσει στην εκτίμησή της, της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο και αγνόησε το συμφέρον της υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων. Κατόπιν αυτού, ακύρωσε τις προσβληθείσες αποφάσεις της ΑΔΑ.
7 Η Επιτροπή δημοσίευσε στις 10 Απριλίου 1997 νέο έγγραφο με το οποίο ακύρωνε ταυτοχρόνως την ανακοίνωση περί κενής θέσεως COM/151/94 και δημοσίευε νέα ανακοίνωση περί πληρώσεως της επίδικης θέσεως (στο εξής: ανακοίνωση COM/062/97 ή νέα ανακοίνωση περί κενής θέσεως), η οποία ήταν διατυπωμένη ως εξής:
"COM/062/97 Α 3 Ι/Δ/Ι προϋστάμενος της διοικητικής μονάδας, υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις και τη διαχείριση των συμφωνιών επί των κλωστοϋφαντουργικών· υποδήματα· διάφορα. Κατά την επιλογή του υποψηφίου, θα δοθεί προτεραιότητα στο πρόσωπο που διαθέτει βεβαιωθείσα πείρα στον τομέα της διεθνούς διαπραγματεύσεως, καθώς και βεβαιωθείσα πείρα στη διαχείριση διοικητικής μονάδας".
8 Η ανακοίνωση COM/062/97 προέβλεπε τα ίδια κατ' ελάχιστον τυπικά προσόντα με εκείνα της ανακοινώσεως COM/151/94 (βλ. ανωτέρω σκέψη 2).
9 Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 7 Μαου 1997, αφενός, ένσταση κατά της ακυρώσεως της ανακοινώσεως COM/151/94 και κατά της νέας ανακοινώσεως και, αφετέρου, αίτημα περί αποζημιώσεως.
10 Με απόφαση της 30ής Μαου 1997, η προσφεύγουσα διόρισε εκ νέου τον Ξ στην επίδικη θέση.
11 Η ασκηθείσα από τον προσφεύγοντα στις 7 Μαου 1997 ένσταση αποτέλεσε αντικείμενο ρητής αποφάσεως περί απορρίψεως της 24ης Ιουλίου 1997, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30 Ιουλίου 1997.
12 Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 21 Αυγούστου 1997 ένσταση κατά της αποφάσεως της καθής, της 30ής Μαου 1997, περί διορισμού του Ξ στην επίδικη θέση. Η ένσταση αυτή αποτέλεσε επίσης αντικείμενο ρητής αποφάσεως περί απορρίψεως, εκδοθείσας από την καθής στις 18 Δεκεμβρίου 1997 και κοινοποιηθείσας στον προσφεύγοντα στις 6 Ιανουαρίου 1998.»
3 Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο A. Giannini άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου δύο προσφυγές, αιτούμενος την, σε εκτέλεση της αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1997, ακύρωση των πράξεων της Επιτροπής, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η αρχική ανακοίνωση από τη νέα ανακοίνωση περί κενής θέσεως και χώρησε νέος διορισμός του Ξ στην επίδικη θέση (στο εξής: επίδικες πράξεις). Προς στήριξη των προσφυγών του, ο A. Giannini επικαλέστηκε δύο λόγους, αρυομένους, αφενός, από την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης και από κατάχρηση εξουσίας και, αφετέρου, από παραβίαση των αρχών περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της προσδοκίας των υπαλλήλων να σταδιοδρομήσουν, καθώς και από αγνόηση του συμφέροντος της υπηρεσίας.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
4 Στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι ενέχει σημασία η εξέταση αν οι πράξεις της Επιτροπής περί αντικαταστάσεως της αρχικής ανακοινώσεως με τη νέα ανακοίνωση και περί διορισμού, με βάση τη δεύτερη, του ιδίου υπαλλήλου, ήτοι εκείνου ο οποίος είχε διοριστεί με βάση την πρώτη ανακοίνωση, πράξεις που φέρονται ότι εκδόθηκαν σε εκτέλεση της αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1997, συνιστούν ή όχι την εκδήλωση εσκεμμένης βουλήσεως του καθού θεσμικού οργάνου να ευνοήσει τον έναν από τους υποψηφίους για τη θέση εις βάρος των λοιπών, αγνοώντας το συμφέρον της υπηρεσίας.
5 Το Πρωτοδικείο επισήμανε, στις σκέψεις 30 έως 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τρεις ενδείξεις οι οποίες καταδεικνύουν, κατά την κρίση του, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης και ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Πρόκειται για τις ακόλουθες ενδείξεις:
- για την ακύρωση εκ μέρους της Επιτροπής της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και, συνακόλουθα, τον αποκλεισμό των αρχικών υποψηφιοτήτων παρά το γεγονός ότι, πόρρω του να επικρίνει την ως άνω ανακοίνωση, το Πρωτοδικείο είχε καταλήξει, με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997, ότι ο Ξ δεν πληρούσε τον ένα από τους ελαχίστους όρους που απαιτούσε η ως άνω ανακοίνωση για τον διορισμό στην επίδικη θέση·
- για το γεγονός ότι η μοναδική ουσιώδης διαφορά μεταξύ της νέας ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και της αρχικής ενέκειτο στην προσθήκη δύο όρων «περί προτιμήσεως», κατά την επιλογή του υποψηφίου, οι οποίοι αντιστοιχούν συγκεκριμένα στα προσόντα που το Πρωτοδικείο είχε κρίνει ότι κατείχε ο Ξ·
- για τον νέο διορισμό του Ξ τη στιγμή κατά την οποία επτά άλλοι υποψήφιοι είχαν υποβάλει υποψηφιότητα για την επίδικη θέση.
6 Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περαιτέρω ότι, ερωτηθείσα κατά την προφορική διαδικασία επί των λόγων που είχαν δικαιολογήσει την αντικατάσταση της αρχικής ανακοινώσεως, η Επιτροπή περιορίστηκε, κατά βάση, να επικαλεστεί την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει επί του θέματος.
7 Ενόψει των ως άνω σκέψεων, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι, από αντικειμενικά, λυσιτελή και συγκλίνοντα ενδεικτικά στοιχεία, προέκυπτε ότι οι επίδικες πράξεις είχαν εκδοθεί για την επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνον της καλόπιστης εκτελέσεως της αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1997 και ότι, εν πάση περιπτώσει, πόρρω απέχοντας του να εξυπηρετούν τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 176 της Συνθήκης σκοπό, είχαν θέσει εκποδών την εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αποφασίζοντας να αντικαταστήσει την αρχική ανακοίνωση με τη νέα ανακοίνωση περί κενής θέσως, διατυπώνοντας προτιμήσεις υπέρ της υποψηφιότητας του Ξ, και διορίζοντας τον τελευταίο στην επίδικη θέση, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης και ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Η αναίρεση
8 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει την αναίρεση παραδεκτή και βάσιμη, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να καταδικάσει τον Α. Giannini στα δικαστικά έξοδα.
9 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή επικαλείται ένα και μοναδικό λόγο, αρυόμενο από την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι η ακύρωση της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και η κίνηση νέας διαδικασίας προσλήψεως, μετά την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997, αντέκειντο στις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης, συνακόλουθα δε υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν είχε τη δυνατότητα να αναγνωρίσει κατάχρηση εξουσίας.
10 Η Επιτροπή εκτιμά ότι νομιμοποιούνταν να λάβει παρόμοια μέτρα μετά τη μερική ακύρωση της αρχικής διαδικασίας προσλήψεως, η δε απόφαση να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό συνιστούσε ορθή άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Πρωτοδικείου και συγκεκριμένα από την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1996 στην υπόθεση Τ-56/94, De Santis κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. Ι-Α-473 και ΙΙ-1325). Εναπέκειτο στην ΑΔΑ να προσδιορίσει, με την ανακοίνωση κενώσεως μιας προς πλήρωση θέσεως, τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία, τα οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της υπηρεσίας, θεωρούσε αναγκαία για τον διορισμό σε θέση εργασίας. Ενόψει του σημαντικού ρόλου μιας ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, εναπόκειται έτσι αποκλειστικά στην ΑΔΑ, εφόσον αντιληφθεί όψιμα ότι η ανακοίνωση των συγκεκριμένων αυτών όρων πρέπει να διορθωθεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να αποφασίσει την επανέναρξη της διαδικασίας διορισμού, αποσύροντας την αρχική ανακοίνωση περί κενής θέσεως και αντικαθιστώντας την με διορθωμένη ανακοίνωση.
11 Το γεγονός ότι οι όροι περί προτιμήσεως που προστέθηκαν στη νέα ανακοίνωση περί κενής θέσεως αντιστοιχούσαν στις αναγνωρισμένες με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997 ικανότητες του Ξ δεν συνιστά, κατά την Επιτροπή, επαρκή απόδειξη περί καταχρήσεως εξουσίας με σκοπό την παράκαμψη των αποτελεσμάτων της ως άνω αποφάσεως. Για να συμβεί αυτό, θα απαιτούνταν να αποδειχθεί ότι οι εν λόγω όροι στερούνταν σημασίας για την προς πλήρωση θέση. Επιπλέον, η Επιτροπή εκτιμά ότι η ως άνω απόφαση δεν ήταν δυνατόν να περιλαμβάνει την παραμικρή διαταγή προς την ίδια σχετικά με τη συμπεριφορά που έπρεπε να ακολουθήσει μετά την ακύρωση, με την ανωτέρω απόφαση, των αμφισβητηθεισών τότε ενώπιον του Πρωτοδικείου αποφάσεων. Συγκεκριμένα, οποιαδήποτε διαταγή της φύσεως αυτής θα παραβίαζε την κατανομή αρμοδιοτήτων που είναι απόρροια του άρθρου 176 της Συνθήκης και θα κώλυε την Επιτροπή να δράσει προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
12 Έτσι, κατά την Επιτροπή, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι επικριτέα ειδικότερα λόγω του ότι το Πρωτοδικείο φαίνεται να έχει στηριχθεί στο τεκμήριο ότι, για την ορθή εκτέλεση της αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1997, η Επιτροπή δεν είχε στην πραγματικότητα άλλη επιλογή από την επανάληψη της αρχικής διαδικασίας διορισμού στη φάση κατά την οποία είχαν μεσολαβήσει οι ακυρωθείσες με την οικεία απόφαση αποφάσεις, οπότε η διαδικασία θα έπρεπε να συνεχιστεί με βάση την αρχική ανακοίνωση περί κενής θέσεως και η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να κινήσει νέα διαδικασία προσλήψεως βάσει νέας ανακοινώσεως.
13 Πάντως, ο ισχυρισμός ότι συντρέχει πλάνη περί το δίκαιο στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάλυση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
14 Καίτοι, στο πλαίσιο ελέγχου νομιμότητας βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είναι αρμόδιος να απευθύνει διαταγές προς τα θεσμικά όργανα, ακόμη και αν αυτές αφορούν τον τρόπο εκτελέσεως των αποφάσεών του (βλ., ιδίως, διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/94 P και C-200/94 P, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3709, σκέψη 24), ενώ, σε περίπτωση όπως η επίδικη, εναπόκειται στην Επιτροπή, αφού προηγουμένως εκτιμήσει το συμφέρον της υπηρεσίας ενόψει κάθε προς πλήρωση θέσεως, να εκδώσει τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ των οποίων μπορεί να καταλεχθεί η κίνηση νέας διαδικασίας προσλήψεως βάσει ενδεχομένως τροποποιημένης ανακοινώσεως περί κενής θέσεως (βλ. σημεία 30 έως 45 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα), πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω αρχές.
15 Πράγματι, για να οδηγηθεί στην ακύρωση των επιδίκων πράξεων λόγω παραβάσεως του άρθρου 176 της Συνθήκης και καταχρήσεως εξουσίας, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σε ορισμένες αφορώσες τα πραγματικά περιστατικά ενδείξεις, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, τις οποίες έκρινε αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω πράξεις εμφαίνονται ως ληφθείσες για την επίτευξη σκοπού άλλου από εκείνον της καλόπιστης εκτελέσεως της αποφάσεως της 19ης Μαρτίου 1997.
16 Στον βαθμό που η επιχειρηματολογία της Επιτροπής προς στήριξη του μοναδικού λόγου της ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, αρκεί συναφώς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 225 ΕΚ) και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών (βλ., ιδίως, απόφαση της 28ης Μαου 1998, C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-3175, σκέψη 25).
17 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφ' όσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο Α. Giannini ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής και η τελευταία ηττήθηκε ως προς τον μοναδικό λόγο της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy