Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Βελγική πρόσθετη αποζημίωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως - Χαρακτηρισμός ως επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια της οδηγίας 86/378 - Δυνατότητα εφαρμογής του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση - Μη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 76/207
[Συνθήκη ΕΚ, πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης EK αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)· οδηγίες του Συμβουλίου 76/207, άρθρο 5, και 86/378, άρθρα 2 και 4]
Περίληψη
$$Ένα επαγγελματικό σύστημα όπως το Βελγικό σύστημα περί πρόσθετης αποζημιώσεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση εργασίας 17, η οποία κατέστη υποχρεωτική με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, και στη συλλογική σύμβαση εργασίας της 23ης Μα_ου 1984, που συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως αριθ. 315.1, το οποίο εξασφαλίζει προστασία έναντι του κινδύνου της ανεργίας χορηγώντας συλλογικά στους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως παροχές που αποσκοπούν να συμπληρώσουν τις παροχές του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως έναντι της ανεργίας, πρέπει να χαρακτηριστεί επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97. Η εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση συνιστά συνεπώς παροχή δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οπότε το πρωτόκολλο αυτό μπορεί να τύχει εφαρμογής αν πληρούνται οι προβλεπόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις.
Μια πρόσθετη αποζημίωση η οποία, όπως εν προκειμένω, συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν εμπίπτει στο άρθρο 5 της οδηγίας 76/207, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.
( βλ. σκέψεις 29-30, 33, 36, διατακτ. 1-2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-166/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour du travail de Bruxelles (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Marthe Defreyn
και
Sabena SA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΚ, και του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, L. Sevón, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), P. Jann και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Sabena SA, εκπροσωπούμενη από τον L. de Schrijver, δικηγόρο Γάνδης,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Rietjens, γενικό διευθυντή στη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Μ. Defreyn, εκπροσωπουμένης από τον G. Faveers, δικηγόρο Βρυξελλών, της Sabena SA, εκπροσωπουμένης από τους L. de Schrijver και F. Lagasse, δικηγόρους Βρυξελλών, της Βελγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον P. Rietjens, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον C. Lewis, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από την H. Michard, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 28ης Απριλίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μα_ου 1999, το Cour du travail de Bruxelles υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΚ (στο εξής: πρωτόκολλο), και του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Μ. Defreyn και της Sabena SA (στο εξής: Sabena).
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) ορίζει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
Ως αμοιβή νούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.»
4 Το πρωτόκολλο προβλέπει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μα_ου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο».
5 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»
Η εθνική ρύθμιση
6 Η συλλογική σύμβαση αριθ. 17, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, που συνήφθη στο πλαίσιο του Εθνικού Συμβουλίου Εργασίας και κατέστη υποχρεωτική με βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975 (Moniteur belge της 31ης Ιανουαρίου 1975, σ. 1055), θεσπίζει ένα καθεστώς πρόσθετων αποζημιώσεων σε περίπτωση απολύσεως των εργαζομένων ηλικίας τουλάχιστον 60 ετών, εφόσον δικαιούνται επιδόματος ανεργίας (άρθρα 3 και 4). Οι πρόσθετες αποζημιώσεις βαρύνουν τον τελευταίο εργοδότη και ανέρχονται στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ του καθαρού μισθού αναφοράς και του επιδόματος ανεργίας.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 144 του βασιλικού διατάγματος περί απασχολήσεως και ανεργίας, της 28ης Δεκεμβρίου 1963 (που τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Νοεμβρίου 1991), οι άνεργοι δεν δικαιούνται πλέον επιδόματος ανεργίας από την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που έπεται της συμπληρώσεως του 65ου έτους για τους άνδρες ή του 60ού έτους για τις γυναίκες. Η ρύθμιση αυτή δεν προσαρμόστηκε στον νόμο της 20ής Ιουλίου 1990, περί θεσπίσεως ελαστικών προϋποθέσεων όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως μεταξύ 60 και 65 ετών για τους άνδρες και για τις γυναίκες.
8 Η συλλογική σύμβαση αριθ. 17 προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως, σε επίπεδο κλάδου δραστηριότητας, συλλογικών συμβάσεων εργασίας που επεκτείνουν το προβλεπόμενο καθεστώς στους εργαζομένους ηλικίας 55 ετών και άνω. Στις 23 Μα_ου 1984, μια τέτοια συλλογική σύμβαση συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσώπησης αριθ. 315.1 (Sabena) για να αντιμετωπισθούν καταστάσεις υποαπασχολήσεως προκύπτουσες ιδίως από την εξέλιξη της τεχνικής της εργασίας που χαρακτηρίζουν τον τομέα της εμπορικής αεροπλο_ας και για να προαχθεί η διατήρηση στην εργασία των λιγότερο ηλικιωμένων εργαζομένων.
9 Η σύμβαση αυτή επεκτείνει το καθεστώς πρόσθετων ως προς το επίδομα ανεργίας αποζημιώσεων στους εργαζομένους ηλικίας 55 ετών και άνω, που συμφωνούν στην απόλυσή τους. Η αποζημίωση διατηρείται μέχρι τον μήνα της συμπληρώσεως του 65ου έτους αν πρόκειται για άνδρα ή του 60ού έτους αν πρόκειται για γυναίκα. Κατόπιν της εν λόγω συμβάσεως, η Sabena χορηγεί στον μισθωτό που έχει τουλάχιστον 25 έτη υπηρεσίας πρόσθετη αποζημίωση η οποία καλύπτει το 82 % των καθαρών αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η απόλυση.
10 Κατόπιν της αποφάσεως της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C-173/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-673), με την οποία το Δικαστήριο καταδίκασε τη διαφοροποίηση βάσει της οποίας οι εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών αποκλείονταν από το ευεργέτημα της πρόσθετης αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, που προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση αριθ. 17, το άρθρο 14 της συμβάσεως αυτής προσαρμόστηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Εργασίας στις 17 Δεκεμβρίου 1997 (συλλογική σύμβαση 17 vicies).
11 Μετά την προσαρμογή αυτή, όλοι οι εργαζόμενοι τυγχάνουν της πρόσθετης αποζημιώσεως που βαρύνει τον εργοδότη μέχρι την τελευταία ημέρα του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, ανεξάρτητα από το ότι υπερέβησαν τη μέγιστη ηλικία χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Η Μ. Defreyn εισήλθε στην υπηρεσία της Sabena στις 27 Ιουνίου 1960 ως μισθωτή εργαζομένη. Στις 14 Νοεμβρίου 1984, ζήτησε να τύχει της εφαρμογής της συλλογικής συμβάσεως εργασίας της 23ης Μα_ου 1984. Στις 29 Νοεμβρίου 1984, έλαβε πρόωρη σύνταξη, με προειδοποίηση δύο ετών (από την 1η Δεκεμβρίου 1984 έως την 31η Δεκεμβρίου 1986). Κατά συνέπεια, η Sabena δεσμεύθηκε να της καταβάλει τη συμβατική πρόσθετη αποζημίωση από την 1η Ιανουαρίου 1987 μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο θα συμπλήρωνε το 60ό έτος της ηλικίας της (στις 30 Νοεμβρίου 1991). Η πρόσθετη ως προς το επίδομα ανεργίας αποζημίωση καταβλήθηκε πράγματι στην Μ. Defreyn μέχρι το τέλος του μήνα συμπληρώσεως του 60ού έτους της ηλικίας της. Κατά τον χρόνο αυτό, η Μ. Defreyn έλαβε σύνταξη.
13 Στις 17 Φεβρουαρίου 1993, το Δικαστήριο εξέδωσε την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, με την οποία έκρινε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της πρόσθετης αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, που προβλέπει η συλλογική σύμβαση αριθ. 17, η οποία εφαρμόζεται υποχρεωτικώς δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 16ης Ιανουαρίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης.
14 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Μ. Defreyn, με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1993, ζήτησε από τη Sabena την καταβολή της πρόσθετης αποζημιώσεως την οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, ήτοι μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1996.
15 Κατόπιν της αρνήσεως της Sabena, η Μ. Defreyn άσκησε, στις 21 Δεκεμβρίου 1993, αγωγή ενώπιον του Tribunal du travail de Bruxelles, ζητώντας να υποχρεωθεί η Sabena να της καταβάλει την πρόσθετη ως προς το επίδομα ανεργίας αποζημίωση για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1991 έως 30 Νοεμβρίου 1996. Με απόφαση της 28ης Ιουνίου 1995, το Tribunal du travail απέρριψε την αγωγή αυτή.
16 Το Tribunal du travail θεώρησε ότι η επίδικη αποζημίωση ενέπιπτε στο πρωτόκολλο, το οποίο περιόριζε διαχρονικώς το περιεχόμενο του άρθρου 119 της Συνθήκης. Δεν αμφισβητήθηκε όμως, αφενός, ότι η Μ. Defreyn στήριζε το αίτημά της σε περίοδο εργασίας προγενέστερη της 17ης Μα_ου 1990 και, αφετέρου, ότι είχε ασκήσει αγωγή μετά την ημερομηνία αυτή.
17 Όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη αποζημίωση ενέπιπτε στη φράση «δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές» του πρωτοκόλλου, το Tribunal du travail κατέληξε σε καταφατική απάντηση μετά από συγκριτική ανάλυση του ολλανδικού και του γαλλικού κειμένου του πρωτοκόλλου. Κατ' αυτό, από το ολλανδικό κείμενο προκύπτει ότι η φράση αυτή αφορούσε τους «κανόνες που θεσπίζονται στο επίπεδο της επιχείρησης και του τομέα όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση», οπότε το πρωτόκολλο είχε εφαρμογή στη διαφορά.
18 Στις 12 Φεβρουαρίου 1996, η Μ. Defreyn άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour du travail de Bruxelles και επανέφερε το αίτημά της να υποχρεωθεί η Sabena να της καταβάλει την πρόσθετη αποζημίωση ανεργίας για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1991 έως 30 Νοεμβρίου 1996. Επικουρικώς, η Μ. Defreyn ζήτησε από το Cour du travail να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, προκειμένου να καθοριστεί αν η επίδικη πρόσθετη αποζημίωση μπορούσε να θεωρηθεί επίδομα οφειλόμενο σε εκτέλεση του επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του πρωτοκόλλου και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τη λύση της διαφοράς.
19 Η Μ. Defreyn υποστηρίζει ότι από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου προκύπτει ότι η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης αποζημίωση συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, συνεπώς η εφαρμογή του πρωτοκόλλου πρέπει να αποκλειστεί και να εφαρμοστούν οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου, οι οποίες απαγορεύουν τον περιορισμό της χορηγήσεως της εν λόγω αποζημιώσεως μόνο στους απολυομένους άνδρες εργαζομένους ηλικίας 60 έως 65 ετών, ενώ οι απολυόμενες γυναίκες εργαζόμενες της ίδιας ηλικίας αποκλείονται από την αποζημίωση αυτή.
20 Αντιθέτως, η Sabena ζήτησε να κριθεί η έφεση αβάσιμη και να απορριφθούν τα αιτήματα της Μ. Defreyn. Κατά τη Sabena, το Tribunal du travail εφάρμοσε ορθώς τις νομικές αρχές που διέπουν τον σχετικό τομέα. Από το πρωτόκολλο προκύπτει ότι η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης πρόσθετη αποζημίωση, η οποία, κατά τη Sabena, συνιστά επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση αγωγής στηριζομένης στο άρθρο 119 της Συνθήκης παρά μόνον αν η αγωγή αφορούσε παροχή εργασίας μεταγενέστερη της 17ης Μα_ου 1990 ή αν αφορούσε προηγούμενη παροχή εργασίας εφόσον ο ενάγων είχε κινήσει προς τούτο ένδικη διαδικασία πριν από την ημερομηνία αυτή. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, η Μ. Defreyn δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 119 της Συνθήκης για να λάβει πρόσθετη αποζημίωση ανεργίας για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1991 έως 30 Δεκεμβρίου 1996.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί η πρόσθετη αποζημίωση πρόωρης συνταξιοδότησης, που προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 17, η οποία κατέστη υποχρεωτική με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, και στη συλλογική σύμβαση εργασίας της 23ης Μα_ου 1984, που συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσώπησης 315.1, να θεωρηθεί επίδομα οφειλόμενο κατ' εφαρμογήν επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο έχει εφαρμογή το πρωτόκολλο σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας;
2) Είναι οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας αριθ. 17 και της συλλογικής συμβάσεως εργασίας της 23ης Μα_ου 1984, που συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσώπησης 315.1, συμβατές προς το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, καθόσον αποκλείουν τις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών από το ευεργέτημα των επιδομάτων πρόωρης συνταξιοδότησης, που συνιστούν πρόσθετες αποζημιώσεις λόγω απολύσεως και παρέχονται ως συμπλήρωμα των επιδομάτων ανεργίας, ενώ οι αποζημιώσεις αυτές παρέχονται στους άνδρες εργαζομένους μέχρι την ηλικία των 65 ετών;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, εμποδίζει η εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης το να γίνει δεκτή η αγωγή της Μ. Defreyn, καθόσον στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
22 ροκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να καθοριστεί κατ' αρχάς αν η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης αποζημίωση συνιστά παροχή δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την έννοια του πρωτοκόλλου.
23 Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης παροχή αποτελεί συμβατική αποζημίωση που συμπληρώνει το ένα από τα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, ήτοι εκείνο της ανεργίας.
24 Κατά την Μ. Defreyn, καθώς και κατά την Επιτροπή, από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου προκύπτει ότι η πρόσθετη ως προς το επίδομα ανεργίας αποζημίωση πρέπει να θεωρηθεί αμοιβή και όχι παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, η επίμαχη παροχή δεν εμπίπτει στο πρωτόκολλο, οπότε έχει εφαρμογή η αρχή της ισότητας των αμοιβών του άρθρου 119 της Συνθήκης.
25 Αντιθέτως, η Sabena, καθώς και οι Κυβερνήσεις του Βελγίου και του Ηνωμένου Βασιλείου, ισχυρίζονται ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης αποζημίωση, μολονότι συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, εμπίπτει στο πρωτόκολλο, για τον λόγο ότι εντάσσεται σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως οργανωμένο σε επαγγελματική βάση.
26 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί κατ' αρχάς ότι το Δικαστήριο έκρινε πράγματι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, ότι η πρόσθετη αποζημίωση πρόωρης συνταξιοδότησης δεν αποτελούσε παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά, αντιθέτως, ήταν ανεξάρτητη από το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και συνιστούσε, συνεπώς, αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Συνεπώς, απορρίφθηκε το παρατιθέμενο στη σκέψη 18 της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι η πρόσθετη αποζημίωση έπρεπε να θεωρηθεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω του ότι αποτελούσε αδιάρρηκτο σύνολο με το επίδομα ανεργίας.
27 Ωστόσο, αντίθετα προς όσα ισχυρίζονται η Μ. Defreyn και η Επιτροπή, ο εκ μέρους του Δικαστηρίου χαρακτηρισμός της επίμαχης στο πλαίσιο της κύριας δίκης αποζημιώσεως ως αμοιβής υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν μπορεί να προδικάσει την απάντηση στο ερώτημα αν μια τέτοια αμοιβή συνιστά επίδομα δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του πρωτοκόλλου.
28 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, συνεπώς, του πρωτοκόλλου, το ερώτημα δεν μπορούσε να τεθεί, οπότε το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί του σημείου αυτού.
29 Εν συνεχεία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένα επαγγελματικό σύστημα όπως το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης, που εξασφαλίζει προστασία έναντι του κινδύνου της ανεργίας χορηγώντας συλλογικά στους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως, εν προκειμένω της Sabena, παροχές που αποσκοπούν να συμπληρώσουν τις παροχές του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως έναντι της ανεργίας, πρέπει να χαρακτηριστεί επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 46, σ. 20).
30 Επομένως, η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης πρόσθετη αποζημίωση συνιστά παροχή δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του πρωτοκόλλου, οπότε το πρωτόκολλο αυτό μπορεί να τύχει εφαρμογής αν πληρούνται οι προβλεπόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις.
31 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το πρωτόκολλο αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης όσον αφορά παροχές δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που μπορούν να αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως προηγούμενες της 17ης Μα_ου 1990, με εξαίρεση τους εργαζομένους που είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή ισοδύναμη ένσταση πριν από την ημερομηνία αυτή.
32 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας δίκης, η Μ. Defreyn εργάστηκε για τη Sabena από τον Ιούνιο του 1960 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1986. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι η Sabena της κατέβαλε την επίδικη πρόσθετη αποζημίωση ως τελευταίος εργοδότης. Είναι συνεπώς αναμφισβήτητο ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε λόγω της σχέσεως εργασίας που έληξε πριν από τις 17 Μα_ου 1990. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι κατά την ημερομηνία αυτή η Μ. Defreyn δεν είχε ασκήσει ένδικη προσφυγή ή ισοδύναμη ένσταση.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το πρωτόκολλο έχει εφαρμογή σε αποζημίωση όπως η πρόσθετη αποζημίωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 17, η οποία κατέστη υποχρεωτική με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, και στη συλλογική σύμβαση εργασίας της 23ης Μα_ου 1984, που συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσώπησης αριθ. 315.1.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
34 Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, που πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 5 της οδηγίας έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
35 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι μια παροχή που συνιστά, όπως εν προκειμένω, αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν μπορεί να εμπίπτει και στην οδηγία (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-475, σκέψη 24).
36 Συνεπώς, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια πρόσθετη αποζημίωση η οποία, όπως εν προκειμένω, συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν εμπίπτει στο άρθρο 5 της οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις του Βελγίου και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Απριλίου 1999 το Cour du travail de Bruxelles, αποφαίνεται:
1) Το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΚ, έχει εφαρμογή σε αποζημίωση όπως η πρόσθετη αποζημίωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 17, η οποία κατέστη υποχρεωτική με το βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου 1975, και στη συλλογική σύμβαση εργασίας της 23ης Μα_ου 1984, που συνήφθη στο πλαίσιο της υποεπιτροπής ίσης εκπροσώπησης αριθ. 315.1.
2) Μια πρόσθετη αποζημίωση η οποία, όπως εν προκειμένω, συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 177 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) δεν εμπίπτει στο άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.
Full & Egal Universal Law Academy