Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία Κοινή οργάνωση των αγορών Οίνος Υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων Κανονισμοί 822/87, άρθρο 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, και 343/94 Εκτίμηση του κύρους Έλλειψη κύρους της κοινοτικής ρυθμίσεως περί της υποχρεώσεως που υπείχαν οι Ιταλοί παραγωγοί να αποστάξουν ορισμένες ποσότητες επιτραπέζιου οίνου κατά την αμπελοοινική περίοδο 1993/1994 Όχι
(Κανονισμός 822/87 του Συμβουλίου, άρθρο 39 § 3, 4 και 11· κανονισμός 343/94 της Επιτροπής)
Περίληψη
$$Το κύρος του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού 822/87, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1566/93, καθώς και του κανονισμού 343/94, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94, δεν θίγεται ούτε από τον ισχυρισμό ότι η αισθητή μεταβολή της σχέσεως μεταξύ των διαθεσίμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων που κανονικά χρησιμοποιήθηκαν για την περίοδο 1993/94, συγκρινόμενη με τις περιόδους αναφοράς, δεν αποδείχθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 1 του κανονισμού 343/94 και, κατά συνέπεια, υπήρξε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, ούτε από τον ισχυρισμό ότι η προσαρμογή του ποσοστού αναφοράς που υπολόγισε η Επιτροπή για την περίοδο αυτή είναι εσφαλμένη, ούτε ακόμα από τον ισχυρισμό ότι ο τρόπος υπολογισμού της προσαρμογής του ποσοστού αναφοράς, όπως έγινε με τον κανονισμό 1972/87, είναι παράνομος ούτε, τέλος, από τον ισχυρισμό ότι το καθεστώς υποχρεωτικής αποστάξεως των επιτραπέζιων οίνων στο σύνολό του δεν είναι προσαρμοσμένο στους όρους αγοράς ούτε και ήταν ποτέ.
( βλ. σκέψεις 11, 13 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-155/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Pretore di Treviso sezione distaccata di Oderzo (Ιταλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Giuseppe Busolin κ.λπ.
και
Ispettorato Centrale Repressione Frodi Ufficio di Conegliano Ministero delle Risorse agricole, alimentari e forestali,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1566/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 154, σ. 39), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94 (ΕΕ L 44, σ. 9),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, A. La Pergola, και P. Jann (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
ο G. Busolin, εκπροσωπούμενος από τους Ι. Cacciavillani, δικηγόρο Βενετίας, και A. Cimino, δικηγόρο άντοβας,
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado,
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J. Carbery και T. Gallas, νομικούς συμβούλους,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. Ruggeri Laderchi, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, δικηγόρο Βιτσέντσας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του G. Busolin, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μα_ου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 7ης Απριλίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Απριλίου 1999, ο Pretore di Treviso, sezione distaccata di Oderzo, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1566/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 154, σ. 39, στο εξής: κανονισμός 822/87), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94 (ΕΕ L 44, σ. 9).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των G. Busolin κ.λπ., απάντων αμπελοκαλλιεργητών, και του Ispettorato Centrale Repressione Frodi Ufficio di Conegliano Ministero delle Risorse agricole, alimentari e forestali (στο εξής: Υπουργείο), σχετικά με τις χρηματικές ποινές που τους επιβλήθηκαν δυνάμει του εθνικού δικαίου λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων περί της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων.
3 Ως προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και την εθνική κανονιστική ρύθμιση, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφασή του της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-375/96, Zaninotto (Συλλογή 1998, σ. Ι-6629), που αφορούσε τις ίδιες κανονιστικές ρυθμίσεις.
Η διαφορά της κύριας δίκης
4 Ο G. Busolin είναι οινοπαραγωγός της περιοχής της Βενετίας. Στις 17 Απριλίου 1996, το Υπουργείο τού επέβαλε χρηματική ποινή λόγω παραβάσεως του άρθρου 39 του κανονισμού 822/87, επειδή δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στον τομέα της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων κατά την αμπελοοινική περίοδο 1993/94, καθόσον δεν παρέδωσε 379,47 εκατόλιτρα οίνου στην υποχρεωτική απόσταξη.
5 Στις 31 Μα_ου 1996, ο G. Busolin άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με χωριστό δικόγραφο, άλλοι αμπελοκαλλιεργητές άσκησαν εμπροθέσμως ανακοπή κατά των αποφάσεων του Υπουργείου με τις οποίες τους επέβαλε ανάλογες χρηματικές ποινές. Το αιτούν δικαστήριο συνένωσε τις αιτήσεις ανακοπής.
6 Οι G. Busolin κ.λπ. επικαλέστηκαν την έλλειψη κύρους της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς την υποχρέωση που υπείχαν οι Ιταλοί παραγωγοί να αποστάξουν ορισμένες ποσότητες επιτραπέζιου οίνου κατά την αμπελοοινική περίοδο 1993/94.
7 Επειδή ο Pretore di Treviso, sezione distaccata di Oderzo, είχε αμφιβολίες ως προς το κύρος ορισμένων κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι η απόφαση της Επιτροπής περί κατανομής της ποσότητας υποχρεωτικής αποστάξεως μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής για την περίοδο 1993/94, στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94, άκυρη λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87, δεδομένου ότι ελλείπει η πιστοποίηση σχετικά με την ύπαρξη της νόμιμης προϋποθέσεως σύμφωνα με την ίδια προαναφερθείσα κανονιστική ρύθμιση της "αισθητής αλλαγής" της σχέσεως μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" της περιόδου 1993/94 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" κατά τις περιόδους αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84;
2) Επικουρικά ως προς το πρώτο ερώτημα:
Είναι έγκυρη ή όχι η απόφαση της Επιτροπής περί κατανομής της ποσότητας υποχρεωτικής αποστάξεως μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής για την περίοδο 1993/94, στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94, καθόσον η απόφαση αυτή φαίνεται πλημμελής λόγω παραβάσεως του άρθρου 190 (στην πραγματικότητα λόγω "ελλείψεως αιτιολογίας") της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει στον κανονισμό (ΕΚ) 343/94, ούτε και στις προπαρασκευαστικές πράξεις και έγγραφα του κανονισμού αυτού, καμία αναφορά σχετικά με τη συνδρομή της νόμιμης προϋποθέσεως της "αισθητής αλλαγής" στη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" της περιόδου 1993/94 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" των περιόδων αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84;
3) Είναι άκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 εκατόλιτρων λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω του ότι αντιφάσκει προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ενόψει του "συστήματος υπολογισμού" που εφάρμοσε η Επιτροπή, όπως το σύστημα αυτό περιγράφεται στο από 13 Μαρτίου 1998 υπόμνημα, τούτο δε εξαιτίας της ελλείψεως λογικής και εξαιτίας του παραλόγου στην προσαρμογή του ποσοστού του 85 % συσχετίζοντας παραμέτρους εντελώς άσχετες προς την πραγματικότητα της αμπελοοινικής αγοράς της περιόδου 1993/94;
4) Είναι άκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 εκατόλιτρων λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87, στο μέτρο που επιτρέπει την τροποποίηση του νέου ποσοστού που έγινε βάσει της μεταβολής της σχέσεως μεταξύ της "παραγωγής" 1981/82, 1982/83 και 1983/84 (των 145 000 000 εκατόλιτρων) και των κανονικών χρήσεων της περιόδου 1984/85 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ της "παραγωγής" 1981/82, 1982/83 και 1983/84 (των 145 000 000 εκατόλιτρων) και των κανονικών χρήσεων 1993/94, κάτι που δεν φαίνεται να είναι σύμφωνο με τις διατάξεις αυτές;
5) Επικουρικά σε σχέση με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα:
Στην περίπτωση που ερμηνευθεί το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87, ως διάταξη επιτρέπουσα ένα τέτοιο σύστημα υπολογισμού, είναι το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, άκυρο λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω αντιφάσεως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και λόγω παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΚ, για τους λόγους και ενόψει των υπολογισμών που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής;
6) Στερούνται κύρους οι παράγραφοι 3, 4 και 11 του άρθρου 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1566/93, καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 343/94, που αποτελεί εκτελεστικό μέτρο των δύο πρώτων λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω προφανούς πλάνης, καταχρήσεως εξουσίας και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
8 Επιβάλλεται προκαταρκτικά η υπόμνηση ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Zaninotto, η οποία εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικής παραπομπής της Pretura circondariale di Treviso και αφορούσε πανομοιότυπα περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε ότι από την εξέταση των πολλών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στην υπόθεση αυτή δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία κατανεμήθηκαν, για την αμπελοοινική περίοδο 1993/94, οι προς απόσταξη ποσότητες στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων και καθορίστηκε σε 12 150 000 εκατόλιτρα η συνολική ποσότητα που έπρεπε να αποστάξει η Ιταλία. Το Δικαστήριο έκρινε, ειδικότερα, ότι το ποσοστό αναφοράς 85 %, που προέβλεπε αρχικά το άρθρο 39, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 822/87, νομίμως προσαρμόστηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, για την αμπελοοινική περίοδο 1993/94, στο 55,01 %, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της καταναλώσεως η οποία, με την πάροδο του χρόνου, είχε μειωθεί αισθητά (προπαρατεθείσα απόφαση Zaninotto, σκέψεις 25 επ.). Εξάλλου, όσον αφορά την εφαρμογή του ποσοστού αυτού, δεν προκύπτει καμία διαφορετική ή δυσμενής μεταχείριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των λοιπών κρατών μελών (προπαρατεθείσα απόφαση Zaninotto, σκέψη 31).
9 Η παρούσα υπόθεση αφορά και πάλι τη νομιμότητα της προσαρμογής του ποσοστού αναφοράς 85 % στην οποία προέβη η Επιτροπή για την περίοδο 1993/94 κατ' εφαρμογήν του οποίου καθόρισε την προς απόσταξη ποσότητα για κάθε κράτος μέλος. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι Busolin κ.λπ. έθεσαν άλλα παρόμοια ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα της επιβληθείσας στην Ιταλία υποχρεώσεως αποστάξεως. Το αιτούν δικαστήριο θεώρησε ότι τα ερωτήματα αυτά ήσαν νέα σε σχέση με την προπαρατεθείσα υπόθεση Zaninotto και ότι προφανώς δεν ήσαν αβάσιμα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να απευθυνθεί εκ νέου στο Δικαστήριο.
10 Μολονότι είναι αληθές ότι τα ερωτήματα στην παρούσα υπόθεση τίθενται υπό διαφορετική οπτική απ' ό,τι τα υποβληθέντα στην προπαρατεθείσα υπόθεση Zaninotto, ωστόσο αφορούν τις ίδιες πτυχές της επίδικης κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως και των επιπτώσεών της επί των αμπελοκαλλιεργητών της Ιταλικής Δημοκρατίας, πράγμα που αναγνώρισε το αιτούν δικαστήριο.
11 Οι πτυχές που προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση, ήτοι:
η αισθητή μεταβολή της σχέσεως μεταξύ των διαθεσίμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων που κανονικά χρησιμοποιήθηκαν για την περίοδο 1993/94, συγκρινόμενη με τις περιόδους αναφοράς, δεν αποδείχθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 1 του κανονισμού 343/94 (πρώτο και τέταρτο ερώτημα) και, κατά συνέπεια, υπήρξε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (δεύτερο ερώτημα),
η προσαρμογή του ποσοστού αναφοράς που υπολόγισε η Επιτροπή για την περίοδο 1993/94 είναι εσφαλμένη (τρίτο ερώτημα),
ο τρόπος υπολογισμού της προσαρμογής του ποσοστού αναφοράς, όπως έγινε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, που τροποποιεί τον κανονισμό 822/87 (ΕΕ L 184, σ. 26), είναι παράνομος (πέμπτο ερώτημα) και
η γενική αιτίαση ότι το καθεστώς υποχρεωτικής αποστάξεως των επιτραπέζιων οίνων στο σύνολό του δεν είναι προσαρμοσμένο στους όρους αγοράς ούτε και ήταν ποτέ (έκτο ερώτημα),
δεν είναι ικανές να θίξουν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Zaninotto και το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως, δηλαδή το κύρος του εν λόγω καθεστώτος υποχρεωτικής αποστάξεως.
12 Το αποτέλεσμα αυτό επιρρωννύεται από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στα σημεία 42 έως 54, σχετικά με το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα, 58 έως 62, σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, 66 έως 71, σχετικά με το τρίτο ερώτημα, 79 έως 82, σχετικά με το πέμπτο ερώτημα, και 88 έως 100, σχετικά με το έκτο ερώτημα.
13 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού 822/87, καθώς και του κανονισμού 343/94.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 7ης Απριλίου 1999 ο Pretore di Treviso, sezione distaccata di Oderzo, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1566/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94.
Full & Egal Universal Law Academy